Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, ruling that evidence evaluation arguments are not appealable 'facts'.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellants' request to overturn the Thessaloniki Court of Appeal's decision regarding property ownership. The appellants argued the lower court improperly considered arguments raised at the first instance that had not been formally re-submitted according to procedural rules. The court held that such arguments, which concerned evidence evaluation and counter-claims, did not constitute 'facts' under the law and were therefore inadmissible as grounds for appeal.
Legislator headnote
AI generatedArticles 240 and 559(8) of the Code of Civil Procedure; An appeal ground based on the lower court considering unsubmitted arguments is inadmissible if those arguments concern evidence evaluation or deny claims rather than stating independent factual premises.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 772 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 772/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Νικόλαο Μπιχάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Α. Σ. του Θ. και 2. Σ. Σ. του Θ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευάγγελο Καλαμπαλίκη.
Των αναιρεσίβλητων: 1. Ε. χας Ι. Κ., το γένος Θ. Μ., 2. Ε. συζ. Π.-Κ. Λ., το γένος Ι. Κ., κατοίκων ..., και 3. Γ. συζ. Ν. Α., το γένος Ι. Κ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Βικτωρία Δούκα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-7-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βέροιας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 52/ΤΜ/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 912/2010 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 13-7-2010 αίτησή τους και με τους από 1-11-2011 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Μπιχάκης ανέγνωσε την από 24-11-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 247, 249, 251, 271, 272 και 1094 ΑΚ προκύπτει, ότι η διεκδικητική αγωγή ως αξίωση που απορρέει από το απόλυτο δικαίωμα της κυριότητας υπόκειται στη γενική εικοσαετή παραγραφή. Η παραγραφή αρχίζει από την συνιστώσα την προσβολή του δικαιώματος, με τη δημιουργία καταστάσεως που αντιτίθεται σ' αυτό, κατάληψη του πράγματος από κάποιο τρίτο, από της οποίας γεννάται η αξίωση και είναι δικαστικώς επιδιώξιμη, επέρχεται δε, προσμετρούμενου επί καθολικής ή ειδικής διαδοχής, υπέρ του καθολικού ή ειδικού διαδόχου, του χρόνου της επί του πράγματος νομής του δικαιοπαρόχου του, με την παράλειψη του δικαιούχου να ασκήσει το δικαίωμα του επί μια εικοσαετία, χωρίς να ερευνάται το είδος της νομής η κατοχής του προσβολέως ή των προτεινόντων την περί αυτής (παραγραφής) ένσταση καθολικών ή ειδικών διαδόχων του.
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας ή την άρνηση της.
Περαιτέρω, κατά την έννοια του αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νομίμου βάσεως, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς.
Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχτηκε τα εξής: Στη διάρκεια των ετών 1924 και 1932 ο Θ. Σ. του Ε., σύζυγος της Ε. ή Ε. Σ., το γένος Σ. Μ., αγόρασε κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή, με τα πωλητήρια συμβόλαια αριθμ. .../1924 και .../1932 των τότε συμβολαιογράφων Βέροιας Γ.
Καλιμπάκα και Ε. Παπαχαραλάμπους αντίστοιχα, τα οποία μεταγράφηκαν νόμιμα, δύο όμορα ισόγεια καταστήματα μετά των κάτω από αυτά οικοπέδων, τα οποία βρίσκονταν στην τότε οδό ..., η οποία φέρει πλέον την ονομασία οδός ... . Στη διάρκεια του έτους 1942 ο Θ. Σ. ανακατασκεύασε τα δύο καταστήματα και δημιούργησε ενιαία πρόσοψη σε αυτά.
Ο Θ. Σ. απεβίωσε στη ..., στις 20.03.1950, και με τη δημόσια διαθήκη του αριθμ. .../28.04.1949, η οποία καταρτίστηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου Βέροιας Α. Σ., κατέλειπε ως μόνη κληρονόμο του εκ διαθήκης τη σύζυγό του, Ε. ή Ε. Σ., το γένος Σ. Μ., η οποία αποδέχθηκε την κληρονομιά του θανόντος συζύγου της με το ομώνυμο συμβολαιογραφικό έγγραφο αριθμ. .../22.10.1954 του συμβολαιογράφου Βέροιας Α.
Σ., το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Βέροιας, στον τόμο ΚΔ' και αριθμό ... . Ειδικότερα, η Ε. Σ. αποδέχθηκε ως κληρονομιαία περιουσιακά στοιχεία του θανόντος συζύγου της τα εξής: ι) Μαγαζί επί της οδού ... (ήδη οδού ...), συνορευόμενο γύρωθεν με την οδό αυτή, με ιδιοκτησία Ιεράς Μονής Προδρόμου Βέροιας, ιδιοκτησία κληρονόμων ..., ετέρα οδό (ήδη οδό ...), ιδιοκτησία Α.
Γ. και ιδιοκτησία αδελφών Μ., α) Μαγαζί επί της ιδίας οδού, συνορευόμενο γύρωθεν με την οδό αυτή, ιδιοκτησία Τιμίου Προδρόμου Βέροιας, ιδιοκτησία κληρονόμων ..., ιδιοκτησία κληρονόμων Σ. Σ. και ιδιοκτησία Δ. Κ.. Στη διάρκεια του έτους 1954 η Ε. Σ. πώλησε και μεταβίβασε προς την αδελφή της Ε. χήρα Θ. Μ., με το πωλητήριο συμβόλαιο αριθμ. .../15.11.1954 του συμβολαιογράφου Βέροιας Α.
Σ., το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Βέροιας, στον τόμο ΚΔ' και αριθμό ..., το δικαίωμα της καθ' ύψος επέκτασης του πρώτου από τα πιο πάνω καταστήματα, μεθ' όλων των επ' αυτής και εξ αυτής οιωνδήποτε δικαιωμάτων της, "δικαιούμενης της αγοράστριας να ανεγείρει επ' αυτής δεύτερον όροφον".
Ειδικότερα, σύμφωνα με το περιεχόμενο του συγκεκριμένου συμβολαίου, η Ε. Σ. δήλωσε ότι έχει στην πλήρη κυριότητά της εκ κληρονομιάς του θανόντος συζύγου της, Θ., "...εν μαγαζείον, κείμενον εντός της πόλεως Βέροιας ... επί της οδού ..., αποτελούμενον εξ ενός ισογείου μαγαζείου υπογείου, μετά οροφής εκ πλακός εκ μπετόν αρμέ, συνορευόμενον γύρωθεν με ιδιοκτησίαν Μονής Τιμίου Προδρόμου Βέροιας, με ιδιοκτησίαν Ε.
Σ., ιδιοκτησίαν Α. Γ., με ιδιοκτησίαν Αδελφών Β. Μ. και με δρόμους εκ δύο μερών" και ότι "την επιφάνειαν του ορόφου του ανωτέρω μαγαζείου εκ πλακός εκ μπετόν αρμέ, διαστάσεων ενενήκοντα επτά τετραγωνικών μέτρων και εβδομήκοντα εκατοστών του μέτρου μετά αναλόγου οικοπέδου, εφ' ου στηρίζεται η όλη οικοδομή του υπογείου, η ειρημένη ιδιοκτήτρια πωλεί σήμερον και παραχωρεί το δικαίωμα της καθ' ύψος επεκτάσεως και μεταβιβάζει, μεθ' όλων των επ' αυτής και εξ αυτής οιωνδήποτε δικαιωμάτων του προσωπικών και πραγματικών και των συναφών αγωγών του, μετά των κοινοκτήτων κοινοχρήστων τούτου χώρων, πραγμάτων και εγκαταστάσεων προς την αφετέρου συμβαλλομένην Ε.
χήρα Θ. Μ., ... δικαιούμενης και δυναμένης της αγοράστριας να ανεγείρει επ' αυτής δεύτερον όροφον ...". Στη συνέχεια η αγοράστρια Ε. Μ. ανήγειρε στην επιφάνεια του ορόφου του ανωτέρω καταστήματος διαμέρισμα, εμβαδού 97,70 μ2. Με τον τρόπο αυτό δημιουργήθηκε ένα αυτοτελές κτίριο (Γ επίδικο κτίριο), το οποίο αποτελείται από ένα ισόγειο κατάστημα με υπόγειο και από ένα ανώγειο διαμέρισμα.
Η Ε. Μ. απεβίωσε στις 07.04.1968 και με την από 20.02.1959 ιδιόγραφη διαθήκη της κατέλειψε το πιο πάνω διαμέρισμα της στη θυγατέρα της, ήδη 1Π ενάγουσα, Ε. Κ., κατ' επικαρπία και στις εγγονές της, ήδη 2η και 3η ενάγουσες, κατά ψιλή κυριότητα, ισομερώς (κατά ποσοστό 50%) και εξ αδιαιρέτου. Στη διάρκεια του έτους 1965 η Ε. Σ., αφού έλαβε την άδεια οικοδομής (άδεια δια την προσθήκη ν ορόφου Α' και διενέργειαν επισκευών καταστήματος) αριθμ. 2290/294/16.07.1965 του Γραφείου Πολεοδομίας Ν.
Ημαθίας, άρχισε να ανεγείρει διαμέρισμα στην πλάκα οροφής του δεύτερου από τα πιο πάνω καταστήματα. Στη σχετική αίτηση της η Ε. Σ. δήλωσε ότι το οικόπεδο, στο οποίο βρίσκεται το (2° επίδικο) κατάστημα, έχει εμβαδόν 46,50 μ2, ότι το κατάστημα έχει εμβαδόν 46,50 μ2 και ότι το προς ανέγερση διαμέρισμα θα έχει εμβαδόν 46,50 μ2.
Στα στοιχεία στατιστικής που αναγράφονται στην οπίσθια σελίδα της πιο πάνω άδειας οικοδομής (αριθμ. 2290/294/16.07.1965), εμπεριέχονται τα εξής στοιχεία: "Επιφάνεια οικοπέδου μ2 46,50 μ2. Καλυπτόμενη επιφάνεια οικοδομής (κατοικίας) μ2 46,50. Ολική επιφάνεια ορόφων (κατοικίας) μ2 46,50. Ολικόν ύψος οικοδομής (κατοικίας) μ. 3,20 και (καταστήματος) μ. 4,20.
Ολικός όγκος κατ' είδος χώρων (κατοικίας) μ3 149,00 και (καταστήματος) 195,00". Στην οπίσθια σελίδα της πιο πάνω άδειας οικοδομής υφίσταται τοπογραφικό διάγραμμα, όπου απεικονίζεται το οικόπεδο και η κάτοψη του καταστήματος, στο οποίο θα γινόταν προσθήκη Α' ορόφου, εμβαδού 46,50 μ2. (Από την αντιπαραβολή του συγκεκριμένου, συνημμένου στην άδεια οικοδομής, τοπογραφικού διαγράμματος και του τοπογραφικού διαγράμματος με χρονολογία Απρίλιος 2003 του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Χ.
Δ. Μ., το οποίο προσκόμισαν οι εφεσίβλητες με επίκληση, αποδεικνύεται αναμφίβολα ότι το οικόπεδο που αναφέρεται στην πιο πάνω άδεια οικοδομής είναι το οικόπεδο, το οποίο εμφαίνεται στο πιο πάνω τοπογραφικό διαγραμμένου Χ. Μ. με στοιχεία ΑΒΓΔΕΑ, εμβαδού 47,64 μ2, και ανήκει πλέον στην κυριότητα των δύο πρώτων εκκαλούντων).
Η ανέγερση του πιο πάνω διαμερίσματος εκ μέρους της Ε. Σ. ολοκληρώθηκε στη διάρκεια του έτους 1968 και με τον τρόπο αυτό δημιουργήθηκε ένα αυτοτελές κτίριο (2° επίδικο κτίριο), το οποίο αποτελείται από ένα ισόγειο κατάστημα με υπόγειο και από ένα ανώγειο διαμέρισμα.
Συνεπώς, από την πιο πάνω άδεια οικοδομής, το σχεδιασμένο στην οπίσθια σελίδα της τοπογραφικό διάγραμμα και την αντίστοιχη αίτηση της Ε. Σ. αποδεικνύεται έμμεσα αλλά αναμφίβολα ότι στη διάρκεια του έτους 1965 το οικόπεδο, όπου ανεγέρθηκε το 2° επίδικο κτίριο, και το αντίστοιχο, κατάστημα, ήτοι το 2° επίδικο κατάστημα, είχαν εμβαδόν 46,50 μ2 αντίστοιχα και ότι η μορφή του καταστήματος ταυτιζόταν με τη μορφή του οικοπέδου, το οποίο εμφαίνεται στο σχεδιασμένο στην οπίσθια σελίδα της άδειας οικοδομής τοπογραφικό διάγραμμα (και, επίσης, στο πιο πάνω τοπογραφικό διάγραμμα του Χ.
Μ. με στοιχεία ΑΒΓΔΕΑ). Στη συνέχεια, με τη δημόσια διαθήκη της, η οποία φέρει αριθμό .../13.06.1970, συντάχθηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου Βέροιας Α. Σ. και δημοσιεύτηκε με τα πρακτικά αριθμ. 47/ 20-03-1974 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας, η Ε. Σ. εγκατέστησε ως κληρονόμους της τα εξής πρόσωπα: ι) Την ανεψιά της Κ. (Α.) σύζ.
Α. Χ., (μάμμη των δύο πρώτων εναγομένων, Α. Σ. και Σ. Σ.), ιι) Την ανεψιά της Ε. Κ. (1η ενάγουσα), ιιι) Τις μικρανεψιές της Ε. και Γ. (2η και 3η ενάγουσες). Σχετικά με την περιουσία της που επιθυμούσε η Ε. Σ. να περιέλθει στις κληρονόμους της, όρισε στη διαθήκη της: ι) Ότι στην ανεψιά της Κ. καταλείπει "το επί της οδού ...
αριθμ. 96 μαγαζείον, ούτινος μισθωτής τυγχάνει ήδη ο Γ. Σ., μετά του κάτωθι αυτού υπογείου, επιφανείας όσης το εμβαδόν του μαγαζείου, ως και τον ύπερθεν αυτού πρώτον όροφον (πρώτον εξώστην) μετά της ύπερθεν αυτού αέρινης στήλης", ιι) Ότι στην ανεψιά της Ε. και στις μικρανεψιές της Ε. και Γ. καταλείπει, αντίστοιχα, τα εξής: "Εις την ανεψιάν της Ε.
την εφ' όρου ζωής της επικαρπίαν επί του επί της αυτής οδού υπ' αριθμ. 100 μαγαζείου μετά του κάτωθι αυτού υπογείου, ούτινος μισθωτής τυγχάνει ο Ι. Χ., την ψιλήν δε κυριότητα τούτων εις τας θυγατέρας της ... Γ. και Ε., εις ας θα περιέλθωσι ταύτα κατά πλήρες ιδιοκτησίας δικαίωμα, κοινώς αδιαιρέτως και κατ' ισομοιρίαν μετά τον θάνατον της μητρός των".
Με τον τρόπο αυτό η Ε. Σ. κατέλειψε στην Α. Χ. ολόκληρο το 2° επίδικο κτίριο, το οποίο αποτελούνταν από το πιο πάνω 2° κατάστημα, από το αντίστοιχο υπόγειο και από το οικοδομημένο επ' αυτού διαμέρισμα, και στις ήδη εφεσίβλητες το πιο πάνω 1° κατάστημα με το αντίστοιχο υπόγειο. Μετά τη σύνταξη της πιο πάνω διαθήκης ο μισθωτής Γ.
Σ. αποχώρησε από το μίσθιο κατάστημα της οδού ... αριθμ. 96. Τότε η Ε. Σ. αποφάσισε να αυξήσει το εμβαδόν του συγκεκριμένου (2ου) καταστήματος, συνενώνοντας με αυτό ένα βοηθητικό χώρο του άλλου (1ου) καταστήματος, τον οποίο δεν χρησιμοποιούσε ο μισθωτής του άλλου καταστήματος, Ι. Χ.. Προκειμένου να επιτευχθεί αυτή η συνένωση, κατεδαφίστηκε ο τοίχος που αποτελούσε το όριο των δύο καταστημάτων.
Επίσης, το τμήμα του υπογείου που αντιστοιχούσε στον βοηθητικό χώρο του 1ου καταστήματος, διαχωρίστηκε από το υπόλοιπο τμήμα υπογείου του 1ου καταστήματος με πρόχειρη κατασκευή και έτσι συνενώθηκε με το υπόγειο του 2ου καταστήματος. Στη διάρκεια του Ιουνίου 1973 η Ε. Σ. εκμίσθωσε προφορικά στον Δ. Κ., (αρχικά 5° εναγόμενο), το 2° επίδικο κατάστημα, όπως είχε διαμορφωθεί αυτό μετά τη συνένωση του με τον (ισόγειο και υπόγειο) βοηθητικό χώρο του 1ου καταστήματος.
Η Ε. Σ. απεβίωσε στη ..., στις 08.03.1974. Έκτοτε, η 1η ενάγουσα, ήδη 1η εφεσίβλητη, Ε. Κ., ανέθεσε τη διαχείριση του κληρονομιαίου καταστήματος, ήτοι του πιο πάνω 1ου καταστήματος, στον Α. Χ., σύζυγο της αδελφής της Α.ς. Πράγματι, ο Α. Χ. μεριμνούσε έκτοτε, όπως, άλλωστε, έπραττε ήδη από το έτος 1968 ως προς το οικοδομημένο επί του 1ου καταστήματος διαμέρισμα, να εκμισθώνει το συγκεκριμένο ακίνητο, να καθορίζει τους όρους της μίσθωσης και το ύψος του μισθώματος, να εισπράττει τα μισθώματα και να αποδίδει αυτά στην 1η ενάγουσα.
Η κατάσταση αυτή συνεχίστηκε μέχρι τον θάνατο του Α. Χ., ο οποίος έλαβε χώρα στη διάρκεια του έτους 1994. Παράλληλα, συνεχίστηκε η μίσθωση τον 2ου επίδικου καταστήματος, όπως είχε διαμορφωθεί αυτό μετά τη συνένωσή του με τον (ισόγειο και υπόγειο) βοηθητικό χώρο του 1ου καταστήματος, και ο Α. Χ. εισέπραττε το αντίστοιχο μίσθωμα ως διαχειριστής του καταστήματος και αντιπρόσωπος της συζύγου του, Α.
Χ., και της αδελφής της, Ε. Κ., αφού είχε ήδη συμφωνηθεί ανάμεσα στις δύο αδελφές, Ε. Κ. και Α. Χ., να συνεχιστεί η μίσθωση του (2ου) καταστήματος ως είχε, να εισπράττει η Α. Χ. το σύνολο του μισθώματος και να αποδίδει στην αδελφή της (Ε. Κ.) το ποσό που αναλογούσε στο μέρος του μισθίου, το οποίο ανήκε στην επικαρπία της.
Η κατάσταση αυτή συνεχίστηκε μέχρι το έτος 1999, οπότε η Α. Χ. έπαψε να αποδίδει στην αδελφή της (Ε. Κ.) το μέρος του μισθώματος, το οποίο αναλογούσε στο τμήμα του μισθίου που ανήκε στην επικαρπία της. Μετά τον θάνατο της Ε. Σ. ο Δ. Κ. μίσθωσε για τις ανάγκες της εμπορίας του το διαμέρισμα που είχε περιέλθει στην Α.
Χ., ήτοι το οικοδομημένο επί του 2ου καταστήματος διαμέρισμα, και στη διάρκεια του έτους 1988 η Ε. Κ., συγγενής του Δ. Κ., μίσθωσε το οικοδομημένο επί του 1ου καταστήματος διαμέρισμα. Στη συνέχεια οι δύο αυτοί μισθωτές, με τη συναίνεση του Α. Χ., κατεδάφισαν ένα τμήμα της μεσοτοιχίας των δύο αυτών διαμερισμάτων και δημιούργησαν δίοδο μεταξύ τους, ώστε να προβαίνουν σε ενιαία χρήση αυτών.
Η μίσθωση αυτή εξακολουθεί να υφίσταται. Στη διάρκεια του Σεπτεμβρίου 1997 η 1η ενάγουσα-εφεσίβλητη εκμίσθωσε τον κύριο χώρο του 1ου επίδικου καταστήματος, εμβαδού 70 μ2, (όπως αναγράφεται στο σχετικό συμφωνητικό μίσθωσης), με το αντίστοιχο τμήμα του υπογείου, στην Γ. Χ., αυτή όμως δεν χρησιμοποίησε ποτέ το τμήμα του υπογείου.
Στη διάρκεια του έτους 2003 οι ενάγουσες-εφεσίβλητες πληροφορήθηκαν ότι ο Δ. Κ., μισθωτής του 2ου επίδικου καταστήματος, είχε συνενώσει τους υπόγειους χώρους των δύο επίδικων καταστημάτων και χρησιμοποιούσε αυτούς ενιαία. Στις 22.03.2000 η Α. Χ. κατάρτισε ενώπιον της συμβολαιογράφου Βέροιας Α. Παζάρα-Καλλιμπάκα δημόσια διαθήκη, η οποία έλαβε αριθμό .../ 22-03-2000, εγκατέστησε ως κληρονόμους της τους δύο πρώτους εκκαλούντες-εναγομένους, Α.
Σ. και Σ. Σ., εγγονούς της από θυγατέρα, και όρισε ότι καταλείπει σε αυτούς το "κατάστημα μετά του οικοπέδου του επί της οδού ... της πόλεως ..., το οποίο σήμερα είναι εκμισθωμένο στον Κ.". Η Α. Χ. απεβίωσε στη ..., στις 18.04.2002, και η πιο πάνω δημόσια διαθήκη της δημοσιεύτηκε με τα πρακτικά αριθμ. 3415/269/06.11.2002 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας.
Στις 28.06.1999 οι ενάγουσες-εφεσίβλητες δήλωσαν στο Κτηματολογικό Γραφείο Βέροιας του Ο.Κ.Χ.Ε. τα επίδικα ακίνητα τους, η 1η κατ' επικαρπία και οι λοιπές κατά ψιλή κυριότητα, και, ειδικότερα, δήλωσαν οικόπεδο, εμβαδού 97,70 μ2, και κτίσμα, συνολικού εμβαδού 293,10 μ2, το οποίο εκτείνεται σε δύο υπέργειους ορόφους, (ένα ισόγειο όροφο, όπου κείται το κατάστημα, και ένα ανώγειο όροφο, όπου κείται το διαμέρισμα), και σε ένα υπόγειο όροφο, (όπου εκτείνεται το υπόγειο του καταστήματος).
Με βάση τις δηλώσεις των εναγουσών το οικόπεδο τους, όπου κείται το 1° επίδικο κατάστημα, καταχωρίστηκε με ΚΑΕΚ ..., με εμβαδόν 98 μ2 και με τίτλους κτήσης τις πράξεις αποδοχής κληρονομιάς αριθμ. ... και .../2001 του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Αθανασίου Νίκα, με τις οποίες αποδέχτηκαν οι ενάγουσες τις κληρονομιές της Ε. (ή Ε.) χήρας Θ.
Μ. και της Ε. χήρας ... αντίστοιχα. Στις 25.09.1999 η Α. Χ. δήλωσε στο ίδιο κτηματολογικό γραφείο (Κτηματολογικό Γραφείο Βέροιας του Ο.Κ.Χ.Ε.) ότι έχει την κυριότητα ενός ακινήτου, το οποίο κείται στη ..., στο οικοδομικό τετράγωνο 130, στην οδό ... αριθμ. 50, ήτοι ενός οικοπέδου, εμβαδού 60 μ2, και του οικοδομημένου εκεί κτίσματος, συνολικού εμβαδού 150 μ2, το οποίο εκτείνεται σε ένα υπόγειο και ένα υπέργειο όροφο.
Ως αιτία κτήσης δήλωσε την κληρονομιά που απόκτησε με τη διαθήκη αριθμ. .../13.06.1970 του Α. Σ., (δηλαδή την ταυτάριθμη διαθήκη της Ε. Σ., η οποία καταρτίστηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου Α. Σ.). Με βάση τη δήλωση της Α. Χ. το Κτηματολογικό Γραφείο Βέροιας καταχώρισε το συγκεκριμένο ακίνητο της με ΚΑΕΚ ..., με εμβαδόν 56 μ2 και αιτία κτήσης "κληρονομιά" (με την παρατήρηση ότι "εκκρεμεί αποδοχή κληρονομιάς").
Μετά την α' ανάρτηση των στοιχείων κτηματογράφησης, όπου αναγραφόταν ότι το εμβαδόν του ακινήτου της ανερχόταν σε 51 μ2, η Α. Χ. υπέβαλε ένσταση προς τον Ο.Κ.Χ.Ε. και ισχυρίστηκε ότι: ι) Το εμβαδόν του οικοπέδου της "δεν είναι 51 μ2 αλλά 79,20 μ2", ιι) Υπήρχε λάθος στην οριοθέτηση του οικοπέδου της, ιιι) Επιπλέον, είχε αποκτήσει με χρησικτησία την κυριότητα υπογείου, εμβαδού 62,78 μ2.
Μεταξύ των συνημμένων στην ένσταση της εγγράφων συμπεριέλαβε τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Βέροιας Σ. Λ., στο οποίο εμφαινόταν ως ιδιοκτησία της ο βοηθητικός χώρος του 1ου επίδικου καταστήματος με το αντίστοιχο υπόγειο και όλο το υπόλοιπο υπόγειο του 1ου καταστήματος. Η ένσταση αυτή απορρίφθηκε ως προς τους δύο πρώτους λόγους της (ι, ιι) με την απόφαση αριθμ. 1335/21.06.2002 του Κτηματολογικού Γραφείου Βέροιας του Ο.Κ.Χ.Ε.
με την αιτιολογία, μεταξύ άλλων, ότι "δεν είναι δυνατόν να εφαρμοσθεί το εμβαδόν της δήλωσης λόγω υλοποιημένων ορίων της υφισταμένης κατάστασης (κτίσματα-τοιχεία). Με βάση την υφισταμένη κατάσταση και την γεωμετρία των ομόρων ιδιοκτησιών το εμβαδόν του επιδίκου (οικοπέδου της ενισταμένης) είναι 56 τ.μ.
Το επισυναπτόμενο τοπογραφικό διάγραμμα δεν μπορεί να εφαρμοσθεί, γιατί αφενός έρχεται σε αντίθεση με την υφισταμένη κατάσταση και αφετέρου φαίνεται να καταλαμβάνει μέρος του (ομόρου ακινήτου με ΚΑΕΚ) ..., το οποίο δηλώνεται από άλλους ...". Κατά την β' ανάρτηση των στοιχείων κτηματογράφησης ο Ο.Κ.Χ.Ε., αφού δέχτηκε τη δήλωση της Α.
Χ., όρισε το εμβαδόν του οικοπέδου της σε 56 μ2 με αιτία κτήσης την χρησικτησία και έκανε τη σημείωση ότι "εκκρεμεί αποδοχή κληρονομιάς υπ' αριθμ. .../13.6.1970 δημόσια διαθήκη Α. Σ.". Στις 15.01.2003, εννιά περίπου μήνες μετά τον θάνατο της Α. Χ., υποβλήθηκαν στο όνομα αυτής, ενώπιον της Δευτεροβάθμιας Επιτροπής Κτηματολογίου, δύο ενστάσεις εναντίον της απόφασης αριθμ. 1335/21.06.2002 του Κτηματολογικού Γραφείου Βέροιας του Ο.Κ.Χ.Ε.
Με την 1η από αυτές τις ενστάσεις, η οποία έλαβε αριθμ. πρωτοκόλλου 070733, υποβλήθηκε ο ισχυρισμός ότι "Τα κτίρια που αναφέρονται στους ΚΑΕΚ είναι σαφώς διαχωρισμένα, όπως εμφανίζονται στα συνημμένα τοπογραφικά. Το κτίριο του ΚΑΕΚ ... έχει εμβαδόν 79,20 τ.μ., το δε κτίριο του ΚΑΕΚ ... έχει εμβαδόν 62,78 τ.μ. Το υπόγειο δε αυτού του κτιρίου είναι ιδιοκτησία μου ...".
Με τη 2η από αυτές τις ενστάσεις, η οποία έλαβε αριθμ. πρωτοκόλλου 071680, υποβλήθηκε ο ισχυρισμός ότι "Το κτίριο του ΚΑΕΚ αυτού (εννοείται ο ΚΑΕΚ ...) έχει εμβαδόν 62,78 τ.μ., το υπόγειο δε είναι ιδιοκτησία μου ...". Οι ενστάσεις αυτές εκδικάστηκαν στις 15.05.2003 και απορρίφθηκαν. Στη διάρκεια του Φεβρουαρίου 2003 οι ενάγουσες επικοινώνησαν με την αρχικά 3η εναγομένη, Σ.
Σ., μητέρα των δύο πρώτων εναγομένων-εκκαλούντων, και ζήτησαν να αναγνωρίσει αυτή τα δικαιώματα επικαρπίας και ψιλής κυριότητας των εναγουσών στα τμήματα του 1ου επίδικου καταστήματος, τα οποία είχαν συνενωθεί με το 2ο επίδικο κατάστημα. Η Σ. Σ. αρνήθηκε να αναγνωρίσει την ύπαρξη τέτοιων δικαιωμάτων και τις απόψεις της στήριξαν όλοι οι αρχικά εναγόμενοι.
Στη συνέχεια οι ενάγουσες πληροφορήθηκαν ότι οι δύο πρώτοι εναγόμενοι-εκκαλούντες, Α. και Σ. Σ. είχαν ήδη εκμισθώσει στον 6° εναγόμενο, ήδη 3° εκκαλούντα, Α. Κ., γιο του προηγούμενου μισθωτή, Δ. Κ., το 2° επίδικο κατάστημα, το υπόγειο αυτού και, επίσης, τον βοηθητικό χώρο του 1ου επίδικου καταστήματος, ο οποίος είχε συνενωθεί με το 2° επίδικο κατάστημα, το τμήμα του υπογείου που αντιστοιχούσε στον συγκεκριμένο βοηθητικό χώρο, και, επίσης, όλο το υπόλοιπο τμήμα του υπογείου που αντιστοιχούσε στο 1° επίδικο κατάστημα.
Στη διάρκεια της πρωτοβάθμιας δίκης οι εκκαλούντες, ως εναγόμενοι, αφού υπέβαλαν αντίστοιχες ενστάσεις, ισχυρίστηκαν, μεταξύ άλλων, ότι: ι) Η μάμμη και δικαιοπάροχος των δύο πρώτων από αυτούς, Α. Χ., κατείχε και νεμόταν τα επίδικα κληρονομιαία ακίνητα από το έτος 1974 έως το έτος 2002, οπότε απεβίωσε, με καλή πίστη, χωρίς να ενοχληθεί ποτέ από τις ενάγουσες, και τη νομή αυτών των ακινήτων συνέχισαν να ασκούν οι δύο πρώτοι εκκαλούντες-εναγόμενοι, με αποτέλεσμα να αποκτήσουν την κυριότητα των επίδικων τμημάτων των κληρονομιαίων ακινήτων και με έκτακτη χρησικτησία, ιι) Οι δύο πρώτοι εκκαλούντες-εναγόμενοι, συνυπολογίζοντας τον χρόνο νομής της δικαιοπαρόχου τους, κατέχουν (και νέμονται) τα επίδικα ακίνητα επί 32 συνεχή έτη, με συνέπεια να έχει παραγραφεί το δικαίωμα που φέρεται ότι έχουν οι αντίδικοι τους σε αυτά τα ακίνητα.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε αυτούς τους ισχυρισμούς των εκκαλούντων, ως εναγομένων, ως αβάσιμους, (ήτοι: ι) τον 1° από αυτούς ως νομικά αβάσιμο με την αιτιολογία ότι αφενός μεν με τη δημόσια διαθήκη της Ε. Σ. δεν συστήνεται οριζόντια ιδιοκτησία, αφετέρου δε η νομή μέρους πράγματος, όπως είναι το επίδικο τμήμα καταστήματος και το υπόγειο, δεν μπορεί να οδηγήσει σε κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, και ιι) τον 2° από αυτούς ως ουσιαστικά αβάσιμο με την αιτιολογία ότι η αξίωση των εναγουσών για έγερση διεκδικητικής αγωγής γεννήθηκε το πρώτον στις 09.02.2001 ή στο τέλος του 2002, διότι το δικαίωμα των εναγουσών δεν αμφισβητήθηκε νωρίτερα από τις παραπάνω ημερομηνίες ούτε έλαβε χώρα νωρίτερα αποβολή τους από τη νομή τους επί των επιδίκων), και ήδη οι εκκαλούντες παραπονούνται με την ένδικη έφεση τους ότι:
ι) Η εκκαλουμένη απόφαση έπρεπε να δεχτεί την ένσταση παραγραφής της διεκδικητικής αγωγής και να απορρίψει την αγωγή των αντιδίκων τους, διότι αποδείχθηκε ότι το κατάστημα, το οποίο κατέλειψε η Ε. Σ. στην Α. Χ., δεν υπέστη καμία μεταβολή από τη σύνταξη της άνω διαθήκης (1970) μέχρι σήμερα και η Α. Χ. κατείχε και ενέμετο αυτό ανενόχλητα στην ίδια κατάσταση και με το αυτό εμβαδόν που είχε, όταν μισθωτής αυτού ήταν ο Γ.
Σ., ιι) Η εκκαλουμένη απόφαση παρέβλεψε το περιεχόμενο δημοσίων εγγράφων, ήτοι της συμπληρωματικής δήλωσης φόρου κληρονομιάς αριθμ. 86/2001 της Δ.Ο.Υ. Βέροιας, με την οποία διόρθωσαν οι εφεσίβλητες-ενάγουσες την αρχική δήλωση τους ως κληρονόμων της Ε. Σ. και δήλωσαν ότι το κατάστημα που κληρονόμησαν έχει εμβαδόν 88 μ2 και όχι 50 μ2, όπως είχαν δηλώσει κατά το έτος 1974, και τις δηλώσεις Ε-9 των εφεσίβλητων-εναγουσών, από τις οποίες προκύπτει ότι αυτές μόλις κατά το έτος 2001 διαπίστωσαν ότι το κατάστημα τους ήταν μεγαλύτερο των 50 μ2.
Στη διάρκεια της δίκης τούτης αποδείχθηκε αναμφίβολα, όπως ήδη αναφέρθηκε, ότι: ι) στη διάρκεια του έτους 1965 το οικόπεδο, όπου ανεγέρθηκε το 2° επίδικο κτίριο, και το αντίστοιχο κατάστημα, ήτοι το 2° επίδικο κατάστημα, είχαν εμβαδόν 46,50 μ2 αντίστοιχα και η μορφή του καταστήματος ταυτιζόταν με τη μορφή του οικοπέδου, το οποίο εμφαίνεται στο πιο πάνω τοπογραφικό διάγραμμα του Χ.
Μ. με στοιχεία ΑΒΓΔΕΑ, γεγονός που οδηγεί στο συμπέρασμα ότι το 2° επίδικο κατάστημα δεν είχε συνενωθεί ακόμη με τον βοηθητικό χώρο του 1ου επίδικου καταστήματος, ιι) μετά τη σύνταξη της πιο πάνω διαθήκης της Ε. (Ε.) Σ. ο μισθωτής Γ. Σ. αποχώρησε από το μίσθιο κατάστημα και η Ε. Σ. αποφάσισε να αυξήσει το εμβαδόν του, συνενώνοντας με αυτό ένα βοηθητικό χώρο του άλλου (1ου) καταστήματος.
Συνεπώς, η μεταβολή του 2ου επίδικου καταστήματος επήλθε μετά τη σύνταξη, της πιο πάνω δημόσιας διαθήκης της Ε. Σ. και όχι πριν από αυτή, όπως ισχυρίζονται οι εκκαλούντες, ή πριν από το έτος 1950, όπως κατέθεσε ο μάρτυρας των εκκαλούντων, ως εναγομένων, Δ. Π., γεγονός που οδηγεί στο συμπέρασμα ότι δεν αποτελούσε τελευταία βούληση της Ε.
Σ. η περιέλευση του επίδικου τμήματος καταστήματος και του αντίστοιχου υπογείου στην κυριότητα της Α. Χ.. (Μάλιστα, αν υποτεθεί ότι η μεταβολή του 2ου επίδικου καταστήματος επήλθε πριν από το έτος 1965 ή πριν από το έτος 1950, πρέπει να συναχθεί συμπέρασμα ότι, δηλώνοντας η Ε. Σ. στη διάρκεια του έτους 1965 ότι το κατάστημα αυτό έχει εμβαδόν 46,50 μ2, θεωρούσε ότι ο βοηθητικός χώρος του άλλου καταστήματος, εμβαδού 28,82 μ2, δεν αποτελούσε τμήμα του 2ου επίδικου καταστήματος).
Έκτοτε παρήλθαν αρκετά έτη, χωρίς να προκληθεί φιλονικία μεταξύ της Ε. Κ., εφεσίβλητης - ενάγουσας, και της αδελφής της, Α. Χ., ως προς το εμβαδόν των επίδικων καταστημάτων, και χωρίς να προβάλει η Α. Χ. δικαίωμα κυριότητας ή νομής στο επίδικο τμήμα καταστήματος και στο αντίστοιχο υπόγειο. Στη διάρκεια του έτους 1999 η Α.
Χ. έπαψε να αποδίδει στην αδελφή της (Ε. Κ.) το μέρος του μισθώματος του 2ου επίδικου καταστήματος, το οποίο αναλογούσε στο τμήμα του μισθίου που ανήκε στην επικαρπία της Ε. Κ., και η ενέργεια αυτή αποτελεί, προφανώς, αντιποίηση της νομής πάνω στο τμήμα του μισθίου που ανήκε στην επικαρπία της Ε. Κ.. Έκτοτε όμως μέχρι το έτος 2006, οπότε ασκήθηκε η ένδικη αγωγή, δεν παρήλθε χρονικό διάστημα 20 ετών, (βλ.
άρθρο 249 ΑΚ), και, συνεπώς, η αξίωση των εναγουσών που ασκήθηκε με την ένδικη αγωγή τους, δεν υπέπεσε σε παραγραφή. Ακολούθως το Εφετείο απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, επικυρώνοντας την εκκαλουμένη απόφαση, με την οποία έγινε δεκτή η ένδικη διεκδικητική αγωγή ακινήτου των αναιρεσιβλήτων.
Με αυτά που δέχτηκε και, έτσι, που έκρινε το Εφετείο, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της μη παραγραφής της ένδικης αξίωσης των αναιρεσιβλήτων, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, τις οποίες ορθά εφάρμοσε και δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο.
Ειδικότερα, το Εφετείο, με το να δεχτεί ότι η συνένωση των επιδίκων τμημάτων στο 2° κατάστημα από την κοινή δικαιοπάροχο των διαδίκων Ε. Σ., που έγινε πριν από το έτος 1974, δεν επέφερε την έναρξη της εικοσαετούς παραγραφής, αφού η συνένωση αυτή εγκρίθηκε από την πρώτη αναιρεσίβλητη Ε. Κ., στην οποία είχε περιέλθει η επικαρπία του πρώτου καταστήματος μετά την ανωτέρω συνένωση των επιδίκων τμημάτων του και η οποία συμφώνησε με τη δικαιοπάροχο των εναγομένων Α.
Χ., αδελφή της, να συνεχιστεί η μίσθωση του δευτέρου καταστήματος, όπως αυτό είχε διαμορφωθεί μετά την ως άνω συνένωσή του και σ' αυτήν να αποδίδεται το ποσό, που αναλογούσε στο μέρος του μισθίου, που ανήκε στα επίδικα τμήματα, που συνενώθηκαν στα οποία είχε την επικαρπία, και όταν το 1999 η Α. Χ. έπαψε να αποδίδει στην αδελφή της Ε.
Κ. το μέρος του μισθώματος που αναλογούσε κατά τα ανωτέρω στην τελευταία η ενέργειά της αυτή συνιστούσε αντιποίηση της νομής της στα επίδικα τμήματα και έκτοτε ήταν δικαστικά επιδιώξιμη η ένδικη αξίωση των αναιρεσιβλήτων και αφού από τότε (1999) μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής (2006) δεν παρήλθε χρονικό διάστημα 20 ετών η ένδικη αξίωση δεν παραγράφηκε, δεν παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και η αιτιολογία αυτή είναι πλήρης, σαφής και χωρίς αντιφάσεις.
Επομένως, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 11 γ του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και ... ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία, με επίκληση, προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους.
Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τον πρώτο, από το άρθρο 559 αριθμός 11 γ του ΚΠολΔ, λόγο αναιρέσεως, προσάπτουν την αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του την 1635/2009 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Βέροιας, που λήφθηκε μετά προηγούμενη νόμιμη κλήτευση των αναιρεσιβλήτων, την οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες με τις προτάσεις των στο Εφετείο κατά τη συζήτηση της έφεσης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προς απόδειξη του ουσιώδους ισχυρισμού τους ότι η ένδικη αξίωση των αναιρεσιβλήτων για διεκδίκηση του επιδίκου ακινήτου έχει υποπέσει στην εικοσαετή παραγραφή.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, ότι το Εφετείο προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ως προς τον κρίσιμο ως άνω ισχυρισμό των αναιρεσειόντων έλαβε υπόψη του και συνεκτίμηση την ως άνω ένορκη βεβαίωση με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα την οποία μάλιστα ρητά μνημονεύει ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει χωριστή αξιολόγησή της.
Επειδή κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα, ούτε ισχυρισμοί, που αποτελούν άρνηση της αγωγής κλπ.
ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων. Εξάλλου, κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ, για την επαναφορά ισχυρισμών που υποβλήθηκαν σε προηγούμενη συζήτηση στο ίδιο ή ανώτερο δικαστήριο αρκεί η επανυποβολή τους με σύντομη περίληψη και αναφορά στις σελίδες των προτάσεων της προηγούμενης συζήτησης που τους περιέχουν οι προτάσεις της προηγούμενης συζήτησης προσκομίζονται απαραιτήτως σε επικυρωμένο αντίγραφο.
Από την διάταξη αυτή σαφώς προκύπτει ότι η τοιαύτη αναφορά πρέπει να είναι σαφής και ορισμένη σε τρόπο, ώστε να προκύπτει από αυτήν ο εκ νέου επικαλούμενος ισχυρισμός, ο οποίος είχε προβληθεί κατά την προηγούμενη συζήτηση και επαναλαμβάνεται κατά τη νέα με την αναφορά στις προτάσεις της προηγούμενης συζήτησης (Ολ.ΑΠ 559/1974).
Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης και κατ' ορθή εκτίμησή του, προβάλλεται η από τον αριθ. 8α του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, γιατί το Εφετείο έλαβε υπόψη του ισχυρισμούς των αναιρεσιβλήτων, που είχαν προταθεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο με τις πρωτόδικες προτάσεις, μολονότι δεν είχαν επαναφερθεί σ' αυτό νομότυπα (άρθρο 240 Κ.Πολ.Δ.) και, ειδικότερα, έλαβε υπόψη του τους περιεχόμενους σ' αυτές τις προτάσεις ισχυρισμούς των αναιρεσιβλήτων με τους οποίους αντικρούουν α) τα όσα οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται πραγματικά περιστατικά ότι ουδέποτε συμπεριελαμβάνετο ή υπήρχε εντός του καταστήματός τους ο βοηθητικός χώρος του καταστήματος των αναιρεσιβλήτων, β) την προσκομισθείσα από τους αναιρεσείοντες τεχνική έκθεση, γ) την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα των αναιρεσειόντων που εξετάστηκε ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, δ) αντικρούουν τις ενστάσεις που υπέβαλαν οι αναιρεσείοντες:
ελλείψεως παθητικής νομιμοποίησης των 3ου, 4ου και 5ου των εναγομένων, ιδίας κυριότητας των και παραγραφής και αναφέρονται επίσης εκ νέου στην ιστορική βάση της αγωγής (των αναιρεσιβλήτων) τους. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού οι ως άνω ισχυρισμοί των αναιρεσιβλήτων, αναφερόμενοι στην εκτίμηση των αποδείξεων και σε άρνηση των ενστάσεων των αναιρεσειόντων, δεν αποτελούν "πράγματα", κατά την προεκτεθείσα έννοια.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13.7.2010 αίτηση των Α. Σ. κλπ για αναίρεση της 912/2010 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, καθώς και τους από 31.10.2011 πρόσθετους λόγους αυτής. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Φεβρουαρίου 2012.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Μαΐου 2012.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ