Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for failure to consider evidence and substantive grounds for valuation errors.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Court of Appeal's decision regarding property valuation. The appellants argued that the lower court failed to properly evaluate specific evidence and made errors in calculating the property's value based on expert testimony. The court rejected these claims, finding that the lower court had correctly considered all presented evidence and that the expert's methodology of applying a 70% deduction for age and lack of heating was legally sound and factually accurate.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 para. 11g Civil Procedure Code; Art. 106 Civil Procedure Code: An appeal based on the failure to consider evidence is inadmissible if the lower court explicitly addressed the types of evidence presented, and the appeal is unfounded if the court's reasoning demonstrates a proper evaluation of the submitted materials without requiring specific itemized analysis.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 581 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 581/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό και Αβροκόμη Θούα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Β. συζύγου Α. Γ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο της Σοφία Σταυράκη και 2) Α. Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την ίδια ως άνω πληρεξούσια δικηγόρο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Κ., 2) Σ. Κ. και 3) Λ. Κ., απάντων κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ευαγγελία Μανίκα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 9-3-2005 και 25-9-2006 αγωγές των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 56/2008 του ίδιου Δικαστηρίου, 214/2010 μη οριστική, 25/2014 οριστική του Εφετείου Λαμίας και 102/2014 του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας -διορθωτική της 25/2014 του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της αποφάσεως 25/2014 του Εφετείου Λαμίας, όπως αυτή διορθώθηκε με την 102/2014 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20-10-2014 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωσήφ Τσαλαγανίδης ανέγνωσε την από 3-11-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν και οι δύο λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ ιδρύεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Με τη διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της αρχής της συζητήσεως (άρθρο 106 ΚΠολΔ), διασφαλίζεται η συμμόρφωση προς τα άρθρα 335, 338, 339, 340, 341 και 346 ΚΠολΔ, ώστε να λαμβάνονται υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι και μόνον αυτά.
Ο λόγος όμως είναι αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), που έλαβε υπόψη το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολογήσεως εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ και όχι από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ (κατά τη νοηματική του εκτίμηση), οι αναιρεσείοντες μέμφονται το Εφετείο ότι, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του περί της αξίας της οικίας των αναιρεσίβλητων, μέρος της οποίας κατεδάφισαν αυτοί κατά το έτος 2000, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν αυτοί κατά την ενώπιον του Εφετείου συζήτηση, και συγκεκριμένα:
α) την από 10-9-2012 τεχνική έκθεση του αρχιτέκτονα μηχανικού Δ. Τ., β) την από 12-8-1982 βεβαίωση του κλιμακίου του ΥΑΣΒΕ και γ) το με αριθμό 851/1980 έγγραφο που συνετάχθη από Τριμελή Επιτροπή του ΥΑΣΒΕ, ύστερα από επιτόπια μετάβαση και επισκόπηση της κατάστασης που βρισκόταν η εν λόγω οικία, από το περιεχόμενο των οποίων προέκυπτε, κατά τους ισχυρισμούς τους, ότι αυτή είχε υποστεί εκτεταμένες ζημιές από προηγηθέντα σεισμό και ότι η αξία της σε καμιά περίπτωση δεν υπερέβαινε εκείνη που είχε δεχθεί και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δηλαδή το ποσό των 3.500 ευρώ, και όχι αυτό των 31.385 ευρώ, που δέχθηκε το Εφετείο.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, γιατί από την προσβαλλόμενη απόφαση, και ειδικότερα από την περιεχόμενη σ' αυτήν βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, σε συνδυασμό με τις σκέψεις και το σύνολο των αποδεικτικών αναλύσεων που περιέχει στο αιτιολογικό της, δεν καταλείπεται καμιά απολύτως αμφιβολία ότι το Εφετείο, για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και τα πιο πάνω αναφερόμενα έγγραφα, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός.
Επειδή, για τη θεμελίωση του από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ προβλεπόμενου λόγου αναιρέσεως, ότι το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό, πρέπει, εκτός των άλλων, το έγγραφο που παραμορφώθηκε να χρησιμεύει, σύμφωνα με τα άρθρα 339 και 432επ.
ΚΠολΔ ως αποδεικτικό μέσο, τέτοιο δε δεν θεωρείται η έκθεση πραγματογνωμοσύνης (ΑΠ 1259/2008). Με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παραμορφώσεως του περιεχομένου της από 12-4-2011 εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης της διορισθείσης με την 214/2010 απόφαση του Εφετείου Λαμίας πραγματογνώμονα Π.
Κ., αναφορικώς με το ζήτημα, πλην των άλλων, της αξίας του επίδικου ακινήτου κατά το χρόνο της μερικής κατεδαφίσεώς του από τους αναιρεσείοντες, σε περίπτωση που δεν είναι δυνατή από τεχνικής απόψεως η ανακατασκευή του κατεδαφισμένου τμήματος και έχει επηρεασθεί η στατική επάρκεια του εναπομείναντος.
Ο λόγος αυτός, κατ' εφαρμογή των όσων εκτέθηκαν παραπάνω, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος. Σε κάθε περίπτωση ο λόγος είναι αβάσιμος. Ειδικότερα, από την έκθεση της πραγματογνωμοσύνης, την οποία οι αναιρεσείοντες έχουν ενσωματώσει στην αίτηση αναιρέσεως, προκύπτει ότι η πραγματογνώμονας, προκειμένου να εκτιμήσει την αξία του ακινήτου στις 16-3-2000, όπως είχε ορίσει σχετικά η ως άνω απόφαση του Εφετείου Λαμίας, αφού αναφέρει ότι η αντικειμενική αξία των ακινήτων στους οικισμούς, όπως αυτή αναπροσαρμόστηκε την τελευταία δεκαετία, προσεγγίζει κατά πολύ την εμπορική τους αξία, παραθέτει στη συνέχεια δύο μεθόδους αντικειμενικού προσδιορισμού, τον ένα προ της 1-1-2011 και τον άλλο μετά την 1-1-2011 και καταλήγει το πόρισμά της ως εξής: "Το κόστος μιας νεοανεγειρόμενης συμβατικής οικίας υπολογίζεται σήμερα 1.000 - 1.100 ευρώ/τ.μ.
περίπου και στη συγκεκριμένη περίπτωση λόγω του κόστους μεταφοράς υπολογίζεται ως τιμή μονάδας τα 1.100 ευρώ/τ.μ. Λαμβάνοντας υπόψη τα υλικά κατασκευής, την παλαιότητα του κτιρίου (προ του έτους 1955), καθώς και την έλλειψη κεντρικής θέρμανσης, η αξία του κόστους κατασκευής εκτιμάται ότι απομειώνεται κατά ποσοστό περίπου 70%, ήτοι προκύπτει αξία ακινήτου 330 ευρώ/τ.μ., συνυπολογίζοντας και την αξία του υπογείου στο ένα τέταρτο αυτής, ήτοι 83 ευρώ/τ.μ.
Συνεπώς η αξία του κτιρίου εκτιμάται ότι είναι 330 ευρώ/τ.μ. Χ 89,21 τ.μ. + 83 ευρώ/τ.μ. Χ 23,40 τ.μ. = 31.381,50 ευρώ". Κατά συνέπεια η πραγματογνώμονας δεν εκτίμησε την αξία του κτιρίου κατά το χρόνο συντάξεως της πραγματογνωμοσύνης, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται με το σχετικό λόγο οι αναιρεσείοντες, αλλά εκκινώντας από το τρέχον κόστος των 1.100 ευρώ/τ.μ. προέβη σε απομείωση τούτου κατά 70% λόγω παλαιότητας της οικοδομής και ελλείψεως κεντρικής θερμάνσεως και την καθόρισε στο ποσόν των 330 ευρώ/τ.μ. για το ισόγειο κτίσμα και των 83 ευρώ/τ.μ. για το υπόγειο και με βάση το μη αμφισβητούμενο εμβαδόν των κτισμάτων προέκυψε το ποσόν των 31.381,50 ευρώ ως αξία αυτού κατά τον κρίσιμο χρόνο της 16-3-2000. Κατά συνέπεια, το Εφετείο ορθά ανέγνωσε το περιεχόμενο του ως άνω εγγράφου και ουδόλως το παραμόρφωσε.
Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες ως ηττώμενοι διάδικοι στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων (άρθρο 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του οικείου παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20 Οκτωβρίου 2014 αίτηση των 1) Β. συζ. Α. Γ. και β) Α. Γ. για αναίρεση της 25/2014 αποφάσεως του Εφετείου Λαμίας, όπως διορθώθηκε με την 102/2014 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, και τα ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο οικείο Δημόσιο Ταμείο ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Μαρτίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Απριλίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ