Supreme Court dismisses appeal on withdrawal grounds but allows partial appeal regarding unpaid wages interest calculation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal regarding the first defendant due to the plaintiff's withdrawal of the writ without the defendant's consent. However, the court allowed the appeal against the second defendant, finding the lower court's calculation of interest on unpaid wages legally incorrect. Consequently, the judgment was partially annulled and remitted for retrial on the specific issue of interest rates.
Legislator headnote
AI generatedArticles 94, 96, 97, 98, 188, 190, 191, 192, 294, 295, 297, 299, 573 of the Code of Civil Procedure; An appeal may be withdrawn without the defendant's consent if the court has not yet held a substantive hearing, but if the withdrawal is not accepted, the appeal stands and the judgment may be annulled if the lower court erred in applying substantive law.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 778 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 778/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Γεώργιο Μιχολιά, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 31 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1)Π. Σ. του Π., κατοίκου ..., 2)Β. Π. του Α., κατοίκου ..., 3)Γ. Π. του Μ., κατοίκου ..., και 4)Π. Κ. του Δ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Αλεξανδρόπουλο, ο οποίος δήλωσε ότι παραιτείται από το δικόγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων ως προς τον δεύτερο των αναιρεσιβλήτων και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Ενιαίος Φορέας Ελέγχου Τροφίμων" (Ε.Φ.Ε.Τ.), που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, και 2)Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Οργανισμός Απασχολήσεως Εργατικού Δυναμικού" (Ο.Α.Ε.Δ.) που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Το πρώτο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Σιώμο και το δεύτερο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ε. Σ., που δεν κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/12/2009 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 17/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 5049/2013 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 31/10/2014 αίτησή τους και τους από 7/12/2015 προσθέτους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Κοκοτίνη ανέγνωσε την από 8/1/2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι δεύτερος, τρίτος (εν μέρει κατά το σκέλος Α) και πέμπτος (κατά το σκέλος Α) λόγοι αναίρεσης και να απορριφθούν οι λόγοι αναίρεσης πρώτος, τρίτος (κατά το σκέλος Α εν μέρει και κατά το σκέλος Β), τέταρτος και πέμπτος (κατά το σκέλος Β), καθώς και οι δύο λόγοι του δικογράφου των προσθέτων λόγων.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1, 97, 98, 188 παρ. 1, 190, 191 παρ. 2, 192, 294, 295 παρ. 1, 297, 299 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτουν τα εξής : Ο αναιρεσείων μπορεί με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αναιρεσίβλητο να παραιτηθεί από το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης χωρίς τη συναίνεση του αντιδίκου του, εφόσον το δικαστήριο δεν προχώρησε στην προφορική συζήτηση της ουσίας της υπόθεσης.
Η παραίτηση που γίνεται αργότερα είναι απαράδεκτη, εφόσον ο αναιρεσίβλητος προβάλλει αντίρρηση και πιθανολογεί ότι έχει έννομο συμφέρον η δίκη να περατωθεί με την έκδοση οριστικής απόφασης. Η παραίτηση από το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης, για την οποία αρκεί η ύπαρξη γενικής μόνο πληρεξουσιότητας στο πρόσωπο του δικηγόρου του παραιτούμενου, που δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση, μπορεί να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και πρέπει να αναγράφει τα ονόματα των πληρεξουσίων, έχει ως αποτέλεσμα ότι η αίτηση αναίρεσης θεωρείται πως δεν ασκήθηκε και η δίκη καταργείται χωρίς να είναι αναγκαία η έκδοση απόφασης που να κηρύσσει την κατάργησή της.
Αν, όμως, ο αντίδικος του παραιτούμενου αναιρεσίβλητος εμμένει για οποιoδήποτε λόγο στην έκδοση απόφασης, τότε εκδίδεται τέτοια απόφαση του δικαστηρίου που αναγνωρίζει το κύρος της παραίτησης και κηρύσσει καταργημένη τη δίκη. Τα έξοδα, κατά τη διάταξη του άρθρου 188 παρ.1 ΚΠολΔ, βαρύνουν τον παραιτούμενο.
Στην προκείμενη περίπτωση, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και πριν το Δικαστήριο προχωρήσει στην προφορική συζήτηση της ουσίας της υπόθεσης, ο πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσειόντων Γ. Α., ο οποίος είχε τη σχετική προς τούτο πληρεξουσιότητα δυνάμει του ...-1-2017 πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Σ.
Μ., δήλωσε ότι παραιτείται από το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης και το δικόγραφο των από 7-12-2015 πρόσθετων λόγων αναίρεσης ως προς το δεύτερο αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ με την επωνυμία ‘ ‘ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΕΩΣ ΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΔΥΝΑΜΙΚΟΥ’ ‘ , η δήλωσή του δε αυτή καταχωρήθηκε στα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου αυτού.
Η παρισταμένη δικηγόρος του ως άνω αναιρεσιβλήτου Ε. Σ. ζήτησε να εκδοθεί απόφαση που να αναγνωρίζει τις συνέπειες της παραίτησης και να της καταβληθούν τα δικαστικά έξοδα. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, η παραίτηση αυτή είναι έγκυρη και επέφερε τα έννομα αποτελέσματά της, δηλαδή θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε η υπό κρίση, από 31-10-2014, αίτηση αναίρεσης και οι από 7-12-2015 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς το δεύτερο αναιρεσίβλητο, ως προς το οποίο πρέπει να κηρυχθεί καταργημένη η δίκη.
Τέλος, τα δικαστικά έξοδα του δευτέρου αναιρεσιβλήτου, το οποίο δεν κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσειόντων.
2. Στην προκείμενη περίπτωση, με την ένδικη, από 21-12-2009, αγωγή οι ενάγοντες εκθέτουν ότι, με βάση τις αναφερόμενες σ’ αυτή συμβάσεις, που καταρτίσθηκαν σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 20 του ν. 2639/1998, προσλήφθηκαν στις 4-8-2004, προκειμένου να απασχοληθούν στις αναφερόμενες θέσεις της Κεντρικής Υπηρεσίας του πρώτου εναγομένου και ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου ΝΠΔΔ με την επωνυμία ‘ ‘ Ενιαίος Φορέας Ελέγχου Τροφίμων’ ‘ (στο εξής ΕΦΕΤ), προκειμένου να αποκτήσουν εργασιακή εμπειρία, σε εκτέλεση σχετικού εργασιακού προγράμματος (stage) και με βάση σχετική απόφαση του δευτέρου εναγομένου ΝΠΔΔ με την επωνυμία ‘ ‘ Οργανισμός Απασχολήσεως Εργατικού Δυναμικού’ ‘ .
Ότι οι αρχικές συμβάσεις ήταν για οκτώ (8) μήνες, οι οποίες παρατάθηκαν για ακόμη δέκα (10) μήνες και στη συνέχεια παρατάθηκαν για επιπλέον δώδεκα (12) μήνες (δύο φορές) και, τέλος, παρατάθηκαν για ακόμη έξι (6) μήνες, δηλαδή μέχρι τις 15-8-2008, έκτοτε δε τα εναγόμενα έπαψαν να αποδέχονται τις προσφερόμενες υπηρεσίες τους.
Ότι, στην πραγματικότητα, δεν προσελήφθησαν για απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, ούτε η σύμβασή τους ήταν σύμβαση μαθητείας, αλλά η απασχόλησή τους ήταν όπως και των άλλων υπαλλήλων του πρώτου εναγομένου, αφού αντικείμενο της εργασίας τους ήταν η διοικητική υποστήριξη των διευθύνσεων και των τμημάτων της Κεντρικής Υπηρεσίας του πρώτου εναγομένου, τελούσαν υπό τον έλεγχο, τις οδηγίες και την εποπτεία αυτού και ειδικότερα παρείχαν την εργασία τους σταθερά επί πέντε ημέρες την εβδομάδα, με πλήρες ωράριο εργασίας, αμείβονταν με σταθερό μηνιαίο μισθό και κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του πρώτου εναγομένου.
Ζήτησαν, στη συνέχεια, του ιστορικού αυτού οι ενάγοντες να υποχρεωθούν τα εναγόμενα να τους καταβάλουν τα αναφερόμενα στην αγωγή χρηματικά ποσά, ως διαφορά μεταξύ των όσων τους καταβλήθησαν σύμφωνα με τη σύμβαση, ως μαθητευομένων, και των όσων, σύμφωνα με την πραγματική σχέση εργασίας που τους συνέδεε, όφειλαν κατά νόμο να τους καταβάλουν, δηλαδή της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου, άλλως ορισμένου χρόνου, κατά τα ειδικότερα στην αγωγή αναφερόμενα, άλλως, σε περίπτωση που θεωρηθούν άκυρες οι συμβάσεις εργασίας τους και ότι υπήρξε απλή σχέση εργασίας μεταξύ των διαδίκων, να τους καταβάλουν τα ποσά αυτά κατά τις αρχές του αδικαιολογήτου πλουτισμού, καθόσον ωφελήθηκαν οι εναγόμενοι, με το να αποφύγουν να καταβάλουν τα ως άνω χρηματικά ποσά σε άλλους υπαλλήλους, με τα ίδια προσόντα και τις ίδιες ικανότητες.
Ζήτησαν, τέλος, να καταβληθεί σε κάθε ενάγοντα το ποσό των 1.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση, για ηθική βλάβη λόγω της, από την ως άνω, παράνομη, συμπεριφορά των εναγομένων, προσβολή της προσωπικότητάς τους, κατά τα ειδικότερα στην αγωγή αναφερόμενα. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή κατά το μέρος που ζητούσαν οι ενάγοντες τα ως άνω ποσά με βάση σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο το κονδύλιο της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης και στη συνέχεια, κρίνοντας ότι η σχέση που συνέδεε τους διαδίκους ήταν αυτή της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, επιδίκασε στους ενάγοντες τα ποσά των 70.365,58, 72.873,09, 65.610,58 και 74.315,43 ευρώ αντίστοιχα, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκαν οι από 2-2-2012, 24-2-2012 και 21-2-2012 αντίθετες εφέσεις και επ’ αυτών εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 5049/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία έκρινε μη νόμιμη την κύρια βάση της αγωγής, σύμφωνα με την οποία οι ενάγοντες ζητούσαν να αναγνωρισθεί ότι οι συμβάσεις τους με τα εναγόμενα ήταν συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και να υποχρεωθούν αυτά να αποδέχονται τις υπηρεσίες τους και μετά τις 15-8-2008 και ακολούθως δέχθηκε, ότι ο μόνος εργοδότης των εναγόντων ήταν ο ΕΦΕΤ, ότι μεταξύ των διαδίκων καταρτίσθηκαν εξαρχής επιτρεπόμενες από το νόμο συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, που παρατάθηκαν με παρόμοιες συμβάσεις, και όχι συμβάσεις μαθητείας.
Μετά τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού δέχθηκε το σχετικό λόγο έφεσης του δευτέρου αναιρεσιβλήτου, που υποστήριζε ότι δεν νομιμοποιούνται παθητικά οι αναιρεσείοντες κατ’ αυτού, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που έκρινε αντίθετα, και στη συνέχεια απέρριψε την αγωγή ως προς τον αναιρεσίβλητο ΟΑΕΔ.
Ήδη, μετά την παραίτηση από το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης ως προς το δεύτερο αναιρεσίβλητο, παρέλκει η έρευνα του πρώτου λόγου αναίρεσης, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, σύμφωνα με τον οποίο το Εφετείο εσφαλμένα έκρινε ότι δεν νομιμοποιούνται παθητικά οι ενάγοντες να στραφούν κατά του δευτέρου αναιρεσιβλήτου και ότι στερείται νόμιμης βάσης η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το κρίσιμο αυτό ζήτημα.
3. Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ’ ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 340 ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης, επιδρά, δηλαδή, στο διατακτικό της απόφασης (Ολ ΑΠ 2/2008).
Περαιτέρω, οι ένορκες βεβαιώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 671 παρ. 1 εδ. δ’ ΚΠολΔ, δεν αποτελούν καταρχήν έγγραφα κατά την έννοια των άρθρων 339 επ. ΚΠολΔ, αλλά ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο και γι’ αυτό πρέπει να γίνεται ρητή μνεία αυτών στην απόφαση, η δε αναφορά σ’ αυτή, ότι έλαβε υπόψη και όλα τα με επίκληση νόμιμα προσκομισθέντα από τους διαδίκους έγγραφα, δεν αποδεικνύει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και τις βεβαιώσεις αυτές (ΑΠ 176/2016, 887/2015, 592/2014).
Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, από τον αριθμό 11 περ. γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη τις ...30-11-2011 και .../30-11-2011 ένορκες βεβαιώσεις των Ι. Σ. και Χ. Γ., αντίστοιχα, ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, οι οποίες δόθηκαν μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων, σύμφωνα με τις εκθέσεις επιδόσεως .../28-11-2011 και .../28-11-2011 της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Χ.
Τ., τις οποίες (ένορκες βεβαιώσεις και εκθέσεις επιδόσεως) είχαν επικαλεσθεί με τις έγγραφες προτάσεις τους και είχαν προσκομίσει ενώπιον αυτού, είχαν δε οι εν λόγω ένορκες βεβαιώσεις ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικά ως προς το ζήτημα ποιος ήταν ο εργοδότης των αναιρεσειόντων και ότι αυτοί εδικαιούντο την ειδική μηνιαία πρόσθετη αμοιβή.
Στην προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπησή της, δεν γίνεται μνεία των αποδεικτικών μέσων που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας (έγγραφα, μαρτυρικές καταθέσεις) και ιδιαίτερα δεν γίνεται μνεία των παραπάνω ενόρκων βεβαιώσεων, παρότι οι αναιρεσείοντες επικαλούνται αυτές και τις παραπάνω εκθέσεις επιδόσεως στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσαν ενώπιον του Εφετείου.
Επομένως, το δικαστήριο της ουσίας με το να μη λάβει υπόψη τις ανωτέρω ένορκες βεβαιώσεις και να μην συνεκτιμήσει αυτές μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα ως προς την αλήθεια ή μη των ανωτέρω θεμελιωδών ισχυρισμών των αναιρεσειόντων, υπέπεσε στην επικαλούμενη με τον ως άνω λόγο αναιρέσεως πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περ.
γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δηλαδή της μη λήψης υπόψη αποδεικτικού μέσου νομίμως προσκομισθέντος και επικληθέντος.
Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος του κυρίου δικογράφου είναι βάσιμος. 4. Από τις διατάξεις των άρθρων 339 και 352§1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι δεν αποτελεί δικαστική ομολογία κάθε ομολογία, αλλά εκείνη που γίνεται με σκοπό αποδοχής του αμφισβητούμενου και επιβλαβούς για τον ομολογούντα γεγονότος. Η δικαστική ομολογία, δηλαδή η παραδοχή με μονομερή δήλωση, απευθυνόμενη προς το δικαστήριο το οποίο δικάζει την υπόθεση, ενός κρίσιμου γεγονότος από τον αντίδικο εκείνου που φέρει το βάρος της επικλήσεως και αποδείξεώς του, πρέπει να είναι σαφής και συγκεκριμένη (ΑΠ 1720/2013, 1711/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις έγγραφες προτάσεις του αναιρεσίβλητου -εναγομένου ΕΦΕΤ ενώπιον του Εφετείου, ουδεμία μνεία γίνεται σε αυτές περί του εάν οι ενάγοντες - αναιρεσείοντες δικαιούνται ή όχι την ειδική μηνιαία πρόσθετη αμοιβή, που προέβλεπε η ΚΥΑ 2/29964/0022/23-7-2002, όπως αυτή τροποποιήθηκε στη συνέχεια με τις ΚΥΑ 2/2667/0022/1-12-2006, 2/69236/0022/29-12-2006 και 2/80149/0022/14-1-2008.
Συνεπώς, σε αυτές δεν εμπεριέχεται δικαστική ομολογία, κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 352§2 ΚΠολΔ, όσον αφορά το επίδικο επίδομα που διεκδικούν οι ενάγοντες με την αγωγή τους. Επομένως, ο από τον αριθμό 11περ. γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεύτερος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τη δικαστική αυτή ομολογία του αναιρεσιβλήτου ΕΦΕΤ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. 5.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1εδ. α’ Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται όταν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2014, 2/2013, 7/2006).
Περαιτέρω, με την 2/7093/0022/2004 (ΦΕΚ Β’ 215/5-2-2004) απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, που ισχύει από 1-1-2004, επεκτάθηκαν και στο προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου που απασχολείται στο Δημόσιο, τα ΝΠΔΔ και τους ΟΤΑ οι διατάξεις των άρθρων 2 έως 26, 27 παρ. 2 και 28 του ν. 3205/2003 ‘ ‘ Μισθολογικές ρυθμίσεις λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, μονίμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος και άλλες συναφείς διατάξεις’ ‘ .
Στο άρθρο 8 παρ. 1 του νόμου αυτού ορίζονται τα επιδόματα, οι αμοιβές και οι αποζημιώσεις που δικαιούνται οι υπαγόμενοι σε αυτόν υπάλληλοι, ενώ στην παράγραφο 3 του άρθρου 8 του ίδιου νόμου αναφέρονται τα εξής: ‘ ‘ Πέραν των επιδομάτων και παροχών του παρόντος άρθρου, όλα τα λοιπά επιδόματα, αμοιβές και αποζημιώσεις που καταβάλλονται στους υπαλλήλους που εμπίπτουν στις διατάξεις του Μέρους Α’ του νόμου αυτού, κατά την έναρξη της ισχύος του, με οποιαδήποτε ονομασία και από οποιαδήποτε πηγή, καταργούνται, εφόσον δεν προβλέπεται ρητά η χορήγησή τους από τις διατάξεις του νόμου αυτού.
Στα ως άνω καταργούμενα επιδόματα, αμοιβές και αποζημιώσεις δεν περιλαμβάνονται τα προβλεπόμενα από τις διατάξεις της παραγράφου 7 του άρθρου 7 του Ν.2860/2000 (ΦΕΚ 251 Α’ ), της παραγράφου 11 του άρθρου 4 του Ν. 2819/2000 (ΦΕΚ 84 Α’ ), της παραγράφου 1 του άρθρου 21 του Ν. 2965/2001 (ΦΕΚ 270Α’ ) και της παραγράφου 2 του άρθρου 20 του Ν. 2606/1998 (ΦΕΚ 89 Α’ )’ ‘ .
Εξάλλου, στο άρθρο 21 παρ. 1 του ν. 2965/2001 ορίζεται ότι ‘ ‘ Στους με οποιαδήποτε εργασιακή σχέση και στους αποσπασμένους υπαλλήλους του ΕΦΕΤ καταβάλλεται ειδική πρόσθετη αμοιβή, που καθορίζεται κατά κατηγορία με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Ανάπτυξης’ ‘ . Εξάλλου, με την ΚΥΑ 2/29965/0022/2002 (ΦΕΚ Β’ 1021/2002), ορίσθηκε ότι ‘ ‘ Στους με οποιαδήποτε εργασιακή σχέση υπαλλήλους του Ενιαίου Φορέα Ελέγχου Τροφίμων καταβάλλεται ειδική πρόσθετη αμοιβή κατά μήνα ως κατωτέρω:
Α) Κατηγορίες :α) ΥΕ 176 ευρώ, β) ΔΕ 235 ευρώ. γ) ΤΕ 264 ευρώ, δ) ΠΕ 308 ευρώ’ ‘ . Η ανωτέρω ΚΥΑ τροποποιήθηκε στη συνέχεια με τις ΚΥΑ 2/2667/0022/2006 (ΦΕΚ Β’ 300/13-3-2006), 2/69236/0022/2006 (ΦΕΚ 1883 Β’ /29-12-2006) και 2/80149/0022/2008 (ισχύει από 1-1-2007) ως προς το ύψος της ως άνω ειδικής πρόσθετης αμοιβής, η οποία αυξήθηκε για τους υπαλλήλους του κλάδου ΤΕ, στον οποίο υπάγονται όλοι οι αναιρεσείοντες, στο ποσό των 343, 394 και 473 ευρώ αντίστοιχα.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ότι οι ενάγοντες δεν δικαιούνται την ειδική πρόσθετη αμοιβή του άρθρου 21 παρ. 1 του ν. 2965/2001, με την αιτιολογία ότι αυτή δεν μπορεί να χορηγηθεί κατ’ εφαρμογή της αρχής της ισότητας με την επίκληση της διάταξης του άρθρου 13 του ν. 2470/1997, διότι, όπως κατά λέξη αναφέρεται σε αυτή, ‘ ‘ συμπλέκεται με τα καθήκοντα των υπηρετούντων στο υπουργείο Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, λόγω της σοβαρότητας που παρουσιάζουν τα αντίστοιχα θέματα, της πολυμορφίας τους και της ταχείας αντιμετώπισής τους, πολλές φορές και εκτός των εκάστοτε ισχυόντων ωραρίων εργασίας’ ‘ .
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο εσφαλμένα δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 21 παρ. 1 του ν. 2965/2001 και 8 παρ1-3 του ν. 3205/2003, οι οποίες ήταν εφαρμοστέες στην ένδικη περίπτωση, από τις οποίες συνάγεται ότι οι αναιρεσείοντες, συνδεόμενοι με τον ΕΦΕΤ με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, εδικαιούντο την ειδική αυτή πρόσθετη αμοιβή και αντ’ αυτών εσφαλμένα εφάρμοσε τις μη εφαρμοστέες διατάξεις των άρθρων 13 του ν. 2470/1997 και 1-5 του ν. 2880/2001.
Επομένως, ο πέμπτος λόγος αναίρεσης (κατά το πρώτο μέρος), από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες επικαλούνται την ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος.
6. Κατά τη διάταξη του άρθρου 520 παρ.1 ΚΠολΔ, το δικόγραφο της έφεσης πρέπει να περιέχει, πλην άλλων, και τους λόγους της έφεσης, δηλαδή της αιτιάσεις κατά της εκκαλουμένης αποφάσεως, στις οποίες περιλαμβάνεται και η κακή εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία δεν είναι απαραίτητο να εξειδικεύεται, αρκεί να μνημονεύεται ότι συνεπεία του σφάλματος αυτού το πρωτοβάθμιο δικαστήριο οδηγήθηκε σε εσφαλμένο πόρισμα και διατακτικό, αφού το Εφετείο, λόγω του κατά το άρθρο 522 ΚΠολΔ μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, είναι υποχρεωμένο να κρίνει την ορθότητα του διατακτικού, μετά από καθολική επανεκτίμηση της ουσίας της υποθέσεως και όχι βάσει των τυχόν αποδιδόμενων ειδικότερων σφαλμάτων εκτιμήσεως (ΑΠ 221/2015, 250/2014, 367/2011 ).
Στην συγκεκριμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της από 24-2-2012 έφεσης του αναιρεσιβλήτου ΕΦΕΤ κατά της πρωτόδικης απόφασης, η εκτίμηση του περιεχομένου του οποίου ελέγχεται αναιρετικώς (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), σ’ αυτό διαλαμβάνεται ως λόγος εφέσεως η αιτίαση ότι " η εκκαλουμένη απόφαση έσφαλε και κατά την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών...
και σε περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι οι εφεσίβλητοι- εναγόμενοι δικαιούνται τα επιδικασθέντα από την εκκαλούμενη ποσά, ο ΕΦΕΤ δεν υποχρεούται στην καταβολή αυτών’ ‘ . Επομένως, εφόσον με το λόγο αυτό, για κακή εκτίμηση των αποδείξεων, είχε μεταβιβασθεί στο Εφετείο το κεφάλαιο των αιτούμενων διαφορών αποδοχών, το δικαστήριο αυτό, που έκρινε μη νόμιμη την ειδική πρόσθετη παροχή που προεκτέθηκε, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι το Εφετείο, εξ αιτίας του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, όφειλε και χωρίς ειδικό παράπονο να ερευνήσει τη νομική βασιμότητα της αγωγής.
Συνεπώς, ο πέμπτος λόγος του αναιρετηρίου, κατά το δεύτερο σκέλος, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. 7. Από τη διάταξη του άρθρου 4 § 1 του Συντάγματος, κατά την οποία οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, συνάγεται ότι το Σύνταγμα θεσπίζει, όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι των Ελλήνων πολιτών, υπό την έννοια ότι ο νομοθέτης δεσμεύεται όταν ρυθμίζει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις, που αφορούν περισσότερες κατηγορίες προσώπων, να μην εισάγει αδικαιολόγητες εξαιρέσεις και διακρίσεις, εκτός αν αυτές επιβάλλονται από λόγους γενικότερου, κοινωνικού ή δημόσιου, συμφέροντος, την ύπαρξη των οποίων ελέγχουν τα δικαστήρια (ΟλΑΠ 2/2011, 3/2006).
Περαιτέρω, με το άρθρο 6 § 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/ 1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ (άρθρο 28 § 1 του Συντάγματος), ορίζεται ότι "Παν πρόσωπο έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσή του δικασθεί δικαίως, δημοσίως και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερολήπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίο θα αποφασίσει...
επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως......", ενώ με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής αυτής Σύμβασης, που επίσης κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 § 1 του Συντάγματος, την αυτή αυξημένη έναντι των κοινών νόμων τυπική ισχύ, ορίζεται ότι "παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του.
Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας του, ειμή διά λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπομένους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Οι προαναφερόμενες διατάξεις δεν θίγουσι το δικαίωμα κάθε Κράτους να θέτει εν ισχύι νόμους, ους ήθελε κρίνει αναγκαίους προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιο συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων".
Στην κατά τα ανωτέρω προστατευόμενη περιουσία περιλαμβάνονται όχι μόνο τα από το άρθρο 17 του Συντάγματος προστατευόμενα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα περιουσιακής φύσεως δικαιώματα και τα νομίμως κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα, άρα και τα περιουσιακά ενοχικά δικαιώματα και ειδικότερα οι περιουσιακού χαρακτήρα απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον πριν από την προσφυγή στο δικαστήριο νομοθετικό καθεστώς, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά (ΟλΑΠ 40/1998).
Οι προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 6 § 1 της Ε.Σ.Δ.Α., που εξασφαλίζει σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα να δικάζεται η υπόθεσή του δίκαια και αμερόληπτα, και του άρθρου 1 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου αυτής, που επιβάλλει τον σεβασμό της περιουσίας του προσώπου, δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε Κράτους να θέτει νόμιμους περιορισμούς στην ικανοποίηση των αξιώσεων των πολιτών, όπως είναι η άσκηση των αξιώσεών τους εντός ορισμένου χρόνου, όταν συντρέχουν λόγοι γενικότερου, κοινωνικού ή δημοσίου, συμφέροντος που να δικαιολογούν την σχετική ρύθμιση.
Περαιτέρω, με το άρθρο 44 § 1 του ν.δ. 496/1974 "Περί Λογιστικού των Ν.Π.Δ.Δ" ορίζεται ότι "κάθε χρέος προς το νομικό πρόσωπο παραγράφεται, εφόσον δεν ορίζεται άλλως υπό των διατάξεων του παρόντος, μετά πέντε έτη από της λήξεως του οικονομικού έτους εντός του οποίου εβεβαιώθη", ενώ με το άρθρο 48 του ίδιου ν.δ. ορίζεται, στην παράγραφο 1 ότι "ο χρόνος παραγραφής των χρηματικών αξιώσεων κατά του Ν.Π.Δ.Δ.
είναι πέντε ετών, εφόσον δεν ορίζεται άλλως υπό του παρόντος ....." και στην παράγραφο 3 αυτού ότι "ο χρόνος παραγραφής των κατά του νομικού προσώπου αξιώσεων των υπαλλήλων τούτου των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου μετ’ αυτού συνδεομένων, εκ καθυστερουμένων αποδοχών ή άλλων πάσης φύσεως απολαυών ή αποζημιώσεων εξ αδικαιολογήτου πλουτισμού είναι δύο ετών".
Κατά δε το άρθρο 49 του ίδιου ν.δ. η παραγραφή αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους (που συμπίπτει με το ημερολογιακό, αρχίζει δηλαδή την 1η Ιανουαρίου και λήγει την 31η Δεκεμβρίου του ίδιου έτους (άρθρο 2 § 2 του ως άνω ν.δ.), κατά ο οποίο γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική της επιδίωξη. Όπως προκύπτει από τις προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 48 του ν.δ. 496/1974, με την παράγραφο 3 αυτού θεσπίζεται βραχυπρόθεσμη διετής παραγραφή ειδικά για τις αξιώσεις των υπαλλήλων των ν.π.δ.δ.
κατ’ αυτών, που αφορούν καθυστερούμενες αποδοχές ή άλλες πάσης φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό, οι οποίες οφείλονται απευθείας από το νόμο, ενώ, όταν για τη θεμελίωση του σχετικού δικαιώματος για τις αποδοχές αυτές απαιτείται η έκδοση διοικητικής πράξης, την έκδοση της οποίας υπαίτια παρέλειψαν τα αρμόδια όργανα του ν.π.δ.δ., στις περιπτώσεις δηλαδή που πρόκειται για την αποκαλούμενη αποζημιωτική αγωγή, τότε για τις αξιώσεις αυτές των υπαλλήλων των ν.π.δ.δ.
ισχύει η οριζόμενη από την παράγραφο 1 του ίδιου άρθρου 48 του ν.δ. 496/1974 πενταετής παραγραφή. Η προβλεπόμενη από την παραπάνω διάταξη του άρθρου 48 § 3 του ν.δ. 496/1975, για τις πιο πάνω αξιώσεις των υπαλλήλων των ν.π.δ.δ., βραχυπρόθεσμη (διετής) παραγραφή, ο χρόνος της οποίας είναι μικρότερος από το χρόνο παραγραφής που ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 250 αριθμ. 6 και 17 του ΑΚ, για τις παρόμοιες αξιώσεις των υπαλλήλων και εργατών των ιδιωτικών επιχειρήσεων, αλλά και από τον οριζόμενο στο άρθρο 44 του ίδιου ν.δ.
χρόνο παραγραφής των χρηματικών απαιτήσεων του νομικού προσώπου κατά τρίτων (πενταετία), έχει θεσπισθεί για λόγους γενικότερου δημόσιου συμφέροντος και συγκεκριμένα από την ανάγκη ταχείας εκκαθάρισης των σχετικών αξιώσεων και των αντιστοίχων υποχρεώσεων των ν.π.δ.δ., η οποία είναι απαραίτητη για την προστασία της περιουσίας και της οικονομικής κατάστασης αυτών, στην οποία συμβάλλουν οι φορολογούμενοι πολίτες με την καταβολή φόρων (βλ.
ΟλΑΠ 38/2005, σχετικά με το ζήτημα της συνταγματικότητας της διάταξης του άρθρου 52 εδ. γ’ του ν.δ. 496/1974, που προβλέπει την αυτεπάγγελτη λήψη από τα δικαστήρια της ως άνω ισχύουσας υπέρ των ν.π.δ.δ. διετούς παραγραφής). Εξάλλου, με τη θέσπιση της διετούς αυτής παραγραφής δεν δημιουργείται άνιση δυσμενής μεταχείριση των υπαλλήλων των ν.π.δ.δ.
σε σχέση με τους υπαλλήλους των ιδιωτικών επιχειρήσεων, αλλά ούτε και των ιδιωτών εργοδοτών σε σχέση με τα ν.π.δ.δ., ως προς τη διάρκεια της ισχύουσας έναντι των πρώτων πενταετούς παραγραφής, αφού η διαφοροποίηση αυτή δικαιολογείται, όχι μόνο από την ανάγκη προστασίας της περιουσίας των ν.π.δ.δ., αλλά και λόγω των διαφορετικών συνθηκών, υπό τις οποίες τελούν οι υπάλληλοι των ν.π.δ.δ.
σε σχέση με τους υπαλλήλους των ιδιωτικών επιχειρήσεων, καθώς και του διαφορετικού νομικού καθεστώτος που διέπει, αντίστοιχα, τις σχέσεις των δύο αυτών κατηγοριών υπαλλήλων προς τους εργοδότες τους.
Συνεπώς, η διάταξη αυτή του άρθρου 48 § 3 του ν.δ. 496/1975, που θεσπίζει διετή παραγραφή για τις ρηθείσες αξιώσεις των υπαλλήλων των ν.π.δ.δ., δεν αντίκειται στην κατά το άρθρο 4 § 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας (ΑΕΔ 9/2009). Η ίδια ρύθμιση δεν αντίκειται ούτε στην προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 6 § 1 της Ε.Σ.Δ.Α., αφού αυτή εξασφαλίζει σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα να δικάζεται η υπόθεσή του δίκαια και αμερόληπτα, αλλά δεν απαγορεύει τη θέσπιση διαφορετικού χρόνου παραγραφής κατά κατηγορία αξιώσεων και δικαιούχων.
Επίσης, η άνω διάταξη του άρθρου 48 § 3 του ν.δ. 496/1974 δεν είναι αντίθετη ούτε προς τις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής αυτής Σύμβασης (Ε.Σ.Δ.Α.), που επιβάλλουν το σεβασμό της περιουσίας του προσώπου, αφού οι υπερνομοθετικής ισχύος αυτές διατάξεις παρεμποδίζουν το νομοθέτη να καταργεί και ενοχικά ακόμη δικαιώματα (ενδεχομένως και με την, μέσω της αναδρομικής ισχύος νόμου, απόσβεση ή κατάργηση αυτών), και όχι να θεσπίζει κανόνες που καθορίζουν διαφορετικό, κατά περίπτωση, χρόνο παραγραφής των αξιώσεων που θα γεννηθούν μετά την έναρξη της ισχύος τους.
Άλλωστε, από τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του ως άνω Πρόσθετου Πρωτοκόλλου, προκύπτει ότι και το Πρωτόκολλο αυτό ευθέως αναγνωρίζει το δικαίωμα κάθε κράτους να θεσπίζει νόμους, αν το κρίνει αναγκαίο, για τη διασφάλιση του δημόσιου συμφέροντος, επομένως και να θέτει νόμιμους περιορισμούς στην ικανοποίηση των αξιώσεων των πολιτών, όπως είναι η άσκηση των αξιώσεών τους εντός ορισμένου χρόνου, προς διασφάλιση του δημόσιου συμφέροντος, στην έννοια του οποίου εμπίπτει, κατά τα προαναφερόμενα, και η προστασία της περιουσίας των ν.π.δ.δ.
Επίσης, η ανωτέρω διετής παραγραφή δεν αντίκειται ούτε στις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 3α (περί πρόσφορης προσφυγής του ατόμου επί παραβιάσεως των δικαιωμάτων του), 5 παρ. 1 (περί καταργήσεως δικαιωμάτων προσώπου ή περιορισμού τους), 14 παρ. 1 (περί δικαιώματος του προσώπου για δίκαιη δίκη) και 22 παρ. 1 και 26 (περί δικαιώματος του προσώπου για δίκαιη δίκη) του με το ν. 2462/1997 κυρωθέντος Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα ( ΑΕΔ 9/2009, ΟλΑΠ 2/2011, 31/2007, 38/2005 βλ.
και ΑΕΔ 1/2012, Ολ ΑΠ 4/2015, κατά την ερμηνεία της ομοίου περιεχομένου διάταξης του άρθρου 90 § 1 ν. 2362/ 1995, που καθιερώνει επίσης διετή παραγραφή των αξιώσεων των υπαλλήλων του Δημοσίου για καθυστερούμενους μισθούς κ.λπ.). Εξάλλου, τα άρθρα 20 του Συντάγματος, 6 παρ.1 της Διεθνούς Σύμβασης της Ρώμης της 4-11-1950, 106 και 110 παρ.1 και 2 του ΚΠολΔ, τα οποία εξασφαλίζουν σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα της παροχής έννομης προστασίας με το συνακόλουθο δικαίωμα διασφάλισης ρητών δικονομικών εγγυήσεων για δίκαιη (χρηστή) δίκη, δεν στερούν τον κοινό νομοθέτη από την εξουσία να επιβάλει την αυτεπάγγελτη εξέταση από το δικαστήριο ισχυρισμών που είναι, σύμφωνα με διάταξη νόμου, καταλυτικοί της αξίωσης για την οποία ζητείται η έννομη προστασία από το δικαστήριο.
Ειδικότερα, από το άρθρο 6 αρ. 1 της ΕΣΔΑ που, εκτός άλλων, εγγυάται το αμερόληπτο με την έννοια του ουδέτερου δικαστή, συνάγεται ότι η εγγύηση αυτή περιλαμβάνει επίσης όλες εκείνες τις θεσμικές προϋποθέσεις, οι οποίες είναι σημαντικές για την κατοχύρωση της αμεροληψίας, μεταξύ των οποίων η ισότητα των όπλων και η διαθετική αρχή.
Η ισχύς της διαθετικής αρχής δεν αποκλείει, ωστόσο, σε μεμονωμένες περιπτώσεις την κατ’ εξαίρεση πρόβλεψη της δυνατότητας θέσεως σε κίνηση της διαδικασίας αυτεπάγγελτα από το δικαστή. Προϋπόθεση γι’ αυτό είναι, όμως, η ύπαρξη ενός, αντικειμενικού, ουσιαστικού λόγου, όπως στην περίπτωση της αυτεπάγγελτης θέσης σε κίνηση της διαδικασίας χάριν του γενικότερου, κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, η υπεροχή του οποίου είναι δικαιολογημένη (ΟλΑΠ 38/2005).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν σε θεμελίωση ή κατάργηση δικαιώματος, δικονομικού ή ουσιαστικού, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο Επομένως, τον ανωτέρω λόγο αναίρεσης στοιχειοθετεί και η παραδοχή ένστασης που δεν προτάθηκε ή δεν προτάθηκε νομίμως, εκτός αν αυτή μπορούσε να ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως.
Τέτοια ένσταση είναι και η στηριζόμενη στο άρθρο 48 παρ.3 του ν.δ.496/1974 ένσταση παραγραφής των κατά νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου αξιώσεων, για την οποία ορίζεται στο άρθρο 52 εδ. γ’ του ίδιου ν.δ. ότι λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από τα δικαστήρια. Η ρύθμιση αυτή είναι εναρμονισμένη προς το άρθρο 106 του ΚΠολΔ, το οποίο ορίζει ότι το δικαστήριο ενεργεί μόνο ύστερα από αίτηση των διαδίκων και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, "εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά".
Η ως άνω αυτεπάγγελτη έρευνα της παραγραφής από τα δικαστήρια, που ισχύει υπέρ των ΝΠΔΔ, έχει θεσπισθεί για λόγους γενικότερου δημόσιου συμφέροντος και συγκεκριμένα για την προστασία της περιουσίας αυτών και της οικονομικής τους κατάστασης, στις οποίες συμβάλλουν οι φορολογούμενοι πολίτες με την καταβολή φόρων.
Εντεύθεν δε ευλόγως η πρόνοια του νομοθέτη δεν καταλείπει την προστασία του Έλληνα πολίτη στην επιμέλεια των οργάνων της διοίκησης ή των νομικών παραστατών του ΝΠΔΔ για πρόταση της ενστάσεως παραγραφής. Έτσι, η εξαίρεση αυτή υπέρ των ΝΠΔΔ δεν αντίκειται στην κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας, ούτε και στις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 20 του Συντάγματος, 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ και 110 παρ. 1 του ΚΠολΔ., που εξασφαλίζουν σε κάθε πρόσωπο τις από αυτές απορρέουσες ως άνω ρητές εγγυήσεις.
Η διασφαλιζόμενη από τις διατάξεις αυτές δικαστική προστασία δεν έχει σχέση με την αυτεπάγγελτη εξέταση και λήψη υπόψη της παραγραφής από τα δικαστήρια, αφού η αυτεπάγγελτη αυτή ενέργεια του δικαστηρίου δεν στερεί τους αντιδίκους του Ν.Π.Δ.Δ. από τη δυνατότητα να προβάλλουν, καθ’ υποφοράν, ενόψει του (εκ του νόμου) γνωστού σε αυτούς αυτεπαγγέλτου της λήψεως υπόψη της παραγραφής, όλες τις αντενστάσεις που τους παρέχει το ουσιαστικό και δικονομικό δίκαιο για την απόκρουση της παραγραφής, ενώ η προαναφερθείσα περίπτωση δεν μπορεί να νοηθεί ως έλλειψη αμεροληψίας του δικαστηρίου και επομένως παράβαση της αρχής της δίκαιης δίκης.
Τέλος, η ως άνω διάταξη του άρθρου 52 εδ. γ’ του ν.δ.496/1974 δεν είναι αντίθετη και προς τις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, οι οποίες επιβάλλουν τον σεβασμό της περιουσίας του προσώπου, αφού οι διατάξεις αυτές αναφέρονται στην κατάργηση περιουσιακών (και ενοχικών) δικαιωμάτων, αλλά όχι στο ζήτημα της αυτεπάγγελτης ή μη λήψης υπόψη της παραγραφής από το δικαστήριο.
Και τούτο διότι ‘ ‘ περιουσία’ ‘ , κατά την άνω διάταξη, αποτελεί το σύνολο των δεκτικών οικονομικής αποτιμήσεως εννόμων σχέσεων του προσώπου, τέτοια δε δεκτική αποτιμήσεως έννομη σχέση του δανειστή του Ν.Π.Δ.Δ. δεν αποτελεί λογικά το, κατ’ ένσταση μόνο, προβλητό της παραγραφής της απαιτήσεώς του. Άλλωστε, από τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 1 του ως άνω Πρόσθετου Πρωτοκόλλου, που προαναφέρθηκε, προκύπτει ότι και αυτό, όχι μόνο δεν απαγορεύει, αλλά αντίθετα ευθέως αναγνωρίζει το δικαίωμα κάθε Κράτους να θεσπίζει νόμους, αν κρίνει τούτο αναγκαίο, για τη διασφάλιση του δημόσιου συμφέροντος, στην έννοια του οποίου εμπίπτει και η προστασία της περιουσίας των Ν.Π.Δ.Δ., κατά τα προεκτιθέμενα (Ολ ΑΠ 31/2007, 38/2005, 22/2005, 11/2003).
Με την προσβαλλόμενη 5049/2013 απόφασή του το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό την από 21-12-2009 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων κατά των αναιρεσιβλήτων ΝΠΔΔ για την καταβολή διαφορών αποδοχών του χρονικού διαστήματος από 4-8-2004 έως τις 26-8-2008 (για την πρώτη), από 4-8-2004 έως 4-12-2008 (για τη δεύτερη), από 4-8-2004 έως 7-9-2008 (για τον τρίτο) και από 4-8-2004 έως 17-2-2009 (για την τέταρτη), δέχθηκε ότι οι αξιώσεις του εναγόντων μέχρι τις 29-12-2007, εφόσον η ένδικη αγωγή επιδόθηκε στις 29-12-2009 στα εναγόμενα, είχαν υποκύψει στη διετή παραγραφή των άρθρων 90 παρ. 3 και 91 εδ.
α’ του ν. 2362/1995, η οποία λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη, διότι η αυτεπάγγελτη λήψη από το Δικαστήριο της βραχυπρόθεσμης αυτής (διετούς) παραγραφής δεν αντίκειται στην αρχή της ισότητας του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, ούτε στα άρθρα 20 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και 110 παρ. 1 ΚΠολΔ. Μετά τις παραδοχές αυτές το Εφετείο εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, η οποία είχε επιδικάσει και τις διαφορές αποδοχών του χρονικού διαστήματος από 4-8-2004 έως 27-12-2007, κράτησε και δίκασε την αγωγή κατά το μέρος αυτό και ακολούθως την απέρριψε ως αβάσιμη κατ’ ουσία (παραγεγραμμένη).
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν υπέπεσε, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, στην πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επειδή έλαβε υπόψη, σύμφωνα με την εφαρμοστέα διάταξη του άρθρου 52 εδ γ’ του ν.δ. 496/1974, αυτεπάγγελτα την ως άνω παραγραφή, αφού η περί παραγραφής ένσταση δεν είχε προβληθεί ούτε στο πρωτοβάθμιο, ούτε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο από τα εναγόμενα ΝΠΔΔ, ούτε παραβίασε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 48 παρ. 3 του ν.δ. 496/1974, 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου, 14 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε με το ν.2462/1997, και 4 παρ. 1 και 20 του Συντάγματος, τις οποίες ορθώς εφάρμοσε, κρίνοντας ότι η θεσπιζόμενη με την πρώτη από αυτές διετής παραγραφή των κατά των ΝΠΔΔ αξιώσεων των υπαλλήλων τους από καθυστερούμενες αποδοχές κλπ, καθώς και η αυτεπάγγελτη λήψη υπόψη αυτής, δεν αντίκειται στην καθιερούμενη από το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας, ούτε προσκρούει στα άρθρα 20 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και 1 παρ. 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου.
Όμως, το Εφετείο, με την κρίση του ότι υπέκυψαν στην ως άνω διετή παραγραφή και οι αξιώσεις των αναιρεσειόντων του έτους 2007, των οποίων η παραγραφή άρχισε στις 31-12-2007 και δεν είχε συμπληρωθεί μέχρι τις 29-12-2009, που επιδόθηκε η υπό κρίση αγωγή αυτών, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 49 του ν.δ. 496/1974.
Συνεπώς, ο τρίτος λόγος αναίρεσης (κατά το πρώτο σκέλος), με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι ανωτέρω πλημμέλειες, από τους αριθμούς 8 και 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και ο πρώτος πρόσθετος λόγος, από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, εκτός από την ειδικότερη αιτίαση του τρίτου λόγου, της παραβίασης, δηλαδή, της διάταξης του άρθρου 49 του ν.δ. 496/1974, η οποία είναι βάσιμη, όσον αφορά τις αξιώσεις του χρονικού διαστήματος από 1-1-2007 έως 29-12-2009.
Σημειώνεται εδώ ότι το Εφετείο δέχθηκε, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, ότι οι επίδικες αξιώσεις των εναγόντων, που συνδέονται με τον εναγόμενο ΕΦΕΤ με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, είχαν παραγραφεί, όσον αφορά το χρονικό διάστημα από 4-8-2004 μέχρι 27-12-2007, λόγω παρόδου διετίας από τη γένεσή τους, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 90 § 3 και 91 εδ.
α’ του ν. 2362/1995, τις οποίες θεώρησε εφαρμοστέες, και οι οποίες, όπως επίσης έκρινε, δεν αντιβαίνουν στις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και των διεθνών συμβάσεων, με βάση δε τα γενόμενα ως άνω δεκτά απέρριψε για το λόγο αυτό την αγωγή κατά το κεφάλαιο τούτο. Όμως, προκειμένου περί εναγομένου ΝΠΔΔ για την καταβολή κάθε είδους απολαβών σε υπαλλήλους του, εφαρμοστέες, ως προς το θέμα της παραγραφής αυτών, είναι οι σχετικές διατάξεις του άρθρου 48 παρ. 3 του ν.δ. 495/1976 (και όχι οι -εσφαλμένα- εφαρμοσθείσες του άρθρου 90 § 3 ν. 2362/1996), που ορίζει ότι ο χρόνος παραγραφής των κατά του ν.π.δ.δ.
αξιώσεων των υπαλλήλων του, που συνδέονται με αυτό με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, από καθυστερούμενες αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό, είναι δύο ετών (και η οποία για τους προαναφερθέντες λόγους επίσης δεν αντίκειται στις προαναφερθείσες συνταγματικές και άλλες διατάξεις και αρχές), και του άρθρου 49, που ορίζει ότι η παραγραφή αυτή αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους, εντός του οποίου γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της.
Επομένως, το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα, καταρχήν, εφάρμοσε τις μη εφαρμοστέες διατάξεις του άρθρου 90 § 3 ν. 2362/1995, αντί για τις εφαρμοστέες στην κρινόμενη περίπτωση διατάξεις των άρθρων 48 § 3 και 49 του ν.δ. 495/1976. Όμως, με την κρίση του αυτή το δικαστήριο της ουσίας, αν και με εν μέρει εσφαλμένη αιτιολογία, κατέληξε σε ορθό διατακτικό (άρθρο 578 ΚΠολΔ).
Επομένως, η ευδοκίμηση του λόγου αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της παραβίασης κανόνα του ουσιαστικού δικαίου από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, εξαρτάται από την ορθότητα όχι των νομικών αιτιολογιών, αλλά του διατακτικού της απόφασης, που συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου και συνεπώς, αν με βάση τις παραδοχές αυτές το συμπέρασμα του δικαστηρίου (διατακτικό) είναι ορθό, η υπαγωγή των γενομένων δεκτών πραγματικών περιστατικών (ελάσσονος πρότασης) σε λανθασμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου δεν θεμελιώνει τον παραπάνω αναιρετικό λόγο (ΑΠ 606/2013, 950/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, αν και εφάρμοσε τις μη εφαρμοστέες διατάξεις του άρθρου 90 § 3 ν. 2362/1995, κατέληξε σε ορθό διατακτικό, όσον αφορά την παραγραφή των αξιώσεων μέχρι 31-12-2006, καθόσον και αν εφάρμοζε τις πράγματι εφαρμοστέες διατάξεις των άρθρων 48 § 3 και 49 ν.δ. 495/1976 θα κατέληγε στο ίδιο πόρισμα, δηλαδή την παραγραφή και για το λόγο αυτό απόρριψη των αξιώσεων των εναγόντων για το χρονικό διάστημα μέχρι και τις 31-12-2006, αφού κατά την επίδοση της αγωγής είχε παρέλθει χρονικό διάστημα μείζον της διετίας από το τέλος του οικονομικού έτους, εντός του οποίου γεννήθηκαν οι αξιώσεις αυτές και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή τους.
Κατά συνέπεια πρέπει ν’ απορριφθεί ο τρίτος λόγος αναίρεσης(κατά το δεύτερο σκέλος) από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ , με τον οποίο οι αναιρεσείοντες επικαλούνται τα αντίθετα.
8. Από το άρθρο 7 παρ. 2 του ν.δ. 496/1974, με το οποίο ορίζεται ότι "ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος κάθε οφειλής του νομικού προσώπου ανέρχεται σε 6% ετησίως και άρχεται από της επιδόσεως της αγωγής", σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 340, 341,345,346 και 221 παρ. 1γ ΚΠολΔ, συνάγεται, ότι ως προς την έναρξη της τοκογονίας, αρκεί η γένεση της επιδικίας από την οποία αρχίζει η αμφισβήτηση, ως προς την ύπαρξη της απαιτήσεως για χρηματική παροχή με την άσκηση της αγωγής κατά του Ν.Π.Δ.Δ.
από την οποία λαμβάνει αυτό γνώση της αμφισβήτησης και δεν αρκεί η εξώδικη όχληση του δανειστή, ούτε, κατά μείζονα λόγο, παρέλευση της δήλης ημέρας πληρωμής της κύριας οφειλής, ακόμη και αν έχει συμφωνηθεί, αλλά απαιτείται να γίνει επίδοση της σχετικής περί αυτής αγωγής, η οποία και μόνο, ως διαδικαστική πράξη, συνεπάγεται την τοκογονία (ΑΠ 2/2014, 986/2013,1362/2013, 18/2012, 437/2011, σχ.
ΑΕΔ 7/2011, ως προς την τοκογονία σε βάρος του Δημοσίου, κατά την παρομοίου περιεχομένου διάταξη του άρθρου 21 του Κώδικα των νόμων περί δικών του Δημοσίου, κ.δ. 26-6/10-7-1944). Εξάλλου, η διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 του ν.δ. 496/1974 δεν αντίκειται στα άρθρα 4 παρ. 1 και 20 παρ. 1 του Συντάγματος, 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ και 1 και 14 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, διότι η θεσπισθείσα από αυτήν , κατά παρέκκλιση των άρθρων 221 παρ.1 γ’ ΚΠολΔ και 345, 346 ΑΚ, υποχρέωση καταβολής τόκων από τα Ν.Π.Δ.Δ.
μόνον από την επίδοση της σχετικής αγωγής δικαιολογείται για λόγους δημοσίου συμφέροντος, ώστε οι εκπρόσωποι και τα λοιπά αρμόδια όργανα αυτών να αντιλαμβάνονται αμέσως την έκταση των εναντίον τους απαιτήσεων και να ενεργούν ταχέως για την αντιμετώπισή τους, περαιτέρω δε με την παρέκκλιση αυτή δεν παραβλάπτεται το δικαίωμα δικαστικής προστασίας που εξασφαλίζει το άρθρο 6 παρ.1 της Ε.Σ.Δ.Α.
σε κάθε πρόσωπο ( ΑΠ 2/2014, 634/2013, 1362/2013, 986/2013, Ολ ΣΤΕ 2115/2014,πρβλ. ΑΕΔ 25/2012, 7/2011 και 9/2009, Ολ ΑΠ 4/2015). Στην προκείμενη περίπτωση από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο απέρριψε το αίτημα των αναιρεσειόντων για επιδίκαση των αγωγικών αξιώσεων με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από τη δήλη ημέρα καταβολής κάθε επί μέρους ποσού, δηλαδή των διαφορών δεδουλευμένων αποδοχών από το τέλος του μήνα κατά τον οποίο έπρεπε να καταβληθούν, των επιδομάτων Χριστουγέννων και Πάσχα από την 31η Δεκεμβρίου και την 30η Απριλίου, αντίστοιχα, του έτους που αφορούν και των αποδοχών και των επιδομάτων αδείας από το τέλος του έτους στο οποίο αφορούν, κρίνοντας ότι τα ποσά που δικαιούται κάθε ενάγων πρέπει να τους επιδικασθούν με επιτόκιο 6% και μάλιστα από την επίδοση της αγωγής τους τόσο για το καταψηφιστικό όσο και για το αναγνωριστικό αίτημά τους.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 20 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και 14 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα και ορθώς εφάρμοσε την εφαρμοστέα στην προκείμενη περίπτωση ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 του ν.δ. 496/1974.
Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
9. Κατ’ ακολουθία όλων αυτών, κατά παραδοχή των δεύτερου, τρίτου (κατά το πρώτο σκέλος) και πέμπτου (κατά το πρώτο σκέλος) λόγων αναίρεσης, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που την εξέδωσε, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος ΕΦΕΤ σε μέρος των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, που κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Θεωρεί ότι δεν ασκήθηκε η από 31-10-2014 αίτηση αναίρεσης και οι από 7-12-2015 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης κατά της 5049/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών ως προς το δεύτερο αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ με την επωνυμία ‘ ‘ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΕΩΣ ΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΔΥΝΑΜΙΚΟΥ’ ‘ .
Επιβάλλει σε βάρος των αναιρεσειόντων τα δικαστικά έξοδα του ανωτέρω ΝΠΔΔ, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1100) ευρώ.
Αναιρεί την 5049/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών ως προς το αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ με την επωνυμία ‘ ‘ ΕΝΙΑΙΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΕΛΕΓΧΟΥ ΤΡΟΦΙΜΩΝ’ ‘ , κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, εκτός από αυτόν που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.
Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο ΕΦΕΤ σε μέρος των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Μαρτίου 2017 .
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Μαΐου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ