Supreme Court dismisses appeal against social security compensation limits for doctors as justified by public interest.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appeal filed by doctors against a lower court's decision limiting their severance pay. The doctors argued that the compensation cap violated constitutional equality and European Convention rights, while the Social Security Institute contended the limits were necessary for public interest. The court ruled that the restrictions were lawful because they served a general public interest and did not constitute unjustified discrimination.
Legislator headnote
AI generatedArticles 4(1) of the Constitution and Article 1 of Protocol 1 of the ECHR; The court established that limiting severance pay for public servants is justified by general public interest and does not violate constitutional equality or human rights provisions.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 634 / 2013 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 634/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Δημήτριο Μουστάκα, Νικόλαο Τρούσα και Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Κ. Β. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Δημητρίου Βερβεσού και κατέθεσε προτάσεις, 2) Κ. Π. του Ζ., κατοίκου ..., 3) Δ. Κ. του Κ., 4) Π. Ψ. του Δ., κατοίκου ..., 5) Κ. Μ. του Ι., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Βερβεσό και κατέθεσαν προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ - ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ (Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.)" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικού διαδόχου του κλάδου ασθενείας του αρχικά εναγομένου Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΞΕΝΟΔΟΧΟΫΠΑΛΛΗΛΩΝ (Τ.Α.Ξ.Υ.)" το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Γεωργία Αθανασάκου και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/3/2007 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με τις από 15/10/2006 (κύρια) και 1/3/2007 (παρεμπίπτουσα) αγωγές προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 362/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2018/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 12/7/2012 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αγγελική Αλειφεροπούλου ανέγνωσε την από 31/1/2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 12-7-2012 αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 4 παρ.1 του Συντάγματος, κατά την οποία οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, συνάγεται, ότι το Σύνταγμα θεσπίζει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι των Ελλήνων πολιτών, υπό την έννοια, ότι ο νομοθέτης δεσμεύεται, όταν ρυθμίζει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις, που αφορούν περισσότερες κατηγορίες προσώπων, να μην εισάγει αδικαιολόγητες εξαιρέσεις και διακρίσεις, εκτός αν αυτές επιβάλλονται από λόγους γενικότερου, κοινωνικού ή δημόσιου, συμφέροντος, την ύπαρξη των οποίων ελέγχουν τα δικαστήρια (Ολ.Α.Π. 3/2006).
Εξάλλου, με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (Ε.Σ.Δ.Α.), που κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ (άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος), ορίζεται ότι "Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του.
Ουδείς δύναται να στερηθή της ιδιοκτησίας αυτού ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπομένους, υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου, όρους. Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουσι το δικαίωμα παντός κράτους, όπως θέση εν ισχύϊ νόμους, ους ήθελε κρίνει αναγκαίον προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων".
Στην κατά τα ανωτέρω προστατευόμενη περιουσία περιλαμβάνονται όχι μόνο τα από το άρθρο 17 του Συντάγματος προστατευόμενα εμπράγματα δικαιώματα αλλά και όλα τα περιουσιακής φύσεως δικαιώματα και τα νομίμως κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα, άρα και τα περιουσιακά ενοχικά δικαιώματα και ειδικότερα οι περιουσιακού χαρακτήρα απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον πριν από την προσφυγή στο Δικαστήριο νομοθετικό καθεστώς, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά (Ολ.Α.Π. 40/1998).
Το ανωτέρω άρθρο, του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής αυτής Σύμβασης, δεν στερεί τον κοινό νομοθέτη από την εξουσία να θεσμοθετεί ειδικές ρυθμίσεις για ορισμένες κατηγορίες προσώπων, αν τούτο επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, όπως στην περίπτωση των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.), μεταξύ των οποίων και το αναιρεσίβλητο, που λειτουργεί με τη μορφή αυτή, τα οποία από τη φύση και το καταστατικό τους έχουν αποστολή και έργο την εξυπηρέτηση του δημόσιου και κοινωνικού συμφέροντος και στων οποίων την περιουσία και την οικονομική κατάσταση συμβάλλουν οι φορολογούμενοι πολίτες, με την καταβολή φόρων.
Το συμφέρον αυτό, πρωτίστως, εξυπηρετεί η διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 του Ν.Δ. 496/1974 "περί λογιστικού των Ν.Π.Δ.Δ", ανάλογη με το άρθρο 21 του δεύτερου κεφαλαίου του Κώδικα Νόμων περί Δικών του Δημοσίου (Β.Δ. της 26-6/10-7-1944), με την οποία ορίζεται, ότι ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος κάθε οφειλής του νομικού προσώπου ανέρχεται σε 6% ετησίως, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά με σύμβαση ή ειδικό νόμο και αρχίζει από την επίδοση της αγωγής.
Η ρύθμιση αυτή, με την οποία αναγνωρίζεται το δικαίωμα στα Ν.Π.Δ.Δ. να καταβάλλουν, με την ιδιότητα του οφειλέτη, επί υπερημερίας, ποσοστό τόκου (6%) μικρότερο εκείνου που έχουν υποχρέωση να καταβάλλουν οι ιδιώτες ως οφειλέτες, εισάγει επιτρεπτή, υπέρ των νομικών αυτών προσώπων, εξαίρεση, η οποία υπαγορεύεται από το σκοπό που προαναφέρθηκε και δεν βρίσκεται σε αντίθετη ούτε προς τη διάταξη του άρθρου 4 παρ.1 του Συντάγματος ούτε προς τις διατάξεις του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., που προστατεύει την περιουσία του δανειστή.
Και τούτο, διότι η προστασία της περιουσίας κάθε νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου είναι αναγκαία, για να είναι τούτο σε θέση να εκπληρώνει απρόσκοπτα τους προέχοντες καταστατικούς του σκοπούς και να εξυπηρετεί το γενικότερο κοινωνικό και δημόσιο συμφέρον (πρβλ. Α.Ε.Δ. 25/2012, ως προς την ερμηνεία της όμοιου περιεχομένου διατάξεως του άρθρου 21 του δεύτερου κεφαλαίου του Κώδικα Νόμων περί Δικών του Δημοσίου -Β.Δ.
της 26-6/10-7-1944).-
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, την ένδικη αγωγή, ως εν μέρει κατ' ουσίαν βάσιμη σε σχέση με τα αιτήματά της, που αφορούσαν χρηματικές απαιτήσεις των αναιρεσειόντων από ακύρως καταγγελθείσες εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, που συνέδεαν τους διαδίκους και υποχρέωσε το αναιρεσίβλητο, το οποίο είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, να καταβάλει στους αναιρεσείοντες τα διαλαμβανόμενα σ' αυτήν ποσά με το νόμιμο τόκο προς 6% ετησίως από την επίδοση της άνω αγωγής μέχρι την εξόφληση και όχι τον γενικώς προβλεπόμενο νόμιμο τόκο υπερημερίας.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 4 παρ.1 του ισχύοντος Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (Ε.Σ.Δ.Α.), που κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/1974, τις οποίες αντιθέτως ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος. Κατά το άρθρο 4 παρ.2 του Ν.Δ. 3623/1956 "περί καθορισμού κατωτάτων ορίων ιατρικής αμοιβής και συνθηκών εργασίας των ιατρών", όπως συμπληρώθηκε με την παρ.4 του άρθρου 17 του Ν. 3796/1957, "ιατροί υπηρετούντες εις οργανισμούς, επιχειρήσεις και εν γένει εις πάσης φύσεως νομικά πρόσωπα, απαλλασσόμενοι των καθηκόντων των λόγω καταργήσεως θέσεως ή αποχωρούντες της θέσεώς των λόγω υγείας ή τέλος απολυόμενοι της θέσεώς των δια μονομερούς λύσεως της συμβάσεως ή κατ' εφαρμογήν των διατάξεων περί πολυθεσίας δικαιούνται αποζημιώσεως συμφώνως προς τας διατάξεις του Ν. 2112/1920, ως ετροποποιήθη μεταγενεστέρως".
Με την παρ. 5 του άρθρου 4 του Ν.Δ. 4111/1960, η παραπάνω αποζημίωση ορίσθηκε ίση με την αποζημίωση του άρθρου 94 του Ν.Δ. 3026/1954 (Κώδ. Δικηγόρων), όπως αυτό ήδη ισχύει. Η καταβολή της ως άνω αποζημιώσεως προϋποθέτει, ότι ο ιατρός παρείχε τις ιατρικές υπηρεσίες του με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού ή δημοσίου δικαίου και όχι με σύμβαση άλλου είδους, όπως είναι η σύμβαση έργου ή η σύμβαση έμμισθης εντολής.
Όταν, όμως, πρόκειται για ιατρούς, που υπηρετούν ως μισθωτοί στο Δημόσιο ή σε Ν.Π.Δ.Δ. με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου εφαρμόζονται οι διατάξεις περί αποζημιώσεως των μισθωτών αυτών του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ. κλπ, λόγω λύσεως της συμβάσεως εργασίας, δηλαδή ο Ν. 993/1979 ("περί του επί συμβάσει εργασίας ιδιωτικού δικαίου προσωπικού του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως και των λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου"), που κωδικοποιήθηκε με το Π.Δ. 410/1988 ("Κωδικοποίηση σε ενιαίο κείμενο των διατάξεων της κείμενης νομοθεσίας, που αφορούν το προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου του Δημοσίου, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης και των λοιπών Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου") και, συνεπώς, στην περίπτωση αυτή ο ιατρός, εφόσον απολυθεί λόγω κατάργησης της θέσεως ή λόγω καταγγελίας της συμβάσεώς του δικαιούται την αποζημίωση του άρθρου 49 του Ν. 993/1979 (άρθρ. 55 του Π.Δ. 410/1988) και όχι την προβλεπόμενη από τις προγενέστερες διατάξεις του άρθρου 4 παρ.2 του Ν.Δ. 3623/1956 και 94 του Κώδ.
Δικηγόρων αποζημίωση (βλ. και Α.Π. 274/2009), ενόψει του ότι, σύμφωνα με ρητή πρόβλεψη του άρθρου 60 παρ.2 Ν. 993/1979, καθώς και του άρθρου 90 Π.Δ. 410/1988, κάθε γενική ή ειδική διάταξη, που είναι αντίθετη με το Ν. 993/1979 ή ανάγεται σε θέματα που ρυθμίζονται απ' αυτόν καταργείται από την έναρξη ισχύος του νόμου τούτου. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ.2 του Α.Ν. 173/1967, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες εργοδότης είναι το Δημόσιο ή Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) ή Τράπεζες ή Επιχειρήσεις και Οργανισμοί κοινής ωφέλειας (ΔΕΗ, ΟΤΕ, Εταιρεία Υδάτων κ.λπ) ή επιχειρήσεις επιχορηγούμενες από το Κράτος, η υπό του Ν. 2112/1920, όπως έχει τροποποιηθεί και συμπληρωθεί, οφειλόμενη αποζημίωση δεν δύναται να υπερβεί το ποσό των 240.000 δραχμών, το οποίο, μετά διαδοχικές αναπροσαρμογές, δια του άρθρου 33 του Ν. 1876/1990 αυξήθηκε σε 1.500.000 δραχμές και, τέλος, με το άρθρ. 21 παρ.13 Ν. 3144/2003 καθορίσθηκε στο ποσό των 15.000 ευρώ.
Επακολούθησε η διάταξη του άρθρου 1 παρ.1 του Ν.Δ. 618/1970, κατά την οποία τα υπό της διατάξεως του άρθρου 2 παρ.2 του Α.Ν. 173/1967 τιθέμενα όρια ισχύουν σε κάθε περίπτωση οφειλόμενης, κατά γενική ή ειδική διάταξη νόμου, αποζημιώσεως στους αποχωρούντες ή απομακρυνόμενους ή απολυόμενους υπαλλήλους και εργάτες του Δημοσίου, των Ο.Τ.Α., των Ν.Π.Δ.Δ.
και λοιπών δημόσιων επιχειρήσεων και οργανισμών, με οποιαδήποτε σχέση εργασίας, καταργουμένης κάθε αντίθετης γενικής ή ειδικής διατάξεως νόμου. Ο εν λόγω περιορισμός του ανώτατου ορίου αποζημιώσεως αφορά όχι μόνο την αποζημίωση λόγω καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, την οφειλόμενη σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 2112/1920, αλλά και την αποζημίωση, που προβλέπεται γενικώς από το άρθρο 49 παρ.1, 2, 3 και 4 του Ν. 993/1979 (ήδη άρθρ. 55 Π.Δ. 410/1988), διότι οι προαναφερόμενες διατάξεις, ενόψει και του ότι με αυτές ο νομοθέτης απέβλεπε προδήλως στον περιορισμό των ως άνω αποζημιώσεων για λόγους γενικότερου συμφέροντος και την εντεύθεν ανακούφιση του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ.
κλπ, δεδομένου και του ότι οι σχετικές δαπάνες επιβαρύνουν τελικώς τον φορολογούμενο (Ολ.Α.Π. 34/1997), δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 60 παρ.1 του Ν. 993/1979. Για την αποζημίωση δε της παρ.4 του άρθρου 49 του Ν. 993/1979 (ήδη άρθρ. 55 παρ.4 Π.Δ. 410/1988) το άρθρο 23 παρ.30 του μεταγενέστερου νόμου 1735/1987 όρισε ειδικώς, προς άρση κάθε αμφιβολίας, ότι το ποσοστό αποζημιώσεως, που προβλέπεται από το άρθρο 49 παρ.4 του Ν. 993/1979 υπολογίζεται σύμφωνα με την παρ.1 του άρθρου αυτού και δεν μπορεί να υπερβαίνει το ανώτατο όριο αποζημιώσεως του άρθρου 2 παρ.2 του Α.Ν. 173/1967, όπως αυτό κάθε φορά αναπροσαρμόζεται, ενώ η διάταξη αυτή έχει εφαρμογή από την ισχύ του Ν. 993/1979.- Επομένως, στη συγκεκριμένη περίπτωση, το Εφετείο, που δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι οι δύο πρώτοι αναιρεσείοντες, ιατροί, συνδεόμενοι μετά του αναιρεσιβλήτου Ν.Π.Δ.Δ.
με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, για την αποχώρησή τους από την υπηρεσία του τελευταίου, λόγω καταγγελίας των εργασιακών τους συμβάσεων, αφενός μεν δικαιούνται την αποζημίωση του άρθρου 49 του Ν. 993/1979 (άρθρ. 55 του Π.Δ. 410/1988), που επικουρικά είχαν ζητήσει αυτοί με την αγωγή τους και όχι την προβλεπόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ.2 του Ν.Δ. 3623/1956, όπως συμπληρώθηκε κατά τα άνω και 94 του Κώδ.
Δικηγόρων αποζημίωση, την οποία επιδίωκαν οι ίδιοι με το σχετικό κύριο αγωγικό τους αίτημα (το οποίο το Δικαστήριο της ουσίας απέρριψε, ως μη νόμιμο), αφετέρου δε επιδίκασε τις εν λόγω αποζημιώσεις με τον ως άνω περιορισμό του άρθρου 2 παρ.2 του Α.Ν. 173/1967, ως προς το ανώτατο όριο τούτων, κάνοντας εν μέρει δεκτή σε σχέση με τα ανωτέρω αιτήματα την αγωγή τους, μετ' εξαφάνιση της πρωτοβάθμιας αποφάσεως, που είχε απορρίψει αυτήν (αγωγή) στο σύνολό της, δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις (αφού, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, επί του προκειμένου δεν είχαν εφαρμογή τα άρθρα 4 παρ.2 Ν.Δ. 3623/1956, 17 παρ.4 Ν. 3796/1957, 4 παρ.5 Ν.Δ. 4111/1960 και 94 Ν.Δ. 3026/1954, τα οποία ορθά δεν εφάρμοσε, αλλά τα άρθρα 49 Ν. 993/1979, 55 Π.Δ. 410/1988 και 2 παρ.2 Α.Ν. 173/1967, τα οποία ορθά εφάρμοσε) ούτε εκείνες των άρθρων 4 παρ.1 ισχύοντος Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (Ε.Σ.Δ.Α.), που κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/1974, για τις οποίες έγινε λόγος στην προηγούμενη παράγραφο της παρούσας, εφόσον οι προεκτεθέντες περιορισμοί των επίδικων αποζημιώσεων, που δικαιούνται οι αναιρεσείοντες ιατροί, ως μισθωτοί του αναιρεσιβλήτου Ν.Π.Δ.Δ., δικαιολογούνται, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, από λόγους γενικότερου δημόσιου συμφέροντος.
Ως εκ τούτου, ο δεύτερος και τελευταίος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται από τους αναιρεσείοντες τα αντίθετα και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., είναι επίσης απορριπτέος, ως αβάσιμος, ως προς όλες τις επί μέρους αιτιάσεις, που διατυπώνονται με αυτόν.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-7-2012 αίτηση των Κ. Β. κλπ, για αναίρεση της 2018/2012 αποφάσεως του (Μονομελούς) Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατό (1.100) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Μαρτίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Απριλίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ