Supreme Court dismisses appeal against consumer loan contract terms deemed abusive under Greek Consumer Protection Law.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by a savings and loan fund against a first-instance judgment that declared specific contract terms abusive. The court upheld the lower court's finding that the terms violated consumer protection laws by charging interest on unpaid amounts and creating an opaque interest rate structure. Consequently, the appeal was rejected as baseless, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the appellants.
Legislator headnote
AI generatedArticles 2 of Law 2251/1994 and 10 of Law 2741/1999; General contract terms are void if they cause excessive imbalance in rights and obligations to the detriment of the consumer, and such terms are deemed abusive when they distort the interest rate calculation without transparency.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 7 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 7/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ν.Π.Δ.Δ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ", νομίμως εκπροσωπούμενο, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σταυρούλα Μπανάκου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, η οποία προηγουμένως ανακάλεσε την από 17.09.2010 δήλωσή της για παράσταση κατ' άρθρ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. και παραστάθηκε αυτοπροσώπως, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1.Α. Γ. του Α., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μελίνα Μουζουράκη, 2. Γ. Ρ. του Χ., ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Μελίνα Μουζουράκη και 3. Π. Σ. του Γ., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μελίνα Μουζουράκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18 Νοεμβρίου 2004 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η 2906/2008 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 15 Οκτωβρίου 2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γεωργέλλης, ανέγνωσε την από 10 Σεπτεμβρίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
Η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 6 του ν. 2251/1994 "περί προστασίας των καταναλωτών", όπως είχε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 10 παρ. 24 στοιχ. β του ν. 2741/1999, οι γενικοί όροι των συναλλαγών, δηλαδή οι όροι που έχουν διατυπωθεί εκ των προτέρων για αόριστο αριθμό μελλοντικών συμβάσεων, απαγορεύονται και είναι άκυροι, αν έχουν ως αποτέλεσμα την υπέρμετρη διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή, όπως είναι και ο πελάτης της τράπεζας, στον οποίο αυτή, χωρίς ουσιαστική διαπραγμάτευση, αλλά με βάση προδιατυπωμένους όρους, χορηγεί, εκτός των άλλων, καταναλωτικά, ή στεγαστικά δάνεια.
Ο καταχρηστικός χαρακτήρας τέτοιου γενικού όρου ενσωματωμένου σε σύμβαση κρίνεται αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή υπηρεσιών, το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψή της και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης από την οποία αυτή εξαρτάται. Ο περιέχων τη διάταξη αυτή νόμος 2251/1994 αποτελεί ενσωμάτωση στο εθνικό δίκαιο της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 5-4-1993 "σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες συμβάσεων που συνάπτονται με τους καταναλωτές".
Στο άρθρο 3 παρ. 1 της εν λόγω οδηγίας ορίζεται, ότι "ρήτρα σύμβασης που δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης, θεωρείται καταχρηστική, όταν, παρά την απαίτηση της καλής πίστης, δημιουργείται εις βάρος του καταναλωτή ανισορροπία ανάμεσα στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις των μερών, τα απορρέοντα από τη σύμβαση".
Η ρύθμιση της παρ. 6 του άρθρου 2 του ν. 2251/1994 αποτελεί εξειδίκευση της γενικής αρχής του άρθρου 281 του ΑΚ, κατά την οποία απαγορεύεται η καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος ή η κατάχρηση ενός θεσμού, όπως είναι η συμβατική ελευθερία. Η ανωτέρω παράγραφος στην αρχική της διατύπωση χρησιμοποιούσε τον όρο "υπέρμετρη διατάραξη" της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων, αποκλίνοντας έτσι φραστικά από τη διατύπωση του άρθρου 3 παρ. 1 της ανωτέρω Οδηγίας, η οποία ομιλεί για "σημαντική ανισορροπία ανάμεσα στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις των μερών".
Στενή γραμματική ερμηνεία του όρου "υπέρμετρη διατάραξη" θα οδηγούσε σε σημαντικό περιορισμό της δυνατότητας ελέγχου του περιεχομένου των γενικών όρων των συναλλαγών (Γ.Ο.Σ.) και συνεπώς σε μειωμένη προστασία του καταναλωτή έναντι εκείνης της Οδηγίας. Η ανάγκη της σύμφωνης με την Οδηγία ερμηνείας του εθνικού δικαίου, επιβάλλει, ο όρος "υπέρμετρη διατάραξη" να εκληφθεί, διασταλτικά ερμηνευόμενος, ότι σημαίνει "ουσιώδη ή σημαντική" διατάραξη.
Η ανάγκη αυτή εναρμονισμένης δηλαδή προς την οδηγία ερμηνείας, επιβάλλει να δοθεί η ίδια έννοια μέσω τελολογικής συστολής, στον όρο "διατάραξη" και μετά την απάλειψη του όρου "υπέρμετρη" στην οποία προέβη ο νεότερος νομοθέτης με το άρθρο 10 παρ. 24 στοιχ. β' του ν. 2741/1999 και συνεπώς και μετά την τροποποίηση αυτή, προϋπόθεση της καταχρηστικότητας κάποιου Γ.Ο.Σ.
είναι, η με αυτόν "ουσιώδης ή σημαντική" διατάραξη της συμβατικής ισορροπίας (Ολ. ΑΠ 6/2006). Περαιτέρω, εκτός από την ανωτέρω γενική ρήτρα για την καταχρηστικότητα των Γ.Ο.Σ. που συνεπάγονται διατάραξη της συμβατικής ισορροπίας, στην παράγραφο 7 του άρθρου 2 του ν. 2251/1994 απαριθμούνται ενδεικτικώς και τριάντα μία περιπτώσεις γενικών όρων που θεωρούνται άνευ ετέρου (per se) καταχρηστικοί, χωρίς ως προς αυτούς να ερευνάται η συνδρομή των προϋποθέσεων της γενικής ρήτρας, αφού αυτοί θεωρούνται κατ' αμάχητο τεκμήριο ότι έχουν καταχρηστικό χαρακτήρα.
Η σωρευτική, εφαρμογή από το δικαστήριο των παραγράφων 6 και 7 του άρθρου 2 του ν. 2251/1994, επιβάλλεται δεν αποκλείεται, καθώς η επίκληση του γενικού αξιολογικού κριτηρίου "της διατάραξης της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή" είναι δυνατό να έχει αξία και χρησιμότητα για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και αόριστων αξιολογικών κριτηρίων που χρησιμοποιεί ο νόμος στις επί μέρους περιπτώσεις του ενδεικτικού καταλόγου.
Εξάλλου και οι περιγραφόμενες από το νόμο ειδικές περιπτώσεις, κατ' αμάχητο τεκμήριο, καταχρηστικότητας, αποτελούν ενδείκτες που καθοδηγούν στην ερμηνεία της γενικής ρήτρας και συγκεκριμένα της έννοιας της διατάραξης της συμβατικής ισορροπίας. Μεταξύ των καθοδηγητικών αρχών που συνάγονται από τις ειδικές αυτές περιπτώσεις είναι και η αρχή της διαφάνειας, η αρχή της απαγόρευσης της χωρίς λόγο ανάθεσης του προσδιορισμού της παροχής ή των επί μέρους στοιχείων της στην απόλυτη κρίση του προμηθευτή, καθώς και η αρχή της απαγόρευσης της εκ των προτέρων, χωρίς σπουδαίο λόγο, δέσμευσης του καταναλωτή, να μην ασκήσει κατά την λειτουργία και εξέλιξη της σύμβασης, νόμιμα δικαιώματα του έναντι του προμηθευτή.
Ειδικότερα, σύμφωνα με την αρχή της διαφάνειας, η οποία ρητά διατυπώνεται και στο άρθρο 5 της Οδηγίας, οι Γ.Ο.Σ. πρέπει να είναι διατυπωμένοι με τρόπο σαφή και κατανοητό, ώστε ο καταναλωτής να είναι σε θέση να διαγνώσει εκ των προτέρων κρίσιμα στοιχεία ή μεγέθη της σύμβασης, όπως τη διάρκεια της και τα μεγέθη που περικλείονται στη βασική σχέση παροχής και αντιπαροχής.
Η σχέση αυτή παροχής και αντιπαροχής, ενώ καταρχήν δε λαμβάνεται υπόψη για την εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα κάποιου Γ.Ο.Σ., εντούτοις, σύμφωνα και με το άρθρο 4 παρ. 2 της Οδηγίας, ελέγχεται εάν ο σχετικός όρος δεν είναι διατυπωμένος κατά τρόπο σαφή και κατανοητό, εάν δηλαδή έχει παραβιασθεί η αρχή της διαφάνειας (Ολ.
Α.Π.14/2007). Στη προκειμένη περίπτωση το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών που δίκασε ως Εφετείο δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αυτού κρίση τα εξής: Ο πρώτος ενάγων, δημόσιος υπάλληλος, συνήψε με το εναγόμενο την από 21.5.2001 σύμβαση τοκοχρεολυτικού ενυπόθηκου δανείου, ποσού 88.041,09 ευρώ, για την ανέγερση πρώτης κατοικίας.
Το επιτόκιο τον δανείου συμφωνήθηκε σε 5,75% ετησίως και η εξόφληση ορίστηκε να γίνει σε 60 ίσες εξαμηνιαίες τοκοχρεολυτικές δόσεις ποσού 3.096,49 ευρώ η κάθε μία, που θα καταβάλλονταν στις 30 Ιουνίου και στις 31 Δεκεμβρίου κάθε έτους. Η δε περίοδος της τοκοχρεολυτικής εξόφλησης του δανείου άρχιζε την 1.7.2001, οπότε και άρχιζε να ισχύει η μηνιαία παρακράτηση από τις εκχωρούμενες αποδοχές του πρώτου ενάγοντος ποσού 419,20 ευρώ.
Ο δεύτερος ενάγων, επίσης δημόσιος υπάλληλος, συνήψε με το εναγόμενο την από 6.12.2002 σύμβαση τοκοχρεολυτικού ενυπόθηκου δανείου, ποσού 76.000 ευρώ, για την ανέγερση πρώτης κατοικίας. Το επιτόκιο του δανείου συμφωνήθηκε σε 5,20% ετησίως και η εξόφλησή του ορίστηκε να γίνει σε 60 ίσες εξαμηνιαίες τοκοχρεολυτικές δόσεις ποσού 2.515,20 ευρώ η κάθε μία, που θα καταβάλλονταν στις 30 Ιουνίου και στις 31 Δεκεμβρίου κάθε έτους.
Η δε περίοδος της τοκοχρεολυτικής εξόφλησης του δανείου άρχιζε την 1.1.2003, οπότε και άρχιζε να ισχύει η μηνιαία παρακράτηση από τις εκχωρούμενες αποδοχές του δεύτερου ενάγοντος ποσού 419,20 ευρώ. Ο τρίτος ενάγων, επίσης δημόσιος υπάλληλος, συνήψε με το εναγόμενο την από 7.5.1999 σύμβαση τοκοχρεολυτικού ενυπόθηκου δανείου, ποσού 44.020,54 ευρώ, για την ανέγερση πρώτης κατοικίας.
Το επιτόκιο του δανείου συμφωνήθηκε σε 7,50% ετησίως και η εξόφληση ορίστηκε να γίνει σε 60 ίσες εξαμηνιαίες τοκοχρεολυτικές δόσεις ποσού 1.854,44 ευρώ η κάθε μία, που θα καταβάλλονταν στις 30 Ιουνίου και στις 31 Δεκεμβρίου κάθε έτους. Η δε περίοδος της τοκοχρεολυτικής εξόφλησης του δανείου άρχιζε την 1.7.1999, οπότε και άρχιζε να ισχύει η μηνιαία παρακράτηση από τις εκχωρούμενες αποδοχές του τρίτου ενάγοντος ποσού 309,08 ευρώ.
Η καταβολή του δανείου σε καθένα από τους ενάγοντες συμφωνήθηκε να γίνει βάσει της παραγράφου 8 εδάφ. β και των τριών συμβάσεων που όριζε: Ο δανειστής (εναγόμενο) κατέβαλε σήμερα (ημέρα καταρτίσεως της κάθε σύμβασης) το συνολικό ποσό του δανείου, ο δε οφειλέτης (καθένας από τους ενάγοντες) δηλώνει ότι το αφήνει στο δανειστή, σε άτοκο λογαριασμό, στο όνομα ενός εκάστου για το αντίστοιχο ποσό που χορηγείται στον καθένα από αυτούς.
Ο δανειστής αποδέχεται την κατάθεση αυτή και δηλώνει ότι θα καταβάλει το ποσό του δανείου στους οφειλέτες ως εξής: Ι. ποσοστό τριάντα τοις εκατό για προκαταβολή, με την υπογραφή της σύμβασης και υπό τον όρο ότι ασφαλίζεται από την αξία του ακινήτου και
ΙΙ. Τα υπόλοιπα εβδομήντα εκατοστά με την προσκόμιση πιστοποίησης περί των εργασιών που έχουν γίνει και της αξίας αυτών, που Θα συντάξει μηχανικός από αυτούς που έχει διορίσει το Δ.Σ. του δανειστή ή μηχανικός της Δ.Τ.Υ. ή της πολεοδομίας του Νομού αρμόδια θεωρημένη. Για την κάλυψη της προκαταβολής, θα αφαιρείται από το ποσό κάθε πληρωμής ποσοστό 30% ή και παραπάνω.
Για το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί από κάθε καταβολή μέχρι την ημερομηνία που αρχίζει η περίοδος της τοκοχρεολυτικής δόσης ο οφειλέτης υποχρεούται να καταβάλει ή ο δανειστής δικαιούται να παρακρατεί υπέρ αυτού τον απλό καθαρό τόκο που αναλογεί στο ποσό της καταβολής με ετήσιο επιτόκιο το ίδιο του δανείου, μετά την αφαίρεση του προεξοφλήματος του τόκου.
Σύμφωνα με τα παραπάνω, τα ποσά των δανείων καταβλήθηκαν στους ενάγοντες ως εξής και συγκεκριμένα α) στον πρώτο ενάγοντα στις 5.6.2001 ποσό 8.950,84 ευρώ, στις 9.8.2001 ποσό 19.075,57 ευρώ, την 1.10.2001 ποσό 15.113,72 ευρώ, στις 20.1 1.2001 ποσό 10.711,67 ευρώ, στις 19.2.2002 ποσό 12.970 ευρώ και στις 22.4.2002 ποσό 21.219,29 ευρώ, β) στον δεύτερο ενάγοντα στις 18.12.2002 ποσό 22.800 ευρώ, στις 24.6.2003 ποσό 11.700 ευρώ, στις 25.7.2003 ποσό 27.000 και στις 23.12.2003 ποσό 14.500 ευρώ, και γ) στον τρίτο ενάγοντα στις 15.6.1999 ποσό 12.179,02 ευρώ, στις 11.10.1999 ποσό 9.684,52 ευρώ, στις 14.3.2000 ποσό 8.950,84 ευρώ και στις 17.5.2000 ποσό 13.206,16 ευρώ.
Το εναγόμενο δε σε εφαρμογή της παραπάνω αναφερόμενης παραγράφου 8 των συμβάσεων αξίωσε και έλαβε από τον κάθε ενάγοντα τόκους από την ημέρα καταρτίσεως της αντίστοιχης συμβάσεως μέχρι την ημέρα καταβολής των παραπάνω επί μέρους ποσών των δανείων για ποσά του δανείου, τα οποία δεν είχαν εκταμιευθεί και συνεπώς δεν είχαν καταβληθεί στους ενάγοντες αλλά παρέμεναν στον προβλεπόμενο από τη σύμβαση άτοκο λογαριασμό, που τηρούσε το εναγόμενο για κάθε ενάγοντα.
Συγκεκριμένα, ο πρώτος ενάγων, του οποίου η σύμβαση καταρτίστηκε στις 21.52001 με ετήσιο επιτόκιο 5,75%, κατέβαλε τα ακόλουθα ποσά τόκων για κεφάλαιο πού δεν του είχε χορηγηθεί, ήτοι Α] για κεφάλαιο 19.075,57 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 21.5.2001 έως 9.8.2001 οπότε έγινε η καταβολή, κατέβαλε τόκους 237,64 ευρώ, Β] για κεφάλαιο 15.113,72 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 21.5.2001 έως 1.10.2001 οπότε έγινε η καταβολή, κατέβαλε τόκους 313,82 ευρώ, Γ] για κεφάλαιο 10.711,67 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 21.5.2001 έως 20.11.2001 οπότε έγινε η καταβολή, κατέβαλε τόκους 306,25 ευρώ, Δ] για κεφάλαιο 12.970 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 21.5.2001 έως 19.2.2002 οπότε έγινε η καταβολή, κατέβαλε τόκους 555,18 ευρώ και Ε] για κεφάλαιο 21.219,29 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 21.5.2001 μέχρι 22.4.2002 οπότε έγινε η καταβολή, κατέβαλε τόκους 1.118,43 ευρώ και συνολικά κατέβαλε τόκους για κεφάλαιο που δεν του είχε καταβληθεί ύψους 2.531,32 ευρώ.
Ο δεύτερος ενάγων, του οποίου η σύμβαση καταρτίστηκε στις 6.12.2002 με ετήσιο επιτόκιο 5,20 %, κατέβαλε τα ακόλουθα ποσά τόκων για κεφάλαιο που δεν του είχε χορηγηθεί, ήτοι Α] για κεφάλαιο 11.700 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 6.12.2002 μέχρι 24.6.2003 οπότε έγινε η καταβολή, κατέβαλε τόκους 332,93 ευρώ, Β] για κεφάλαιο 27.000 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 6.12.2002 μέχρι 25.7.2003 οπότε έγινε η καταβολή, κατέβαλε τόκους 889,20 ευρώ, Γ] για κεφάλαιο 4.500 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 6.12.2002 μέχρι 23.12.2003 οπότε έγινε η καταβολή, κατέβαλε τόκους 787,51 ευρώ και συνολικά κατέβαλε τόκους για κεφάλαιο που δεν του είχε καταβληθεί ύψους 2.009,64 ευρώ.
Ο τρίτος ενάγων, του οποίου η σύμβαση καταρτίστηκε στις 7.5.1999 με ετήσιο επιτόκιο 7,50%, κατέβαλε τα ακόλουθα ποσά τόκων για κεφάλαιο που δεν του είχε χορηγηθεί, ήτοι Α] για κεφάλαιο 9.684,52 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 7.5.1999 μέχρι 11.10.1999 οπότε έγινε η καταβολή, κατέβαλε τόκους 369,22 ευρώ, Β] για κεφάλαιο 8.950,84 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 7.5.1999 μέχρι 14.3.2000 οπότε έγινε η καταβολή, κατέβαλε τόκος 570,61 ευρώ και Γ] για κεφάλαιο 13.206,16 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 7.5.1999 μέχρι 17.5.2000 οπότε έγινε η καταβολή, κατέβαλε τόκους 1.017,98 ευρώ και συνολικά κατέβαλε" τόκους για κεφάλαιο που δεν του είχε καταβληθεί ύψους 1.957,81 ευρώ.
Τόσο το ύψος των προαναφερόμενων ποσών όσο και η καταβολή τους δεν αμφισβητείται από το εναγόμενο. Περαιτέρω, η παράγραφος 8 των παραπάνω συμβάσεων κατά την οποία ο δανειστής κατέβαλε σήμερα στον οφειλέτη το συνολικό ποσό του δανείου, ο δε οφειλέτης δηλώνει ότι το αφήνει στο δανειστή, σε άτοκο λογαριασμό, στο όνομα ενός εκάστου για το αντίστοιχο ποσό που χορηγείται στον καθένα από αυτούς, ο δανειστής αποδέχεται την κατάθεση αυτή και δηλώνει ότι θα καταβάλει το ποσό του δανείου, έχει διατυπωθεί εκ των προτέρων από το εναγόμενο για απροσδιόριστο αριθμό μελλοντικών συμβάσεων τοκοχρεολυτικών, στεγαστικών δανείων και επομένως αποτελεί γενικό όρο συναλλαγών.
Το γεγονός αυτό αποδεικνύεται από το ότι ο σχετικός όρος περιλαμβάνεται στο έντυπο τμήμα των προσκομιζομένων συμβάσεων, συνεπώς δεν αποτελεί αντικείμενο διαπραγματεύσεων. Ο γενικός αυτός όρος συναλλαγών είναι άκυρος ως καταχρηστικός κατ' άρθρο 6 παρ. 2 του ν. 2251/1994, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, καθόσον διαταράσσει την ισορροπία των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή.
Με τον όρο αυτό οι δανειολήπτες υποχρεούνται να καταβάλουν τίμημα (τόκο) για υπηρεσία (προϊόν δανείου) που δεν τους έχει παρασχεθεί. Ειδικότερα, ο όρος αυτός ορίζει πλασματική εκταμίευση του δανείου (το προϊόν του οποίου στην πραγματικότητα παραμένει στη διάθεση του εναγόμενου) απλά και μόνο για να ενεργοποιηθούν οι υποχρεώσεις του δανειολήπτη, δηλαδή η καταβολή τόκων, χωρίς μάλιστα να μεριμνά για τον περιορισμό της επιβάρυνσης του δανειολήπτη με το συνυπολογισμό του οφέλους, που έχει το εναγόμενο από την κατοχή του προϊόντος του δανείου.
Το όφελος συνίσταται αφενός στο ότι α) το ποσό τον δανείου παραμένει στο δανειστή, σε λογαριασμό του οφειλέτη, ο οποίος, ωστόσο, είναι άτοκος και β) στην ουσία τοκίζονται για δεύτερη φορά τα καταβαλλόμενα ποσά του δανείου, δοθέντος ότι σε κάθε μία από τις προαναφερόμενες συμβάσεις έχει ορισθεί περίοδος τοκοχρεωλυτικής εξόφλησης του δανείου, ήτοι έχει ήδη υπολογισθεί ο τόκος και έχει συμπεριληφθεί στις ίσες εξαμηνιαίες τοκοχρεολυτικές δόσεις.
Και ενώ στον ίδιο όρο προβλέπεται ότι για το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί από κάθε καταβολή μέχρι την ημερομηνία που αρχίζει η περίοδος της τοκοχρεωλυτικής δόσης ο οφειλέτης της υποχρεούται να καταβάλει ή ο δανειστής δικαιούται να παρακρατεί υπέρ αυτού τον απλό καθαρό τόκο που αναλογεί στο ποσό της καταβολής με ετήσιο επιτόκιο το ίδιο του δανείου, μετά την αφαίρεση του προεξοφλήματος του τόκου, το εναγόμενο έλαβε τόκους για καταβολές δανειακών ποσών που έγιναν μετά την ημερομηνία που αρχίζει η περίοδος της τοκοχρεωλυτικής δόσης.
Συγκεκριμένα, ενώ συμφωνήθηκε η τοκοχρεολυτική εξόφληση του δανείου να αρχίσει την 1.7.2001 για τον πρώτο ενάγοντα, την 1.1.2003 για το δεύτερο ενάγοντα και την 1.7.1999 για τον τρίτο ενάγοντα, οι καταβληθέντες τόκοι δεν υπολογίστηκαν επί του χρονικού διαστήματος που μεσολαβεί από κάθε καταβολή μέχρι τις προαναφερόμενες ημερομηνίες αλλά για μεταγενέστερες καταβολές από αυτές, ήτοι για αυτές που έλαβαν χώρα στις 9.8.2001, 1.10.2001, 20.11,2001, 19.2.2002 και 22.4.2002 αναφορικά με τον πρώτο ενάγοντα, στις 24.6.2003, 25.7.2003 και 23.12.003 αναφορικά με τον δεύτερο ενάγοντα και στις 11.10.1999, 14.3.2000 και 17.5.2000 αναφορικά με τον τρίτο ενάγοντα.
Η καταχρηστικότητα του παραπάνω όρου λόγω διαταράξεως της ισορροπίας υποχρεώσεων και δικαιωμάτων μεταξύ των συμβαλλομένων ενισχύεται αν ληφθεί υπόψη η φύση του παρεχόμενου με τη συγκεκριμένη σύμβαση αγαθού, δηλαδή αν ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι μεταξύ των σκοπών του εναγομένου που είναι Ν.Π.Δ.Δ εποπτευόμενο από τον Υπουργό Οικονομικών και ειδικότερα χρηματοπιστωτικός και διαχειριστικός οργανισμός με κοινωνικό χαρακτήρα, περιλαμβάνεται η στήριξη της στεγαστικής πολιτικής του Κράτους με τη χορήγηση χαμηλότοκων δανείων για απόκτηση, ανέγερση και επισκευή πρώτης κατοικίας σε υπαλλήλους ή συνταξιούχους τον Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ.
και των Οργανισμών Κοινής Ωφέλειας. Ο ισχυρισμός του εναγόμενου ότι ο παραπάνω όρος δεν είναι καταχρηστικός αλλά προστατεύει τον σκοπό του δανείου, που είναι η απόκτηση πρώτης κατοικίας και αποκλείει τη δυνατότητα χρησιμοποίησης του προϊόντος του δανείου για άλλους σκοπούς δικαιολογεί μόνο την τμηματική καταβολή του δανείου και όχι την καταβολή από τους ενάγοντες τόκων για το τμήμα του προϊόντος του δανείου, που δεν έχει καταβληθεί.
Σε καμία δε περίπτωση, η εξάρτηση της εκταμίευσης του υπόλοιπου τμήματος του 70%ο του δανείου από τον δανειολήπτη και όχι από τον δανειοδότη, καθόσον αυτό θα εκταμιευθεί με την προσκόμιση πιστοποίησης του αρμόδιου μηχανικού για τις πραγματοποιηθείσες εργασίες, δεν συνεπάγεται και την υποχρέωση του δανειολήπτη να καταβάλει τόκους για μη καταβεβλημένα ποσά δανείου.
Πέρα των παραπάνω όμως, ο σχετικός όρος των επιδίκων συμβάσεων είναι άκυρος ως καταχρηστικός και για τον πρόσθετο λόγο ότι δεν τηρεί την αρχή της διαφάνειας, που πρέπει να διέπει, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, τους γενικούς όρους συναλλαγών. Και αυτά γιατί με το να καθορίζει υποχρέωση των εναγόντων-δανειοληπτών να καταβάλουν τόκους για προϊόν του δανείου, το οποίο δεν τους έχει καταβληθεί, μεταβάλλει κατά τρόπο ανεπίτρεπτο και αδιαφανή το επιτόκιο του δανείου, με αποτέλεσμα οι δανειολήπτες να μη γνωρίζουν κατά τρόπο ορισμένο, ορθό και σαφή, όπως απαιτεί ο νόμος το επιτόκιο, με το οποίο τελικά έχουν δανειστεί, δεδομένου ότι στην ουσία τοκίζονται για δεύτερη φορά τα καταβαλλόμενα ποσά του δανείου.
Με βάση αυτά το ανωτέρω Δικαστήριο απέρριψε ως αβάσιμη την έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος κατά της εκκληθείσας υπ' αριθ. 1376/2006 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, η οποία είχε κρίνει όμοια και είχε δεχθεί κατά ένα μέρος την αγωγή των εναγόντων και υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει στους ενάγοντες κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού τα ποσά των τόκων που είχαν καταβάλει σ' αυτό με βάση τον ως άνω όρο 8 της συμβάσεως ο οποίος κρίθηκε άκυρος ως καταχρηστικός.
Έτσι που έκρινε το εν λόγω Δικαστήριο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις του άρθρου 2 του ν. 2551/ 1994 που εφάρμοσε. Και τούτο ειδικότερα διότι με βάση τα ως άνω δεκτά γενόμενα ο προαναφερθείς όρος της σύμβασης που συνιστά γενικό όρο των συναλλαγών είναι άκυρος ως καταχρηστικός κατά τη προαναφερθείσα διάταξη καθόσον με τη διαλαμβανόμενη σ' αυτόν ρύθμιση διαταράσσεται σημαντικά η ισορροπία των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή αφού με βάση τον ορό αυτό υποχρεώνονται οι δανειολήπτες να καταβάλλουν τίμημα (τόκο) για υπηρεσία (προϊόν δανείου) που δεν έχει ακόμη και πράγματι παρασχεθεί σ' αυτούς και επί πλέον τοκίζεται για δεύτερη φορά το ποσό του δανείου αφού τόκος έχει ήδη υπολογισθεί και συμπεριληφθεί στις καταβλητέες τοκοχρεωλυτικές δόσεις.
Συνεπώς, ο μοναδικός λόγος της αναίρεσης από το αριθ. 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ. κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο υποστηρίζονται τ' αντίθετα είναι αβάσιμος.
Αν η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει δύο ή περισσότερες αιτιολογίες, η κάθε μία των οποίων στηρίζει αυτοτελώς την κρίση της και με την αναίρεση δεν πλήσσεται καθόλου ή δεν πλήσσεται επιτυχώς η μία από τις αιτιολογίες αυτές, ο λόγος αναιρέσεως, που αφορά άλλη αιτιολογία, απορρίπτεται ως αλυσιτελής. Κατ' ακολουθίαν ο ίδιος λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του είναι απαράδεκτος ως αλυσιτελής, διότι το διατακτικό της απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς στην ως άνω αιτιολογία η οποία δεν πλήττεται επιτυχώς, οι δε αιτιάσεις που προβάλλονται με τον εξεταζόμενο λόγο αφορούν την επάλληλη αιτιολογία της απόφασης περί του ότι ο ίδιος ως άνω όρος είναι καταχρηστικός ως παραβιάζων την αρχή της διαφάνειας.
Συνεπώς πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων μειωμένα σύμφωνα με το άρθρο 63 παρ. 1 ν. 2214/1994 και 22 ν. 3693/1957.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 15-10-2008 αίτηση του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" για αναίρεση της υπ' αριθ. 2906/2008 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Οκτωβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 10 Ιανουαρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ