Supreme Court dismisses appeal on grounds of contradictory res judicata arguments and procedural errors.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Third Chamber of the Aegean Court of Appeal, ruling the request inadmissible. The appellant argued the lower court failed to consider a prior judgment establishing res judicata regarding property rights, while the appellees contended the appellate court had already examined and rejected this specific argument. The court found the appellant's two main grounds contradictory, as one claimed the court ignored the res judicata argument while the other claimed the court wrongly accepted its non-existence, leading to the dismissal of the appeal.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(8)(b) and 559(16) of the Code of Civil Procedure; Contradictory grounds of appeal regarding the existence of res judicata are inadmissible, with the subsequent ground being examined while the contradictory one is rejected.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 769 / 2023 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 769/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Τσουλό-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ν. Κ. του Δ. και Α., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Καλαβρό, και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Κ. του Δ. και Α. κατοίκου ... 2) Ζ. Π. Ρ., κατοίκου ... υπό την ιδιότητά του ως κυρίως παρεμβαίνοντος στον πρώτο βαθμό, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ηλία-Μιχαήλ Μαρκόπουλο, και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-12-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και την από 12-12-2017 κύρια παρέμβαση του ήδη β' αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Νάξου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 17/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 13/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 11-6-2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 11-6-21 (αρ. κατ. 20/2021) αίτηση, για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 13/2021 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 § 1 Κ.Πολ.Δ), είναι επομένως παραδεκτή (άρθρο 577 § 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).
Η διαδικαστική πορεία της υπόθεσης, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, κατ' επιτρεπτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, έχει ως εξής: Με την από 29-12-2015 αγωγή του στρεφόμενη κατά της ήδη πρώτης των αναιρεσιβλήτων, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων ζήτησε την αναγνώριση της νομής του επί των περιγραφόμενων ακινήτων, ενώ ο ήδη δεύτερος των αναιρεσιβλήτων άσκησε την από 12/12/2017 παρέμβαση του, ζητώντας τα ειδικότερον αιτούμενα με αυτή.
Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Νάξου, συνεδικάζοντας κατά την τακτική διαδικασία, την παρέμβαση, που την χαρακτήρισε ως πρόσθετη, με την αγωγή, με την υπ' αριθ. 17/2019 οριστική απόφαση του, απέρριψε την τελευταία ως αβάσιμη κατ' ουσία. Κατά της πρωτόδικης αυτής απόφασης ο ήδη αναιρεσείων ενάγων, άσκησε την από 16-12-2019 έφεση του, μετά των από 18/9/2020 προσθέτων λόγων, που συνεκδικάσθηκαν από το Τριμελές Εφετείο Αιγαίου, το οποίο με την προαναφερθείσα αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του, απέρριψε τόσον την έφεση, όσον και τους προσθέτους λόγους της.
Παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρ. 339 και. 432 επ. ΚΠολΔ, εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενό του κάτι διαφορετικό από το πραγματικό, δηλαδή, ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο το δικαστήριο ορθώς ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, αφού στην περίπτωση αυτή δεν πρόκειται για διαγνωστικό λάθος, αλλά για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο.
Παραμόρφωση εγγράφου συνιστά και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης. Για να θεμελιώνεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο που φέρεται, ότι παραβιάστηκε κατά το περιεχόμενό του.
Δεν αρκεί, έτσι, ότι το συνεκτίμησε απλώς με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξάρει το περιεχόμενό του σε σχέση με το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε και το οποίο, εξάλλου, θα πρέπει να είναι επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αναφορικά με πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 2/2008, 1/1999, ΑΠ 1627/2010).
Με τον πρώτο λόγο, κατά το πρώτο σκέλος του, ο αναιρεσείων αιτιάται το Εφετείο για πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υποστηρίζοντας, ειδικότερα, ότι με την προσβαλλόμενη απόφασή του παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 7/3/2011 επιστολής της πρώτης αναιρεσίβλητης προς αυτόν και της από 27/9/2011 απόδειξης 25.000 (είκοσι πέντε χιλιάδων) ευρώ, κατά το μέρος που αυτά αποτυπώνουν (συνδυαστικά) την άτυπη συμφωνία μεταξύ της πρώτης αναιρεσίβλητης και του ιδίου για παράδοση της νομής επί των επίδικων ακινήτων.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης, κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, επειδή αφενός μεν από την προσβαλλόμενη απόφαση, σαφώς προκύπτει, ότι για να καταλήξει το Εφετείο στην προαναφερόμενη αποδεικτική κρίση του, συνεκτίμησε τα παραπάνω έγγραφα με τις λοιπές αποδείξεις και δεν στηρίχτηκε αποκλειστικά ή προεχόντως στα έγγραφα αυτά, αφετέρου δε διότι εκ του αναιρετηρίου προκύπτει, ότι η αποδιδόμενη στην απόφαση πλημμέλεια συνίσταται όχι σε διαγνωστικό λάθος, αλλά σε (ανέλεγκτο αναιρετικά) σφάλμα εκτίμησης του περιεχομένου του εν λόγω εγγράφου.
Εξάλλου, λόγοι αναιρέσεως αντιφατικοί μεταξύ τους είναι απαράδεκτοι, όπως όταν με τον ένα λόγο προβάλλεται η παραμόρφωση ενός εγγράφου και με τον άλλο η μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο του ίδιου εγγράφου. Σε περίπτωση δε κατά την οποία οι λόγοι αναίρεσης είναι αντιφατικοί, ο δεύτερος από αυτούς απορρίπτεται ως απαράδεκτος, ενώ ο προτασσόμενος αυτού λόγος ερευνάται (ΑΠ 619/2020, 579/2007).
Στην προκείμενη περίπτωση ο ίδιος ως άνω πρώτος λόγος κατά το δεύτερο σκέλος του, από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα παραπάνω έγγραφα, είναι απαράδεκτος και απορριπτέος γιατί είναι αντιφατικός σε σχέση με τον προτασσόμενο πιο πάνω από τον αριθμό 20 του ίδιου άρθρου λόγο αναίρεσης.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ του Κ.Πολ.Δ., αναιρετικός λόγος δημιουργείται αν το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να λάβει υπόψη του, κατά τη διαμόρφωση της αποδεικτικής του κρίσεως, αποδεικτικά μέσα που παραδεκτώς και νομίμως επικαλέσθηκαν οι διάδικοι και τα οποία ήταν χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη πραγματικών γεγονότων με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην απόφασή του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή ότι έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς στην απόφαση να γίνεται ειδική μνεία ως χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά εκτός αν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και, ιδίως, από τις αιτιολογίες, καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων, οπότε είναι ουσιαστικά βάσιμος ο κρίσιμος λόγος αναιρέσεως.
Στην προκείμενη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του, από το άρθρο 559 αριθ. 11γ' του Κ.Πολ.Δ., ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, ότι ενώ αυτός, ως ενάγων, προς θεμελίωση του αγωγικού ισχυρισμού του περί της νομής του επί των επιδίκων, προσκόμισε με επίκληση, όπως κατά λέξη αναφέρει, "την από Αυγούστου 2015 τεχνική έκθεση-προϋπολογισμό εργασιών αναστήλωσης στον Πύργο ...
από την οποία αποδεικνύονται οι εργασίες αποκατάστασης στις οποίες προέβην και το κόστος τους, που ανήλθε σε 141.600 ευρώ, τα οποία και κατέβαλα εγώ ", το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του το έγγραφο αυτό και κατέληξε σε αντίθετο συμπέρασμα, απορρίπτοντας τους αγωγικούς ισχυρισμούς. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, καθόσον στην προσβαλλόμενη απόφασή του το Εφετείο, όπως προκύπτει από την επισκόπησή της, βεβαιώνει ότι, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ως προς τη μερική παραδοχή της αγωγής του αναιρεσιβλήτου, έλαβε υπόψη του και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.
Από τη βεβαίωση αυτή, αλλά και από τις αιτιολογίες της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει, χωρίς καμία αμφιβολία, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του όλα τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο αποδεικτικά έγγραφα. μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνεται και το παραπάνω αναφερόμενο.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε ευθέως κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (ΑΠ 24/2015).
Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ιδρύεται και όταν η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου αφορά τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, γενικούς ή ειδικούς, με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή πληρούνται τα κενά που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βουλήσεως των μερών.
Ειδικότερα παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ, υφίσταται όταν το δικαστήριο της ουσίας: α) παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεση, κενού ή αμφιβολίας για την έννοια της δικαιοπραξίας, παραλείπει να προσφύγει σ` αυτές (ΟλΑΠ 26/2004, ΑΠ 1651/2017, 410/2018), β) εφάρμοσε τους κανόνες των παραπάνω άρθρων, ενώ δεν έπρεπε, διότι δέχθηκε ανελέγκτως ότι η δικαιοπραξία είναι σαφής και πλήρης (ΑΠ 397/2011, 1518/2009, 1210/2008), γ) διαπίστωσε ανελέγκτως, ρητώς ή εμμέσως, έστω και χωρίς ειδική αιτιολογία, ότι υπάρχει κενό ή αμφίβολη έννοια στη δικαιοπραξία και προσέφυγε (ορθώς) στους ερμηνευτικούς κανόνες, προέβη όμως σε εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τους, διότι το ερμηνευτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε, δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 617/2019, 1360/2017, 1763/2011).
Περαιτέρω κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της.
Ως ζητήματα των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο. Στην προκείμενη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το Εφετείο, δέχθηκε, μετ' ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει της υπ' αριθμόν ...
συμβολαιογραφικής πράξης σύστασης προικός του συμβολαιογράφου Νάξου, Στυλιανού Βλησίδη, που έχει νόμιμα μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Νάξου, στον τόμο … και με αριθμό …, η εναγομένη απέκτησε από τη μητέρα της, Α. σύζυγο Δ. Κ., το γένος Δ…, την κυριότητα, νομή και κατοχή μίας παλαιάς ανωγαιοϊσόγειας οικίας, κείμενης στη συνοικία "..." της πόλεως του Δήμου…..
Επίσης, δυνάμει της υπ' αριθμόν ... συμβολαιογραφικής πράξης γονικής παροχής του συμβολαιογράφου Νάξου, Στυλιανού Βλησίδη, που έχει νόμιμα μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Νάξου, στο τόμο … και με αριθμό …, η εναγομένη απέκτησε από τη μητέρα της, την κυριότητα, νομή και κατοχή ενός οικοπέδου, που βρίσκεται στη θέση ...
της περιοχής ... της πόλεως του Δήμου …., εκτάσεως 190 τμ, μέσα στο οποίο υπήρχε παλαιά ερειπωμένη, ασκεπής οικία εμβαδού 40 τμ και το οποίο συνορεύει με την προπεριγραφείσα οικία. Από το έτος 1999 η εναγομένη , η οποία εκείνο το χρονικό διάστημα ήταν κάτοικος Ρώμης Ιταλίας, λειτουργούσε επ' ονόματί της επιχείρηση, με κύριο αντικείμενο το λιανικό εμπόριο διαφόρων τουριστικών και λοιπών παρόμοιων ειδών λαϊκής τέχνης και δευτερεύον αντικείμενο υπηρεσίες επίδειξης καλλιτεχνικών ή αρχαιολογικών συλλόγων (βλ.
σχετικώς τη με αριθμό 181/31-7-2014 βεβαίωση διακοπής εργασιών φυσικού προσώπου επιτηδευματία της ΔΟΥ Νάξου, που προσκομίζεται μετ' επικλήσεως από την εναγομένη). Τη διαχείριση της επιχείρησης αυτής είχε αναλάβει ο ενάγων, ο οποίος τυγχάνει αδελφός της, καθόσον η ίδια, ως προειπώθηκε, ήταν κάτοικος ... και καθότι τόσο ο ίδιος, όσο και η εναγομένη είχαν ανάγκη χρημάτων κατά τον επίδικο χρόνο, ως προκύπτει από τη μεταξύ τους προσκομιζόμενη αλληλογραφία, αλλά και τα εμπράγματα βάρη επί των ακινήτων του ενάγοντα, οπότε η κατά αυτό τον τρόπο εκμετάλλευση των επιδίκων ακινήτων της εναγομένης, ήταν μία πολλά υποσχόμενη εμπορική δραστηριότητα.
Ενισχυτικό της άποψης ότι ο ενάγων ενεργούσε ως αντιπρόσωπος και για λογαριασμό της εναγομένης, επ' ονόματι της οποίας λειτουργούσε η επιχείρηση που είχαν δημιουργήσει στα ακίνητα της τελευταίας, προκύπτει, εκτός από τα φορολογικά έγγραφα, επιπλέον και από το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο από τον ενάγοντα από 28/3/2001 δημοσιευμένο άρθρο στο έντυπο "...", όπου χαρακτηριστικά αναφέρεται "Πριν δύο χρόνια ο Ν.
Κ. (ενάγων) έβαζε ένα στοίχημα με την αδερφή του και με τον εαυτό του, ότι μέσα σε δύο χρόνια θα μπορέσει στο αρχοντικό αυτό να λειτουργήσει ένα επιτυχημένο μουσείο, ένα Ενετικό Μουσείο". Στη συνέχεια συνεντευξιαζόμενος ο ενάγων αναφέρει ότι "...Η μητέρα μου δεν ήθελε να γίνει μουσείο το σπίτι στο οποίο ζούσε.
Αργότερα, όταν πέθανε πρότινος, τέθηκε θέμα της πώλησης του σπιτιού από την αδερφή μου στην οποία ανήκει τώρα. Δεν άντεχα στην ιδέα αυτός ο ιστορικός χώρος, τα οικογενειακά κειμήλια να πουληθεί, να μείνει κλειστός να μην μπορώ πια ούτε να τον επισκεφθώ, όσα χρήματα και αν μας πρόσφεραν, που τότε είχαν φθάσει άνω του 1,5 εκατομμυρίων δολαρίων.
Η αδερφή μου, μου έδωσε περιθώριο δύο χρόνια για να αποδείξω ότι μπορώ να λειτουργήσω με επιτυχία ένα μουσείο στο χώρο, κι έβαλα στοίχημα με τον εαυτό μου ότι θα το πετύχω". Ήτοι, στη συνέντευξη αυτή το έτος 2001, ο ενάγων εκθέτει ότι τα ακίνητα ανήκουν στην αδερφή του-εναγομένη και ότι η τελευταία του έδωσε την ευκαιρία να αποδείξει εντός διετίας ότι μπορεί εκεί να λειτουργήσει μία επιτυχημένη επιχείρηση μουσείου.
Έτσι, ο ενάγων κατείχε τα ακίνητα αυτά στο όνομα και για λογαριασμό της εναγομένης, ως αντιπρόσωπος αυτής στην εκμετάλλευση και λειτουργία του Μουσείου, με τις όποιες μεταξύ τους συμφωνίες για τη μεταξύ τους διανομή των κερδών και τη καταβολή δαπανών για τη συντήρηση και διατήρηση κατάλληλου του κτιρίου για αυτή τη χρήση, οι οποίες συμφωνίες δεν ενδιαφέρει να ερευνηθούν στην παρούσα ένδικη υπόθεση.
Καθ' όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα και μέχρι το έτος 2014, η εναγομένη δήλωνε τα ακίνητα αυτά ως περιουσιακά της στοιχεία στην αρμόδια ΔΟΥ και πλήρωνε για αυτά φόρους. Περαιτέρω, στις 7/8/2014, μεταξύ της εναγομένης και της θυγατέρας του ενάγοντος, Π. Β. Κ., συνήφθη ιδιωτικό συμφωνητικό επαγγελματικής μίσθωσης, με το οποίο η εναγόμενη, ως εκμισθώτρια, εκμίσθωσε στη κόρη του ενάγοντος τα προπεριγραφέντα ακίνητα, ήτοι την οικία και το όμορο αυτής οικόπεδο.
Η διάρκεια της ανωτέρω μίσθωσης ορίσθηκε πεντάμηνη, ήτοι από 7/8/2014 έως 6/1/2015 και το μηνιαίο μίσθωμα στο ποσό των 800 ευρώ (όροι 1 και 3 του προμνημονευθέντος ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης). Η ανωτέρω σύμβαση μίσθωσης υποβλήθηκε στη Γενική Γραμματεία Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών (βλ. σχετικώς το από 7/8/2014 ιδιωτικό συμφωνητικό επαγγελματικής μίσθωσης και την από 24/10/2016 απόδειξη υποβολής δήλωσης πληροφοριακών στοιχείων μίσθωσης ακίνητης περιουσίας που η εναγομένη νόμιμα επικαλείται και προσκομίζει).
Σύμφωνα δε με το ανωτέρω ιδιωτικό συμφωνητικό, το μίσθιο θα χρησιμοποιούνταν, ως χώρος καλλιτεχνικών εκδηλώσεων, χώρος επίδειξης καλλιτεχνικών συλλόγων και κατάστημα πώλησης τουριστικών και άλλων ειδών, καφετέρια, μπαρ ή άλλη παρεμφερής εκμετάλλευση (βλ. όρο 4Α του προαναφερθέντος ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης).
Εν συνεχεία, η εναγομένη άσκησε κατά της θυγατέρας του ενάγοντος-μισθώτριας την από 10/9/2015 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 489/2015 αγωγή απόδοσης της χρήσης των επιδίκων ακινήτων.Σχετικώς εξεδόθη η υπ'αριθμ. 18/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Νάξου, που έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή αυτή και υποχρέωσε την Π.
Β. Κ. και κάθε τρίτο που έλκει δικαίωμα από αυτήν να αποδώσει στην εναγομένη, Ε. Κ., τη χρήση των ανωτέρω μισθίων ακινήτων. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε έφεση από τη μισθώτρια, Π. Β. Κ., επί της οποίας εξεδόθη η υπ' αριθμ. 140/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση. Από τα παραπάνω επίσης προκύπτει ότι νομέας των επιδίκων ακινήτων ήταν η εναγομένη, η οποία αρχικώς είχε παραχωρήσει την κατοχή στον ενάγοντα, προκειμένου για λογαριασμό της και επ' ονόματί της, σύμφωνα με τις μεταξύ τους ειδικότερες συμφωνίες, να λειτουργεί και να εκμεταλλεύεται την επιχείρηση του Μουσείου, και εν συνεχεία, τα είχε εκμισθώσει στη θυγατέρα αυτού.
Ήτοι, ο ενάγων και η θυγατέρα του είχαν μόνο την κατοχή των επιδίκων ακινήτων, ήτοι τη φυσική εξουσίαση επί αυτών, βάσει ενοχικής σχέσης, που τους συνέδεε, κατά περίπτωση, έκαστο εξ αυτών με την εναγομένη. Αντίθετα, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι τη νομή των επίδικων ακινήτων την είχε ο ενάγων και μάλιστα ότι την είχε αποκτήσει με παράγωγο τρόπο, ήτοι με μεταβίβαση αυτής από την εναγομένη.
Συγκεκριμένα, αποδείχθηκε ότι μεταξύ των διαδίκων αυτών είχαν γίνει συζητήσεις μεν για την τυχόν μεταβίβαση των ακινήτων αυτών στον ενάγοντα, πλην, όμως, οι συζητήσεις αυτές και οι επιμέρους κατά περιόδους συμφωνίες, ποτέ δεν κατέληξαν τελικά στη μεταξύ τους σύναψη της συμβολαιογραφικής σύμβασης μεταβίβασης των ακινήτων.
Το γεγονός, δε, το οποίο επικαλείται ο ενάγων ότι στα πλαίσια της συμφωνίας αυτής, ο ίδιος είχε καταβάλει στην εναγομένη χρηματικά ποσά, ουδόλως αναιρεί την ως άνω κρίση του δικαστηρίου, καθότι, ανεξάρτητα των καταβολών αυτών, οι οποίες, ενδεχομένως, να δημιουργούν αξίωση του ενάγοντα σε βάρος της εναγομένης, στηριζόμενη σε άλλη νομική βάση, τούτο, ουδόλως, συνεπάγεται ή αποδεικνύει τη μεταβίβαση της νομής των ακινήτων από την εναγομένη στον ενάγοντα.
Αντίθετα , από τα παραπάνω αποδεικνύεται ότι ο ενάγων στα πλαίσια της συνεργασίας του με την εναγομένη για την εκμετάλλευση των ακινήτων κυριότητας της τελευταίας, είχε την κατοχή αυτών και μάλιστα όταν το έτος 2014, η εναγομένη προέβη σε διακοπή της επιχειρηματικής αυτής δραστηριότητας, που ασκείτο επ' ονόματί της, ο ενάγων θέλοντας να συνεχίσει για μικρό επιπλέον χρονικό διάστημα τη δραστηριότητα αυτή, ζήτησε από την εναγομένη να εκμισθώσει τα ακίνητα αυτά, για τη συνέχιση της μέχρι τότε επιχειρηματικής του δραστηριότητας, στη θυγατέρα του, Β.
Κ. Αν στην πραγματικότητα ο ενάγων είχε τη νομή των ακινήτων αυτών, τότε την εκμίσθωση αυτών θα έκανε ο ίδιος και όχι η εναγομένη. Αντίθετα, όλα τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίζει και επικαλείται ο ενάγων, προς απόδειξη του ισχυρισμού του, ότι, δηλαδή, είχε μεταβιβασθεί σε αυτόν η νομή των ακινήτων, στα πλαίσια της επικείμενης πώλησης αυτών στον ίδιο από την εναγομένη, ουδόλως αποδεικνύουν τα διισχυριζόμενα από αυτόν, αλλά, μόνον, υποσχετικές της πώλησης συμφωνίες, οι οποίες, μάλιστα, είτε συνάγονται έμμεσα (ως από τη μεταξύ της εναγομένης και του έτερου αδερφού τους, Α.
Κ., αλληλογραφία) είτε άμεσα (ως από την από 27/9/2011 απόδειξη καταβολής δόσεως 25.000 ευρώ), χωρίς, όμως, ποτέ η υποσχετική αυτή συμφωνία να περιέλθει τον απαιτούμενο νομότυπο τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου και να καταλήξει στη σύναψη της τελικής εμπράγματης σύμβασης, καθότι ο ενάγων, ως και ο ίδιος συνομολογεί, δεν προέβη σε εξόφληση του τελικά μεταξύ τους συμφωνηθέντος τιμήματος.
Μόνη, δε, η υπόσχεση πώλησης των ακινήτων δεν συνεπάγεται μεταβίβαση της νομής αυτών. Επίσης, το γεγονός ότι ο ενάγων, στα πλαίσια της λειτουργίας και εκμετάλλευσης του Μουσείου προέβη σε διαδικαστικές πράξεις ενώπιον των Αρχών ( βλ. από 9/1/2004 αίτηση προς το Υπουργείο Πολιτισμού), δεν αποδεικνύει τη μεταβίβαση σε αυτόν της νομής των ακινήτων, επί των οποίων στεγάζονταν το Μουσείο, καθότι, ως προεκτέθηκε, αυτό λειτουργούσε επ' ονόματι της αδερφής του-πρώτης εναγομένης και ο ενάγων ενεργούσε ως αντιπρόσωπος αυτής, δυνάμει μεταξύ τους ιδιαίτερης ενοχικής σχέσης.
Αντίθετα, εξάλλου, με τους ισχυρισμούς του ενάγοντα, ο ίδιος στην από 23/7/2015 (αριθμ. καταθ. 392/2015) αίτησή του, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Νάξου, με την οποία αιτείτο τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων της συντηρητικής κατάσχεσης, άλλως της εγγραφής προσημείωσης υποθήκης σε βάρος της κινητής και ακίνητης περιουσίας της εναγόμενης, προς εξασφάλιση της σε βάρος της απαίτησής του από την καταβολή σε αυτήν προκαταβολών έναντι του τιμήματος για την αγοραπωλησία των ένδικων ακινήτων, τα οποία τελικά η εναγόμενη δεν του μεταβίβασε, αναγνωρίζει και αποκαλεί αυτήν δια του δικογράφου του αυτού, κυρία, νομέα και κάτοχο των ακινήτων αυτών.
Τέλος, με την υπ' αριθμ. 18/2016 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Νάξου, υποχρεώθηκε η θυγατέρα του ενάγοντα Β. Κ. να παραδώσει στη νυν εναγομένη τα επίδικα ακίνητα, λόγω λήξης της μεταξύ τους συναφθείσας σύμβασης μίσθωσης. Παράλληλα, με την απόφαση αυτή, η οποία έχει καταστεί τελεσίδικη, ως προειπώθηκε, απορρίφθηκε το αίτημα της εκεί ενάγουσας εκμισθώτριας και ήδη εναγομένης, για καταβολή σε αυτήν των καθυστερούμενων μισθωμάτων, με την αιτιολογία ότι, ως προκύπτει από το προσκομισθέν από 24/9/2014 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ του νυν ενάγοντος και της εναγομένης, αυτοί συμφώνησαν, μεταξύ άλλων, ο τελευταίος να αναδεχθεί το χρέος της εκεί εναγομένης-μισθώτριας (θυγατέρας του), συνεπώς αυτή απηλλάγη, κατ' άρθρο 471 ΑΚ.
Το έγγραφο αυτό η εναγομένη το έχει προσβάλλει ως πλαστό, προτείνοντας παραδεκτά την ένσταση πλαστότητας αυτού, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ενώ έχει υποβάλει και σχετική μήνυση. Ανεξάρτητα, όμως, από τη γνησιότητα ή μη του εγγράφου αυτού, από το περιεχόμενο αυτού και ιδιαίτερα από την εξ αυτού εξαγόμενη σύμβαση αναδοχής χρέους, την οποία πρότεινε κατ' ένσταση και δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη το Δικαστήριο, με την ως άνω απόφασή του, στα πλαίσια της μισθωτικής διαφοράς, μεταξύ της μισθώτριας θυγατέρας του ενάγοντα και της εκμισθώτριας και ήδη εναγομένης στην παρούσα δίκη, ουδόλως προκύπτει η μεταβίβαση της νομής των επιδίκων ακινήτων στο ενάγοντα από την εναγομένη, με αντιφώνηση της νομής, ως αυτός ισχυρίζεται με το πρόσθετο λόγο εφέσεώς του.
Ούτε, άλλωστε, από τη στερητική αναδοχή χρέους, που συνήφθη μεταξύ των διαδίκων, δύναται να συναχθεί, ότι τα οφειλόμενα από τη θυγατέρα του ενάγοντα μισθώματα, συμψηφίστηκαν με τις οφειλόμενες από αυτόν υπόλοιπες δόσεις τιμήματος για την αγοραπωλησία του ακινήτου και πολύ περισσότερο ότι η όλη αυτή συμφωνία σχετίζεται και αποδεικνύει ότι νομέας των ακινήτων αυτών ήταν ο ενάγων...".
Από το σύνολο των προαναφερόμενων παραδοχών της προσβαλλομένης, προκύπτει ότι το Εφετείο δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ αναφορικά με τις συμφωνίες των διαδίκων σε σχέση με τα επίδικα. Ως εκ τούτου, και παρά τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα από τον αναιρεσείοντα, δεν τίθεται θέμα ούτε ευθείας παραβίασης των διατάξεων των άρθρων 173, 200 ΑΚ, λόγω της εσφαλμένης εφαρμογής τους, αλλά και ούτε βεβαίως εκ πλαγίου παραβίασης τους εξαιτίας ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών για τον ίδιο λόγο.
Κατά συνέπεια, οι σχετικοί δεύτερος (κατά το πρώτο σκέλος του) και τρίτος λόγος αναίρεσης από τους αριθμούς 1α' και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμοι και εντεύθεν απορριπτέοι. Σε κάθε δε περίπτωση τα διαλαμβανόμενα αντίθετα επιχειρήματα του αναιρεσείοντος ως προς τις παραπάνω παραδοχές και το αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το Εφετείο, που κατά τον ίδιο βρίσκονται σε αντίθεση με το αποδεικτικό υλικό, απαραδέκτως προβάλλονται, καθόσον με αυτά πλήττεται αποκλειστικά η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.).
Κατά τη διάταξη του αριθμού 8 περ. β' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΑΠ Ολομ. 11/1996).
Πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν το δικαίωμα που αξιώνεται με την αγωγή, την ανταγωγή, την ένσταση, την αντένσταση ή λόγο έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης, καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή εκ περισσού εκτιθέμενα, ούτε η λήψη υπόψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών απλώς περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις.
Εξ άλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το Δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το Δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 11/1996).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 8 περ. β' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ., συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη ισχυρισμό περί δεδικασμένου, που πρόβαλε ενώπιον του Εφετείου με λόγο εφέσεως ο αναιρεσείων, σύμφωνα με τον οποίο εκ της υπ'αριθμ. 18/2016 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Νάξου, με την οποία έγινε δεκτή αγωγή της πρώτης αναιρεσιβλήτου ως εκμισθώτριας κατά της θυγατέρας του αναιρεσείοντος ως μισθώτριας περί απόδοσης των επιδίκων ως μισθίων, ενώ απορρίφθηκε κατά το περί καταβολής μισθωμάτων αίτημα της, λόγω αναδοχής χρέους από τον αναιρεσείοντα, παρήχθη δεδικασμένο ως προς το θέμα της νομής του τελευταίου επί των επιδίκων.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, εφόσον το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, ερεύνησε τον αμέσως παραπάνω λόγο εφέσεως και τελικά τον απέρριψε ως αβάσιμο και ως ενέχοντα το προαναφερόμενο παράπονο, εκ του πράγματος, αφού προέβη σε έρευνα της ουσίας της υπόθεσης. Τέλος, όπως προαναφέρθηκε, λόγοι αναιρέσεως αντιφατικοί μεταξύ τους είναι απαράδεκτοι, όπως όταν με τον ένα λόγο προβάλλεται η μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο ισχυρισμού περί δεδικασμένου και με τον άλλο ότι το Δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο.
Σε περίπτωση δε κατά την οποία οι λόγοι αναίρεσης είναι αντιφατικοί, ο δεύτερος από αυτούς απορρίπτεται ως απαράδεκτος, ενώ ο προτασσόμενος αυτού λόγος ερευνάται (ΑΠ 619/2020, 579/2007). Στην προκείμενη περίπτωση ο ίδιος ως άνω τέταρτος λόγος κατά το δεύτερο σκέλος του, από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο, είναι απαράδεκτος και απορριπτέος γιατί είναι αντιφατικός σε σχέση με τον προτασσόμενο πιο πάνω από τον αριθμό 8 περ.
β του ίδιου άρθρου λόγο αναίρεσης. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και μη υπάρχοντος άλλου λόγου πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου, λόγω της ήττας του, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 περ. Γ β) εδ. δ του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο άρθρο 1 του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο ένατο άρθρο 1 παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 1.1.2016 ένδικα μέσα).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11-6-21 (αρ. κατ. 20/2021) αίτηση, για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 13/2021 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Μαρτίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 23 Μαΐου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ