Supreme Court dismisses appeal for failure to consider a letter, ruling it insufficient for annulment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to annul the Athens Court of Appeal's decision. The appellant argued the lower court failed to consider a specific letter, but the Court found the appellate court had already evaluated this document alongside other evidence. Consequently, the appeal was rejected as unfounded because the lower court's reasoning was sufficient and the omitted document did not constitute a legal ground for annulment.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559(11)(c) CPolD; Art. 559(8)(b) CPolD; Art. 559(19) CPolD: An appeal based on the failure to consider a specific document is inadmissible if the lower court has already evaluated that document as part of its overall reasoning, and vague or abstract arguments regarding the lack of legal basis are rejected as insufficient.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 579 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 579/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1΄ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ....., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Ευαγγελοδήμο, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: ....., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Χριστόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 21-7-2003 και 7-2-2004 αγωγές του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1448/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 6064/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 17-9-2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Αθανασίου, διάβασε την από 23-1-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Επειδή το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, στην επί της ουσίας της υποθέσεως κρίση του κατέληξε ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, εκτός των μνημονευόμενων ένορκης μαρτυρικής καταθέσεως, ένορκων βεβαιώσεων και χωρίς όρκο εξέτασης του αναιρεσιβλήτου, και όλων των εγγράφων, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση από τους διαδίκους "είτε προς άμεση απόδειξη, είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων".
Από τη βεβαίωση αυτήν και την όλη περαιτέρω σχετική αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του καθίσταται χωρίς οποιαδήποτε αμφιβολία βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και εκτίμησε και το αναφερόμενο στον πρώτο λόγο αναιρέσεως έγγραφο, το οποίο είχε επικαλεστεί και προσκομίσει ο αναιρεσείων, δηλαδή την από 6-1-2003 ιδιόγραφη επιστολή του αναιρεσιβλήτου προς τον αναιρεσείοντα.
Και αυτό μολονότι (το Εφετείο) δεν μνημονεύει και το έγγραφο αυτό στην απόφασή του ειδικώς και δεν το αξιολογεί χωριστά και παρά το ότι, αντιθέτως, στην εν λόγω απόφασή του κάνει ειδική μνεία και αξιολόγηση άλλων αποδεικτικών μέσων, επειδή τους αποδίδει ιδιαίτερη αποδεικτική βαρύτητα ως προς ορισμένα από τα αποδεικτέα πραγματικά περιστατικά.
Επομένως, ο πιο πάνω (πρώτος) λόγος αναιρέσεως κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ΄ ΚΠολΔ, (πρώτο) μέρος του, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση της μη λήψεως υπόψη του αμέσως παραπάνω εγγράφου, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.-
2.- Επειδή αντιφατικοί προς αλλήλους λόγοι αναιρέσεως είναι απαράδεκτοι. Τέτοια αντίφαση υπάρχει και όταν προβάλλεται ότι το δικαστήριο της ουσίας αφενός δεν έλαβε υπόψη με την προσβαλλόμενη απόφασή του κάποιο συγκεκριμένα έγγραφο, δηλαδή προβάλλεται πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περ. γ΄του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και αφετέρου παραμόρφωσε το περιεχόμενο του ίδιου εγγράφου με το να δεχτεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό, δηλαδή προβάλλεται πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (βλ. σχ. ΑΠ 837/2006). Στην προκειμένη περίπτωση, με το υπόλοιπο (δεύτερο) μέρος του πρώτου λόγου αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια, γιατί παραμόρφωσε το περιεχόμενο της ως άνω από 6-1-2003 ιδιόγραφης επιστολής του αναιρεσιβλήτου με το να δεχτεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από όσα διαλαμβάνει η επιστολή αυτή. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, γιατί είναι αντιφατικός έναντι του ίδιου λόγου αναιρέσεως κατά το πρώτο μέρος του, με το οποίο προβάλλεται, όπως ήδη προαναφέρθηκε, η από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ΄ ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια της μη λήψεως υπόψη από το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του του ίδιου αμέσως πιο πάνω εγγράφου.-
3.- Επειδή, κατά τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, την ένσταση ή αντένσταση.
Πάντως δεν αποτελούν "πράγματα", κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως, η επίκληση των αποδεικτικών μέσων και του περιεχομένου των αποδείξεων. Εξάλλου, η δικαστική ομολογία λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και αυτεπαγγέλτως, αλλά, για να δημιουργηθεί κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ΄ ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για μη λήψη υπόψη αυτής, πρέπει να έχει γίνει, σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, επίκλησή της από τον ωφελούμενο διάδικο ενώπιον του δικαστηρίου εκείνου.
Ειδικότερα, κατά την τελευταία αυτή διάταξη (του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ), "είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη".
Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι το καθιερούμενο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους λόγους αναιρέσεως του άρθρου 559 ΚΠολΔ, από δε το συσχετισμό της με τις διατάξεις των άρθρων 566 παρ. 1 και 118 αριθ. 4 του ίδιου Κώδικα προκύπτει ότι, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως, πρέπει να μνημονεύεται στο αναιρετήριο, αν δεν πρόκειται για κάποια από τις πιο πάνω εξαιρετικές περιπτώσεις, ότι ο ισχυρισμός στον οποίο εκείνος στηρίζεται έχει νόμιμα προβληθεί στο δικαστήριο που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση (Ολ.
ΑΠ 43/1990). Στην προκειμένη περίπτωση : Α΄) Με το ένα από τα μέρη του δεύτερου λόγου αναιρέσεως προβάλλεται ότι, παρά το ότι στην ένδικη από 21-7-2003 αγωγή του αναιρεσιβλήτου περιέχεται ομολογία τούτου για το ότι σ΄ αυτόν έχουν καταβληθεί τα επιδόματα (δώρα) των εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, καθώς και τα επιδόματα άδειας, εν τούτοις το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη με την προσβαλλόμενη απόφασή του τη δικαστική αυτήν ομολογία του αναιρεσιβλήτου και έτσι υπέπεσε στις από τους αριθμούς 8 περ.
β΄ και 11 περ. γ΄ του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβλεπόμενες πλημμέλειες. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως κατά το αμέσως πιο πάνω μέρος του πρέπει, σύμφωνα με τα παραπάνω, να απορριφθεί στο σύνολό του. Και δη, ως λόγος από τον αριθμό 8 περ. β΄ του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως απαράδεκτος, γιατί η επίκληση της ως άνω ομολογίας δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως.
Ως λόγος δε από τον αριθμό 11 περ. γ΄ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προεχόντως, ως αόριστος, γιατί δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο και ότι ο αναιρεσείων επικαλέστηκε στο Εφετείο την ως άνω, φερόμενη ως γενόμενη, δικαστική ομολογία του αντιδίκου του. Β΄) Με άλλο από τα μέρη του ίδιου (δεύτερου) λόγου αναιρέσεως προβάλλεται ότι το Εφετείο, με το να μην υπολογίσει "ως καταβληθέντα τα ποσά των δώρων εορτών και επιδόματος αδείας" και με το να μην αφαιρέσει αυτά "από τα φερόμενα ως οφειλόμενα στον αντίδικο, επιδίκασε τελικά περισσότερα από όσα ζητήθηκαν", υποπίπτοντας έτσι στην από το άρθρο 559 αριθ. 9 περ.
β΄ ΚΠολΔ, προβλεπόμενη πλημμέλεια. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 566 παρ. 1 και 118 αριθ. 4 του ΚΠολΔ, να απορριφθεί, προεχόντως, ως αόριστος, γιατί δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ποια είναι εκείνα τα περισσότερα από όσα ζήτησε ο αναιρεσίβλητος, τα οποία επιδίκασε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του.
Γ΄) Με το υπόλοιπο μέρος του ίδιου (δεύτερου) λόγου αναιρέσεως προβάλλεται ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, προβλεπόμενη πλημμέλεια. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 566 παρ. 1 και 118 αριθ. 4 του ΚΠολΔ, να απορριφθεί, προεχόντως, ως αόριστος, γιατί δεν προσδιορίζεται σ΄ αυτόν για ποιον ειδικότερα λόγο η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ειδικότερα αν η έλλειψη αυτή οφείλεται σε ανυπαρξία αιτιολογιών ή σε ύπαρξη αιτιολογιών αντιφατικών ή ανεπαρκών, σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ειδικότερα παρατίθενται αποσπασματικά ορισμένες παραδοχές της αποφάσεως, χωρίς όμως να επισημαίνεται συγκεκριμένο σφάλμα του Εφετείου, που να αφορά αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια των αιτιολογικών σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ακόμη δεν αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά, που θα έπρεπε επιπλέον να παρατίθενται ώστε οι σχετικές αιτιολογίες να είναι επαρκείς.
Υπό την εκδοχή, τέλος, ότι η έλλειψη νόμιμης βάσεως σχετίζεται με την παράλειψη του Εφετείου να λάβει υπόψη την ως άνω, φερόμενη ως γενόμενη, δικαστική ομολογία του αναιρεσιβλήτου, ο λόγος αυτός αναιρέσεως (κατά το από το άρθρο 559 αριθ. 19 μέρος του) πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, γιατί μια τέτοια παράλειψη δεν ιδρύει τον από την τελευταία διάταξη προβλεπόμενο αναιρετικό λόγο.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17-9-2005 αίτηση του .... για αναίρεση της υπ΄ αριθ. 6064/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Φεβρουαρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Μαρτίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ