Supreme Court dismisses appeal on grounds that witness testimony from a party's spouse is inadmissible evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding property ownership disputes. The State argued that the lower court erred by considering an oath sworn by a party's spouse as valid evidence. The court found this error to be merely a clerical reference to a different, properly admitted witness statement rather than a substantive legal flaw. Consequently, the appeal was rejected as unfounded.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 577 of the Code of Civil Procedure; The oath of a party or their legal representative as a witness constitutes inadmissible evidence and cannot be used to substantiate claims.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 762 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 762/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, την 1η Φεβρουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σταυρούλα Θεοδωρακοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. Κ. του Φ. και της Σ., 2) Φ. Κ., συζύγου Δ. Κ., το γένος Μ. και Χ. Τ., 3) Σ. Κ. του Δ. και της Φ., 4)Χ. Κ. του Δ. και της Φ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Πολυξένη-Μαρία Ζιάκα, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-3-2018 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9995/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 352/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 24-9-2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ
Με την κρινομένη από 24.09.2021 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 352/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, και με την οποία απορρίφθηκε η έφεση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της υπ' αριθμ. 9995/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την τελευταία αυτή απόφαση έγινε δεκτή η από 21.03.2018 αγωγή των αναιρεσιβλήτων, με την οποία αυτοί είχαν ζητήσει να αναγνωρισθεί η κυριότητα εκάστου εξ αυτών στις αναφερόμενες οριζόντιες ιδιοκτησίες, που έχουν ανεγερθεί επί οικοπέδου κειμένου εντός του σχεδίου πόλεως του Δήμου Κηφισιάς Π.Ε. Αττικής, επί της οδού ..., εκτάσεως 833,66 τ.μ. και να διαταχθεί η διόρθωση της πρώτης εγγραφής που έχει καταχωρηθεί στα βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Κηφισιάς, όπου φέρεται δικαιούχος το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564§1 και 566§1 του Κ.Πολ.Δ., 11 εδάφ. α' του Kώδικα των νόμων περί δικών του Δημοσίου, που κωδικοποιήθηκε με το κανονιστικό διάταγμα της 26.06/10.07.1944, όπως η διάταξη αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 ν. του 3514/2006, 26 του ν. 4792/2021). Είναι, κατά συνέπεια, παραδεκτή (άρθρο 577§1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577§3 του Κ.Πολ.Δ.).
Με το άρθρο 4§§1, 2 του ν. 3127/2003 "Τροποποίηση και συμπλήρωση των νόμων 2308/1995 και 2664/1998 για την κτηματογράφηση και το εθνικό κτηματολόγιο και άλλες διατάξεις", ορίζονται τα ακόλουθα: "1. Σε ακίνητο που βρίσκεται μέσα σε σχέδιο πόλεως, ή μέσα σε οικισμό που προϋφίσταται του έτους 1923, ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2.000 κατοίκων, που έχει οριοθετηθεί, ο νομέας του θεωρείται κύριος έναντι του Δημοσίου εφόσον α) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, αδιαταράκτως για δέκα (10) έτη το ακίνητο, με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία, υπέρ του ιδίου ή του δικαιοπαρόχου του, που έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 28-2-1945, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη, ή β) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, το ακίνητο αδιαταράκτως για χρονικό διάστημα τριάντα (30) ετών, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη.
Η διάταξη της περίπτωσης β' εφαρμόζεται για ακίνητο εμβαδού μέχρι 2.000 τ.μ. ... . Στο χρόνο νομής που ορίζεται στις περιπτώσεις α' και β' προσμετράται και ο χρόνος νομής των δικαιοπαρόχων που διανύθηκε με τις ίδιες προϋποθέσεις. Σε κακή πίστη βρίσκεται ο νομέας, εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 ΑΚ. 2.
Οι ρυθμίσεις της προηγούμενης παραγράφου δεν ισχύουν για εκτάσεις που στο σχέδιο πόλης ή στους οικισμούς αποτελούν κοινόχρηστους χώρους ή πάρκα και άλση.". Με τις διατάξεις αυτές θεσπίζεται εξαίρεση από τον κανόνα ότι επί δημοσίων κτημάτων νομέας κατά πλάσμα του νόμου είναι το Ελληνικό Δημόσιο και ότι αυτά είναι ανεπίδεκτα κτητικής ή αποσβεστικής παραγραφής, ο οποίος καθιερώνεται από τις διατάξεις του νόμου ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων περί δικαιοστασίου, που εκδόθηκαν με βάση αυτόν από τις 12.09.1915 έως και τις 16.05.1926, και του άρθρου 21 του ν.δ.
της 22.04/16.05.1926 "Περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης κ.λ.π", που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Α.Κ. με το άρθρο 53 του Εισ.Ν.Α.Κ. και επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του α.ν. 1539/1938 "Περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", εκτός εάν η τριακονταετής νομή της έκτακτης χρησικτησίας είχε συμπληρωθεί έως τις 11.09.1915, αφού μετά τη χρονολογία αυτή δεν επιτρέπεται ούτε έκτακτη χρησικτησία επί των ακινήτων του Ελληνικού Δημοσίου.
Με την ως άνω ρύθμιση εισάγεται μια σημαντική τομή στις διατάξεις για την προστασία των δημοσίων κτημάτων, καθώς υπό τους εκεί ειδικά προβλεπομένους όρους θεσπίζεται ένα είδος χρησικτησίας εις βάρος του Ελληνικού Δημοσίου σε αστικά ακίνητα. Οι παραπάνω διατάξεις τέθηκαν κατά τροποποίηση των ν. 2308/1995 και 2664/1998, προκειμένου να αρθούν οι αμφισβητήσεις που είχαν προκύψει κατά τη σύνταξη του κτηματολογίου των διαφορών κυριότητας μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και των ιδιωτών σε ακίνητα που κατείχαν από πολλών ετών και αμφισβητούσε την κυριότητα τους το Ελληνικό Δημόσιο και με αυτές αναγνωρίζεται πλέον σε ιδιώτες το δικαίωμα να επικαλεσθούν τρόπο κτήσεως κυριότητας την τακτική ή έκτακτη χρησικτησία εις βάρος του δημοσίου.
Έτσι, κατ' εφαρμογήν των ως άνω διατάξεων του άρθρου 4 του ν. 3127/2003, κατ' εξαίρεση, είναι δυνατή η απόκτηση κυριότητας με χρησικτησία επί δημοσίου κτήματος, υπό τις οριζόμενες στο άρθρο αυτό προϋποθέσεις (Ολ.Α.Π. 11/2015, Α.Π. 647/2020). Ειδικότερα, από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι η κτήση δικαιώματος κυριότητας επί τέτοιου ακινήτου του Ελληνικού Δημοσίου προϋποθέτει: 1) Να πρόκειται περί ακινήτου που ευρίσκεται εντός σχεδίου πόλεως, ή εντός προϋφισταμένου του έτους 1923 οικισμού, ή εντός οριοθετηθέντος οικισμού, ο πληθυσμός του οποίου δεν υπερβαίνει τους 2000 κατοίκους. 2) Να πρόκειται για ακίνητο εμβαδού μέχρι 2.000 τετραγωνικά μέτρα. 3) Να έχει καταστεί το ακίνητο αντικείμενο αδιαταράκτης νομής έως την έναρξη ισχύος του ν. 3127/2003, ήτοι έως τις 19.03.2003, επί δέκα έτη με νόμιμο τίτλο εξ επαχθούς αιτίας υπέρ του ιδίου του νεμομένου, ή νεμηθέντος, ή υπέρ του δικαιοπαρόχου του, εφόσον ο νόμιμος αυτός τίτλος έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά τις 28.02.1945, ή έχει καταστεί το ακίνητο αντικείμενο αδιατάρακτης νομής έως την έναρξη ισχύος του ιδίου πιο πάνω νόμου επί τριάντα έτη, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής ο επικαλούμενος κυριότητα (νεμόμενος ή νεμηθείς), ή οιοσδήποτε εκ των δικαιοπαρόχων του ήταν κακής πίστεως.
Η ρύθμιση αυτή, όπως προεκτέθηκε, ως ειδική και εξαιρετική, επιτρέπει την απόκτηση της κυριότητας υπό τις ανωτέρω προϋποθέσεις με έκτακτη χρησικτησία σε ακίνητα του Ελληνικού Δημοσίου, οι προαναφερόμενες δε διατάξεις του ν. 3127/2003 εφαρμόζονται σε δημόσια κτήματα, ήτοι σε ακίνητα που ανήκουν κατά κυριότητα στο Ελληνικό Δημόσιο (Ολ.Α.Π. 11/2015, Α.Π. 23/2019, Α.Π. 1813/2017) και προστατεύουν εκείνον που προβάλλει κυριότητα σε δημόσιο, με την παραπάνω έννοια, κτήμα, παρέχοντάς του τη δυνατότητα με την επίκληση της συνδρομής των προϋποθέσεων των εν λόγω διατάξεων να αποκτήσει την κυριότητα του κτήματος αυτού έναντι του Ελληνικού Δημοσίου, την οποία, άλλως, χωρίς δηλαδή τις διατάξεις αυτές, μόνο με τη συνδρομή των αυστηροτέρων προϋποθέσεων του, προ του νόμου αυτού, νομικού καθεστώτος, θα μπορούσε να αποκτήσει (Α.Π. 1725/2022).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 984 του Α.Κ., η νομή προσβάλλεται είτε με διατάραξη είτε με αποβολή του νομέα. Διατάραξη της νομής, η έννοια της οποίας δεν είναι νομοθετικά καθορισμένη, υπάρχει όταν δεν αποβάλλεται ο νομέας από το πράγμα, αλλά εξακολουθεί να διατηρεί τη νομή του σ' αυτό, συνιστά δε διατάραξη της νομής κάθε θετική πράξη ή παράλειψη που αποτελεί παρενόχληση του νομέα στην άσκηση της νομής του.
Θετικά εκδηλώνεται η διατάραξη είτε με πράξη του προσβολέα στο πράγμα είτε με παρεμπόδιση πράξης του νομέα, ενώ αρνητικά, με παράλειψη, όταν ο προσβολέας δεν προβαίνει στην επιβαλλομένη ενέργεια προς αποτροπή ή παύση της διαταράξεως. Δεν συνιστά διατάραξη η απλή προφορική αμφισβήτηση του δικαιώματος του νομέα, η οποία αντιμετωπίζεται με την αναγνωριστική αγωγή (άρθρο 70 του Κ.Πολ.Δ.).
Η διατάραξη της νομής κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του άρθρου 984 του Α.Κ. αναφέρεται σε προσβολή της νομής και σε προστασία της νομής από την προσβολή της με διατάραξη κατά το άρθρο 989 του Α.Κ. . Η έννοια όμως του "νέμεται αδιαταράκτως" στην ως άνω διάταξη του άρθρου 4 του ν. 3127/2003 δεν αναφέρεται σε προσβολή και προστασία της νομής του νεμομένου το δημόσιο κτήμα από τον κατά πλάσμα του νόμου αληθή νομέα του δημοσίου κτήματος που είναι το Ελληνικό Δημόσιο, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις των νόμων περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων, αλλά αναφέρεται σε μη παρενόχληση του νεμομένου το δημόσιο κτήμα από τον κατά το νόμο αληθή νομέα του δημοσίου κτήματος που είναι το Ελληνικό Δημόσιο.
Η παρενόχληση δε αυτή μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο μπορεί να προστατεύσει τη νομή του επί του δημοσίου κτήματος το Ελληνικό Δημόσιο. Τέτοιος δε νόμιμος τρόπος προστασίας της νομής του δημοσίου κτήματος είναι, μεταξύ άλλων, η από το Ελληνικό Δημόσιο, πριν από τις 19.03.2003, κοινοποίηση πράξεως της αρμόδιας αρχής περί καθορισμού αποζημιώσεως αυθαίρετης χρήσεως του δημοσίου κτήματος (Ολ.Α.Π. 11/2015), η κοινοποίηση πρωτοκόλλου καταλήψεως (Α.Π. 826/2018), η με οποιοδήποτε τρόπο γνώση από τον ιδιώτη της δηλώσεως ιδιοκτησίας του Ελληνικού Δημοσίου ότι το ακίνητο έχει καταχωρηθεί ως δημοσία έκταση (Α.Π. 290/2023, Α.Π. 712/2020) ή της ενστάσεως του τελευταίου προς το Κτηματολόγιο (Α.Π. 111/2023) όπως και η γνωστοποίηση της αποφάσεως επί της ενστάσεως κατά της αποφάσεως της πρωτοβάθμιας επιτροπής που δικαιώνει τον προβαλλόντα δικαίωμα κυριότητας ιδιώτη (Α.Π. 807/2019).
Δηλαδή από το χρονικό σημείο κατά το οποίο ο νεμόμενος δημόσιο κτήμα λαμβάνει γνώση ότι υφίσταται παρενόχληση από τον κατά νόμο αληθή νομέα του δημοσίου κτήματος, που είναι το Ελληνικό Δημόσιο, παύει αυτός να νέμεται αδιαταράκτως από το Ελληνικό Δημόσιο (Α.Π. 727/2022, Α.Π. 1647/2022, Α.Π. 1813/2017). Περαιτέρω, όσον αφορά στην κακή πίστη θα πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα:
Κατ' άρθρο 1042 του Α.Κ. ο χρησιδεσπόζων βρίσκεται σε καλή πίστη όταν χωρίς βαριά αμέλεια έχει την πεποίθηση ότι απέκτησε την κυριότητα. Επομένως, καλή πίστη επί χρησικτησίας είναι η κατά την κτήση της νομής πεποίθηση του νομέα ότι απέκτησε την κυριότητα. Εάν ο νομέας κατά την κτήση της νομής: α) Γνωρίζει ή β) εκ βαρείας αμελείας αγνοεί την ύπαρξη κυριότητας άλλου προσώπου επί του πράγματος, καλή πίστη δεν υπάρχει και χρησικτησία δεν χωρεί.
Και ενώ κατά τον Αστικό Κώδικα ο επικαλούμενος τη χρησικτησία νομέας βαρύνεται με την απόδειξη της καλής πιστεώς του, αντιθέτως κατά το άρθρο 4 του ν. 3127/2003 την κακή πίστη του νομέα ή του δικαιοπαρόχου του κατά το χρόνο κτήσεως της νομής υφ' εκατέρου τούτων φέρει το Ελληνικό Δημόσιο, αφού από τη φράση " ...
εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη.", η οποία βρίσκεται στο τέλος των περιπτώσεων α' και β' της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του ν. 3127/2003 καθίσταται σαφές, ότι το βάρος αποδείξεως της καλής πίστεώς του δεν το έχει ο (επικαλούμενος κυριότητα) νομέας ή ο δικαιοπάροχος του, αλλά, αντιθέτως, το Ελληνικό Δημόσιο βαρύνεται με την απόδειξη της κακής πίστεως του (επικαλουμένου κυριότητα) νομέα, ή του δικαιοπαρόχου του (Α.Π. 525/2020, Α.Π. 165/2017).
Εξάλλου, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναιρετικός λόγος, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε δηλαδή έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφήρμοσε ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή τον εφήρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφήρμοσε εσφαλμένα (Ολ.Α.Π. 10/2011, Ολ.Α.Π. 7/2006).
Αν το δικαστήριο απεφάνθη για την ουσία της υποθέσεως, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται βάσει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στον νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω λόγος, αν το δικαστήριο εφήρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήσαν αρκετά για την εφαρμογή του ή αν δεν τον εφήρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π. 4/2018, 1/2013).
Με τον παραπάνω λόγο ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της νομιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, κυρία παρέμβαση, ένσταση κτλ ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή στην ουσία (Ολ.Α.Π. 10/2011, Α.Π. 334/2021, Α.Π. 65/2020).
Ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως δεν δημιουργείται όταν το δικαστήριο που εξέτασε την ουσία της υποθέσεως δεν εφαρμόζει κανόνα δικαίου, του οποίου, υπό τις πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής, ενώ ο έλεγχος γίνεται με βάση τις παραδοχές της αποφάσεως και μόνο (Α.Π. 148/2020, Α.Π. 50/2020, Α.Π. 571/2017, Α.Π. 1682/2013, Α.Π. 10/2011).
Τέλος, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, συνίσταται, η μεν στο ότι το δικόγραφο αυτής (αγωγής) δεν αναφέρει με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου στον οποίο στηρίζεται το αγωγικό αίτημα, η δε στο ότι στο ίδιο δικόγραφο γίνεται επίκληση απλώς των όρων του νόμου χωρίς να αναφέρονται τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την εφαρμογή του.
Η ποσοτική αοριστία ελέγχεται με βάση τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., η δε ποιοτική με βάση τον αριθμό 14 του ιδίου άρθρου (Α.Π. 299/2020, Α.Π. 886/2018). Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθμός 8 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που δεν εκτίθενται σε αυτή, ή εάν απέρριψε, ως αόριστη ή μη νόμιμη, την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σ' αυτή, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθμός 14 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σ' αυτήν των στοιχείων, που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν, παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών, την απέρριψε ως αόριστη (Α.Π. 46/2020, Α.Π. 537/2016, Α.Π. 106/2015).
Για να ιδρυθεί πάντως ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως πρέπει ο σχετικός με την αοριστία ισχυρισμός, ο οποίος δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562§2 του Κ.Πολ.Δ., να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης (Α.Π. 1697/2022, Α.Π. 1165/2019, Α.Π. 1283/2017, Α.Π. 597/2015). Στην προκείμενη περίπτωση, το αναιρεσείον με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του και κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, διατείνεται ότι με τις από 23.07.2018 προτάσεις του, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ισχυρίσθηκε ότι η αγωγή των αναιρεσιβλήτων έπασχε από πλήρη αοριστία σχετικά με συγκεκριμένες πράξεις νομής των τελευταίων και των φερομένων άμεσων και απωτέρων δικαιοπαρόχων τους, που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του επίδικου ακινήτου και με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει καθ' όλο το χρονικό διάστημα έως τις 11.09.1915.
Και, τούτο, διότι, όπως ισχυρίσθηκε με τις ως άνω προτάσεις του, το επίδικο ακίνητο ήταν ανέκαθεν δημόσια δασική έκταση, άλλως ότι έχει περιέλθει στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου ως διαδόχου του Τουρκικού Δημοσίου, καθώς το επίδικο ακίνητο είναι τμήμα ευρύτερης εκτάσεως που περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο δυνάμει της από 9 Ιουλίου 1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως "Περί οριστικού διακανονισμού των ορίων της Ελλάδος" και τα από 3 Φεβρουαρίου, 4/16 Ιουνίου και 19 Ιουνίου/1 Ιουλίου 1830 Πρωτόκολλα του Λονδίνου, με τα οποία αναγνωρίσθηκε η ύπαρξη της Ελλάδος ως ανεξαρτήτου Κράτους και κανονίσθηκαν οι σχέσεις του Ελληνικού Δημοσίου για το μέλλον ως προς τις πρώην ιδιοκτησίες των Οθωμανών, άλλως, ότι η επίδικη έκταση περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο, βάσει των διατάξεων του από 10.07.1837 νόμου "Περί διακρίσεως κτημάτων", ως αδέσποτη, κατά τον χρόνο εκείνο, άλλως, ότι η επίδικη έκταση περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο δυνάμει τακτικής ή έκτακτης χρησικτησίας, καθόσον τη νεμόταν και εξακολουθεί να τη νέμεται με διάνοια κυρίου και καλή πίστη και νόμιμο τίτλο βάσει των προαναφερομένων πρωτοκόλλων του έτους 1830 και της Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως του έτους 1832, αδιάλειπτα από την απελευθέρωση τον τουρκικό ζυγό μέχρι σήμερα, διαφυλάσσοντας αυτή με τα αρμόδια όργανά του.
Ότι, επίσης, παρά το γεγονός ότι με τις ανωτέρω προτάσεις του αμφισβήτησε το δικαίωμα κυριότητας των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων και των δικαιοπαρόχων τους και προέβαλε ένσταση δικής του κυριότητας στο επίδικο για τους ανωτέρω λόγους, παρά τον νόμο, το Εφετείο δεν κήρυξε απαράδεκτη την αγωγή λόγω αοριστίας, ενώ παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, αλλά και εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθώς και τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου [ν. 8 παρ. 1 κωδ. (7.39), ν. 9 παρ. 1 Πανδ. (50.14) , ν. 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), ν. 6 παρ. 1 Πανδ. (44.3), ν. 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1), ν. 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3)], που προβλέπουν τη δυνατότητα απόκτησης κυριότητας ακινήτου με χρησικτησία και [ν. 20 παρ. 12 Πανδ. (5.8), ν. 27 Πανδ. (18.1), ν. 10, 18 και 48 Πανδ. (41.3), ν. 3 Πανδ. (41.10) και ν. 109 Πανδ. (50.16)], που προβλέπουν τη δυνατότητα προσμετρήσεως στον χρόνο νομής του χρησιδεσπόζοντος, του χρόνου όμοιας νομής του δικαιοπαρόχου του, εάν είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού, εφόσον όμως, ο χρόνος της χρησικτησίας είχε συμπληρωθεί το αργότερο έως και τις 11.09.1915, κατά τα άρθρα 18 και 21 του ν.
της 21.06/03.07.1837 "Περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", καθώς και από τις διατάξεις του ν. ΔΞΗ/1912 "Περί δικαιοστασίου", σε συνδυασμό με τα εκτελεστικά αυτού διατάγματα και με το άρθρο 21 του ν.δ. της 22.04/16.05.1926 "Περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης" και τέλος τις διατάξεις των άρθρων 1041, 1045, 974, 1051, 1054 και 1055 του Α.Κ..
Ότι το Εφετείο απορρίπτοντας τους ανωτέρω ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος - εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου, τους οποίους επανέφερε και ενώπιόν του με λόγο εφέσεως, δέχθηκε συγκεκριμένα ότι: "Στην προκειμένη περίπτωση, το εκκαλούν, με το δεύτερο λόγο έφεσης, δεύτερη υποπερίπτωση και τον ταυτόσημο τρίτο λόγο έφεσης, επανέλαβε τον ισχυρισμό που είχε προβάλει πρωτοδίκως και απερρίφθη, ισχυριζόμενο ότι έσφαλε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, αφού έπρεπε να απορρίψει την αγωγή ως αόριστη, διότι, ύστερα από την αμφισβήτηση της κυριότητας εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου, προβάλλοντας ίδια δικαιώματα κυριότητας, στα επίδικα τμήματα, οι ενάγοντες δεν απέδειξαν ότι ασκούσαν πράξεις νομής, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα από το έτος 1885 έως το έτος 1915, ήτοι επί τριακονταετία, κατά τις διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου.
Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως νόμω αβάσιμος, διότι, κατά τα διαλαμβανόμενα ανωτέρω στη μείζονα σκέψη, οι ενάγοντες φέρουν το βάρος να αποδείξουν μόνο τις θετικές προϋποθέσεις της χρησικτησίας και όχι τις αρνητικές, όπως ότι το ακίνητο δεν είναι αντικείμενο επιδεκτικό χρησικτησίας ή ότι δεν εξαιρείται αυτής, επειδή δεν είναι δημόσιο.
Ο ισχυρισμός ότι το ακίνητο εξαιρείται του θεσμού της χρησικτησίας, επειδή είναι δημόσιο, αποτελεί ένσταση και πρέπει, ως τέτοια, να προταθεί στη δίκη από το εναγόμενο Δημόσιο, με αναγωγή σε κάποιο νόμιμο τρόπο κτήσεως κυριότητας, διότι το Δημόσιο δεν έχει εξοπλισθεί από το νομοθέτη με ένα γενικό τεκμήριο κυριότητας, το οποίο θα το απαλλάσσει από το βάρος αποδείξεως των παραγωγικών του δικαιώματός του γεγονότων.", με αποτέλεσμα να υποπέσει στις αναιρετικές πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθμοί 1, 8, 14 και 19 του Κ.Πολ.Δ.
Όπως προκύπτει από την ένδικη από 21.03.2018 αγωγή των αναιρεσιβλήτων, η οποία παραδεκτά επισκοπείται για την έρευνα του ως άνω αναιρετικού λόγου, οι τελευταίοι ισχυρίσθηκαν ότι είναι αποκλειστικοί κύριοι, νομείς και κάτοχοι ενός οικοπέδου, που βρίσκεται στην Κηφισιά Αττικής, στη θέση "...", επί της οδού ..., εντός του με αριθμό 722 Οικοδομικού Τετραγώνου, εκτάσεως, κατά τους τίτλους κτήσης, 547,52 τ.μ.
και ότι επί του οικοπέδου αυτού είναι κτισμένη οικοδομή, αποτελούμενη από υπόγειο, ισόγειο και πρώτο ορόφους. Ότι το ακίνητο αυτό περιήλθε κατά κυριότητα στους πρώτο και δεύτερη ενάγοντες, κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου σε έκαστο, δυνάμει του υπ' αριθμ. ...1988 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Χ. Χ. - Ο., που μεταγράφηκε νόμιμα, λόγω πωλήσεως από τη Ζ.
ή Ι. σύζυγο Δ. Μ., το γένος Ν. και Ο. Μ. Ότι οι (συγ)κύριοι του ακινήτου, με το νομίμως μεταγραφέν υπ' αριθμ. 2364/19.10.1990 συμβόλαιο της αυτής ως άνω συμβολαιογράφου, υπήγαγαν αυτό (ακίνητο) στις διατάξεις του ν. 3741/1929 και συνέστησαν τις αναφερόμενες στην αγωγή οριζόντιες ιδιοκτησίες. Ότι, δυνάμει των υπ' αριθμ. 2365/19.10.1990 και 2366/19.10.1990, νομίμως μεταγεγραμμένων, συμβολαίων της αυτής ως άνω συμβολαιογράφου, μεταβιβάσθηκαν κατά ψιλή κυριότητα στις τρίτη και τετάρτη των αναιρεσιβλήτων οι οριζόντιες ιδιοκτησίες που, επίσης στην αγωγή, αναφέρονται.
Ότι στη δικαιοπάροχο των πρώτου και δευτέρας των αναιρεσιβλήτων το επίδικο ακίνητο είχε περιέλθει, κατά πλήρη κυριότητα, με το νομίμως μεταγραφέν, υπ' αριθμ. ...1979 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Ν. - Σ. Α., λόγω προικός. Ότι κατά τη διαδικασία κτηματογραφήσεως στον Δήμο Κηφισιάς δήλωσαν τα ανωτέρω δικαιώματά τους, πλην όμως πληροφορήθηκαν, αρμοδίως, ότι το ακίνητό τους είχε καταχωρηθεί στα κτηματολογικά φύλλα του Δήμου Μελισσίων, ο οποίος ανήκε στη χωρική αρμοδιότητα του Κτηματολογικού Γραφείου Μελισσίων καθώς και ότι αυτό (ακίνητό τους) είχε κτηματογραφηθεί και δικαιούχος του αναγραφόταν το αναιρεσείον.
Ότι, μετά την τήρηση της προβλεπομένης διαδικασίας, το ακίνητό τους μεταφέρθηκε στο Κτηματολογικό Γραφείο Κηφισιάς με Κ.Α.Ε.Κ. ... και δικαιούχο και πάλι το αναιρεσείον. Επικαλούμενοι δε περαιτέρω οι αναιρεσίβλητοι ότι νέμονται οι ίδιοι συνεχώς και αδιαταράκτως το ευρισκόμενο εντός σχεδίου πόλεως επίδικο ακίνητο για δέκα και πλέον έτη πριν τη δημοσίευση, στις 19.03.2003, του ν. 3127/2003 και επικουρικά ότι νέμονται συνεχώς και αδιαταράκτως το επίδικο ακίνητο για χρονικό διάστημα τριάντα και πλέον ετών πριν τις 19.03.2003, προσμετρώντας και τον χρόνο νομής των δικαιοπαρόχων τους από το έτος 1958, ζήτησαν με την αγωγή τους να αναγνωρισθούν τα εμπράγματα δικαιώματά τους επί του ανωτέρω ακινήτου, κατά τις αναφερόμενες ως άνω διακρίσεις, να δημιουργηθούν ξεχωριστά Κ.Α.Ε.Κ.
για κάθε μία από τις πιο πάνω οριζόντιες ιδιοκτησίες και να διαταχθεί η διόρθωση της πρώτης εγγραφής, που έχει καταχωρηθεί στα βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Κηφισιάς, όπου εσφαλμένα φέρεται ως δικαιούχος του ακινήτου το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο. Από το περιεχόμενο αυτό της αγωγής, καθίσταται σαφές ότι αυτή στηρίζεται, ως προς τα επικαλούμενα εμπράγματα δικαιώματα των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων επί του επιδίκου ακινήτου, στις διατάξεις του άρθρου 4§1 του ν. 3127/2003 και ειδικότερα στην ειδική χρησικτησία του άρθρου αυτού, τις προϋποθέσεις εφαρμογής του οποίου παραθέτουν οι αναιρεσίβλητοι στην αγωγή τους.
Δεν ήταν δε αναγκαίο για το ορισμένο της αγωγής τους να παραθέσουν σ' αυτήν πράξεις νομής των αμέσων και απωτέρων δικαιοπαρόχων τους επί τριάντα έτη έως τις 11.09.1915, δεδομένου ότι, εφόσον η αγωγή τους, όπως προαναφέρθηκε, στηρίζεται στις διατάξεις του άρθρου 4§1 του ν. 3127/2003, όφειλαν να επικαλεσθούν με την αγωγή τους μόνο τις προϋποθέσεις του άρθρου αυτού και όχι τις προϋποθέσεις του βζρδ, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες διατάξεις που εκτίθενται ανωτέρω στον εξεταζόμενο αναιρετικό λόγο.
Ούτε, επίσης, όφειλαν οι αναιρεσίβλητοι, ενόψει του ισχυρισμού που πρότεινε πρωτοδίκως το αναιρεσείον περί ιδίας κυριότητας επί του επιδίκου, δυνάμει των ανωτέρω διατάξεων, να συμπληρώσουν την αγωγή τους με τα πιο πάνω στοιχεία, δεδομένου ότι ο ισχυρισμός αυτός, ενόψει του περιεχομένου και του αιτήματος της αγωγής, δεν ασκούσε κάποια επίδραση στην ένδικη υπόθεση, καθόσον και αν ακόμα υπήρξε τέτοια κυριότητα του αναιρεσείοντος επί του επιδίκου ακινήτου, αυτή, υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι οι αναιρεσίβλητοι θα αποδείξουν τα πραγματικά περιστατικά της αγωγής τους, θα καταλυθεί, ενόψει της διατάξεως του άρθρου 4§1 του ν. 3127/2003, με τον οποίο απλοποιήθηκαν οι προϋποθέσεις αποδείξεως της κυριότητας έναντι του Ελληνικού Δημοσίου, για την απρόσκοπτη ολοκλήρωση της κτηματογραφήσεως, όπως επισημαίνεται στην εισηγητική έκθεση του νόμου αυτού (Α.Π. 1725/2022).
Επομένως, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλομένη απόφασή του απέρριψε, έστω και με εσφαλμένη αιτιολογία, τον σχετικό λόγο της εφέσεως του αναιρεσείοντος, με τον οποίο το τελευταίο επανέφερε ενώπιόν του τον, προταθέντα και πρωτοδίκως, ανωτέρω ισχυρισμό περί αοριστίας της αγωγής, ορθά κατ' αποτέλεσμα έκρινε και, συνεπώς, ο πρώτος αναιρετικός λόγος, κατά το πρώτο μέρος του, με τον οποίο το αναιρεσείον προβάλει την προαναφερόμενη από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια και όχι την αναφερόμενη από τον αριθμό 1α πλημμέλεια που αναφέρεται στο αναιρετήριο, είναι αβάσιμος (άρθρο 578 του Κ.Πολ.Δ.), με την επισήμανση ότι η περί αοριστίας της αγωγής αιτίαση δεν ιδρύει την επικαλουμένη από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.
αιτίαση (Α.Π. 1676/2001). Με το δεύτερο μέρος του αυτού ως άνω πρώτου λόγου αναιρέσεως και κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, διατείνεται το αναιρεσείον ότι το Εφετείο εσφαλμένα διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του τα ακόλουθα: "Στην προκειμένη περίπτωση, το εκκαλούν, με το δεύτερο λόγο έφεσης, δεύτερη υποπερίπτωση και τον ταυτόσημο τρίτο λόγο εφέσεως, επανέλαβε τον ισχυρισμό που είχε προβάλει πρωτοδίκως και απερρίφθη, ισχυριζόμενο ότι έσφαλε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, αφού έπρεπε να απορρίψει την αγωγή ως αόριστη, διότι, ύστερα από την αμφισβήτηση της κυριότητας εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου, προβάλλοντας ίδια δικαιώματα κυριότητας, στα επίδικα τμήματα, οι ενάγοντες δεν απέδειξαν ότι ασκούσαν πράξεις νομής, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα από το έτος 1885 έως το έτος 1915, ήτοι επί τριακονταετία, κατά τις διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου.".
Ισχυρίζεται δε περαιτέρω το αναιρεσείον ότι με τις ανωτέρω παραδοχές της αποφάσεώς του, δέχθηκε το Εφετείο ότι ο δεύτερος λόγος εφέσεώς του, δεύτερη υποπερίπτωση, που αφορά την αοριστία της αγωγής, λόγω μη αναφοράς των διακατοχικών πράξεων επί τριακονταετία προ του έτους 1915, είναι ταυτόσημος με τον τρίτο λόγο εφέσεως, ο οποίος όμως, αφορά στο βάσιμο της αγωγής σε σχέση με την πλήρωση των διατάξεων που επιβάλλουν την απόδειξη των διακατοχικών πράξεων επί τριακονταετία προ του έτους 1915.
Ότι με αυτά που δέχθηκε κατά τα ανωτέρω το Εφετείο, παρά τον νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν από το ίδιο (το αναιρεσείον) με τον τρίτο λόγο της εφέσεώς του και που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποπίπτοντας έτσι στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 8 του Κ.Πολ.Δ. Ο λόγος, όμως, αυτός, κατά το μέρος αυτό, είναι αβάσιμος.
Και, τούτο, διότι, το Εφετείο, σύμφωνα με τις παραδοχές της αποφάσεώς του, όπως αυτές εκτέθηκαν ανωτέρω κατά την έρευνα του πρώτου μέρους του εξεταζομένου αναιρετικού λόγου, και σε συνέχεια των αμέσως παραπάνω αναφερομένων, απέρριψε ως νόμω αβάσιμο τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί αοριστίας της αγωγής των αναιρεσιβλήτων, επειδή αυτοί δεν επικαλέσθηκαν με την αγωγή τους πράξεις νομής των απώτερων δικαιοπαρόχων τους επί τριακονταετία προ του έτους 1915, τον οποίο ισχυρισμό προέβαλε το αναιρεσείον με τον δεύτερο λόγο της εφέσεώς του, δεύτερη υποπερίπτωση, και, επομένως, απέρριψε εκ των πραγμάτων και τον τρίτο λόγο της εφέσεώς του περί μη αποδείξεως από τους αναιρεσιβλήτους τέτοιων περιστατικών νομής προ του έτους 1915.
Σε κάθε δε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι κατά το ως άνω μέρος και αλυσιτελής. Τούτο δε, διότι, όπως εκτέθηκε ανωτέρω στα πλαίσια της έρευνας του πρώτου μέρους του πρώτου λόγου αναιρέσεως, οι αναιρεσίβλητοι δεν όφειλαν, ενόψει του περιεχομένου της αγωγής τους, που στηρίζεται στις διατάξεις του άρθρου 4§1 του ν. 3127/2003, να επικαλεσθούν με την αγωγή τους και πολύ περισσότερο να αποδείξουν πράξεις νομής των αμέσων και απωτέρων δικαιοπαρόχων τους επί τριακονταετία προ του έτους 1915.
Συνεπώς, ο πρώτος αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος στο σύνολό του. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 62§1 του ν. 998/1979 οποιοσδήποτε επικαλείται ή αξιώνει δικαίωμα εμπράγματο ή μη επί των δασών, των δασικών εκτάσεων ή των αναφερομένων στο άρθρο 74 του νόμου αυτού εδαφών, οφείλει να αποδείξει την ύπαρξη του δικαιώματος του.
Με τη διάταξη αυτή εισάγεται διαδικαστικό προνόμιο υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο συνίσταται στην απαλλαγή του από το βάρος αποδείξεως της ιδίας του κυριότητας επί των δασών, δασικών εκτάσεων και άλλων και μετατίθεται το βάρος αποδείξεως στον επικαλούμενο υπέρ αυτού δικαίωμα κυριότητας. Περαιτέρω, με τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 και 3 του β.δ.
της 17/29.11.1836 "Περί ιδιωτικών δασών" αναγνωρίσθηκε η κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου στις εκτάσεις που αποτελούν δάση, εκτός από εκείνες οι οποίες πριν από τον αγώνα της ανεξαρτησίας κατέχονταν νόμιμα από ιδιώτες και για τις οποίες οι σχετικοί οθωμανικοί τίτλοι "ιδιοκτησίας" θα αναγνωρίζονταν από την Γραμματεία των Οικονομικών κατόπιν υποβολής τους μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία ενός έτους από τη δημοσίευση του εν λόγω διατάγματος που είχε ισχύ νόμου.
Εξάλλου, στο άρθρο 3§4 του ν. 998/1979 "Περί προστασίας των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων της χώρας", ορίζονται τα εξής: "4. Στις διατάξεις του παρόντος νόμου υπάγονται και τα εντός των πόλεων και των οικιστικών περιοχών πάρκα και άλση, το περιαστικό πράσινο, οι κηρυγμένες δασωτέες ή αναδασωτέες εκτάσεις... .", ενώ στην παρ. 6 του ιδίου άρθρου ορίζονται τα ακόλουθα: "6.
Δεν υπάγονται οπωσδήποτε στις διατάξεις του παρόντος νόμου: α) ... β) ... γ)... δ)... ε)... στ) ... ζ) Οι περιοχές για τις οποίες υφίστανται εγκεκριμένα σχέδια πόλεως ή καταλαμβάνονται υπό οικισμών, τα όρια των οποίων έχουν εγκριθεί με πράξεις της Διοίκησης, σύμφωνα με τις διατάξεις των προεδρικών διαταγμάτων 21.11/01.12.1979 (Δ' 693), 02.03/13.03.1981 (Δ' 138) ή 24.04/03.05.1985 (Δ' 181) ή βρίσκονται εντός ορίων εγκεκριμένων πολεοδομικών μελετών ή ρυμοτομικών σχεδίων... .".
Επίσης, στο άρθρο 4 παρ. 2 του ιδίου πιο πάνω νόμου ορίζεται ότι: "Από της απόψεως της θέσεως των δασών και δασικών εκτάσεων εν σχέσει προς τους χώρους ανθρωπίνης εγκαταστάσεως και δραστηριότητος, διακρίνονται: α) Πάρκα και άλση εντός των πόλεων ή των οικιστικών περιοχών... ." και στο άρθρο 49§1 ότι: "Τα εντός εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως ή πολεοδομικής ζώνης ή εντός οικιστικής περιοχής υφιστάμενα πάρκα, άλση και δενδροστοιχίαι, ...
δεν δύνανται να μεταβάλουν προορισμόν ή χρήσιν.". Περαιτέρω, στο άρθρο 9§2 του ν. 3208/2003 ορίζεται ότι: "Απαγορεύεται η μεταβολή του προορισμού των δασών και των εν γένει δασικών εκτάσεων, δημοσίων και ιδιωτικών, εκτός εάν προέχει για την εθνική οικονομία η αγροτική εκμετάλλευση ή άλλη τους χρήση που την επιβάλλει το δημόσιο συμφέρον κατά τις ειδικές προβλέψεις της εν γένει δασικής νομοθεσίας.".
Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών ως πάρκα ή άλση, που βρίσκονται σε περιοχές εντός εγκεκριμένων σχεδίων πόλεων και υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του ν. 998/1979, θεωρούνται οι αντίστοιχοι χώροι που προβλέπονται από το ισχύον στην περιοχή ρυμοτομικό σχέδιο ως κοινόχρηστοι χώροι πρασίνου.
Οι ανωτέρω προστατευτικές των δασών και δασικών εκτάσεων νομοθετικές διατάξεις δεν καταλαμβάνουν, κατά συνέπεια, χώρους, οι οποίοι χαρακτηρίζονται στο οικείο ρυμοτομικό σχέδιο ως οικοδομήσιμοι, έστω και αν η τυχόν υφιστάμενη επ' αυτών βλάστηση θα δικαιολογούσε, ενδεχομένως, την εισαγωγή ρυμοτομικής ρυθμίσεως περί χαρακτηρισμού τους ως κοινοχρήστων χώρων πρασίνου.
Και τούτο, διότι για να θεωρηθεί μια ρυμοτομική ρύθμιση ως μη ισχύουσα, δεν αρκεί η συνδρομή λόγων που θα δικαιολογούσαν ή θα επέβαλαν την άρση της, αλλά απαιτείται, σύμφωνα άλλωστε και με γενική αρχή του διοικητικού δικαίου, η έκδοση αντίθετης πράξεως από την αρμοδία διοικητική αρχή (Α.Π. 487/2014). Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθμός 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζητήματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή δεν εφαρμόσθηκε.
Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Αντίφαση δε στις αιτιολογίες υπάρχει, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι τη κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και τον νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.
Ελλείψεις όμως αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Α.Π. 695/2020). Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, και κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, διατείνεται το αναιρεσείον ότι ισχυρίσθηκε τόσο πρωτοδίκως, όσο και στην κατ' έφεση δίκη ότι, εφόσον οι αναιρεσίβλητοι δεν επικαλέσθηκαν ότι οι απώτεροι δικαιοπάροχοί τους απέκτησαν την κυριότητα του επιδίκου με ταπί και την κατά το άρθρο 3 του από 17/29.11.1836 β.δ.
έγγραφη αναγνώριση του εν λόγω τίτλου από την επί των Οικονομικών Γραμματεία, έχει καταστεί κύριο της επίδικης εκτάσεωςς, διότι: Α) αποτελεί δημοσία δασική έκταση, καθώς εμπίπτει εντός ευρύτερης εκτάσεως με κωδικό αριθμό ΔΑ2631 και περιλαμβάνεται στις δημόσιες δασικές εκτάσεις, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 5335/16.09.2002 δήλωση της Υπηρεσίας προς εφαρμογή του ν. 2308/1995, βάσει μαχητού τεκμηρίου κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο ισχύει για εκτάσεις που φέρουν ή έφεραν στο παρελθόν δασική βλάστηση, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 998/1979.
Β) είναι τμήμα ευρύτερης εκτάσεως, που περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο στις 31.03.1833, δυνάμει της από 27.06/09.07.1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως και των από 03.02, 04/16.06 και 19.06/01.07.1830 πρωτοκόλλων του Λονδίνου. Γ) άλλως, η επίδικη έκταση περιήλθε στο Δημόσιο ως αδέσποτη, βάσει των διατάξεων του από 10.07.1837 β.δ. "Περί διακρίσεως των κτημάτων".
Δ) άλλως, η επίδικη έκταση περιήλθε στο Δημόσιο με τακτική, άλλως με έκτακτη χρησικτησία. Ότι το Εφετείο απέρριψε τους ισχυρισμούς του αυτούς, με το αιτιολογικό ότι "... αφενός από την ένταξη του εν λόγω οικοπέδου στο σχέδιο πόλης και εφόσον δεν πρόκειται περί κοινόχρηστου χώρου ή χώρου πρασίνου, αυτό δεν υπάγεται στις ρυθμίσεις του Ν. 998/1979, αφετέρου, ακόμη και αν είχε θεμελιωθεί κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου κατά ένα από τους ως άνω αναφερόμενους τρόπους, αυτή έχει καταλυθεί κατ' εφαρμογή του άρθρου 4 του ν. 3127/2003, συντρεχόντων των προϋποθέσεων που προβλέπει αυτό ... .".
Ότι το Εφετείο με τις παραδοχές του αυτές εσφαλμένα ερμήνευσε και εφήρμοσε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και με ανεπαρκείς αιτιολογίες απέρριψε τους πιο πάνω ισχυρισμούς του, με αποτέλεσμα να υποπέσει στην αναιρετική πλημμέλεια της παραβάσεως του άρθρου 559 αριθμοί 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ.. Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι έγιναν δεκτά από το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη περί τις αποδείξεις κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Το επίδικο γεωτεμάχιο - οικόπεδο, έκτασης 537 τ.μ., σύμφωνα με το υπ' αριθ.
πρωτ. 1.330/1.6.2018 απόσπασμα κτηματολογικού διαγράμματος, βρίσκεται στην περιφέρεια του Δήμου Κηφισιάς, στη θέση "...", εντός του εγκεκριμένου σχεδίου της πόλεως Κηφισιάς Αττικής, στο με αριθμό 722 Ο.Τ., επί της οδού ... και συνορεύει, κατά το ως άνω κτηματολογικό διάγραμμα, βόρεια με την οδό ... άνευ εμφαινομένου Κ.Α.Ε.Κ., ανατολικά με ιδιοκτησία με Κ.Α.Ε.Κ. ..., νότια με ιδιοκτησία με Κ.Α.Ε.Κ. ...
και δυτικά με την οδό ... με Κ.Α.Ε.Κ. ... και έχει δε καταχωρισθεί στο Εθνικό Κτηματολόγιο με Κ.Α.Ε.Κ. ... Το προπεριγραφόμενο οικόπεδο περιήλθε στην πλήρη και αποκλειστική κυριότητα των δυο πρώτων εναγόντων, κατά ποσοστό 50% σε έκαστο, με παράγωγο τρόπο, λόγω αγοράς από την Ζ. ή Ι. συζύγου Δ. Μ., το γένος Μ., δυνάμει του υπ' αριθ. 1.495/1988 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Χ.
Χ. - Ο., νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κηφισίας Αττικής (τ. 28, α/α 316). Η ως άνω άμεση δικαιοπάροχός τους είχε αποκτήσει αυτό,δυνάμει του υπ'αρ. ... προικοσύμφωνου ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Ν. Α., νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κηφισίας Αττικής (τ. 162, α/α231α), σε συνδυασμό με τα αρ. 15, 56 και 57 του Ν. 1.329/1983, με τα οποία καταργήθηκε ο θεσμός της προίκας, ενώ στην απώτερη δικαιοπάροχό τους είχε περιέλθει με αγορά, δυνάμει του υπ' αρ. ...
συμβολαίου αγοραπωλησίας ενώπιον του συμβολαιογράφου Κηφισίας Π. Μ., νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αμαρουσίου Αττικής (τ. 24, α/α11.514). Στη συνέχεια, οι δύο πρώτοι ενάγοντες, ως συγκύριοι του επιδίκου, υπήγαγαν το οικόπεδο αυτό και την επ'αυτού υπό ανέγερση οικοδομή στις διατάξεις του Ν. 3741/ 1929 και των άρθρων 1002 και 1117 Α.Κ.
και συνέστησε με την υπ'αριθ. ...1990 συμβολαιογραφική πράξη της συμβολαιογράφου Αθηνών Χ. Χ. - Ο., νόμιμα μεταγεγραμμένη στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κηφισιάς στον τόμο 42, με αύξοντα αριθμό 191, τις κάτωθι οριζόντιες ιδιοκτησίες, ήτοι: α)τα υπ' αρ. 1 και 2 διαμερίσματα του ισογείου ορόφου, β) τα υπ' αρ. 1 και 2 διαμερίσματα του πρώτου ορόφου, γ) τις υπ' αρ. 1 και 2 αποθήκες του υπογείου και δ) το δικαίωμα ανέγερσης μελλοντικών ορόφων.
Ακολούθως, με το υπ' αρ. 2.365/19-10-1990 συμβόλαιο γονικής παροχής της τελευταίας ως άνω συμβολαιογράφου, νόμιμα μεταγεγραμμένο στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κηφισιάς στον τόμο 42, με αύξοντα αριθμό 192, οι δύο πρώτοι ενάγοντες μεταβίβασαν, κατά ψιλή κυριότητα, στην τρίτη ενάγουσα -θυγατέρα τους, το υπ' αρ. 1 διαμέρισμα του ισογείου ορόφου, το υπ' αρ. 1 διαμέρισμα του πρώτου ορόφου, την υπ' αρ. 1 υπόγεια αποθήκη και το δικαίωμα ανέγερσης μελλοντικών ορόφων, κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου και στην τέταρτη ενάγουσα - θυγατέρα τους, το υπ' αρ. 2 διαμέρισμα του ισογείου ορόφου, το υπ' αρ. 2 διαμέρισμα του πρώτου ορόφου, την υπ' αρ. 2 υπόγεια αποθήκη και το δικαίωμα ανέγερσης μελλοντικών ορόφων, κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου, παρακρατώντας για τον εαυτό τους, εφ'όρου ζωής, το δικαίωμα επικαρπίας, κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ο καθένας τους.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι το έτος 2008 οι ενάγοντες υπέβαλαν για τις ανωτέρω οριζόντιες ιδιοκτησίες τους, κατά τη διαδικασία της κτηματογράφησης στον Δήμο Κηφισιάς, τις αντίστοιχες δηλώσεις ιδιοκτησίας, κατά τον Ν. 2.308/1995, πλην όμως διαπιστώθηκε ότι, λόγω σύγχυσης ως προς τα διοικητικά όρια των Δήμων Κηφισιάς και Μελισσίων,το γεωτεμάχιο, επί του οποίου είχε ανεγερθεί η ανωτέρω οικοδομή, είχε ήδη καταχωρισθεί, με Κ.Α.Ε.Κ. ...
και ως ανήκον εξ ολοκλήρου στο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, στα κτηματολογικά βιβλία του Δήμου Μελισσίων, που τηρούνται στο Κτηματολογικό Γραφείο Αμαρουσίου, όπου η διαδικασία της κτηματογράφησης είχε κηρυχθεί περαιωθείσα ήδη από το έτος 2004. Προσέτι, μετά την έκδοση της υπ' αριθ. 44.943/2016 απόφασης του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας (Φ.Ε.Κ. 3.128/8/29-9-2016), το επίδικο γεωτεμάχιο μαζί με άλλα, για τα οποία διαπιστώθηκε η περαίωση της κτηματογράφησης και ορίστηκε η έναρξη ισχύος του Κτηματολογίου στον Δήμο Μελισσίων, εξαιρέθηκε από τους κτηματολογικούς πίνακες και τα διαγράμματα της Β' Ανάρτησης και ορίσθηκε ότι βρίσκονται εντός των διοικητικών ορίων της περιοχής του Δήμου Κηφισιάς, που εξακολουθούσε κατά εκείνο τον χρόνο να τελεί υπό κτηματογράφηση.
Σε συνέχεια της προρρηθείσας υπουργικής απόφασης, διαγράφηκε το Κ.Α.Ε.Κ. ... από τα κτηματολογικά βιβλία του Δήμου Μελισσίων, που τηρούνται στο Κτηματολογικό Γραφείο Αμαρουσίου και μεταφέρθηκε αυτούσιο στο Κτηματολογικό Γραφείο Κηφισιάς, όπου καταχωρίσθηκε με Κ.Α.Ε.Κ. ... και δικαιούχο του εμπράγματου δικαιώματος κυριότητας το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο.Το τελευταίο διατείνεται ότι το επίμαχο γεωτεμάχιο αποτελεί δημόσια δασική έκταση, καθώς, σύμφωνα με το υπ' αριθ.
πρωτ. 1.943/25.5.2018 έγγραφο της Διεύθυνσης Δασών Ανατολικής Αττικής, Τμήμα Δασικών Χαρτογραφήσεων, στις αεροφωτογραφίες παλαιότερης λήψης εμφανίζεται ως έκταση δασικής μορφής, ενώ στην αεροφωτογραφία του έτους 1998 ως έκταση άλλης μορφής, συμπεριλαμβανόμενη σε ευρύτερη έκταση δασικού χαρακτήρα. Ωστόσο, αφενός τα προσκομιζόμενα από το εναγόμενο έγγραφα αφορούν εδαφική έκταση, η οποία εμπίπτει στον θεωρημένο δασικό χάρτη του Ο.Τ.Α.
Μελισσίων και όχι του Ο.Τ.Α. Κηφισιάς, και αφετέρου από την ένταξη του επιδίκου στο σχέδιο πόλης (βλ. σχετικώς το υπ' αριθ. πρωτ. 46.266/11.11.2011 έγγραφο της Διεύθυνσης Πολεοδομίας του Δήμου Κηφισιάς, όπου βεβαιώνεται ότι το επίδικο οικόπεδο εμπίπτει εντός του με αριθμό 722 Ο.Τ. και βρίσκεται εντός των διοικητικών ορίων του Δήμου Κηφισιάς και σε περιοχή εντός σχεδίου πόλεως, σύμφωνα με το Β.Δ. 31.12.1970/Φ.Ε.Κ. 24Δ'/28.1.1971 "Περί επεκτάσεως του ρυμοτομικού σχεδίου Κηφισιάς (Αττικής)...."), σύμφωνα και με όσα εκτίθενται στην προδιαληφθείσα μείζονα σκέψη, ενόψει και του ότι το Ελληνικό Δημόσιο δεν ισχυρίστηκε για το ένδικο γεωτεμάχιο ότι, σύμφωνα με το ισχύον πολεοδομικό σχέδιο, πρόκειται για κοινόχρηστο χώρο ή χώρο πρασίνου, δεν υπάγεται στον Ν. 998/1979 "περί προστασίας των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων της Χώρας".
Εξάλλου, από το έτος 1988, οπότε οι δυο πρώτοι ενάγοντες απέκτησαν το επίδικο οικόπεδο, από επαχθή αιτία (αγορά), κατά τα προαναφερόμενα, προέβησαν το έτος 1990 στη σύσταση οριζόντιων ιδιοκτησιών και στη μεταβίβαση αυτών, κατά τις ως άνω διακρίσεις, για την κάλυψη των στεγαστικών τους αναγκών, καταβάλλοντας τις κοινόχρηστες δαπάνες που αντιστοιχούν στη χρήση των ως άνω οριζόντιων ιδιοκτησιών, δηλώνοντας αυτές ως περιουσιακά τους στοιχεία, κατά την υποβολή φορολογικών δηλώσεων και καταβάλλοντας τον αντιστοιχούντα στην αξία τους φόρο ακίνητης περιουσίας.
Εξ όλων των ανωτέρω σαφώς προκύπτει ότι συντρέχουν στο πρόσωπο των εναγόντων οι προϋποθέσεις του άρθρου 4 παρ. 1 στοιχ. α' του Ν. 3.127/2003, καθόσον νέμονται, αδιατάρακτα, με νόμιμο τίτλο, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της δεκαετίας, ήτοι από το έτος 1988, έτος κατάρτισης του υπ' αριθ. 1.495/1988 νομίμως μεταγεγραμμένου συμβολαίου αγοραπωλησίας, μετά την 23-2-1945, και από το έτος 1990, οπότε προέβησαν στη σύσταση των επίδικων οριζόντιων ιδιοκτησιών, με την υπ' αριθ. ...1990 προαναφερόμενη συμβολαιογραφική πράξη, νομίμως μεταγεγραμμένη το έτος 1991, και μέχρι τη 19η.3.2003 (χρόνος έναρξης ισχύος του Ν.3.127/2003) - αλλά και μετά από αυτήν την ημερομηνία τουλάχιστον μέχρι τoν χρόνο έναρξης ισχύος του Κτηματολογίου στον οικείο Δήμο (8-11-2016) - έχοντας καλή πίστη και χωρίς κατά το χρονικό αυτό διάστημα να προβληθεί δικαίωμα ιδιοκτησίας επί του επιδίκου ακινήτου εκ μέρους του εναγόμενου, Ελληνικού Δημοσίου, ή τρίτων προσώπων.
Χαρακτηριστική ως προς το θέμα αυτό, είναι η προαναφερόμενη υπ' αριθ. 1.480/18.7.2018 ένορκη βεβαίωση της μάρτυρος Φ. συζ. Δ. Κ., το γένος Μ. Τ., η οποία κατέθεσε ότι το επίδικο οικόπεδο κατοικείται για πάνω από 60 χρόνια. Άλλωστε, το εναγόμενο δεν αμφισβήτησε τα εμπράγματα δικαιώματα των εναγόντων, καθώς ουδέποτε επιτήρησε, φύλαξε με αρμόδια δασικά όργανα το επίδικο ή εξέδωσε δασικές απαγορευτικές διατάξεις, αντιθέτως εισέπραττε επί χρόνια τους φόρους, τα τέλη και τα δικαιώματα που αφορούσαν το εν λόγω οικόπεδο, αλλά και τις επ'αυτού συσταθείσες οριζόντιες ιδιοκτησίες και δεν προέβη ποτέ στη σύνταξη πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής του ως άνω ακινήτου, ούτε ενήργησε υλικές πράξεις επ' αυτού, ενώ η επικαλούμενη από 16.9.2002 δήλωσή του προς το Εθνικό Κτηματολόγιο αφορά διεκδικούμενες εκτάσεις, οι οποίες εμπίπτουν στον Δήμο Μελισσίων και όχι στον Δήμο Κηφισιάς, όπου υπάγεται το επίμαχο ακίνητο.
Με βάση, λοιπόν, τα όσα αποδείχθηκαν ανωτέρω, οι ενάγοντες απέκτησαν το επίδικο γεωτεμάχιο με Κ.Α.Ε.Κ. ... με τα προσόντα του άρθρου 4 παρ. 1α του ν. 3127/2003 και ειδικότερα οι δυο πρώτοι ενάγοντες κατ' επικαρπία, σε ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου έκαστος και οι δύο τελευταίες ενάγουσες κατά ψιλή κυριότητα σε ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου εκάστη.
Οι δε πρωτοδίκως προβληθέντες ισχυρισμοί του εναγομένου που συνιστούν και σχετικούς λόγους έφεσης ότι η κυριότητα του επιδίκου ανήκει σ' αυτό, λόγω του ότι αποτελεί έκταση με δασικό ανέκαθεν χαρακτήρα, γεγονός που καθιερώνει τεκμήριο κυριότητάς του, κατ' άρθρο 62 παρ. 1 του Ν. 998/1979 και ότι αφού δεν τηρήθηκε η προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 3 του β.δ.
της 17/29.11.1836 "περί ιδιωτικών δασών" ειδική διαδικασία για την αναγνώρισή του ως ιδιωτικού δάσους τεκμαίρεται ότι ανήκει στο Δημόσιο, άλλως κατά την από 27.6/9.7.1832 Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως και τα από 21.1/3.2.1830, 4/16.6.1830 και 19.6/ 1.7.1830 Πρωτόκολλα του Λονδίνου, άλλως βάσει των διατάξεων του από 10/7/1837 β.δ. "περί διακρίσεως κτημάτων", ως αδέσποτο, κατά τον χρόνο εκείνο, άλλως ότι περιήλθε σ' αυτό με τακτική, άλλως έκτακτη χρησικτησία από σύστασης του Ελληνικού Κράτους, πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι, δεδομένου ότι αφενός από την ένταξη του εν λόγω οικοπέδου στο σχέδιο πόλης και εφόσον δεν πρόκειται περί κοινόχρηστου χώρου ή χώρου πρασίνου, αυτό δεν υπάγεται στις ρυθμίσεις του N. 998/1979 "προστασίας των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων της χώρας", αφετέρου, ακόμη και αν είχε θεμελιωθεί κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου κατά ένα από τους ως άνω αναφερόμενους τρόπους, αυτή έχει καταλυθεί κατ' εφαρμογή του άρθρου 4 παρ.1 του Ν. 3.127/2003, συντρεχόντων των προϋποθέσεων που προβλέπει αυτό, κατά τα ανωτέρω.
Συνεπώς, αβάσιμος τυγχάνει και ο σχετικός λόγος έφεσης περί μη συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 4 του Ν. 3.127/2003. Τέλος, αφού η περιοχή του Δήμου Κηφισιάς κηρύχθηκε υπό κτηματογράφηση, με την υπ' αριθ. 51.060/31.10.2016 απόφαση του Οργανισμού Κτηματολογίου και Χαρτογραφήσεων Ελλάδος (Φ.Ε.Κ. 3.585 Β/ 4.11.2016), διαπιστώθηκε η ολοκλήρωση της διαδικασίας καταχώρισης των πρώτων εγγραφών στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Κηφισιάς και ορίστηκε ως ημερομηνία έναρξης του Κτηματολογίου στην περιοχή αυτή η 8-11-2016.
Κατά τη διαδικασία κτηματογράφησης στον ως άνω Δήμο, το επίδικο γεωτεμάχιο, επί του οποίου έχουν συσταθεί οι προπεριγραφόμενες οριζόντιες ιδιοκτησίες, καταχωρίστηκε με Κ.Α.Ε.Κ. ... και φέρεται εσφαλμένα κατά ποσοστό 100% ως ιδιοκτησία του Ελληνικού Δημοσίου, οι δε οριζόντιες ιδιοκτησίες δεν αποτυπώθηκαν αυτοτελώς στα οικεία κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Κηφισιάς.
Κατόπιν τούτων, η υπό κρίση αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη, να αναγνωριστούν τα ως άνω εμπράγματα δικαιώματα των εναγόντων τόσο στο γεωτεμάχιο με Κ.Α.Ε.Κ.... όσο και στις επ'αυτού συσταθείσες οριζόντιες ιδιοκτησίες, δυνάμει του άρθρου 4 παρ. 1α , του Ν. 3.127/2003 (τακτική χρησικτησία), να διαταχθεί η διόρθωση των κατά τα προαναφερόμενα ανακριβών πρώτων εγγραφών στα οικεία κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Κηφισιάς, προκειμένου αφενός να καταχωρισθούν οι ενάγοντες ως εμπράγματοι δικαιούχοι του επίδικου γεωτεμαχίου, αφετέρου να αποτυπωθούν αυτοτελώς οι ένδικες οριζόντιες ιδιοκτησίες και καταχωρισθούν αυτές κατά τις ανωτέρω διακρίσεις στο όνομα των εναγόντων.".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που είχε κρίνει ομοίως και απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 3§4, 62§1 του ν. 998/1979, 4§2 του ν. 3127/2003, του από 10.07.1837 β.δ. "Περί διακρίσεως κτημάτων", του άρθρου 3 του από 17/29.11.1836 β.δ., καθώς και τα αναφερόμενα πρωτόκολλα του Λονδίνου και την από 27.06/09.07.1832 Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως, οι οποίες δεν ήσαν εφαρμοστέες στην προκειμένη περίπτωση, καθώς έγινε δεκτό από το Εφετείο ότι το επίδικο βρίσκεται εντός του σχεδίου πόλεως του Δήμου Κηφισιάς, ότι δεν αποτελεί κατά το ρυμοτομικό σχέδιο του εν λόγω Δήμου κοινόχρηστο χώρο ή χώρο πρασίνου και ότι η όποια κυριότητα του αναιρεσείοντος επί του επίδικου ακινήτου καταλύθηκε, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 4 του ν. 3741/2003, εφόσον δέχθηκε ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του άρθρου αυτού.
Απορρίπτοντας δε τους ανωτέρω ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των κανόνων ουσιαστικού δικαίου που εφήρμοσε και συγκεκριμένα των άρθρων 3§6 του ν. 998/1979 και 4§1 του ν. 3127/2003 και έτσι δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσεως.
Επομένως, ο από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, διατείνεται το αναιρεσείον ότι η προσβαλλομένη απόφαση, αν και δέχθηκε ότι το Ελληνικό Δημόσιο υπέβαλε την από 16.09.2002 δήλωση ιδιοκτησίας του προς το Εθνικό Κτηματολόγιο, ωστόσο δεν δέχθηκε ότι τούτο συνιστά νόμιμο τρόπο προστασίας της νομής του επί του δημοσίου κτήματος και συγχρόνως διατάραξη της νομής των αναιρεσιβλήτων από τον, κατά το νόμο, αληθή νομέα αυτού, που είναι το Ελληνικό Δημόσιο, καθώς δέχθηκε ότι η δήλωση αυτή αφορά διεκδικούμενες εκτάσεις, οι οποίες εμπίπτουν στον Δήμο Μελισσίων και όχι στον Δήμο Κηφισιάς, όπου υπάγεται το επίδικο ακίνητο.
Ότι με την ανωτέρω δήλωσή του διαταράχθηκε η νομή των αναιρεσιβλήτων από το έτος 2002, ήτοι πριν την έναρξη ισχύος του ν. 3127/2003 (19.03.2003) και τούτο ανεξάρτητα από το γεγονός ότι λόγω συγχύσεως των διοικητικών ορίων στην ευρύτερη έκταση, το επίδικο υπήχθη στα όρια άλλου Δήμου. Ότι δεχομένη η προσβαλλομένη απόφαση τα ανωτέρω, παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 4§1 του ν. 3127/2003 αναφορικά με την αδιατάρακτη νομή των αναιρεσιβλήτων, υποπίπτοντας στην παράβαση του άρθρου 559 αριθμός 1 του Κ.Πολ.Δ..
Περαιτέρω, με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως και με την επίκληση της παραβάσεως του άρθρου 559 αριθμός 19 του Κ.Πολ.Δ., ισχυρίζεται το αναιρεσείον ότι η προσβαλλομένη απόφαση περιέχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες. Ειδικότερα, διατείνεται ότι, ενώ η προσβαλλομένη απόφαση δέχεται ότι το Ελληνικό Δημόσιο υπέβαλε την από 16.09.2002 δήλωση ιδιοκτησίας για την επίδικη έκταση, δεν δέχεται, στη συνέχεια, ότι η δήλωση αυτή ήταν ικανή να διακόψει την τυχόν καλή πίστη των αναιρεσιβλήτων και να αποτελέσει νόμιμο τρόπο προστασίας της νομής του Ελληνικού Δημοσίου, με αποτέλεσμα να δημιουργείται αμφιβολία και σύγχυση τόσο για το ζήτημα της διαταράξεως της νομής, όσο και για το ζήτημα της συνδρομής καλής πίστεως στο πρόσωπο των αναιρεσιβλήτων, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Επί των αναιρετικών αυτών λόγων, οι οποίοι εκτιμώνται ενιαία, ως εκ του περιεχομένου τους, πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα: Όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 4§1 του ν. 3127/2003, η αδιατάρακτη νομή κατά το χρονικό διάστημα των δέκα ή τριάντα ετών που ορίζεται στη διάταξη αυτή, πρέπει να συντρέχει έως την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, ήτοι έως τις 19.03.2003.
Επίσης, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη που εκτέθηκε ανωτέρω, κατά την έρευνα του πρώτου αναιρετικού λόγου, η υποβολή δήλωση ιδιοκτησίας του Ελληνικού Δημοσίου στο Κτηματολόγιο για το ακίνητο, συνιστά διατάραξη της νομής, με την προϋπόθεση, όμως, ότι περιήλθε με οποιοδήποτε τρόπο σε γνώση του νομέα του ακινήτου και τούτο έως τις 19.03.2003.
Στην προκείμενη περίπτωση, κατ' αρχήν, το αναιρεσείον δεν ισχυρίζεται ότι η από 16.09.2002 δήλωση ιδιοκτησίας του στο επίδικο ακίνητο περιήλθε σε γνώση των αναιρεσιβλήτων έως τις 19.03.2003, ώστε να προκύπτει η επικαλούμενη από αυτό διατάραξη της νομής τους. Περαιτέρω, όπως σαφώς προκύπτει από τις ανωτέρω εκτιθέμενες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, οι αναιρεσίβλητοι έλαβαν γνώση της δηλώσεως ιδιοκτησίας του Ελληνικού Δημοσίου στην επίδικη έκταση, το έτος 2008, όταν υπέβαλαν τις δηλώσεις ιδιοκτησίας τους για το επίδικο και τις σε αυτό οριζόντιες ιδιοκτησίες τους κατά τη διαδικασία της κτηματογραφήσεως στον Δήμο Κηφισιάς.
Δεχόμενο δε περαιτέρω το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του ότι οι αναιρεσίβλητοι απέκτησαν την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου με τις προϋποθέσεις του άρθρου 4§1 του ν. 3127/2003, μεταξύ των οποίων είναι και η αδιατάρακτη νομή τους στο ακίνητο, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή το άρθρο αυτό, ενώ περιέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες μεταξύ τους αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 4 του ν. 3127/2003.
Επομένως, όσα αντίθετα υποστηρίζει το αναιρεσείον με τους εξεταζομένους τρίτο και τέταρτο αναιρετικούς λόγους είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Κατά μεν το άρθρο 559 αριθμ. 11 περίπτ. α' του του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο λάβει υπόψη αποδεικτικό μέσο που δεν περιλαμβάνεται στα περιοριστικώς καθοριζόμενα από το άρθρο 339 του Κ.Πολ.Δ.
αποδεικτικά μέσα, ή όταν περιλαμβάνεται σ' αυτά, αλλά δεν επιτρέπεται η χρήση του στη συγκεκριμένη περίπτωση κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 περίπτ. β' του Κ.Πολ.Δ. επιτρέπεται αναίρεση της αποφάσεως και όταν το δικαστήριο, παρά τον νόμο, έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που δεν προσκομίσθηκαν ή προσκομίσθηκαν απαραδέκτως μετά τη συζήτηση.
Εξάλλου, η βεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας περί προσκομιδής ή μη αποδεικτικού μέσου, ως αναγομένη σε πράγματα, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά το άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ. Αν δε στην απόφαση δεν βεβαιώνεται το αντίθετο, θεωρείται ότι, το αποδεικτικό μέσο του οποίου έγινε επίκληση έχει προσκομισθεί εμπροθέσμως.
Επομένως, κάθε ισχυρισμός του διαδίκου που στρέφεται κατά της βεβαιώσεως του δικαστηρίου ότι προσκομίσθηκε εμπροθέσμως αποδεικτικό μέσο, του οποίου έγινε επίκληση στις εμπροθέσμως κατατεθείσες προτάσεις του αντιδίκου του, είναι απαράδεκτος. (Ολ.Α.Π. 2/2008). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 62, 64§2, 339, 409§§1, 2, 410 και 415 έως 420 του Κ.Πολ.Δ.
και 61, 65, 67 και 70 του Α.Κ. συνάγεται ότι δεν μπορεί να είναι μάρτυρας, αφού δεν είναι τρίτος και δεν μπορεί γι' αυτό να έχει (καταρχήν τουλάχιστον) την αντικειμενικότητα του τρίτου, ο διάδικος και, για την ταυτότητα του λόγου, ο αντιπρόσωπος ανικάνου φυσικού προσώπου, ο νόμιμος εκπρόσωπος διαδίκου νομικού προσώπου ή το μέλος της διοικήσεως αυτού.
Τούτο συνάγεται, κυρίως, από το ως άνω άρθρο 415 του Κ.Πολ.Δ. που προβλέπει ως αποδεικτικό μέσο την εξέταση των διαδίκων ή των νομίμων εκπροσώπων των εκ των διαδίκων νομικών προσώπων ή των μελών της διοικήσεώς τους. Η εξέταση, όμως, αυτή δεν αποτελεί μαρτυρία, αλλά ίδιο (επώνυμο) αποδεικτικό μέσο, επιτρεπόμενο όταν τα πραγματικά γεγονότα δεν αποδείχθηκαν καθόλου ή αποδείχθηκαν ατελώς από τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα.
Υπό την αντίθετη εκδοχή θα ήταν δυνατόν να εξετάζεται το ίδιο πρόσωπο ως μάρτυρας και, στη συνέχεια, ως διάδικος ή ως εκπρόσωπος ή ως μέλος της διοικήσεως διαδίκου νομικού προσώπου, λύση προδήλως άτοπη (Ολ.Α.Π. 1328/1977, Α.Π. 76/2021, Α.Π. 717/2020, Α.Π. 1274/2019). Κατά συνέπεια, η ένορκη κατάθεση ως μάρτυρα του ιδίου του διαδίκου ή του νομίμου εκπροσώπου νομικού προσώπου είναι ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο (Α.Π. 1085/2023.
Α.Π. 717/2020, Α.Π. 1192/2018, Α.Π. 1325/2017, Α.Π. 397/2016, Α..Π 1080/2015). Στην προκείμενη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περίπτ. α' , άλλως περίπτ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, της αναιρετικής πλημμελείας συνισταμένης στο ότι το εκδώσαν αυτή (αναιρεσιβαλλομένη απόφαση) δευτεροβάθμιο δικαστήριο, για την εκφορά της δικαστικής του κρίσεως, έλαβε υπόψη, του ως αποδεικτικό μέσο, την υπ' αριθμ. 1480/08.07.2018 ένορκη βεβαίωση της δεύτερης αναιρεσίβλητης Φ.
συζύγου Δ. Κ. το γένος Μ. και Χ. Τ., το οποίο, όμως, δεν είναι νόμιμο αποδεικτικό μέσο, στην υπόψη περίπτωση, εφόσον πρόκειται για ένορκη κατάθεση προσώπου ανήκοντος σε διάδικη πλευρά και, σε κάθε περίπτωση, πρόκειται για αποδεικτικό μέσο, του οποίου δεν είχε γίνει παραδεκτή επίκληση και προσκομιδή ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως παραδεκτώς προβάλλεται πλην όμως είναι, κατ' αμφότερα τα σκέλη του (κύριο και επικουρικό), αβάσιμος. Συγκεκριμένα, από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 561§2 του Κ.Πολ.Δ.) της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αναφέρεται μεν στην ως άνω ένορκη βεβαίωση, χαρακτηρίζοντάς την μάλιστα "προαναφερόμενη", πλην όμως η αναφορά αυτή έλαβε χώρα εκ προφανούς παραδρομής διότι η εν λόγω ένορκη βεβαίωση δεν αναφέρεται σε οποιοδήποτε έτερο σημείο της αποφάσεως, ώστε να χαρακτηρίζεται "προαναφερόμενη", πλέον δε τούτου η αναφορά του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου γίνεται προφανέστατα στη νομίμως επικληθείσα και προσκομισθείσα υπ' αριθμ. 1481/18.07.2018 ένορκη βεβαίωση της μάρτυρα Μ.
Π., διαδίκου σε συναφή δίκη. Επιπλέον αξίζει να σημειωθεί ότι το τμήμα της ανωτέρω ένορκης βεβαιώσεως που αναφέρεται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση περιλαμβάνεται, όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561§2 του Κ.Πολ.Δ.) επισκόπηση αυτής (υπ' αριθμ. 1481/18.07.2018 ένορκης βεβαιώσεως) αυτολεξεί στο κείμενό της.
Κατόπιν τούτων, και καθώς δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί. Διάταξη για τον προσδιορισμό και την επιβολή δικαστικών εξόδων δεν πρέπει να περιληφθεί στην απόφαση αυτή για το λόγο ότι το σχετικό αίτημα υποβλήθηκε από τους αναιρεσιβλήτους, μετά τη συζήτηση επί της αιτήσεως αναιρέσεως, με το από 02.02.2024 υπόμνημα (άρθρο 191§2 του Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24.09.2021 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 352/2021 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Μαρτίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Μαΐου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ