Legislator Case Law & Legislation
717/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeal regarding inadmissible sworn statements taken after parties became litigants.

Case Number 717/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Court of Appeal's decision in an inheritance dispute. The appellant argued that sworn statements taken before a justice of the peace were inadmissible because the witnesses became parties to the case after the statements were made. The court held that the critical time for determining admissibility is the moment the statement was taken, not when the parties later changed status. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 118(4) of the Code of Civil Procedure; A sworn statement made by a party or their representative before a justice of the peace is inadmissible if they were not parties at the time of the statement, and this determination is fixed at the moment of the statement regardless of subsequent changes in party status.

Keywords

AI generated
inadmissible sworn statement justice of the peace party status timing Code of Civil Procedure appeal dismissal inheritance dispute critical time rule

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 118(4) of the Code of Civil Procedure
Article 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 and 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 717 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 717/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Αναστασία Περιστεράκη-Εισηγήτρια, Λάμπρο Καρέλο, Ανθή Γκάμαρη Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 8η Ιανουαρίου 2020 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ν. Χ. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Άγγελο Πάρσαλη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ .

Των αναιρεσίβλητων :1. Γ. Τ. του Χ. 2Δ. Τ. του Χ., κατοίκων ..., ως μόνων και εξ αδιαθέτου κληρονόμων της Ε. χας Χ. Τ., 3.Ι. Κ. του Ν., κατοίκου ..., 4.Ε. Π. του Π., κατοίκου ..., 5.Σ. Π. του Π., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ευστράτιο Πέτρου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-2-2016 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Μυτιλήνης.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 46/2017 οριστική ίδιου Δικαστηρίου, 16/2019 του Τριμελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18-7-2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1ΚΠολΔ, προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στην διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 192/2019).

Από δε τα άρθρα 118 αριθ. 4, 559 αριθ. 1 και 566 παρ. 1ΚΠολΔ συνάγεται ότι για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως περί της από το δικαστήριο της ουσίας παραβιάσεως κανόνα ουσιαστικού δικαίου πρέπει σ` αυτόν να καθορίζεται, πλην άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη (όπως ορισμένο άρθρο ορισμένου νόμου) του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε (ΟΛΑΠ18/2005) Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559αρ 1ΚΠοΛΔ, της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι η επίδικη διαθήκη περιέχει ημερομηνία, έλαβε ως δεδομένο ότι ο αριθμός 11 υποδηλώνει ημέρα και όχι μήνα, καθώς και γιατί δεν εξηγεί γιατί το όνομα της διαθέτιδος Ε.

Κ. βρίσκεται εντός του κειμένου της διαθήκης και όχι στο τέλος .

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος ως αόριστος, γιατί δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο η σχετική ουσιαστική διάταξη (ο κανόνας δικαίου) που παραβιάστηκε. Σε κάθε περίπτωση ο ίδιος λόγος είναι απαράδεκτος και εξαιτίας του ότι, από την επίφαση συνδρομής της ανωτέρω πλημμέλειας, πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 § 1 ΚΠολΔ).

Εξάλλου εκ του άρθρου 559 αρ. 8ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται τόσο οι κύριοι και πρόσθετοι λόγοι της εφέσεως (Ολ.ΑΠ 3/2008), όσο και οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολομ.ΑΠ 9/1997).

Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 1149/2019). Δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός της αναιρέσεως, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 1309/2018).

Ο ισχυρισμός που στηρίζει τον λόγο αναιρέσεως πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο τρόπος και ο χρόνος προτάσεως ή επαναφοράς του στο Εφετείο, ώστε να μπορεί να κριθεί από το αναιρετήριο αν αυτός ήταν νόμιμος και παραδεκτός, και, αν το δικαστήριο εξέτασε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές υπό τις οποίες έγινε η επικαλούμενη παραβίαση (ΑΠ892/2019).

Με το πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου αναίρεσης ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για την πλημμέλεια του άρθρου 559αρ 8ΚΠοΛΔ.Ειδότερα, ισχυρίζεται ότι, ενώ τόσον στις σελίδες 3-4 και 5-6 των προτάσεών του ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου όσο και στις σελίδες 3-4 των προτάσεών του ενώπιον του Εφετείου πρότεινε ως επιχείρημα για την ενίσχυση του ισχυρισμού του ότι η θανούσα δεν είχε συνείδηση των πραττομένων της, ότι η διαθήκη είναι γραμμένη σε τρίτο πρόσωπο, εντούτοις η προσβαλλομένη δεν απάντησε στο εν λόγω επιχείρημά του, λαμβανομένου υπόψη πως η αρχική διαθήκη της ήταν γραμμένη σε πρώτο πρόσωπο.

Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος καθόσον δεν συνιστά "πράγμα" κατά την έννοια του άρθρ. 359 αρ. 8 ΚΠολΔ το προαναφερόμενο επιχείρημα.

Περαιτέρω κατά το άρθρο 559 αρ. 11 περ.γ τουΚΠοΛΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματήσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα νομίμως προσκομισθέντα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από τον διάδικο (Ολ.ΑΠ 23/2008).

Καμία ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ` είδος αποδεικτικών μέσων, που λήφθηκαν υπόψη, ενώ ως αποτελούντα ξεχωριστά, από τα έγγραφα αποδεικτικά μέσα πρέπει να μνημονεύονται η έκθεση ή το πρακτικό αυτοψίας (359), η γνωμοδότηση των πραγ/ων (383), τα πρακτικά εξέτασης των μαρτύρων (410) και οι ένορκες βεβαιώσεις (270 παρ.2, 339).

Μόνον αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ.ΑΠ 2/2008) ή, κατ` άλλη έκφραση, αδιστάκτως βέβαιο (Ολ.ΑΠ 14/2005) ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (ΑΠ 280/2019). Με το δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559αρ 11γ ΚΠοΛΔ και, συγκεκριμένα, ισχυρίζεται ότι το Εφετείο, "αν και αναφέρει, ότι έλαβε υπόψη του, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά με τον ισχυρισμό του για διαταραχή των νοητικών λειτουργιών της διαθέτιδος και της αδυναμίας της να συντάξει διαθήκη:

α) την ιατροδικαστική γνωμοδότηση της αναπληρώτριας καθηγήτριας κυρίας Κ. Π. και του ειδικού ιατροδικαστή Σ. Μ., β) την από 24-11-2016 ιατροδικαστική γνωμάτευση του ειδικού ιατροδικαστή Δ. Γ. και του καθηγητή ιατροδικαστικής και τοξικολογίας Μ. Τ., γ) την από 19-03-2018 έκθεση γραφολογικής γνωμάτευσης της ειδικής δικαστικής γραφολόγου Μ.

Φ. - Ξ. και της ειδικής δικαστικής γραφολόγου Ά. - Α. Ξ. και δ) την από 04-04-2017 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της ειδικής δικαστικής γραφολόγου Β. Σ., η οποία στην προσβαλλόμενη αναγράφεται εκ παραδρομής Σ.", καθώς και την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα Χ. Χ., η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αιτιολογεί, γιατί οι συγκεκριμένες ιατροδικαστικές και γραφολογικές πραγ/νες δεν έπεισαν το δικαστήριο και κατέληξε σε αντίθετο συμπέρασμα ενώ τα ανωτέρω τα εξέθεσε στις προτάσεις του και την προσθήκη αντίκρουσή του ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και τις προτάσεις του και την προσθήκη αντίκρουσή του ενώπιον του Εφετείου, καθώς και ότι μολονότι η κατάθεση του μάρτυρα Χ.

Χ. επιβεβαίωνε ότι η διαθέτιδα δεν είχε τη νοητική και φυσική δυνατότητα να συντάξει διαθήκη το Εφετείο κατέληξε σε διαφορετικό συμπέρασμα, χρησιμοποιώντας την ως υποτιθέμενη ομολογία του ίδιου, για το ότι η επίδικη διαθήκη έχει γραφεί από την θανούσα". Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, γιατί στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαιώνεται ότι για το σχηματισμό του αποδεικτικού πορίσματος του Εφετείου λήφθηκαν υπόψη τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα γενομένης και ειδικής μνείας αυτών .Από δε τη βεβαίωση αυτή και τις αιτιολογίες της απόφασης, όπως προκύπτουν από την παραδεκτή επισκόπηση της, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι λήφθηκαν υπόψη τα άνω έγγραφα και η ένορκη κατάθεση, δεν ήταν δε αναγκαία και η χωριστή αξιολόγηση καθενός από αυτά.

Το ότι το Εφετείο δεν δέχθηκε ότι με βάση τα ανωτέρω έγγραφα και την ένορκη κατάθεση αποδεικνύονται οι ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος δεν αποτελεί θεμελίωση του αναιρετικού λόγου εκ του αριθμού 11γ του άρθρου 559 ΚΠοΛΔ ,διότι η πλημμέλεια αυτή υφίσταται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλείται και προσκομίζει ο διάδικος και όχι όταν η απόφαση δεν είναι σύμφωνη με όσα ο ίδιος υποστηρίζει ότι αποδεικνύονται από αυτά.

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 438 και 440 του ΚΠολΔ οι ιατρικές γνωματεύσεις ή βεβαιώσεις και αν εκδίδονται από ιατρό που ασκεί δημόσια λειτουργία, μέσα στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων του έχουν δεσμευτική αποδεικτική δύναμη και ειδικότερα, αποτελούν πλήρη απόδειξη, χωρίς να επιτρέπεται ανταπόδειξη, παρά μόνο με την προσβολή τους ως πλαστών, για όσα βεβαιώνονται σε αυτές ότι έγιναν από το συντάκτη τους ή ότι έγιναν ενώπιον του και επίσης πλήρη απόδειξη, κατά της οποίας όμως επιτρέπεται ανταπόδειξη, ως προς όσα βεβαιώνονται σ` αυτά, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει ο συντάκτης τους.

Ως προς τις περιεχόμενες, όμως, σε αυτές επιστημονικές εκτιμήσεις και γνώμες του συντάκτη τους, ακόμη και σχετικά με τις επιπτώσεις που τα αναφερόμενα σε αυτές ευρήματα έχουν στην πνευματική και σωματική κατάσταση εκείνου στον οποίο αναφέρονται, οι εν λόγω ιατρικές βεβαιώσεις και γνωμοδοτήσεις εκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο, σύμφωνα με τον κανόνα του άρθρου 340 του ΚΠολΔ, όπως άλλωστε ισχύει, σύμφωνα με τα άρθρα 387 και 390ΚΠολΔ, και για τις γνωμοδοτήσεις των ιατρών πραγματογνωμόνων που διόρισε το δικαστήριο ή με τις γνωμοδοτήσεις, που συντάχθηκαν με αίτηση κάποιου διαδίκου και προσκομίζονται από αυτόν, από ιατρούς, ως πρόσωπα με ειδικές γνώσεις επιστήμης (ΑΠ 1843/2013).

Με το τρίτο σκέλος του δεύτερου λόγου της αναιρέσεως προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα η από το άρθρο 559 αρ.. 12ΚΠοΛΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι η προσβαλλομένη απόφαση παραβίασε τους ορισμούς του νόμου, σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων και, ειδικότερα ότι δεν δέχθηκε την, σύμφωνα με το άρθρο 438ΚΠολΔ, προκύπτουσα απόδειξη, από το νομίμως επικληθέν και προσκομισθέν από τον ίδιο ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου από 1-7-2016 έγγραφο με τίτλο ...

Ε.Κ. ΤΟΥ Ν., της Διευθύντριας του πνευμονολογικού τμήματος του ... Νοσοκομείου, Α. Ξ., που αποτελεί δημόσιο έγγραφο, με πλήρη έναντι όλων απόδειξη σχετικά με τα αναφερόμενο σ` αυτό ζητήματα και, ειδικότερα, για το ότι η διαθέτις κατά τον κρίσιμο χρόνο σύνταξης της ιδιόγραφης διαθήκης δεν είχε νοητική και φυσική δυνατότητα να συντάξει διαθήκη.

Όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, εκτιμώντας τα έγγραφα αυτά ελεύθερα με τις υπόλοιπες αποδείξεις, κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων, κρίνοντας ότι η διαθέτις κατά τον ως άνω κρίσιμο χρόνο είχε τη νοητική και φυσική ικανότητα να συντάξει διαθήκη και κατόπιν τούτου απέρριψε τη σχετική αγωγή αναγνώρισης της ακυρότητας ιδιόγραφης διαθήκης.

Συνεπώς, με το να μην αποδώσει το δικαστήριο της ουσίας, ως προς το ζήτημα αυτό, δεσμευτική αποδεικτική δύναμη στο πιο πάνω έγγραφο το οποίο περιέχει επιστημονικές εκτιμήσεις και γνώμες της συντάκτριας ιατρού του άνω νοσοκομείου, αλλά με το να το εκτιμήσει ελεύθερα μαζί με άλλες αποδείξεις δεν παραβίασε τους ορισμούς του νόμου, σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων και, ειδικότερα, τους ορισμούς των άρθρων 438 και 440 ΚΠοΛΔ, σχετικά με την αποδεικτική δύναμη των δημοσίων εγγράφων. Επομένως, τα αντίθετα προβαλλόμενα με το τρίτο σκέλος του άνω λόγου αναίρεσης είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.13 ΚΠολΔ. που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης, προκύπτει ότι για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης, πρέπει να καθορίζεται στο αναιρετήριο ο συγκεκριμένος ισχυρισμός, ως προς τον οποίο εφαρμόστηκαν εσφαλμένα οι ορισμοί του νόμου περί του βάρους της απόδειξης, καθώς και το σφάλμα στο οποίο υπέπεσε το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ66/2004). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο σκέλος του δεύτερου λόγου αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ.13ΚΠοΛΔ,χωρίς να αναφέρονται πραγματικά περιστατικά που να θεμελιώνουν τον λόγο αυτό.

Συνεπώς ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, εξαιτίας της αοριστίας του. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα δε των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη , που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάργηση του δικαιώματος που ασκήθηκε , είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδική και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΟλΑΠ 24/1992).

Γα να είναι ορισμένος ο από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠοΛΔ λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, πρέπει να μνημονεύεται στο αναιρετήριο, εκτός άλλων, ο κανόνας δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, προκειμένου να ελεχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή του, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή ανεπάρκεια αυτών (ΑΠ 766/2017, ΑΠ 601/2011).

Με το πέμπτο σκέλος του δεύτερου λόγου της αναίρεσης ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία απέρριψε την αγωγή του "δεν διέλαβε αιτιολογίες για την απόρριψη ως αποδεικτικού μέσου του από 1/7/2016 εγγράφου με τον τίτλο "......" της ιατρού Α. Ξ. και έτσι στερείται νόμιμης βάσης" (αρθ 559αρ 19ΚΠοΛΔ). Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι τα αποδεικτικά μέσα δεν αποτελούν "ζητήματα" κατά την έννοια του άρθ. 559 αρ. 19 ΚΠολΔ.

Κατά το άρθ. 559 αριθ. 11 περ. α ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το Δικαστήριο έλαβε υπόψη μη επιτρεπόμενα από το Νόμο αποδεικτικά μέσα. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθ. 62, 64 § 2, 339, 409 §§ 1 και 2, 410 και 415 έως 420ΚΠολΔ και 61, 65, 67 και 70ΑΚσυνάγεται ότι δεν μπορεί να είναι μάρτυρας, αφού δεν είναι τρίτος και δεν μπορεί γι` αυτό να έχει (καταρχήν τουλάχιστον) την αντικειμενικότητα του τρίτου, ο διάδικος και, για την ταυτότητα του λόγου, ούτε αντιπρόσωπος ανικάνου φυσικού προσώπου, ο νόμιμος εκπρόσωπος διαδίκου νομικού προσώπου ή το μέλος της διοίκησης αυτού.

Τούτο συνάγεται, κυρίως, από το ως άνω άρθ. 415ΚΠολΔ που προβλέπει ως αποδεικτικό μέσο την εξέταση των διαδίκων ή των νομίμων εκπροσώπων των εκ των διαδίκων νομικών προσώπων ή των μελών της διοίκησής τους, η εξέταση, όμως, αυτή δεν αποτελεί μαρτυρία, αλλά ίδιο (επώνυμο) αποδεικτικό μέσο, καθόσον υπό την αντίθετη εκδοχή θα ήταν δυνατό να εξετάζεται το ίδιο πρόσωπο ως μάρτυρας και, στη συνέχεια, ως διάδικος ή ως εκπρόσωπος ή ως μέλος της διοίκησης διαδίκου νομικού προσώπου, λύση προδήλως άτοπη.

Κατά συνέπεια, η ένορκη κατάθεση ως μάρτυρα του ίδιου του διαδίκου ή του νομίμου εκπροσώπου νομικού προσώπου είναι ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 374/2011). Τα ανωτέρω, για την ταυτότητα του λόγου, ισχύουν και επί ενόρκων βεβαιώσεων ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου με τις οποίες ο ενόρκως βεβαιών τρίτος καταθέτει ό,τι γνωρίζει για τα αποδεικτέα πραγματικά περιστατικά.

Άρα ένορκη βεβαίωση ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου του ίδιου του διαδίκου ή του νομίμου εκπροσώπου διαδίκου νομικού προσώπου είναι ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο. Η έννομη αυτή συνέπεια προϋποθέτει την ύπαρξη της ιδιότητας του διαδίκου φυσικού προσώπου ή του εκπροσώπου διαδίκου νομικού προσώπου κατά το χρόνο της ένορκης βεβαίωσης, που αποτελεί και τον κρίσιμο χρόνο για τον χαρακτηρισμό της ένορκης βεβαίωσης (ή κατάθεσης) ως ανυπόστατης (ΑΠ 1010/2009) και, επομένως, ένορκη βεβαίωση (ή κατάθεση) διαδίκου ή εκπροσώπου διαδίκου νομικού προσώπου εξακολουθεί να αποτελεί ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο και ανεπίτρεπτα λαμβάνεται υπόψη, όταν ο ενόρκως βεβαιών ήταν διάδικος κατά τον χρόνο της βεβαίωσης, έστω και αν απώλεσε μετά ταύτα την ιδιότητα αυτήν, στο πλαίσιο της αυτής δίκης, καθόσον εξακολουθεί και τότε να υφίσταται ο δικαιολογητικός λόγος της απαγόρευσης λήψης υπόψη της ένορκης βεβαίωσης αυτού, η έλλειψη δηλαδή αντικειμενικότητας αυτού κατά τον κρίσιμο εκείνον χρόνο .Επομένως, η από το δικαστήριο λήψη υπόψη αυτών θεμελιώνει τον από τον αριθ 11περ.α' του άρθρου 559ΚΠοΛΔ προβλεπόμενο αναιρετικό λόγο, άσχετα αν προηγουμένως προβληθεί ή όχι σχετική εναντίωση του αντιδίκου αυτού που τα προσκομίζει ,αφού πρόκειται για ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 2076/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο ,όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του ,έλαβε υπόψη του, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ,μεταξύ άλλων αποδεικτικών μέσων, και την προσκομισθείσα με επίκληση ...-07-2016 ένορκη βεβαίωση των μαρτύρων Γ. Τ., Δ. Τ. και Ν. Κ. ενώπιον της Ειρηνοδίκη Μυτιλήνης, που λήφθηκε μετά από προηγούμενη νομότυπη κλήτευση του ενάγοντα.

Κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας και δη στις 29-06-2018 και πριν τη συζήτηση της έφεσης αποβίωσε η αρχική διάδικος Ε. Τ. και τη δίκη συνέχισαν οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της Γ. και Δ. Τ.. Επομένως, ο τελευταίος λόγος ανάιρεσης με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559αρ 11αΚΠοΛΔ, γιατί η άνω ένορκη βεβαίωση είναι ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο, επειδή οι προαναφερθέντες μάρτυρες κατέστησαν εκ των υστέρων διάδικοι, σύμφωνα με όσα προαναφέρονται είναι αβάσιμος και, συνακόλουθα, απορριπτέος, αφού για να είναι το αποδεικτικό αυτό μέσο ανυπόστατο πρέπει το φυσικό πρόσωπο ή ο εκπρόσωπος του νομικού προσώπου να είναι διάδικοι κατά τον χρόνο λήψης της ένορκης βεβαίωσης, που αποτελεί και τον κρίσιμο χρόνο για τον χαρακτηρισμό της ένορκης βεβαίωσης (ή κατάθεσης) ως ανυπόστατης.

Κατόπιν τούτων πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αναίρεση στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (αρθ 495παρ 3ΚΠοΛΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, λόγω της ήττας του (αρθ 176,183 και 191 παρ2ΚΠοΛΔ)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18-7-2019 αίτηση αναίρεσης του Ν. Χ. κατά της 16/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 9 Ιουνίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 24 Ιουνίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ