Supreme Court overturns appeal judgment on joint liability and damages, remanding case for retrial.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece overturned the lower court's judgment regarding joint liability and damages, ruling the appeal admissible under Article 559 of the Code of Civil Procedure. The court found the original decision legally flawed and ordered a retrial by the same appellate chamber rather than remanding the case to the first-instance court. Consequently, the appellant's request for a new trial was granted, while the respondent was ordered to cover the appellant's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 580 of the Code of Civil Procedure: When an appeal judgment is overturned due to non-compliance with a prior appellate decision, the case must be remanded to the appellate court that issued the original judgment for a new substantive hearing, rather than being sent back to the first-instance court.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 758 / 2018 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 758/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη - Εισηγητή, Αλτάνα Κοκκοβού, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Αγγελική Τζαβάρα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια στο ακροατήριό του, στις 22 Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ποδοσφαιρικής Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Π....", που εδρεύει στον … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γρηγόριο Τιμαγένη και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Γεώργιο Ορφανίδη και Ιωάννη Μπόμπο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/12/1989 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1769/1990 μη οριστική και 1446/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 567/2011 του Εφετείου Πειραιώς.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η ήδη αναιρεεσείουσα με την από 28/11/2011 αίτησή της επί της οποίας εκδόθηκε η 1903/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 567/2011 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε η 305/2016 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30/9/2016 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.18 ΚΠολΔ επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αφορά κάθε παράλειψη του δικαστηρίου της παραπομπής να συμμορφωθεί προς την αναιρετική απόφαση σχετικά με το νομικό ζήτημα που κρίθηκε με την απόφαση αυτή, ανεξάρτητα από το αν το νομικό αυτό ζήτημα ανάγεται στο ουσιαστικό ή στο δικονομικό δίκαιο.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 579 παρ.1 580 παρ.3 και 4 και 581 παρ.2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι με την αναίρεση της απόφασης, κατά το μέτρο παραδοχής της αντίστοιχης αίτησης, οι διάδικοι, οι οποίοι μετέσχον στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 1717/2002) επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από τη συζήτηση, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεθείσα (ΑΠ 129/2005) με συνέπεια να αναβιώνει η σχετική αίτηση παροχής έννομης προστασίας (αγωγή ή έφεση, αναλόγως αν η αναιρεθείσα απόφαση εκδόθηκε στον πρώτο ή δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας), της οποίας επιλαμβάνεται το δικαστήριο της παραπομπής μετά από κλήση (ΑΠ 845/2010 ΑΠ 129/2004).
Δηλαδή, αν αναιρεθεί η απόφαση του Εφετείου, και δεν πρόκειται για τις περιπτώσεις του άρθρου 580 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ, (δηλαδή για υπέρβαση δικαιοδοσίας ή παράβαση των διατάξεων σχετικών με την αρμοδιότητα), αναβιώνει η πρωτόδικη απόφαση και η κατ’ αυτής έφεση που θα κριθεί πάλι από το Εφετείο. Όμως η διαδικασία πριν την αναιρεθείσα απόφαση ακυρώνεται, μόνον εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση, ενώ στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται από την αναιρετική (Απ 43/2005, ΑΠ 137/2004).
To δικαστήριο της παραπομπής επανεκδικάζει την έφεση, ερευνώντας μόνον τους λόγους αυτής που είναι σχετικοί με τα κεφάλαια της δίκης για τα οποία αναιρέθηκε η εφετειακή απόφαση, ως προς τα οποία και μόνον επανακρίνεται (ΑΠ 1145/2005) εφόσον ως προς τα μη αναιρεθέντα κεφάλαια υπάρχει δεδικασμένο που δεν ανατράπηκε με την αναίρεση και δεσμεύει έτσι το δικαστήριο της παραπομπής.
Δηλαδή, τα παράπονα που είχαν διατυπωθεί ως λόγοι έφεσης και ως αναιρετικοί λόγοι, κατ’ αρχήν καλύπτονται από το δεδικασμένο της αναιρετικής απόφασης. Στην περίπτωση αυτή, αν είχαν γίνει δεκτά ως αναιρετικοί λόγοι, τότε το δικαστήριο της παραπομπής δεσμεύεται να τα δεχτεί και ως βάσιμους λόγους της έφεσης, ενώ αν είχαν απορριφθεί ως αναιρετικοί λόγοι είναι ως λόγοι εφεσης απαράδεκτοι (ΑΠ Ολ 13/2011) κατά την απορρέουσα από την αναιρετική παραπεμπτική απόφαση ενδοδιαδικαστική δέσμευση.
Δεν δεσμεύεται όμως το δικαστήριο της παραπομπής να κρίνει διαφορετικά επί της ουσίας και να εκτιμήσει διαφορετικά τις αποδείξεις, εφόσον δεν εθίγησαν με την αναίρεση, από ότι η αναιρεθείσα, μη δεσμευόμενο ούτε ως προς το σημείο αυτό από εκείνη (ΑΠ 129/2004) δεσμευόμενο μόνον για τα νομικά ζητήματα που επέλυσε η αναιρετική απόφαση με το λόγο αναίρεσης που έκανε δεκτό (ΑΠ 270/2015 ΑΠ 137/2004, ΑΠ 1343/2002).
Αν η απόφαση που αναιρέθηκε είναι Εφετείου, δεν ακυρώνεται και η απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ακόμη και αν αυτή στηρίζεται στο ίδιο ελάττωμα και τούτο, διότι, με την αναίρεση της απόφασης του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, αναβιώνει η εκκρεμοδικία της έφεσης κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (ΑΠ 963/1999) ως προς την οποία θα αποφανθεί το δικαστήριο της παραπομπής, το οποίο είτε θα δεχθεί την έφεση και θα εξαφανίσει την απόφαση, είτε θα απορρίψει αυτή, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση (ΑΠ 1421/2002).
Με τον πέμπτο λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η, από το άρθρο 559 αρ.18 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν συμμορφώθηκε, αν και εκδόθηκε από δικαστήριο παραπομπής, προς την κρίση της 19093/2013 (παραπεμπτικής) αναιρετικής αποφάσεως του τμήματος αυτού του Αρείου Πάγου καθόσον αυτή (προσβαλλομένη απόφαση) απέρριψε ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, την προς απόκρουση της κατ’ αυτής (αναιρεσείουσας) ενδίκου [περί αποζημιώσεως λόγω αδικοπραξίας] αγωγής της αναιρεσιβλήτου, προταθείσα από την ίδια (αναιρεσείουσα) ένσταση από το άρθρο 300 ΑΚ παρά την κρίση της ως άνω αναιρετικής αποφάσεως ότι η εν λόγω ένσταση ήταν μεν παραδεκτή και νομικά βάσιμη πλην όμως εσφαλμένως είχε απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη από την [ως προς το κεφάλαιο αυτό] αναιρεθείσα υπ’ αριθμ.567/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε επί εφέσεως αυτής (αναιρεσείουσας) κατά της ομοίως, ως προς την ένσταση αυτή κρίνασας, 1446/2010 αποφάσεως του Πολ.Πρωτ.Πειραιώς.
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή (αρθρ.561 δ.2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι, αυτή, μετ’ εκτίμηση των εκατέρωθεν προσκομισθεισών αποδείξεων, δέχθηκε αναφορικά με το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ως άνω ζήτημα, τ’ ακόλουθα: "Επί της από 19-12-1986 αγωγής της εφεσιβλήτου (αναιρεσιβλήτου) κατά της (αναιρεσείουσας) εκκαλούσας προς αποζημίωση της πρώτης εκ της περιγραφομένης σ’ αυτήν αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της τελευταίας (αρθ. 914 ΑΚ 375, 394 ΠΚ) εκδόθηκε η 1446/2010 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς η οποία, μετ’ απορρίψη ως ουσιαστικά αβασίμου της προς απόκρουση της παραπάνω αγωγής προταθείσης από την εναγομένη - αναιρεσείουσα ενστάσεως συνυπαιτιότητος (300 ΑΚ) [η οποία είχε κριθεί ορισμένη και νομικά βάσιμη από την προεκδοθείσα 1769/1990 προδικαστική απόφαση] έκανε δεκτή την αγωγή ως και ουσιαστικά βάσιμη, για το ποσό των 4.042.917,25 ευρώ.
Κατά των εν λόγω αποφάσεων (προδικαστικής και οριστικής) παραπονέθηκε η ηττηθείσα εναγομένη (νυν αναιρεσείουσα) με την εφεσή της και τους πρόσθετους αυτής λόγους, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων.
Επί της εφέσεως αυτής και των πρόσθετων λόγων εφέσεως εκδόθηκε κατ’ αντιμωλία των διαδίκων, η υπ’ αριθμ. 567/2011 απόφαση του Εφετείου τούτου, η οποία δέχθηκε τα ακόλουθα: Ότι κατά το χρονικό διάστημα από 18-1-1985 έως 19-10-1988 ο Γ. Κ. διετέλεσε Πρόεδρος του ΔΣ, Δ/νων Σύμβουλος και Διοικητής της ενάγουσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας "..." που τελεί ήδη υπό εκκαθάριση, ενώ από 23- 11-1987 έως 21-7-1988 ήταν ταυτόχρονα κύριος μέτοχος, Πρόεδρος του ΔΣ και Δ/νων Σύμβουλος της εναγομένης ποδοσφαιρικής εταιρείας "...", έχοντας τον πλήρη έλεγχο αυτής.
Ότι ενεργώντας ο Γ. Κ. υπό την ως άνω διττή ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου και διαχειριστή-ουσιαστικά-αμφοτέρων των διαδίκων, το Νοέμβριο του 1987 έθεσε σε εφαρμογή και εκτέλεσε έκτοτε σταδιακά ένα παράνομο σχέδιο οικονομικής ενίσχυσης της εναγομένης με κεφάλαια προερχόμενα από τα διαθέσιμα της ενάγουσας και τα οποία υπεξήρεσε από την τελευταία, εκμεταλλευόμενος τη δεσπόζουσα θέση του Διοικητή της.
Πιο συγκεκριμένα, σε εκτέλεση του εν λόγω σχεδίου ο Γ. Κ. στις 23-11-1987, ενεργώντας υπό την ιδιότητα του Διοικητή της ενάγουσας, έδωσε προφορική εντολή στους αρμόδιους υπαλλήλους του Υπ/τος Διοικήσεως της οδού ... και αυτοί εξέδωσαν εις διαταγή της εναγομένης την υπό στοιχ. ... επιταγή της ενάγουσας, ποσού 150.000.000 δρχ., η οποία, την επόμενη ημέρα, εισπράχθηκε από την εναγομένη, με πίστωση του υπ’ αριθμ. ...
λογαριασμού της και αντίστοιχη χρέωση του λογαριασμού "...", που τηρούσε η ενάγουσα στο ως άνω υποκατάστημα της οδού .... Οι υπάλληλοι της ενάγουσας προχώρησαν στην έκδοση αυτής της επιταγής, συμμορφούμενοι στην εντολή του Γ. Κ. και χωρίς να ελέγξουν εάν το ποσό της επιταγής, με το οποίο χρέωσαν τον λογαριασμό "..." της ενάγουσας, είχε προηγουμένως πιστωθεί στον ίδιο λογαριασμό, με πραγματική χρέωση κάποιου λογαριασμού είτε του Γ.
Κ., είτε της εναγομένης ή κάποιου τρίτου προσώπου, με αποτέλεσμα η ενάγουσα, η οποία δεν είχε καμμία υποχρέωση είτε συμβατική είτε εκ του νόμου έναντι της εναγομένης, να επιβαρυνθεί με αυτό, καθώς ο Γ. Κ. δεν φρόντισε ποτέ να καλύψει αυτό το ποσό, που με τον προπεριγραφόμενο τρόπο είχε αφαιρέσει από τα διαθέσιμά της.
Ότι ακολούθως, με νέες προφορικές εντολές του Γ. Κ. προς τα υποκαταστήματα Διοικήσεως και Πειραιώς της ενάγουσας, οι αρμόδιοι υπάλληλοι τους εξέδωσαν από τις 10-12-1987 έως τις 5-7- 1988,τα παρακάτω λογιστικά δελτία και εντολές πληρωμής με τα οποία ο υπ’ αριθμ. ... λογαριασμός όψεως της εναγομένης πιστώθηκε συνολικά με 458.000.000 δρχ., που εκταμιεύθηκαν από τον λογαριασμό "..." της ενάγουσας.
Ειδικότερα, εξέδωσαν στις 10-12-1987 το υπ’ αριθμ. ... λογιστικό δελτίο, στις 14-12-1987 το υπ’ αριθμ. ... λογιστικό δελτίο, στις 10-1-1988 το υπ’ αριθμ. ... λογιστικό δελτίο, στις 14-1-1988 το υπ’ αριθμ. ... λογιστικό δελτίο, στις 25-2-1988 το υπ’ αριθμ. ... λογιστικό δελτίο, στις 3-3-1988 την υπ’ αριθμ. ... εντολή με το υπ’ αριθμ. ... λογιστικό δελτίο, στις 18-4-1988 το υπ’ αριθμ. ...
λογιστικό δελτίο, στις 22-4-1988 το υπ’ αριθμ. ... λογιστικό δελτίο, στις 27-4-1988 το υπ’ αριθμ. ... λογιστικό δελτίο, στις 11-5-1988 το υπ’ αριθμ. ... λογιστικό δελτίο, στις 16-6-1988 το υπ’ αριθμ. ... λογιστικό δελτίο, στις 5-7-1988 την υπ’ αριθμ. ... εντολή με το υπ’ αριθμ. ... λογιστικό δελτίο και στις 21-7-19888 το υπ’ αριθμ. ... λογιστικό δελτίο, με τα οποία χρεώθηκε ο λογαριασμός "..." της ενάγουσας και πιστώθηκε ο λογαριασμός όψεως της εναγομένης, με τα χρηματικά ποσά των 8.000.000 δρχ., 20.000.000 δρχ., 20.000.000 δρχ., 5.000.000 δρχ., 15.000.000 δρχ., 25.000.000 δρχ., 15.000.000 δρχ., 40.000.000 δρχ., 60.000.000 δρχ., 100.000.000 δρχ., 60.000.000 δρχ., 50.000.000 δρχ.
και 40.000.000 δρχ., αντίστοιχα, χωρίς να υπάρχει και ανάλογη πίστωση-υπέρ της ενάγουσας, με χρέωση του λογαριασμού είτε του Γ. Κ. είτε της εναγομένης ή κάποιου άλλου τρίτου, με αποτέλεσμα και αυτό το συνολικό ποσό των 458.000.000 δρχ. να επιβαρύνει τα διαθέσιμα κεφάλαια της ενάγουσας. Ότι σε ορισμένα λογιστικά δελτία, όπως στο 341444, στο ...
καιαο ..., υπήρχε χειρόγραφη σημείωση, προφανώς από τον υπάλληλο που τα εξέδωσε, ότι η καταβολή των χρημάτων θα γινόταν με χρέωση του λογαριασμού του Γ. Κ. και αντίστοιχη πίστωση του λογαριασμού της ενάγουσας, πλην όμως από κανένα στοιχείο δεν προέκυψε ότι τηρήθηκε αυτή η διαδικασία και ότι τελικά τα χρήματα στην εναγομένη καταβλήθηκαν από τον Πρόεδρο της και όχι από την ενάγουσα.
Ότι η προπεριγραφόμενη συμπεριφορά του Διοικητή της ενάγουσας Γ. Κ., κατά το χρονικό διάστημα από 23-11-1987 έως 21-7-1988, πληροί κατ’ αρχήν, την ειδική (ποινική) υπόσταση του αδικήματος της υπεξαιρέσεως σε βάρος της ενάγουσας, καθώς υπό την προαναφερθείσα ιδιότητά του και με τις εντολές που έδωσε στους υφισταμένους του, ιδιοποιήθηκε παράνομα από τα διαθέσιμα κεφάλαιά της συνολικά το ποσό των 608.000.000 δρχ., το οποίο αποτελούσε περιουσία της, διαχειριζόμενη από τον ίδιο, που το είχε στην κατοχή του ως Διοικητής της.
Ότι, όπως άλλωστε δεν αμφισβητείται, για την πράξη της υπεξαίρεσης και άλλες ‘ συναφείς πράξεις, ο Γ. Κ. κρίθηκε ένοχος και καταδικάστηκε αμετάκλητα σε ποινή κάθειρξης (βλ. την 664/ 1997 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Κακ/των Αθηνών). Ότι κατά το ίδιο χρονικό διάστημα κατά το οποίο ο Γ. Κ., εκτός από Διοικητής της ενάγουσας, ήταν και Πρόεδρος του ΔΣ της εναγομένης,και υπό την τελευταία αυτήν ιδιότητα αποδέχθηκε την κατάθεση στον υπ’ αριθμ. ...
λογαριασμό όψεως, που η εναγομένη τηρούσε στην ενάγουσα, των υπεξαιρεθέντων από τον ίδιο ποσών, με αποτέλεσμα αυτή η συμπεριφορά του, ως Προέδρου και νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης, να πληροί και την ειδική υπόσταση του αδικήματος της αποδοχής προϊόντων εγκλήματος, για την οποία ευθύνεται έναντι της παθούσας-ενάγουσας και η εναγομένη, σύμφωνα με το άρθρο 71 ΑΚ, αφού, όπως είναι προφανές, ο Γ.
Κ. τέλεσε την αξιόποινη πράξη της αποδοχής προϊόντων εγκλήματος, κατά την ενάσκηση των καθηκόντων του ως Προέδρου της εναγομένης. Ότι ο Γ. Κ. δεν περιορίσθηκε στην υπεξαίρεση μόνον δραχμικών διαθεσίμων της ενάγουσας αλλά προχώρησε στην υπεξαίρεση και συναλλαγματικών της διαθεσίμων. -Ειδικότερα, τον Φεβρουάριο του 1988, ενόψει της μεταγραφής του ποδοσφαιριστή Α.
Κ., από την ελβετική ομάδα ... στην εναγομένη, ο Γ. Κ., υπό την ιδιότητα του Διοικητή της ενάγουσας, έδωσε εντολή στον διευθυντή του υποκαταστήματος … Ν. Α., να καταβάλει, με τραπεζικό έμβασμα, στην ... το χρηματικό ποσό των 300.000 ελβετικών φράγκων, ως πρώτη δόση του ανταλλάγματος ύψους 1.050.000 ελβετικών φράγκων, για την μεταγραφή του ως άνω ποδοσφαιριστή στην εναγομένη.
Σε εκτέλεση αυτής της εντολής, στις 18-2-1988, ο Ν. Α. με την υπάλληλο του υποκαταστήματος Α. Τ., συνέταξαν και απέστειλαν στην ελβετική Τράπεζα ..., που ήταν η εκεί ανταποκρίτρια της ενάγουσας, κλειδαριθμημένο τέλεξ, με το οποίο την κάλεσαν να καταβάλει, με έμβασμα και χρέωση του λογαριασμού της, το χρηματικό ποσό των 300.000 ελβετικών φράγκων στην ελβετική ομάδα.
Το έμβασμα εκτελέσθηκε την ίδια ημέρα και η ενάγουσα, όπως ήταν υποχρεωμένη να πράξει για την λογιστική τακτοποίηση του, εξέδωσε αυθημερόν τα υπ’ αριθμ. ... λογιστικά δελτία και στις 8-3-1988 πίστωσε με αυτό το ποσό και ημερομηνία αξίας 18-2-1988 τον λογαριασμό της .... και χρέωσε αντίστοιχα, και με ημερομηνία αξίας 9-3-1988 τον υπ’ αριθμ. ...
λογαριασμό συναλλάγματος του Γ. Κ.. Ότι η χρέωση ,ωστόσο, αυτή ήταν μόνον λογιστική και όχι πραγματική, όπως προέκυψε από τον έλεγχο που πραγματοποίησε η Τράπεζα της Ελλάδος, με αποτέλεσμα το χρηματικό ποσό των 300.000 ελβετικών φράγκων, που υπεξαίρεσε ο Γ. Κ., στις 18-2-1988, ως Διοικητής της ενάγουσας και διέθεσε, ως Πρόεδρος της εναγομένης, στην ...,να επιβαρύνει τελικά τα συναλλαγματικά διαθέσιμα της ενάγουσας.
Ότι η ίδια μεθόδευση τηρήθηκε και για την καταβολή των υπόλοιπων δόσεων, ύψους 300.000 ελβετικών φράγκων και 450.000 ελβετικών φράγκων, που οφείλονταν από την εναγομένη στην ... για αυτήν την μεταγραφή. Ειδικότερα, στις 27-5-1988,που έπρεπε να καταβληθεί η δεύτερη δόση των 300.000 ελβετικών φράγκων, ο Γ. Κ. έδωσε προφορική εντολή στην αρμόδια υπάλληλο του υποκαταστήματος Διοικήσεως και αυτή απέστειλε κλειδαριθμημένο τέλεξ στην Τράπεζα ..., με το οποίο της ζήτησε να εμβάσει το χρηματικό ποσό των 300.000 ελβετικών φράγκων στην ....
Την ίδια ημέρα η ... ως ανταποκρίτρια τράπεζα, εκτέλεσε αυτό το έμβασμα και η ενάγουσα, για την λογιστική τακτοποίηση του, χρέωσε τον λογαριασμό καταθέσεων συναλλάγματος του Γ. Κ. με 210.822,21 δολλ.ΗΠΑ, που ήταν το ισόποσο των 300.000 ελβετικών φράγκων και στις 14-6-1988, με ημερομηνία αξίας 27-5-19888 και πίστωσε με το ίδιο ποσό (300.000 ελβετικά φράγκα) τον λογαριασμό της ..., με αποτέλεσμα να επιβαρυνθεί η ίδια με αυτό το ποσό, καθώς και σε αυτήν την περίπτωση, η χρέωση στον λογαριασμό του Γ.
Κ. ήταν λογιστική και όχι πραγματική. Ότι για την εξόφληση της τελευταίας δόσης της ίδιας μεταγραφής, ο Γ. Κ. στις 3-8-1988 έδωσε εντολή στην αρμόδια υπάλληλο του υποκαταστήματος Διοικήσεως και αυτή απέστειλε κλειδαριθμημένο τέλεξ στην ... ..., με το οποίο ζήτησε να εμβάσει το χρηματικό ποσό των 450.000 ελβετικών φράγκων στον υπ’ αριθμ. ...
λογαριασμό, του οποίου ο δικαιούχος παραμένει μεν άγνωστος, σχετίζεται όμως με την μεταγραφή του Α. Κ. και με αυτήν την καταβολή, εξοφλήθηκε το συμφωνηθέν αντάλλαγμα. Ότι την ίδια ημέρα, η ... εκτέλεσε το έμβασμα με πίστωση του ως άνω λογαριασμού και χρέωση του λογαριασμού της ενάγουσας, η οποία για την λογιστική τακτοποίησή του, χρέωσε τον λογαριασμό του Γ.
Κ. με το χρηματικό ποσό των 287.631,83 δολλ. ΗΠΑ, ήτοι το ισόποσο εκείνη την ημέρα των 450.000 ελβετικών φράγκων και στις 19-8-1988 πίστωσε με το ίδιο ποσό τον λογαριασμό της ... με αποτέλεσμα και αυτή η δόση, όπως οι προηγούμενες, να επιβαρύνουν τα συναλλαγματικά της διαθέσιμα, αφού και πάλι, η χρέωση του λογαριασμού του Γ.
Κ. ήταν λογιστική και όχι πραγματική. Ότι από τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά προέκυψε ότι για την πραγματοποίηση της μεταγραφής του ποδοσφαιριστή Α. Κ. από την ελβετική ομάδα ... στην εναγομένη, ο Γ. Κ., υπό την ιδιότητα του Διοικητή της ενάγουσας, με τις εντολές για τα τρία εμβάσματα, που έδωσε στους υφισταμένους του στα υποκαταστήματα Διοικήσεως και Πειραιώς, ιδιοποιήθηκε παράνομα από τα συναλλαγματικά διαθέσιμα της ενάγουσας :
α) στις 18-2-1988, το χρηματικό ποσό των 300.000 ελβετικών φράγκων, β) στις 27-5-1988 το ποσό των 300.000 ελβετικών φράγκων και γ) στις 3-8-1988 το χρηματικό ποσό των 450.000 ελβετικών φράγκων, τα οποία ακολούθως κατέβαλε στην ως άνω ελβετική ομάδα για λογαριασμό της εναγομένης υπό την ιδιότητα του Προέδρου και νομίμου εκπροσώπου της.^Οτι στις αρχές Ιουλίου του έτους 198 8,ενόψει και της επικείμενης απόκτησης από την εναγομένη του αλλοδαπού ποδοσφαιριστή Λ.
Ν., ο Γ. Κ., υπό την ιδιότητα του Διοικητή της ενάγουσας, έδωσε εντολή στην υποδιευθύντρια Δ. Κ. να μεριμνήσει για την δανειοδότηση της ενάγουσας σε γερμανικά μάρκα από Τράπεζα του εξωτερικού και στις 8-7-1988, η Δ. Κ., συμμορφούμενη σε αυτή την εντολή, κατήρτισε για λογαριασμό της ενάγουσας, σύμβαση έντοκου (με επιτόκιο 4 και 15/16) δανείου, διάρκειας ενός μηνός και ύψους 8.000.000 γερμανικών μάρκων με το αμερικανικό ...".
Ότι σε εκτέλεση αυτής της συμβάσεως, στις 12-7-1988, το ανωτέρω ποσό πιστώθηκε από το ... στον λογαριασμό που τηρούσε η ενάγουσα στην τράπεζα "... BANK" στην ... (στην ίδια πόλη βρίσκεται και η έδρα της ποδοσφαιρικής ομάδας ..., από την οποία η εναγομένη θα αποκτούσε με μεταγραφή τον Λ. Ν.), ενώ για την εκταμίευση του ο Γ.
Κ., μέσω της γραμματέως του Μ. Μ., έδωσε, την ίδια ημέρα, νέα εντολή στην Κ. και αυτή συνέταξε και απέστειλε στην ..., το υπό στοιχ. ...11-Ι....988 κλειδαριθμημένο τέλεξ, δυνάμει του οποίου τα 8.000.000 γερμανικά μάρκα πιστώθηκαν, μέσω του Σ. Κ. (αδελφού του Γ. Κ. και Αντιπροέδρου της εναγομένης), στην εναγομένη, με την έκδοση της υπ’ αριθμ. .../ 12-7-1988 ισόποσης επιταγής εις διαταγήν της ...,για την καταβολή του ανταλλάγματος της μεταγραφής του Λ.
Ν. στην εναγομένη.
Ότι η κατάληξη των χρημάτων της ενάγουσας στην εναγομένη προκύπτει από το υπ’ αριθμ. ... 18-11-1988 πόρισμα ελέγχου των ελεγκτών του Τμήματος Ελέγχου για την εφαρμογή των συναλλαγματικών κανόνων στις τράπεζες της Τράπεζας της Ελλάδος και την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα της ενάγουσας Σ. Π.. Ότι από τα στοιχεία βέβαια αυτά, δεν προκύπτει ποιός ήταν ο εκδότης της υπ’ αριθμ. .../ 12-7-1988 επιταγής (εάν δηλαδή ήταν ο Σ.
Κ. ατομικά ή η εναγομένη), σε κάθε όμως περίπτωση το Δικαστήριο καταλήγει στην κρίση ότι το χρηματικό ποσό των 8.000.000 γερμανικών μάρκων, ανεξαρτήτως της μεθοδεύσεως που επιλέχθηκε : α) υπεξαιρέθηκε από τον Γ. Κ., με την σύνταξη του κλειδαριθμημένου τέλεξ, που το αφαιρούσε από την κατοχή της ενάγουσας, και β) από αυτόν, που πλέον το είχε ιδιοποιηθεί παρανόμως, κατέληξε, την ίδια ημέρα, στην εναγομένη, που το χρησιμοποίησε για την εξόφληση της ..., αφού από κανένα άλλο στοιχείο δεν προκύπτει ότι την καταβολή του τιμήματος αυτής της μεταγραφής την ανέλαβε κάποιος άλλος, πλην της εναγομένης.
Ότι τελικά και ύστερα από μία τρίμηνη ανανέωση του δανείου, το ποσό των 8.000.000 γερμανικών μάρκων, με τόκους ύψους 126.000 γερμανικών μάρκων, επιστράφηκε στο ... από την ενάγουσα, με αποτέλεσμα η τελευταία να υποστεί ισόποση περιουσιακή ζημία, αφού χρεώθηκε με αυτό το ποσό, που ο Γ. Κ. είχε υπεξαιρέσει από την περιουσία της και το είχε καταβάλει στην εναγομένη, η οποία, μέσω του ιδίου ως νομίμου εκπροσώπου της, το αποδέχθηκε, γνωρίζοντας ότι είναι προϊόν υπεξαιρέσεως.
Ότι από τα ανωτέρω περιστατικά προκύπτει ότι, όπως και στην περίπτωση των δραχμικών της διαθεσίμων, η συμπεριφορά του Γ. Κ. σε αμφότερες τις περιπτώσεις της μεταγραφής των Λ. Ν. και Α. Κ. πληροί, κατ’ αρχήν, την ειδική υπόσταση του αδικήματος της υπεξαιρέσεως σε βάρος της ενάγουσας, καθώς αυτός υπό την προαναφερθείσα ιδιότητά του και με τις εντολές για εμβάσματα, που έδωσε στους διευθυντές και τους υπαλλήλους των υποκαταστημάτων Διοικήσεως και Πειραιώς, ιδιοποιήθηκε παράνομα από τα συναλλαγματικά διαθέσιμα της ενάγουσας, που τα διαχειριζόταν ως Διοικητής της, το χρηματικό ποσό του 1.05Θ.Θ00 ελβετικών φράγκων και των 8.000.000 γερμανικών μάρκων, προκαλώντας , όμως, στην τελευταία περίπτωση (του Ν.) συνολική ζημία στην ενάγουσα ύψους 8.126.000 γερμανικών μάρκων.
Ότι, ακολούθως, ο Γ. Κ. ενεργώντας πλέον, ως Πρόεδρος του ΔΣ της εναγομένης, δέχθηκε να περιέλθουν στην κατοχή της τελευταίας αυτά τα ποσά, και μάλιστα, μέσω μεθοδεύσεων που μετήλθε με τον αδελφό του και αντιπρόεδρο της εναγομένης Σ. Κ., τα διέθεσε για τις μεταγραφές ποδοσφαιριστών της, με αποτέλεσμα αυτή η συμπεριφορά του, ως Προέδρου και νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης, να πληροί και .την ειδική υπόσταση του αδικήματος της αποδοχής προϊόντων εγκλήματος, για την οποία επίσης ευθύνεται έναντι της παθούσας- ενάγουσας και η εναγομένη ως νομικό πρόσωπο, σύμφωνα με το άρθρο 71 ΑΚ, αφού, όπως είναι προφανές και σε αυτήν την περίπτωση ο Γ.
Κ. τέλεσε την αξιόποινη πράξη της αποδοχής προϊόντων εγκλήματος, κατά την ενάσκηση των καθηκόντων του ως Προέδρου της εναγομένης. Ότι ενόψει όλων των ανωτέρω η εναγομένη ευθύνεται έναντι της ενάγουσας, με βάση τις διατάξεις 914 και 71 ΑΚ, για την αδικοπραξία της αποδοχής προϊόντων εγκλήματος, που τέλεσε, σε βάρος της τελευταίας, ο Πρόεδρος του Διοικητικού της Συμβουλίου και νόμιμος εκπρόσωπος της Γ.
Κ., κατά την ενάσκηση των καθηκόντων του από τις 23-11-1987 έως τις 21-7-1988 και επομένως, έχει υποχρέωση να την αποζημιώσει για την ζημία που υπέστη και η οποία ανέρχεται στο χρηματικό ποσό των 608.000.000 δρχ., των 1.050.000 ελβετικών φράγκων και των 8.126.000 γερμανικών μάρκων. Ότι τα ποσά αυτά υποχρεούται να καταβάλει η εναγομένη στην ενάγουσα με το νόμιμο τόκο, α) το πρώτο από την επίδοση της αγωγής, β) το σε ευρώ ισάξιο, κατά την 14η-11-1988, που έληξε το δάνειο από το ...", του χρηματικού ποσού των 8.126.000 γερμανικών μάρκων και γ) το ισάξιο σε ευρώ κατά την 18η-2-1988, του χρηματικού ποσού των 300.000 ελβετικών φράγκων, το ισάξιο σε ευρώ, κατά την 27η- 5-1988 του χρηματικού ποσού των 300.000 ελβετικών φράγκων και το ισάξιο σε ευρώ, κατά την 3-8-1988, του χρηματικού ποσού των 450.000 ελβετικών φράγκων.
Ότι ως προς την ισοτιμία γερμανικού μάρκου, ελβετικού φράγκου και δραχμής, κατά τα προαναφερόμενα κρίσιμα χρονικά διαστήματα, αυτές όπως προκύπτουν από τα αρχεία που τηρούνται στο Τμήμα Γενικών Εργασιών Συναλλάγματος της Τράπεζας της Ελλάδος, και δεν αμφισβητούνται, ανέρχονται σε: I) 1 γερμανικό μάρκο / 82, 852 δρχ., την 14- 11- 1988, II) 1 ελβ.φράγκο / 97,050 δρχ.
την 18η-2-1988, III) 1 ελβ.φράγκο/ 80,020 δρχ., την 27-5-1988 και IV) 1 ελβ.φράγκο/ 96,106 δρχ την 3-8-1988, με αποτέλεσμα, με βάση τα ως άνω στοιχεία, το συνολικό ποσό σε ευρώ, που η εναγομένη οφείλει στην ενάγουσα, να ανέρχεται σε 4.042.917, 25 ευρώ, ήτοι 1.784.299,34 ευρώ + 1.975.804,41 ευρώ (που είναι το ισόποσο των γερμανικών μάρκων) + 85.443,87 ευρώ (που είναι το ισόποσο των ελβετικών φράγκων την 18-2-1988) + 70.450,48 ευρώ (που είναι το ισόποσο των ελβετικών φράγκων την 27η-5-1988) + 126.919, 15 ευρώ, (που είναι το ισόποσο των ελβετικών φράγκων την 3η- 8- 1988).
VI. Στη συνέχεια η ως άνω υπ’ αριθμ.’ 567/ 2011 απόφαση του Εφετείου δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η εναγομένη, όπως προκύπτει από το σύνολο των ισχυρισμών που περιέχονται στις προτάσεις της πρωτοδίκως, αρνήθηκε την αγωγή, υποστηρίζοντας ότι βάσει έγκυρης εντολής του Γ. Κ. και με χρέωση ατομικού λογαριασμού του τελευταίου εκταμιεύτηκαν από την ενάγουσα και καταβλήθηκαν σ’ αυτήν τα επίδικα ποσά και ότι πάντως τα ποσά αυτά εισέπραξε χωρίς να γνωρίζει την εγκληματική τους προέλευση.
Επίσης η εναγομένη προέβαλε πρωτοδίκως ένσταση ιδίου της ενάγουσας πταίσματος (άρθρο 300 ΑΚ), διότι, όπως υποστήριξε, η ενάγουσα από ασύγγνωστη αμέλεια και αβελτηρία των αρμοδίων υπαλλήλων της, μολονότι μπορούσε και όφειλε, παρέλειψε να διαγνώσει την εγκληματική δραστηριότητα του Γ. Κ.. Την ένσταση δε αυτή επαναφέρει η εναγομένη και στον παρόντα βαθμό με τον τρίτο λόγο της έφεσης και τον βελτιώνει και αναπτύσσει περαιτέρω με τον ι? τέταρτο λόγο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων εφέσεως, υποστηρίζοντας ότι η ζημία της ενάγουσας προκλήθηκε όχι με την αποδοχή απ’ αυτήν (εναγομένη) των επιδίκων ποσών, αλλά με την υπεξαίρεση τούτων, η οποία προηγήθηκε και οφείλεται στις δόλιες ενέργειες του Γ.
Κ. και σε αμέλεια των λοιπών μελών του ΔΣ της ενάγουσας και των υπαλλήλων της, οι οποίοι ήταν επιφορτισμένοι με τον έλεγχο και την επιθεώρηση της λειτουργίας της και δεν απέτρεψαν την υπεξαίρεση. Λαμβανομένων ωστόσο υπόψη των περιστατικών που αποδείχθηκαν και εκτέθηκαν πιο πάνω, οι προαναφερόμενοι αρνητικοί της αγωγής ισχυρισμοί, οι οποίοι συγκροτούν τους δυο πρώτους λόγους της έφεσης, είναι εντελώς αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Εξάλλου, η ένσταση συντρέχοντος πταίσματος είναι απορριπτέα ως αβάσιμη στην ουσία για τους εξής λόγους : 1) Κατ’ αρχήν, η μεταβίβαση από το δράστη της υπεξαίρεσης σε τρίτον των υπεξαιρεθέντων δεν αποτελεί, όπως υποστηρίζει η εναγομένη, μια συνηθισμένη και αναμενόμενη συνέχεια της υπεξαίρεσης, αφού εξαρτάται από διάφορους αστάθμητους παράγοντες (μη καταστροφή, ανάλωση, απώλεια κλπ των υπεξαιρεθέντων) και βέβαια από τη βούληση τόσο του υπεξαιρέτη να προβεί στη μεταβίβαση όσο και του αποδέκτη να λάβει στην κατοχή του τα προϊόντα της υπεξαίρεσης εν γνώσει της παράνομης προέλευσής τους και 2) Στην προκείμενη υπόθεση, από τα αποδεικτικά στοιχεία που τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας ανάμεσα στις επικαλούμενες πράξεις και παραλείψεις των οργάνων και των προστηθέντων της ενάγουσας και στην προκληθείσα από την εναγομένη ζημία, ότι δηλαδή οι πράξεις και παραλείψεις αυτές ήταν, καθεαυτές, ικανές κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και την κοινή ανθρώπινη πείρα να προκαλέσουν την ιστορούμενη πιο πάνω αποδοχή από την εναγομένη των υπεξαιρεθέντων.
Μετά από αυτά, με την ανωτέρω απόφαση του το Εφετείο, διαπιστώνοντας ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά ως προς τους προαναφερόμενους αρνητικούς ισχυρισμούς της εναγομένης και την ένσταση συντρέχοντος πταίσματος κατέληξε στις ίδιες κρίσεις, απορρίπτοντας την ένσταση αυτή και δεχόμενο την αγωγή, αποφάνθηκε ότι δεν έσφαλε, αλλά ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και ης αποδείξεις εκτίμησε.
Έτσι δέχθηκε μεν κατά το τυπικό μέρος αλλ’ απέρριψε κατ’ ουσίαν την έφεση και τους πρόσθετους λόγους εφέσεως. Κατόπιν τούτων, μετά από την υποβολή αιτήσεως αναιρέσεως και πρόσθετων λόγων αυτής εκ μέρους της εκκαλούσας- εναγομένης, (νυν αναιρεσείουσας) εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 1903/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε μόνον εν μέρει η ως άνω υπ’ αριθμ. 567/ 2011 απόφαση του Εφετείου τούτου.
Ειδικότερα, ο Άρειος Πάγος δέχθηκε ότι "το Εφετείο, κατά το μέρος που αφορά το ποσό των 1.050.000 ελβετικών φράγκων, στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης έτσι ώστε να μη καθίσταται δυνατός ο έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου και τούτο διότι δεν διαλαμβάνονται σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες για το ζήτημα της υπεξαίρεσης του ποσού -τούτου από τον Γ.
Κ., το οποίο και ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της προκειμένης δίκης. Πιο συγκεκριμένα, καίτοι δέχεται η απόφαση ότι για τα επί μέρους ως άνω ποσά των 300.000, 300.000 και 450.000 ελβετικών φράγκων που διατέθηκαν για την μεταγραφή του Α. Κ. οι αντίστοιχες για τα ποσά αυτά χρεώσεις έγιναν στον ατομικό λογαριασμό καταθέσεων συναλλάγματος του Γ.
Κ. δεν διευκρινίζεται με σαφήνεια και επάρκεια αιτιολογιών πώς συντελέστηκε υπεξαίρεση του ποσού τούτου από τον Γ. Κ.} αφού με αντίστοιχα ποσά χρεώθηκε ο ατομικός του λογαριασμός, πράγμα που σημαίνει ύπαρξη σχετικής προς τούτο συμβατικής σχέσης μεταξύ της ενάγουσας και του Γ. Κ., με βάση την οποία και είναι υπόχρεος για την απόδοση του ποσού τούτου έναντι της ενάγουσας ο Γ.
Κ.. Η αναφορά δε στην απόφαση ότι "η χρέωση του λογαριασμού Κ. ήταν λογιστική και όχι πραγματική" χωρίς τη παράθεση και άλλων στοιχείων προσδιοριστικών των εννοιών αυτών δεν συνιστά σαφή και πλήρη αιτιολογία για το ουσιώδες τούτο ζήτημα." Ως εκ τούτου ο Άρειος Πάγος έκρινε ότι το Εφετείο με την ανωτέρω απόφασή του ως προς το παραπάνω κεφάλαιο υπέπεσε στις εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 πλημμέλειες και ανήρεσε την απόφαση κατά το σκέλος αυτό.
Επίσης, ο Άρειος Πάγος δέχθηκε τα εξής : "Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε ότι ο Γ. Κ. διέπραξε με την ιδιότητα μεν του εκπροσώπου της ήδη αναιρεσίβλητης Τράπεζας την σε βάρος της υπεξαίρεση, ζημιώσας αυτήν κατά τα αναφερόμενα στην απόφαση χρηματικά ποσά, με την ιδιότητα δε του εκπροσώπου της αναιρεσείουσας ανώνυμης ποδοσφαιρικής εταιρείας ...
διέπραξε σε βάρος της Τράπεζας την αδικοπραξία της αποδοχής προϊόντων εγκλήματος, πράξη για την οποία, όπως δέχθηκε το Εφετείο, η αναιρεσείουσα ευθύνεται έναντι αυτής σε αποζημίωση για την ίδια ζημιά που προκλήθηκε με την υπεξαίρεση. Επίσης, το Εφετείο δέχθηκε ότι η ένδικη ζημία της Τράπεζας από την υπεξαίρεση των χρηματικών ποσών από τον Γ.
Κ. και την εν συνεχεία αποδοχή προϊόντων εγκλήματος από την αναιρεσείουσα, προκλήθηκε, και διότι οι προστηθέντες από την Τράπεζα υπάλληλοι της προέβησαν στους αναγκαίους ελέγχους που αναφέρονται στην απόφαση, αλλά αντιθέτως αυτοί προέβησαν στις χρεώσεις, πιστώσεις και τα εμβάσματα, που επίσης εκτίθενται στην ίδια απόφαση δια των οποίων κατέστη δυνατή η υπεξαίρεση των χρημάτων από τον Γ.
Κ.. Ομοίως, το Εφετείο δέχθηκε ότι οι προαναφερόμενες πράξεις της υπεξαίρεσης και της αποδοχής προϊόντων εγκλήματος από τον ίδιο δράστη, δηλαδή τον Γ. Κ., συνιστούν ενιαία αδικοπρακτική συμπεριφορά αυτού και εντάσσονται στο πλαίσιο του παράνομου σχεδίου που αυτός έθεσε σε εφαρμογή με την προαναφερόμενη διττή ιδιότητα, δηλαδή στην υπεξαίρεση των χρημάτων της Τράπεζας, προκειμένου αυτά να ενσωματωθούν στην περιουσία της αναιρεσείουσας με την τέλεση από τον ίδιο του αδικήματος της αποδοχής προϊόντων εγκλήματος.
Η κρίση αυτή του Εφετείου προκύπτει και από το ότι το Δικαστήριο απέρριψε τους αρνητικούς ισχυρισμούς της εναγομένης - αναιρεσείουσας ποδοσφαιρικής εταιρείας ότι η ζημία της - ενάγουσας - αναιρεσίβλητης Τράπεζας προκλήθηκε αποκλειστικά με την προηγηθείσα πράξη της υπεξαίρεσης και όχι και με την αποδοχή από αυτή των ενδίκων χρηματικών ποσών.
Το Εφετείο, όμως, αν και δέχθηκε τα πιο πάνω, απέρριψε την ένσταση συνυπαιτιότητας της ενάγουσας Τράπεζας, που είχε προβάλει η ήδη αναιρεσείουσα ποδοσφαιρική εταιρεία. Ειδικότερα το Εφετείο : Α) Ερμηνεύοντας τη διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ έκρινε ότι: Η ευδοκίμηση της ένστασης αυτής προϋποθέτει ότι η επικαλούμενη υπαίτια (ή κατ’ εξαίρεση αναίτια) συμπεριφορά του παθόντος ή των προσώπων για τα οποία αυτός ευθύνεται τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο τόσο με την ζημία όσο και με το γεγονός που προκάλεσε τη ζημία, δηλαδή την ενέργεια ή παράλειψη του ζημιώσαντος.
Απαιτείται δηλαδή η συμπεριφορά του παθόντος ή των προσώπων για τα οποία αυτός ευθύνεται να είναι καθεαυτή ικανή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και κατά την κοινή ανθρώπινη πείρα να συντελέσει στην πρόκληση ή την έκταση της ζημίας αλλά και να προκαλέσει τη ζημιογόνο πράξη του ζημιώσαντος και Β)Εφαρμόζοντας την εν λόγω διάταξη δέχθηκε ότι οι πράξεις κ παραλείψεις των οργάνων και των προστηθέντων της ενάγουσας δεν τελούν σε αιτιώδη, συνάφεια με την προκληθείσα από την εναγομένη ζημία} καθόσον αυτές δεν ήταν ικανές κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και την κοινή ανθρώπινη πείρα να προκαλέσουν την αποδοχή από την εναγομένη των υπεξαιρεθέντων.
Όμως, κατ’ ορθή έννοια της διάταξης του άρθρου 300 ΑΚ, για την ύπαρξη συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος στην πρόκληση ή την έκταση της ζημίας του αρκεί να υφίσταται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της ζημιογόνας συμπεριφοράς του ζημιωθέντος ή των οργάνων και των προστηθέντων του και της ζημίας που προκλήθηκε, χωρίς να απαιτείται απαραιτήτως να υφίσταται αιτιώδης συνάφεια και μεταξύ της ζημιογόνας συμπεριφοράς του ζημιωθέντος και της συμπεριφοράς του ζημιώσαντος.
Με βάση δε τα ανελεγκτως κριθέντα από το Εφετείο ως αποδειχθέντα ως άνω πραγματικά περιστατικά προκύπτει αιτιώδης συνάφεια ανάμεσα στις πράξεις και παραλείψεις των οργάνων και προστηθέντων υπαλλήλων της ενάγουσας και της ζημίας της τελευταίας, η οποία προκλήθηκε με τη προηγηθείσα πράξη της υπεξαίρεσης εκ μέρους του νομίμου εκπροσώπου της Γ.
Κ., η οποία ζημία ταυτίζεται με εκείνη που προκλήθηκε από τον ίδιο, αλλά με την ιδιότητα του εκπροσώπου της αναιρεσείουσας ποδοσφαιρικής εταιρείας, με την αποδοχή των υπεξαιρεθέντων και την ενσωμάτωση υτών στην περιουσία της και τη διάθεσή τους για την κάλυψη δικών της υποχρεώσεων προς τρίτους, πράξη στην οποία αυτός εξαρχής αποσκοπούσε- με την προηγηθείσα υπεξαίρεση- και με την οποία ολοκληρώθηκε η αδικοπρακτική αυτού συμπεριφορά.
Ανεξαρτήτως δε αυτών, όπως έχει ήδη γίνει δεκτό πιο πάνω (κατά την έρευνα της ευθύνης της εναγομένης αναιρεσείουσας από αδικοπραξία), η συμπεριφορά του Γ. Κ., όπως αυτή προκύπτει από τα κριθέντα ως αποδειχθέντα από το Εφετείο πραγματικά περιστατικά, υπό την διττή αυτού ιδιότητα και ειδικότερα ως εκπροσώπου της εναγομένης-αναιρεσείουσας, νά αποδεχθεί τα υπεξαιρεθέντα (από τον ίδιο με άλλη ιδιότητα), τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με την ισόποση ζημία της ενάγουσας-αναιρεσίβλητης Τράπεζας.
Τούτο δε αρκεί για να θεμελιώσει αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της ζημίας και της συμπεριφοράς του ζημιωθέντος,αλλά και του ζημιώσαντος, εκπροσωπουμένων και των δύο από το ίδιο φυσικά πρόσωπο.
Συνεπώς ήταν βάσιμη η προταθείσα, από την αναιρεσείουσα ... ένσταση συνυπαιτιότητας της αντιδίκου της και το Εφετείο, το οποίο, αν και δέχθηκε ότι η ένσταση αυτή ασκήθηκε παραδεκτώς, την έκρινε απορριπτέα, με την πιο πάνω αιτιολογία, παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ. Τούτο δε διότι αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτούνται για την εφαρμογή της και ειδικότερα αξίωσε ύπαρξη - οπωσδήποτε - αιτιώδους συνάφειας ανάμεσα στις πράξεις και παραλείψεις των οργάνων και των προστηθέντων υπαλλήλων της ενάγουσας και της πράξεως της αποδοχής από την εναγομένη των υπεξαιρεθέντων και δεν αρκέστηκε στην υπάρχουσα, με βάση τα δεκτά γενόμενα από αυτό ως αποδειχθέντα και πιο πάνω αναφερόμενα πραγματικά περιστατικά, αιτιώδη συνάφεια ανάμεσα στις πράξεις και παραλείψεις των οργάνων και των προστηθέντων υπαλλήλων της ενάγουσας και της ζημίας της τελευταίας που προκλήθηκε με τη προηγηθείσα πράξη της υπεξαίρεσης εκ μέρους του νομίμου εκπροσώπου της Γ.
Κ., ζημία η οποία ταυτίζεται με την προκληθείσα με την πράξη της αποδοχής των υπεξαιρεθέντων από τον ίδιο, και με την οποία αυτός ολοκλήρωσε την αδικοπρακτική συμπεριφορά του." Μετά από αυτά ο Άρειος Πάγος δέχθηκε ότι η ως άνω κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη μη συνδρομή συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, με βάση τα περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, ήταν εσφαλμένη και ως εκ τούτου οι σχετικοί έκτος λόγος της αναίρεσης και ο συναφής όγδοος πρόσθετος λόγος (κατά το κύριο μέρος του) από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους η αναιρεσείουσα προβάλλει τις αντίστοιχες αιτιάσεις, είναι βάσιμοι και ανήρεσε την απόφαση κατά το μέρος αυτό.
VIII. Σύμφωνα με τις εκτιθέμενες στην αρχή της παρούσας αποφάσεως νομικές σκέψεις, το Δικαστήριο τούτο, ενόψει του πλαισίου που τέθηκε με την προαναφερθείσα αναιρετική απόφαση, θα περιορισθεί να εξετάσει μόνο τα αναιρεθέντα ως άνω κεφάλαια. Επανερχομένων συνεπώς των διαδίκων που καταλαμβάνονται από την ως άνω απόφαση του Αρείου Πάγου, στην πρότερη της εκδόσεως της αναιρεθείσας απόφασης κατάσταση (άρθρο 579 § 1 του ΚΠολΔ), πρέπει η κρινόμενη από 1Θ-6-201Θ (αριθμ.
εκθ. καταθ. ...2010) έφεση και οι από 14-4-20; 1 (αριθμ. εκθ. καταθ. ...2011) πρόσθετοι λόγοι να εξεταστούν μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση (άρθρο 581 §§ 1, 2 ΚΠολΔ). Η έφεση λοιπόν και οι πρόσθετοι λόγοι της έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 495 επ., 499, 511 επ., 518 παρ.2, 520 παρ. 1-2 ΚΠολΔ.
Επομένως είναι ... τυπικά δεκτοί κάι πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και την ουσιαστική βασιμότητα των λόγων τους (άρθρ. 522 και 533 παρ. 1 ΚΠολΔ) Από τις διατάξεις των άρθρων 914 και 300 ΑΚ, προκύπτει ότι επί αγωγής αποζημιώσεως που στηρίζεται σε αδικοπραξία του εναγομένου, ο ισχυρισμός του τελευταίου, ότι αποκλειστικός υπαίτιος της ζημίας του τυγχάνει ο ενάγων, συνιστά άρνηση της βάσης της αγωγής, ενώ ο ισχυρισμός του ιδίου, ότι στην επέλευση της ζημίας συντέλεσε και ίδιο πταίσμα του ενάγοντος, συνιστά αυτοτελή ισχυρισμό και θεμελιώνει ένσταση από το άρθρο 300 του ΑΚ, καταλυτική εν όλω ή εν μέρει της αγωγής, ο οποίος, όμως, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι περιέχεται στον πρώτο περί αποκλειστικής υπαιτιότητας και πρέπει για το λόγο αυτό να προτείνεται από τον εναγόμενο με πληρότητα, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά και το σχετικό αίτημα, όπως αυτό επιβάλλεται από το άρθρο 262 ΚΠολΔ, μη δυνάμενος να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο (βλ.
ΟλΑΠ 1115/1986 ΕλλΔνη 28.107, ΟλΑΠ 423/1985 ΕλλΔνη 26.469, ΑΠ 53/2006 ΕλλΔνη 47.1388, ΑΠ 763/2000 ΕλλΔνη 42.75). Έτσι, για να είναι ορισμένη η ένσταση του άρθρου 300 ΑΚ πρέπει να περιέχει σαφή μνεία των περιστατικών που είναι ικανά για να θεμελιώσουν το πταίσμα του παθόντος, ώστε να μπορούν να συνεκτιμηθούν μαζί με τις άλλες συντρέχουσες καταστάσεις, κατά τον προσδιορισμό του ποσού της χρηματικής ικανοποίησης του παθόντος.
Ο εναγόμενος δε, ως εκκαλών, μπορεί να προτείνει: α) τις ενστάσεις που προέβαλε πρωτοδίκως προς απόκρουση της αγωγής, οι οποίες απερρίφθησαν με την προσβαλλόμενη απόφαση και β) νέες ενστάσεις , αλλά μόνο αν συντρέχουν οι όροι του άρθρου 269 του ΚΠολΔ. Οι ενστάσεις αυτές πρέπει να αχθούν στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την έφεση ή τους πρόσθετους λόγους (Σ.
Σαμουήλ Η έφεση εκδ. 2009 σελ.298 ).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 522 ΚΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης, η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους προσθέτους λόγους. Η διάταξη αυτή αποτελεί έκφραση της αρχής της συζητήσεως. Με την έφεση, η υπόθεση μεταβιβάζεται στο Εφετείο στα όρια που καθορίζονται από αυτή και τους προσθέτους λόγους προς έλεγχο της ορθότητας της πρωτόδικης αποφάσεως υπό τον περιορισμό του άρθρου 536 ΚΠολΔ, κατά το οποίο το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν μπορεί να εκδώσει απόφαση επιβλαβέστερη για τον εκκαλούντα, χωρίς ο εφεσίβλητος να ασκήσει δική του έφεση ή αντέφεση.
Οι ενστάσεις πρέπει να προσδιορίζονται συγκεκριμένα, επαναφέρονται δε στο Εφετείο από τον εκκαλούντα μόνον με λόγο έφεσης ή πρόσθετο λόγο, όχι απλώς με τις προτάσεις, ακόμη και αν συντρέχουν οι όροι του άρθρου 527 ΚΠολΔ. Κατά το τελευταίο αυτό άρθρο είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ’ έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός αν προτείνονται από τον εφεσίβλητο, ενάγοντα ή εναγόμενο ή εκείνον που είχε παρέμβει, ως υπεράσπιση κατά της έφεσης και δεν μεταβάλλεται με τους ισχυρισμούς αυτούς η βάση της αγωγής ή της παρέμβασης ή προτείνονται από εκείνον που παρεμβαίνει με κύρια παρέμβαση για πρώτη φορά στην κατ’ έφεση δίκη...2) γεννήθηκαν μετά την τελευταία συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο 3) συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 269 ΚΠολΔ.
Το απαράδεκτο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως (ΑΠ 73/ 2015 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Στην προκειμένη περίπτωση, η εναγομένη - εκκαλούσα με τις από 28-2-1990 πρωτόδικες προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, προέβαλε ως προαναφέρθηκε, ένσταση συνυπαιτιότητας της ενάγουσας - εφεσίβλητης, ισχυριζόμενη αυτολεξεί τα ακόλουθα: "κατηγορούμεν την αντίδικον ότι δια της ασυγνώστου αμελείας και αβελτηρίας των αρμοδίων υπαλλήλων της παρέλειψε να διαγνώσει, καίτοι ηδύνατο και όφειλε να πράξει τούτο, την εγκληματική δραστηριότητα του Προέδρου και Διοικητού της Γ. Κ. και συνεπώς ζημιωθείσα εκ της τοιαύτης υπαιτίου αδιαφορίας της, εξ ιδίου δηλονότι αμαρτήματος, ου δοκεί ζημιούσθαι ( 300 ΑΚ)".
Με το συγκεκριμένο όμως αυτό περιεχόμενο, η εν λόγω ένσταση, όπως είναι διατυπωμένη, είναι, βάσει των προαναφερθεισών νομικών σκέψεων, απορριπτέα ως αόριστη και ως εκ τούτου απαραδέκτως ασκηθείσα, κατά την αυτεπάγγελτη έρευνα του παρόντος Δικαστηρίου, και τούτο διότι δεν περιέχει σαφή μνεία των περιστατικών που είναι ικανά για να θεμελιώσουν το πταίσμα της ζημιωθείσας ενάγουσας και δη των οργάνων που την αντιπροσωπεύουν.
Επίσης δεν αναφέρεται ποιοι είναι οι αρμόδιοι υπάλληλοι της ενάγουσας, καθώς και συγκεκριμένα ποιες είναι εκείνες οι πράξεις ή οι παραλείψεις των αρμοδίων υπαλλήλων της ενάγουσας που την αντιπροσωπεύουν κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους , που συντέλεσαν στην πρόκληση ή την έκταση της ζημίας της ενάγουσας και ως εκ τούτου δεν αναφέρεται ούτε η τυχόν υπάρχουσα αιτιώδης συνάφεια ανάμεσα στις πράξεις και παραλείψεις των οργάνων και των προστηθέντων υπαλλήλων της ενάγουσας και της ζημίας της τελευταίας που προκλήθηκε κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή." Η δε με τους από 14-4-2011 πρόσθετους λόγους έφεσης επίκληση από την εκκαλούσα- εναγομένη νέων περιστατικών, πέραν αυτών που η ίδια είχε προβάλει πρωτοδίκως προς στήριξη της εν λόγω ένστασης, τα οποία δεν είναι απλώς διευκρινιστικά ή συμπληρωματικά εκείνων, είναι σύμφωνα με το άρθρο 527 του ΚΠολΔ απαράδεκτη, εφόσον δεν συντρέχει καμία από τις προβλεπόμενες στο άρθρο αυτό εξαιρέσεις, ούτε και η εκκαλούσα επικαλείται τη συνδρομή τους.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο έκρινε την εν λόγω ένσταση ως παραδεκτή και νομικά βάσιμη και στη συνέχεια την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη, ορθώς μεν έκρινε κατ’ αποτέλεσμα, πλην όμως με εσφαλμένη αιτιολογία, η οποία και πρέπει να αντικατασταθεί με την ορθή αμέσως ως άνω της παρούσας, δοθέντος ότι αυτή (αντικαθιστώσα αιτιολογία) είναι ευμενέστερη για την εκκαλούσα, απορριπτομένων μετά τούτο της έφεσης και των πρόσθετων λόγων, κατά το εν λόγω σκέλος τους ως ουσιαστικά αβάσιμων (522 σε συνδ. 534 και 536 παρ.1 ΚΠολΔ, βλ.
και ΑΠ 1799/2006 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ)...."Έτσι που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του υπέπεσε στην αποδιδομένη με τον παραπάνω, από το αρθρ.559 αρ.18 ΚΠολΔ, λόγο πλημμέλεια, της μη συμμορφώσεως της δηλαδή προς την κρίση, αναφορικά με την προβληθείσα ένσταση συνυπαιτιότητος (300 ΑΚ), της υπ’ αριθμ.1903/2013 αναιρετικής αποφάσεως καθόσον αν και η τελευταία Ι/δέχθηκε ότι η εν λόγω ένσταση, που είχε υποβληθεί πρωτοδίκως αλλά και κατ’ έφεση από την αναιρεσείουα, α) "είχε ασκηθεί παραδεκτώς και ήταν βάσιμη" [όπως ακριβώς είχε κριθεί και από το πρωτοβάθμιο αλά και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο] και β) (ότι) εσφαλμένως απορρίφθηκε με την προσβληθείσα 567/2011 απόφαση του Τρ.Εφ.Πειραιώς ως ουσιαστικά αβάσιμη, με την αιτιολογία ότι η τελευταία αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτούνται για την εφαρμογή της 300 ΑΚ και ειδικότερα αξίωσε ύπαρξη οπωσδήποτε αιτιώδους συνάφειας ανάμεσα στις πράξεις και παραλείψεις των οργάνων και των προστηθέντων υπαλλήλων της ενάγουσας (αναιρεσιβλήτου) και της πράξεως της αποδοχής από την εναγομένη των υπεξαιρεθέντων και δεν αρκέστηκε στην υπάρχουσα, με βάση τα δεκτά γενόμενα, ως αποδειχθέντα και πιο πάνω αναφερόμενα πραγματικά περιστατικά, αιτιώδη συνάφεια ανάμεσα στις πράξεις και παραλείψεις των οργάνων και των προστηθέντων υπαλλήλων της ενάγουσας και της ζημίας της τελευταίας....." και
ΙΙ)προέβη στην αναίρεση της παραπάνω 567/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, ως προς το κεφάλαιο αυτό (της ενστάσεως) κατ’ αποδοχή των προβληθέντων από την και νυν αναιρεσείουσα συναφών λόγων της αναιρέσεώς της και παρέπεμψε την υπόθεση "κατά το μέρος αυτό προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές", η προσβαλλομένη με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως 305/2016 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε μετά την εκ νέου ενώπιον του συζήτηση του παραπεμφθέντος ως άνω κεφαλαίου της ενστάσεως συνυπαιτιότητος [κατ’ επιταγή της παραπάνω αναιρετικής αποφάσεως] απέρριψε την προταθείσα ένσταση ως αόριστη με την αναφερόμενη σ’ αυτήν ως άνω αιτιολογία, παραλείψασα να συμμορφωθεί προς την ενδοδικαστική δέσμευση που απορρέει από την παραδοχή της αναιρετικής αποφάσεως [αναφορικά με το νομικό ζήτημα του ορισμένου και τη νομικής βασιμότητας αυτής] ότι η εν λόγω ένσταση συνυπαιτιότητος "έχει ασκηθεί παραδεκτώς και είναι βάσιμη" αποκλειομένης συνακολούθως αντιθέτου ως προς το νομικό αυτό ζήτημα κρίσεως, αφού, το παράπονο της αναιρεσείουσας αναφορικά με την κατ’ ουσίαν απόρριψη της προβληθείσης ενστάσεως συνυπαιτιότητας από την πρωτόδικη απόφαση (1446/2010 Πολ.Πρωτ.Πειραιώς) είχε διατυπωθεί ως λόγος της ασκηθείσης εφέσεως αλλά και ως αναιρετικός λόγος και επομένως η ουσιαστική παραδοχή του τελευταίου (αναιρετικού λόγου) από την προαναφερθείσα αναιρετική απόφαση αναφορικά με το παραδεκτό (ωρισμένο) και το βάσιμο (νομικά) της ως άνω ενστάσεως καθιστούσε υπό την έννοια της ενδοδιαδικαστικής δεσμεύσεως, υποχρεωτική την αποδοχή ως ορισμένης και νομικά βασίμου [ως προς το νομικό αυτό ζήτημα] της ενστάσεως συνυπαιτιότητος, το περί της οποίας κεφάλαιο αναιρέθηκε όχι ως προς το παραδεκτό (ωρισμένο) και το βάσιμο (νομικά) αυτής, που αντιθέτως καταφάσκονται από την αναιρετική απόφαση, αλλά μόνο ως προς την κρίση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου περί της ανυπαρξίας αιτιώδους συναφείας μεταξύ της επελθούσης ζημίας και της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των προστηθέντων υπαλλήλων και οργάνων της αναιρεσιβλήτου - ενάγουσας η οποία (αδικοπρακτική συμπεριφορά) θα πρέπει να σημειωθεί ότι, κρίθηκε με την ως άνω 567/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς ότι συντρέχει στην ένδικη περίπτωση [.....ως θεμελιωτική της ενστάσεως συνυπαιτιότητος προϋπόθεση] κατά την ανέλεγκτη και μη προσβληθείσα με λόγο αναιρέσεως από κανένα από τα διάδικα μέρη σχετική κρίση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου που εξέδωσε την ως άνω 567/2011 απόφαση.
Μόνο δε ως προς το θέμα αυτό, της υπάρξεως ή μη δηλαδή αιτιώδους συναφείας θα έπρεπε να χωρίσει η έρευνα του δικαστηρίου της παραπομπής κατά συμμόρφωση προς την σχετική κρίση της αναιρετικής αποφάσεως, πράγμα το οποίο δεν έπραξε προβαίνοντας στην έρευνα του ωρισμένου και συνακολούθως της νομικής βασιμότητος της προβληθείσης ενστάσεως, η οποία όμως είχε κριθεί "ως βάσιμη" με ρητή παραδοχή της αναιρετικής αποφάσεως δεσμευτικής, εφόσον πρόκειται περί νομικού ζητήματος (ΑΠ 270/2015, ΑΠ 1297/2010), για το δικαστήριο αυτό της παραπομπής ώστε να αποκλείεται παραδοχή αντίθετη προς την [επί του ως άνω νομικού ζητήματος] κρίση της αναιρετικής όπως στην προκειμένη περίπτωση η περί αοριστίας κρίση της προσβαλλομένης, η οποία προφανώς και δεν συνιστά συμμόρφωση προς την κρίση της παραπάνω αναιρετικής αποφάσεως, περί "βασίμου" της προβληθείσης ενστάσεως (300 ΑΚ), αφού η εν λόγω παραδοχή, ως αναφερομένη (και) στην προϋποθετούσα το ωρισμένο αυτής (ενστάσεως), νομική βασιμότητά απέκλειε την αναιρούσα την τελευταία [νομική βασιμότητα] αντίθετη, περί αοριστίας, παραδοχή της προσβαλλομένης (305/2016) αποφάσεως θεμελιωμένου, συνακολούθως, του προβαλλομένου από το αρθ.559 αρ.18 ΚΠολΔ λόγου, που πρέπει να γίνει δεκτός ως και ουσιαστικά βάσιμος.
Από τις διατάξεις των άρθρων 298, 330 εδ. β’ και 914 ΑΚ προκύπτει, ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας ή (και) ηθικής βλάβης και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη, χαρακτήρα, ζημίας.
Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξεως (Α.Π.535/201 2,Α.Π.706/2009).
Αδικοπραξία υπό την έννοια των διατάξεων αυτών συνιστά και η αποδοχή και διάθεση προϊόντων εγκλήματος που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 394 Π.Κ. με την οποία διάταξη προστατεύεται το έννομο αγαθό της περιουσίας, χωρίς να είναι κατ’ ανάγκη απαραίτητο για την κατάφαση της αδικοπραξίας αυτής και η από ποινικής πλευράς πλήρης στοιχειοθέτηση και της νομοτυπικής μορφής τόσο του εγκλήματος της αποδοχής και διάθεσης προϊόντων εγκλήματος όσο και του προτέρου εγκλήματος αφού όπως προεκτέθηκε παράνομη κατά αστικό δίκαιο είναι η συμπεριφορά που αντίκειται όχι μόνο σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου αλλά και στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης .
Ειδικότερα διαπράττει αδικοπραξία και αυτός που με γνώση του αποδέχεται και ενσωματώνει στη περιουσία του ή διαθέτει περαιτέρω για τη κάλυψη δικών του υποχρεώσεων προς τρίτους πράγματα που αποτελούν προϊόντα εγκλήματος αφού με τη συμπεριφορά του αυτή συμμετέχει στην απόλαυση των προϊόντων του εγκλήματος, η απώλεια των οποίων και προκαλεί τη ζημία στον παθόντα η οποία συνδέεται έτσι αιτιωδώς και με τη συμπεριφορά αυτού.
Περαιτέρω κατά το άρθρο 71 ΑΚ: "Το νομικό πρόσωπο ευθύνεται για τις πράξεις ή τις παραλείψεις των οργάνων που το αντιπροσωπεύουν, εφόσον η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που τους είχαν ανατεθεί και δημιουργεί υποχρέωση αποζημίωσης. Το υπαίτιο πρόσωπο ευθύνεται επιπλέον εις ολόκληρον".
Κατά το άρθρο 63 παρ. 1 ΑΚ: "Το νομικό πρόσωπο διοικείται από ένα ή περισσότερα πρόσωπα". Κατά το άρθρο 67 ΑΚ: Όποιος έχει τη διοίκηση νομικού προσώπου φροντίζει τις υποθέσεις του και το αντιπροσωπεύει δικαστικά και εξώδικα. Υποκατάσταση απαγορεύεται εφόσον η συστατική πράξη ή το καταστατικό δεν ορίζει διαφορετικά".
Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται α) ότι οι νόμιμες υποχρεώσεις γενικώς των νομικών προσώπων για πράξη ή παράλειψη ουσιαστικώς αφορούν τα διοικούντα και εκπροσωπούντα αυτά όργανα, ήτοι τα φυσικά πρόσωπα δια των οποίων διεξάγονται οι υποθέσεις τους και ενσαρκώνεται η βούληση τους, β) ότι, σε περίπτωση αδικοπρακτικής ευθύνης του νομικού προσώπου, δεν απαιτείται εξειδίκευση των επιμέρους αρμοδιοτήτων και της προσωπικής στάσης εκάστου μέλους της διοικήσεως για την κατ’ αρχήν θεμελίωση της δικής του υποχρέωσης προς αποζημίωση του βλαβέντος εκ του αδικήματος και γ) ότι δύναται το μέλος της διοικήσεως να επικαλεσθεί με ένσταση (την οποία και βαρύνεται να αποδείξει) ότι για ειδικούς λόγους δεν είναι προσωπικώς υπαίτιο για την διάπραξη του αδικήματος και την εντεύθεν ζημία του παθόντος, για την οποία ευθύνεται το νομικό πρόσωπο (Α.Π.627/2009).
Εξετέρου κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως αιτιολογίες δε νοούνται τα από την απόφαση δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού της, δηλαδή το αποδεικτικό πόρισμα της, στο οποίο στήριξε το συμπέρασμα.
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (ΟλΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Με τον έννατο λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η, από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι, κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων των άρθρων 914, 922 ΑΚ, 375, 394 ΠΚ, η προσβαλλομένη απόφαση έκανε δεκτή ως και ουσιαστικά βάσιμη την κατ’ αυτής εγερθείσα και επί των ως άνω διατάξεων θεμελιωθείσα ένδικη, περί αποζημιώσεως εξ αδικοπραξίας [αφορώσης τη μεταγραφή του ποδοσφαιριστού Α. Κ.] αγωγή της αναιρεσιβλήτου δεχθείσα, με ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες της ελάσσονος προτάσεως του νομικού της συλλογισμού που αναφέρεται στο πραγματικό των εφαρμοσθέντων ως άνω κανόνων δικαίου, τη συνδρομή των προς θεμελίωση της αδικοπρακτικής ευθύνης αυτής (αναιρεσείουσας - εναγομένης) επικαλουμένων από την αναιρεσίβλητο - ενάγουσα προϋποθέσεων παρόλο που τα ως αποδειχθέντα, γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά απέκλειαν την κρίση αυτή επιβαλλοντα την απόρριψη της αγωγής ως ουσιαστικά αβασίμου.
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή (αρθρ.561 παρ.2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι αυτή, μετ’ εκτίμηση των εκατέρωθεν προσκομισθεισών αποδείξεων δέχθηκε, αναφορικά με το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ως άνω ζήτημα τ’ ακόλουθα: Τον Φεβρουάριο του 1988, ενόψει της μεταγραφής του ποδοσφαιριστή Α.
Κ., από την ελβετική ομάδα ... .. στην εναγομένη, ο Γ. Κ., υπό την ιδιότητα του Διοικητή της ενάγουσας, έδωσε εντολή στον διευθυντή του υποκαταστήματος Πειραιώς Ν. Α., να καταβάλει, με τραπεζικό έμβασμα, στην ... το χρηματικό ποσό των 300.000 ελβετικών φράγκων, ως πρώτη δόση του ανταλλάγματος ύψους 1.050.000 ελβετικών φράγκων για την μεταγραφή του ως άνω ποδοσφαιριστή στην εναγομένη.
Σε εκτέλεση αυτής της εντολής, στις 18-2-1988, ο Ν. Α.ς με την υπάλληλο του υποκαταστήματος Α. Τ., συνέταξαν και απέστειλαν στην ελβετική Τράπεζα ..., που ήταν η ανταποκρίτρια της ενάγουσας, κλειδαριθμημένο τέλεξ, με το οποίο την κάλεσαν να καταβάλει, με έμβασμα και χρέωση του λογαριασμού της, το χρηματικό ποσό των 300.000 ελβετικών φράγκων στην ελβετική ομάδα.
Το έμβασμα εκτελέσθηκε την ίδια ημέρα και η ενάγουσα, όπως ήταν υποχρεωμένη να πράξει για την λογιστική τακτοποίησή του, εξέδωσε αυθημερόν τα υπ’ αριθμ. ... λογιστικά δελτία και στις 8-3-1988 πίστωσε με αυτό το ποσό και ημερομηνία αξίας 18-2-1988 τον λογαριασμό της .... και χρέωσε αντίστοιχα, και με ημερομηνία αξίας 9-3-1988 τον υπ’ αριθμ. ...
λογαριασμό συναλλάγματος του Γ. Κ.. Όπως όμως προέκυψε από τον έλεγχο που πραγματοποίησε μεταγενέστερα η Τράπεζα της Ελλάδος, η χρέωση αυτή ήταν μόνον λογιστική και όχι πραγματική, δηλαδή για την λογιστική τακτοποίηση του άνω ποσού πιστώθηκε ο λογαριασμός της .... και χρεώθηκε (εικονικά βέβαια) ο παραπάνω λογαριασμός καταθέσεων σε συνάλλαγμα του Γ.
Κ., ο οποίος όμως δεν είχε αντίστοιχο πιστωτικό υπόλοιπο, ενώ δεν αποδείχθηκε ότι υπήρχε κάποια συμβατική ή άλλη οποιαδήποτε σχέση ή τυχόν από άλλη αιτία απορρέουσα υποχρέωση της ενάγουσας για την εκ μέρους της καταβολή συγκεκριμένων ποσών σε τρίτο πρόσωπο για την προαναφερόμενη συναλλαγή. Με τον τρόπο αυτό συντελέστηκε υπεξαίρεση από τον Γ.
Κ., έτσι ώστε το χρηματικό ποσό των 300.000 ελβετικών φράγκων, που ο υπεξαίρεσε αυτός στις 18-2-1988, ως Διοικητής της ενάγουσας και διέθεσε, ως Πρόεδρος της εναγομένης, στην ..., να επιβαρύνει τελικά τα συναλλαγματικά διαθέσιμα της ενάγουσας. Η ίδια δε ως άνω μεθόδευση τηρήθηκε και για την καταβολή των υπόλοιπων δύο δόσεων, ύψους 300.000 ελβετικών φράγκων και 450.000 ελβετικών φράγκων, που οφείλονταν εισέτι από την εναγομένη στην ...
για αυτήν την μεταγραφή. Ειδικότερα, στις 27-5-1988 που έπρεπε να καταβληθεί η δεύτερη δόση των 300.000 ελβετικών φράγκων, ο Γ. Κ. έδωσε προφορική εντολή στην αρμόδια υπάλληλο του υποκαταστήματος Διοικήσεως και αυτή απέστειλε κλειδαριθμημένο τέλεξ στην ως άνω ελβετική Τράπεζα, με το οποίο της ζήτησε να εμβάσει το χρηματικό ποσό των 300.000 ελβετικών φράγκων στην ...
Την ίδια ημέρα η ..., ως ανταποκρίτρια Τράπεζα, εκτέλεσε αυτό το έμβασμα και η ενάγουσα, για την λογιστική τακτοποίησή του, χρέωσε τον λογαριασμό καταθέσεων συναλλάγματος του Γ. Κ. με 210.822,21 δολλ.ΗΠΑ, που ήταν το ισόποσο των 300.000 ελβετικών φράγκων και στις 14-6-1988, με ημερομηνία αξίας 27-5-1988 και πίστωσε με το ίδιο ποσό (300.000 ελβετικά φράγκα) τον λογαριασμό της ..., με αποτέλεσμα να επιβαρυνθεί η ίδια με αυτό το ποσό, καθώς και σε αυτήν την περίπτωση, η χρέωση στον λογαριασμό του Γ. Κ. ήταν λογιστική και όχι πραγματική όπως αναφέρθηκε ανωτέρω. Για την εξόφληση δε της τελευταίας δόσης της ίδιας μεταγραφής, ο Γ. Κ. στις 3- 8-1988 έδωσε εντολή στην αρμόδια υπάλληλο του υποκαταστήματος Διοικήσεως και αυτή απέστειλε κλειδαριθμημένο τέλεξ στην Τράπεζα ... ..., με το οποίο ζήτησε να εμβάσει το χρηματικό ποσό των 450.000 ελβετικών φράγκων στον υπ’ αριθμ. ... λογαριασμό, του οποίου ο δικαιούχος παραμένει μεν άγνωστος, σχετίζεται όμως με την μεταγραφή του Α. Κ. και με αυτήν την καταβολή) εξοφλήθηκε πλήρως το συμφωνηθέν αντάλλαγμα.
Την ίδια ημέρα, η ... εκτέλεσε το έμβασμα με πίστωση του ως άνω λογαριασμού και χρέωση του λογαριασμού της ενάγουσας, η οποία για την λογιστική τακτοποίησή του, χρέωσε τον λογαριασμό του Γ. Κ. με το χρηματικό ποσό των 287.631,83 δολλ. ΗΠΑ, ήτοι το ισόποσο εκείνη την ημέρα των 450.000 ελβετικών φράγκων και στις 19-8-1988 πίστωσε με το ίδιο ποσό τον λογαριασμό της ..., με αποτέλεσμα και αυτή η δόση, όπως οι προηγούμενες, να .....επιβαρύνουν τα συναλλαγματικά της διαθέσιμα χωρίς νόμιμη αιτία, αφού και πάλι, η χρέωση του λογαριασμού του Γ. Κ. ήταν λογιστική και όχι πραγματική.
Έτσι, από τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά αποδείχθηκε ότι για την πραγματοποίηση της μεταγραφής του ποδοσφαιριστή Α. Κ. από την ελβετική ομάδα ... στην εναγομένη, ο Γ. Κ., υπό την ιδιότητα του Διοικητή της ενάγουσας, με τις εντολές για τα τρία εμβάσματα, που έδωσε στους υφισταμένους του στα υποκαταστήματα Διοικήσεως και Πειραιώς, ιδιοποιήθηκε παράνομα από τα συναλλαγματικά διαθέσιμα της ενάγουσας : α) στις 18-2-1988, το χρηματικό ποσό των 300.000 ελβετικών φράγκων, β) στις 27-5-1988 το ποσό των 300.000 ελβετικών φράγκων και γ) στις 3-8-1988 το χρηματικό ποσό των 450.000 ελβετικών φράγκων, τα οποία ακολούθως κατέβαλε στην ως άνω ελβετική ομάδα για λογαριασμό της εναγομένης υπό την ιδιότητα του Προέδρου και νομίμου εκπροσώπου της. Εξάλλου, πρέπει να σημειωθεί ότι για την ανωτέρω πράξη της υπεξαίρεσης καθώς και για άλλες συναφείς πράξεις ο Γ. Κ. κρίθηκε ένοχος και καταδικάστηκε αμετάκλητα σε ποινή κάθειρξης με την υπ’ αριθμ. 664/ 1997 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών.
Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές ,εφόσον τα ίδια έκρινε και η εκκαλούμενη οριστική απόφαση, αν και με ελλιπή αιτιολογίας οποία συμπληρώνεται με την παρούσα, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και ως εκ τούτου οι σχετικοί λόγοι της εφέσεως και των πρόσθετων λόγων της εκκαλούσας που υποστηρίζουν τα αντίθετα πρέπει ν’ απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο αναφορικά με το, ενόψει της μεταγραφής του ποδοσφαιριστή Α. Κ., υπεξαιρεθεν ποσό τον 1.050.000 ελβ.φράγκων, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις εφαρμοσθείσες διατάξεις των άρθρων 914, 330 καθόσον διέλαβε σ’ αυτή σαφείς πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου χωρίς ν’ απαιτούνται προς τούτο και άλλες αιτιολογίες .
Ειδικότερα με τα δεκτά γενόμενα ως άνω πραγματικά περιστατικά καταφάσκεται η ευθύνη της εναγομένης από αδικοπραξία καθόσον αυτή δια του εκφράζοντος τη βούληση της Προέδρου του Δ.Σ και νομίμου εκπροσώπου της Γ. Κ. αποδέχθηκε με τους ανωτέρω τρόπους το από αυτόν υπεξαιρεθέν από την ενάγουσα Τράπεζα ως άνω χρηματικό ποσό.
Η συμπεριφορά αυτή του νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης Γ. Κ., η οποία με βάση τις παραδοχές της ίδιας απόφασης εντάσσεται στα πλαίσια ενός παράνομου σχεδίου που έθεσε σε εφαρμογή ο ίδιος υπό την διττή ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου και διαχειριστή ουσιαστικά αμφοτέρων των διαδίκων για οικονομική ενίσχυση της εναγομένης με κεφάλαια προερχόμενα από τα διαθέσιμα της ενάγουσας εκμεταλλευόμενος τη δεσπόζουσα θέση του Διοικητού της, είναι παράνομη ως προσκρούουσα στη διάταξη του άρθρου 394 Π.Κ.
αλλά και αντίθετη στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου και ειδικότερα στο γενικό καθήκον "του μη ζημιούν άλλον υπαιτίως" αλλά και υπαίτια αφού ο ίδιος (Γ. Κ.) τελούσε σε γνώση ότι το ανωτέρω χρηματικό ποσό ήταν προϊόν της υπεξαίρεσης την οποία είχε διαπράξει ο ίδιος με την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της ενάγουσας και τέλος τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με την ισόποση ζημία της τελευταίας αφού η πράξη αυτή η οποία συνιστά συμμετοχή στην απόλαυση των υπεξαιρεθέντων (χάριν της οποίας, άλλωστε, τελέστηκε η υπεξαίρεση προς ολοκλήρωση - με την αποδοχή των υπεξαιρεθέντων- του παρανόμου σχεδίου του Γ.
Κ.), σύμφωνα δε με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ήταν ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει την ανωτέρω ζημία την οποία και πράγματι επέφερε.
Συνεπώς ο παραπάνω λόγος της αναίρεσης από τον αριθμ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος ουσιαστικά. Κατ’ ακολουθίαν αυτών πρέπει, δεκτού γενομένου του από το άρθρο 559 αρ.18 ΚΠολΔ λόγου, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καθιστά αλυσιτελή την έρευνα των λοιπών (αναιρετικών λόγων), να αναιρεθεί η προσβαλλομένη 305/2016 απόφαση κατά το περί της ενστάσεως συνυπαιτιότητας και το αναγκαίως με αυτό συνεχόμενο κεφάλαιο του ύψους της ζημίας, κατά τα οποία η ένδικη υπόθεση παραπέμφθηκε προς εκδίκαση (και εκδικάστηκε) ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου της ουσίας (Τρ.
Εφ.Πειραιώς), _ύστερα από την ως προς αυτά αναίρεση, με την 1903/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου, της (προγενεστέρας) 567/2011 αποφάσεως του παραπάνω δευτεροβαθμίου δικαστηρίου και, ενόψει του ότι πρόκειται για αναίρεση αποφάσεως δικαστηρίου που δίκασε μετά από αναίρεση προηγουμένης αποφάσεως του (δευτέρα αναιρετική απόφαση επί της ιδίας υποθέσεως) να μην παραπεμφθεί η υπόθεση εκ νέου στο ως άνω δικαστήριο της ουσίας, που έχει εκδόσει την προσβαλλομένη απόφαση, αλλά να κρατηθεί προκειμένου να εκδικασθεί από το τμήμα αυτό του ΑΠ σε νέα συζήτηση, που θα λάβει χώρα, ύστερα από κλήση του επιμελεστέρου των διαδίκων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 ΚΠολΔ όπως τροποποιήθηκε με αρ.1 ν.4335/2015 (ΑΠ 923/2015, ΑΠ 403/2015), διατασσομένης της επιστροφής του παραβόλου στην αναιρεσείουσα (αρ. 495 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της ηττηθείσης αναιρεσιβλήτου (αρθ. 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 305/2016 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, κατά το περί της ενστάσεως συνυπαιτιότητος και το αναγκαίως μ’ αυτή συνεχόμενο κεφάλαιο του ύψους της ζημίας.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα.
Κρατεί την υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση αυτής από το αρμόδιο τμήμα του Δικαστηρίου αυτού λαμβάνουσα χώρα ύστερα από κλήση του επιμελεστέρου των διαδίκων.
Καταδικάζει την αναιρεσιβλήτο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας τα οποία ορίζει σε τρείς χιλιάδες (3000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Απριλίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Απριλίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ