Appeal against second-instance judgment remanded for new substantive trial due to procedural separation requirements.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the second-instance judgment and remanded the case for a new substantive trial before the appellate chamber. The court held that the appeal request and the merits of the case must be examined separately to avoid procedural confusion and excessive burden on the parties. Consequently, a new hearing was ordered after the advocate general's summons.
Legislator headnote
AI generatedArticles 580, 581, 582, 570, 237 of the Code of Civil Procedure; The appellate chamber must examine the appeal request and the merits of the case separately, ordering a new substantive trial if the appeal is upheld, to ensure procedural clarity and prevent undue burden on the parties.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 923 / 2015 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 923/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη και Σοφία Ντάντου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ. Χ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Καραλή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ζ. συζ. Ε. Κ., το γένος Κ. Μ., 2) Ε. Κ. του Σ., κατοίκων ... οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο και 3) ανώνυμης εταιρίας γενικών ασφαλειών με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΕΕΓΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Αρνέλλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-6-1999 αγωγή των ήδη 1ης και 2ου των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ορεστιάδας και συνεκδικάστηκε με την από 1-10-1999 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 47/1179/ 86/835/57/2000 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 400/2001 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζήτησε μεταξύ άλλων ο ήδη αναιρεσείων με την από 7-1-2002 αίτησή του.
Εκδόθηκε η 1590/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Ακολούθως εκδόθηκε η 34/2006 απόφαση του Εφετείου Θράκης, την αναίρεση της οποίας ζήτησε ο ήδη αναιρεσείων με την από 25-11-2008 αίτησή του.
Εκδόθηκε η 132/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε εν μέρει την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Τέλος εκδόθηκε η 238/2011 απόφαση του Εφετείου Θράκης, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 13-3-2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Ντάντου διάβασε την από 1-10-2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου με στοιχείο Α (Κεφάλαιον Α) και του πρώτου (Κεφάλαιο Β) λόγων αναίρεσης και την απόρριψη των λοιπών.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις υπ’ αριθμ. ...25-4-2014 και ...25-4-2014 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Ορεστιάδας Β. Θ. προκύπτει ότι αυτή, μετά από γραπτή παραγγελία του επισπεύδοντος τη συζήτηση Γιάννη Καραλή, δικαστικού πληρεξουσίου του αναιρεσείοντος Χ. Χ., αντίγραφο της από 13-3-2014 αίτησης για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 238/2011 απόφασης του Εφετείου Θράκης με πράξη κατάθεσης του αρμόδιου Γραμματέα του οικείου Εφετείου Θράκης με αριθμό 16/13-3-2014 και πράξη προσδιορισμού δικασίμου για την στην αρχή της παρούσας αναφερόμενη και κλήση να παραστούν σ’ αυτή επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στους πρώτη και δεύτερο των αναιρεσιβλήτων.
Επομένως εφόσον αυτοί δεν εμφανίσθηκαν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από την σειρά του οικείου πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο Δικηγόρο, πρέπει να εξετασθεί η βασιμότητα της ένδικης αίτησης αναίρεσης παρά την απουσία των αναιρεσιβλήτων (άρθρο 576 παρ. 2 εδ. 3 ΚΠολΔ). Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330, και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, εάν διαπιστωθεί συντρέχον πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθ. 300 ΑΚ, να μη επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό αυτής.
Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ. Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος.
Περαιτέρω ο από το άρθ. 559 αριθμ. 19 λόγος αναίρεσης, για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της απόφασης, τα περιστατικά που είναι αναγκαία, για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των όρων και προϋποθέσεων, για την εφαρμογή της εφαρμοσθείσας διάταξης, ή της μη συνδρομής των όρων αυτών, που αποκλείουν την εφαρμογή της, όπως, επίσης και όταν η απόφαση έχει ελλειπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, σε ότι αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όχι δε και όταν πρόκειται για ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων (ανάλυση - στάθμιση - αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού) και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος (ΑΠ 516/ 2005). Ανεπάρκεια και ασάφεια αιτιολογιών υπάρχει όταν από το αιτιολογικό δεν προκύπτουν τα πραγματικά περιστατικά, που είναι αναγκαία για τη δικαιολόγηση της εφαρμοσθείσας διάταξης ουσιαστικού δικαίου, καθιστώντας έτσι ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο.
Στην προκειμένη περίπτωση, από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης και από την εκτίμηση των, παραδεκτώς κατ’ άρθ. 561 § 2 ΚΠολΔ επισκοπουμένων διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι επί των από 30-6-1999 και 1-10-1999 αντίθετων αγωγών των εναγόντων και ήδη πρώτης και δεύτερου των εφεσίβλητων και του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 47/2000 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ορεστιάδας, η οποία δέχθηκε κατά ένα μέρος τις αγωγές.
Την απόφαση αυτή εξεκάλεσαν: α) οι ενάγοντες - εναγόμενοι και ήδη πρώτη και δεύτερος των αναιρεσιβλήτων και η ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΕΕΓΑ" και β) ο ενάγων - εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων και η ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "ΥΔΡΟΓΕΙΟΣ ΑΑΕ" με τις από 27-7-2000 και 9-8-2000 αντίθετες εφέσεις, μετά την συζήτηση των οποίων εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 400/2001 απόφαση του Εφετείου Θράκης, η οποία απέρριψε κατ’ ουσία την ως άνω από 27-7-2000 έφεση και δέχθηκε κατ’ ουσία την από 9-8-2000 έφεση.
Στη συνέχεια οι εκκαλούντες - εφεσίβλητοι Χ. Χ. και "ΥΔΡΟΙΈΙΟΣ ΑΑΕ" άσκησαν την από 7-1-2002 αίτηση αναίρεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 1590/2003 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία έγινε δεκτή η αίτηση αναίρεσης και αναιρέθηκε η ρηθείσα απόφαση του Εφετείου, για λόγο εκ του αριθ. 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και παραπέμφθηκε προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο.
Το Εφετείο, ως Δικαστήριο παραπομπής, με την υπ’ αριθμ. 34/2006 απόφασή του απέρριψε κατ’ ουσία την από 27-7-2000 έφεση των δύο πρώτων εκκαλούντων και ήδη δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων και της ασφαλιστικής της εταιρίας "ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΕΓΑ" και αφού δέχθηκε κατ’ ουσία την από 9-8-2000 έφεση του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος και της ασφαλιστικής του εταιρίας "ΥΔΡΟΓΕΙΟΣ ΑΕ", εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και δέχθηκε κατά ένα μέρος την από 1-10-1999 αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος.
Κατά της τελευταίας απόφασης του Εφετείου ο ενάγων - εκκαλών - εφεσίβλητος και ήδη αναιρεσείων άσκησε την από 25-11-2008 δεύτερη αίτηση αναίρεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 132/2010 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία αναιρέθηκε εν μέρει η υπ’ αριθμ. 34/2006 απόφαση του Εφετείου Θράκης κατά το μέρος, που αφορούσε την υπαιτιότητα των οδηγών των εμπλακέντων στο ένδικο τροχαίο ατύχημα αυτοκινήτου και ως προς το αγωγικό κεφάλαιο:
α) της "πλασματικής" αμοιβής της συζύγου του, ως αποκλειστικής νοσοκόμου - οικιακής βοηθού και β) της επιπλέον αποζημίωσης του άρθρου 931 ΑΚ. Ακολούθως το Εφετείο, δικάζοντας ως Δικαστήριο παραπομπής την ένδικη υπόθεση, κατά το μέρος, που αναιρέθηκε, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, τα ακόλουθα, καθόσον αφορά τους ερευνώμενους αναιρετικούς λόγους: "...Όταν ο ενάγων έφτασε στο ύψος της στροφής και εισήλθε σ’ αυτήν, από έλλειψη της απαιτουμένης κατά την οδήγηση επιμελείας και προσοχής του μέσου συνετού οδηγού, δεν οδηγούσε το αυτοκίνητό του με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του και επί πλέον δεν μείωσε την, μη προκύψασα επακριβώς, πάντως ανεπτυγμένη για τις συνθήκες της οδού, ταχύτητα (τούτο αποδεικνύεται από την, επακολουθήσασα σφοδρότητα της συγκρούσεως και την ολοσχερή καταστροφή αμφοτέρων των αυτοκινήτων), δεδομένου ότι, εκτός του ότι εκινείτο σε κατοικημένη περιοχή, επιπροσθέτως, αφενός το οδόστρωμα ήταν ολισθηρό και ο ίδιος είχε περιορισμένη ορατότητα (βλ.
ανωτέρω), αφετέρου τούτος (ενάγων) είχε προειδοποιηθεί (λόγω των πινακίδων "Π-75") περί του ότι εισερχόταν σε επικίνδυνη δεξιά στροφή, την επικινδυνότητα την οποία άλλωστε γνώριζε από άλλες μεταβάσεις του στην περιοχή. Συνέπεια δε της αμελούς, κατά τα ανωτέρω, οδηγήσεώς του ήταν να εισέλθει με το εμπρόσθιο αριστερό τμήμα του αυτοκινήτου του στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και να συγκρουστεί με το εμπρόσθιο τμήμα του, αντιθέτως και πλησίον της διπλής διαχωριστικής γραμμής, κινουμένου, υπ’ αριθμ.
κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας του 2ου των εναγομένων (Ε. Κ.), που οδηγούσε η 1η εξ αυτών (Ζ. συζ. Ε. Κ.)
και το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την, έναντι τρίτων, αστική ευθύνη από ατυχήματα που θα επροκαλούντο κατά την κυκλοφορία του, στην 3η των εναγομένων ασφαλιστική εταιρία ("ΕΘΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ Α.Ε.Γ.Α."). Λόγω της σφοδρότητος της συγκρούσεως αμφότερα τα οχήματα εκτινάχθηκαν προς τα ερείσματα του οδοστρώματος και δη, το μεν αυτοκίνητο του ενάγοντος πίσω και πλαγίως, ακινητοποιηθέν λοξώς, εν μέρει επί του οδοστρώματος του ρεύματος πορείας του και εν μέρει επί του συνεχόμενου ερείσματος, με μέτωπο προς το οδόστρωμα, το δε αυτοκίνητο που οδηγούσε η 1η εναγομένη πλαγίως, ακινητοποιηθέν, μετά την πρόσκρουσή του επί του προστατευτικού κιγκλιδώματος που υπήρχε στο ρεύμα πορείας της, εν μέρει επί του οδοστρώματος του ρεύματος πορείας της και εν μέρει επί του ερείσματος, με το εμπρόσθιο τμήμα του σε επαφή με το (υποχωρήσαν) προστατευτικό κιγκλίδωμα.
Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι και η ταχύτητα του αυτοκινήτου που οδηγούσε η 1η εναγομένη ήταν ομοίως αυξημένη για τις ως άνω περιστάσεις, καθ’ όσον τούτο αν και ελαφρύτερο από αυτό του ενάγοντος, όχι μόνον ανέκοψε την πορεία του τελευταίου, αλλά επιπροσθέτως το εκτίναξε με ορμή προς τα πίσω. Σημειώνεται ότι το σημείο της συγκρούσεως εντοπίζεται εν όλω εντός του ρεύματος πορείας του υπ’ αριθμ.
κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, όπου ανευρέθησαν, μόλις δέκα (10) λεπτά μετά το ατύχημα (ώρα 08.00’ π.μ. - βλ. την έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος), υπό του επιληφθέντος του ατυχήματος, ως άνω, γενικού ανακριτικού υπαλλήλου, πολλά ίχνη από θραύσματα γυαλιών και πλαστικών, αποτυπωθέντα στο σχεδιάγραμμα που συνέταξε (βλ.
την εν λόγω αποτύπωση στην ένδειξη: "πιθανό σημείο συγκρούσεως"), ενώ τα λοιπά ίχνη τα οποία ανευρέθησαν στα σημεία ακινητοποιήσεως αμφοτέρων των οχημάτων και που επίσης αποτυπώθηκαν στο σχεδιάγραμμα (υγρά ψυγείου) είναι συνέπεια της συγκρούσεως που κατέστρεψε τα ψυγεία αμφοτέρων των οχημάτων, με συνέπεια την διαρροή των υγρών τους στα σημεία ακινητοποιήσεώς των.
Επίσης, αναφορικώς με το αυτοκίνητο του ενάγοντος, τα θραύσματα γυαλιών και πλαστικών που ανευρέθησαν στην τελική θέση όπου και ακινητοποιήθηκε το αυτοκίνητό του μετά την σύγκρουση και επίσης αποτυπώθηκαν στο σχεδιάγραμμα, δεν αφορούν το σημείο συγκρούσεως, αλλά προήλθαν από την σφοδρότητα της, προς τα πίσω, εκτινάξεως του, ήδη συγκρουσθέντος, αυτοκινήτου του και της συνακόλουθης, προ της ακινητοποιήσεώς του, απότομης προσκρούσεως των οπισθίων τροχών του στο "...τσιμεντένιο αυλάκι..." που βρίσκεται μετά τον ασφαλτοτάπητα (βλ.
την κατάθεση του 2ου μάρτυρα αποδείξεως Π. Κ., διαλαμβανόμενη στα πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου). Συγκεκριμένα, από την εν λόγω πρόσκρουση των οπισθίων τροχών του και την βιαία ακινητοποίησή του, έπεσαν στο οδόστρωμα και δη προ του εμπροσθίου τμήματος του, ακινητοποιημένου πλέον, αυτοκινήτου του ενάγοντος, τα αποτυπωθέντα στο σχεδιάγραμμα επί πλέον θραύσματα γυαλιών και πλαστικών, προερχόμενα από το εμπρόσθιο αριστερό τμήμα του, το οποίο ήδη (προ της εκτινάξεως προς τα πίσω) είχε, λόγω της προηγηθείσας συγκρούσεως, εκτεταμένες βλάβες στο εμπρόσθιο αριστερό τμήμα του (θραυσμένους προβολείς, εκ των οποίων προήλθαν τα, επί του οδοστρώματος, θραύσματα γυαλιών και θραυσμένη μάσκα, από την οποία επίσης προήλθαν τα, επί του οδοστρώματος, θραύσματα πλαστικού). ...
Υπό τα περιστατικά αυτά η σύγκρουση των, ως άνω, αυτοκινήτων και κατά συνέπεια ο τραυματισμός του ενάγοντος οφείλεται σε συγκλίνουσα αμέλεια αμφοτέρων των οδηγών. Συγκεκριμένα, ο ενάγων δεν επέδειξε κατά την οδήγηση του αυτοκινήτου του την απαιτούμενη επιμέλεια μέσου συνετού οδηγού, διότι όφειλε, κινούμενος σε κατοικημένη περιοχή και σε οδό ολισθηρή και με περιορισμένο πεδίο ορατότητος, λόγω της πυκνής ομίχλης, να οδηγεί το αυτοκίνητό του με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του (παράβαση άρθρου 12 παρ. 1 του Κ.Ο.Κ.).
Όφειλε, επίσης, να ρυθμίσει αναλόγως προς τις επικρατούσες συνθήκες (πυκνή ομίχλη, οδόστρωμα ολισθηρό, απότομη στροφή ενόψει) την ταχύτητα του οχήματός του (παράβαση άρθρου 19 παρ. 2 και 3 του Κ.Ο.Κ.). Τέλος, όφειλε να μην κινηθεί με το αυτοκίνητό του στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, παραβιάζοντας την, κατά μήκος, συνεχή διπλή διαγράμμιση (παράβαση άρθρων 5 παρ. 3 και 16 παρ. 4 του Κ.Ο.Κ.).
Η εναγομένη ομοίως δεν επέδειξε κατά την οδήγηση του ως άνω αυτοκινήτου (υπ’ αριθμ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε.) την απαιτούμενη επιμέλεια μέσου συνετού οδηγού, διότι όφειλε, κινούμενη ωσαύτως σε κατοικημένη περιοχή και σε οδό ολισθηρή με περιορισμένο πεδίο ορατότητος, λόγω της πυκνής ομίχλης, να οδηγεί το ανωτέρω αυτοκίνητο με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή της (παράβαση άρθρου 12 παρ. 1 Κ.Ο.Κ.) και δη πλησίον του δεξιού άκρου του οδοστρώματος (παράβαση άρθρου 16 παρ. 1 του Κ.Ο.Κ.) και όχι πλησίον του άξονος του οδοστρώματος.
Όφειλε, επίσης, να μειώσει την, υπερβολική για τις επικρατούσες συνθήκες της οδού (πυκνή ομίχλη, οδόστρωμα ολισθηρό, απότομη στροφή ενόψει), ταχύτητα του ως άνω αυτοκινήτου (παράβαση του άρθρου 19 παρ. 2 και 3 του Κ.Ο.Κ.). Βάσει των ανωτέρω το Δικαστήριο κρίνει ότι ο βαθμός του πταίσματος των δυο οδηγών για την πρόκληση του επιδίκου ατυχήματος ανέρχεται σε 80% για τον ενάγοντα και σε 20% για την 1η εναγομένη.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε τα ίδια, όσον αφορά τη συνυπαιτιότητα των εμπλεκομένων οδηγών στην πρόκληση του επιδίκου ατυχήματος, δεχθέν ως εν μέρει βάσιμη την, περί συντρέχοντος πταίσματος του ενάγοντος, ένσταση των εναγομένων (άρθρο 300 ΑΚ) για την πρόκληση του επιδίκου ατυχήματος, ορθώς εκτίμησε κατά τούτο το αποδεικτικό υλικό και ο, περί του αντιθέτου, λόγος της κρινομένης εφέσεως πρέπει ν’ απορριφθεί κατ’ ουσίαν...".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις προδιαληφθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 297, 298, 300 και 330 ΑΚ και των άρθρων 12 παρ. 1, 19 παρ. 2, 3, 5 και 16 παρ. 4 και 5 του ΚΟΚ, διότι διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς, ανεπαρκείς και κατά ένα μέρος αντιφατικές αιτιολογίες στο κρίσιμο και ουσιώδες για την υπόθεση στο ζήτημα της υπαιτιότητας των οδηγών των εμπλακέντων στο ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα αυτοκινήτων, καθώς και τις συνθήκες τελέσεώς του (ενδίκου ατυχήματος), οι οποίες καθιστούν αδύνατο τον αναιρετικό έλεγχο.
Ειδικότερα: α) ενώ αρχικά η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται ότι ως συνέπεια της αμελούς οδηγήσεως του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος ήταν αυτός να εισέλθει με το εμπρόσθιο αριστερό τμήμα του αυτοκινήτου του στο αντίθετο ρεύμα πορείας και να συγκρουσθεί με το εμπρόσθιο τμήμα του αντιθέτως και πλησίον της διπλής διαχωριστικής γραμμής κινουμένου υπ’ αριθμ.
κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου της πρώτης εναγομένης και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης στην συνέχεια δέχεται, κατά ένα μέρος αντιφατικό τρόπο, ότι το σημείο της συγκρούσεως εντοπίζεται εν όλω εντός του ρεύματος πορείας του ανωτέρω δευτέρου οχήματος (της πρώτης εναγομένης και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης). Δεν διευκρινίζεται, συνεπώς, το ακριβές σημείο του οδοστρώματος στο αντίθετο ρεύμα πορείας, που κατέλαβε το όχημα του ενάγοντος, καθώς και η ακριβής απόσταση αυτού από την διπλή διαχωριστική γραμμή, ενόψει του ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, δέχεται ότι το όχημα της πρώτης εναγομένης εκινείτο πλησίον της διπλής διαχωριστικής γραμμής χωρίς, ωστόσο, να προσδιορίζει συγχρόνως και την συγκεκριμένη απόσταση του εν λόγω οχήματος από την διπλή διαχωριστική γραμμή αλλά και εν όψει του γεγονότος ότι, κατά την προσβαλλόμενη απόφαση, οι εκτεταμένες βλάβες του οχήματος του ενάγοντος εντοπίζονται στο εμπρόσθιο αριστερό τμήμα του.
Και β) δεν διασαφηνίζεται στην προσβαλλόμενη απόφαση: 1) εάν στο σημείο σύγκρουσης υπήρχε πινακίδα ορίων ταχύτητας ή σύμφωνα με τον νόμο, επειδή το ατύχημα συνέβη σε κατοικημένη περιοχή (στο ύψος της εξόδου του χωριού ...) το ανώτατο όριο ταχύτητας των οχημάτων ήταν αυτό των 50 χιλιομέτρων ανά ώρα και 2) δεν προσδιορίζεται ποία ήταν η πριν το ατύχημα ακριβής ταχύτητα αμφοτέρων των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων αλλά απλώς, στην προσβαλλόμενη για μεν τον ενάγοντα δεν μείωσε την μη προκύψασα, επακριβώς, πάντως ανεπτυγμένη για τις συνθήκες της οδού ταχύτητα, για δε την πρώτη εναγομένη, ότι η ταχύτητα του αυτοκινήτου, που οδηγούσε η 1η εναγομένη ήταν ομοίως αυξημένη για τις ως άνω περιστάσεις, καθόσον τούτο αν και ελαφρύτερο από αυτό του ενάγοντος, όχι μόνο ανέκοψε την πορεία του τελευταίου αλλά επιπροσθέτως το εκτίναξε με ορμή προς τα πίσω.
Επομένως ο εκ του αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναίρεσης με στοιχείο Α (κεφάλαιο Α) πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καλύπτει και τους λοιπούς λόγους αναίρεσης, των οποίων μετά ταύτα παρέλκει η εξέταση τους. Πρέπει λοιπόν να αναιρεθεί στο σύνολό της η προσβαλλόμενη απόφαση.
Από τις συνδυασμένες διατάξεις, του τελευταίου εδαφίου της παρ. 3 του άρθρου 580 Κ.Πολ.Δ., το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 4 του ν. 4055/2012 και ορίζει ότι, αν αναιρεθεί η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, στο οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση για παραπέρα εκδίκαση μετά από πρώτη αναίρεση, δεν γίνεται δεύτερη παραπομπή, αλλά ο Άρειος Πάγος δικάζει την ουσία της υπόθεσης, της παραγράφου 2 του άρθρου 570 Κ.Πολ.Δ., κατά την οποία νέοι ισχυρισμοί των διαδίκων και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο μετά την αναίρεση υποβάλλονται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για τα δικαστήρια της ουσίας και της παρ. 2 του άρθρου 581 του ίδιου Κώδικα, σύμφωνα με την οποία η υπόθεση συζητείται στο δικαστήριο της παραπομπής μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση και αφού κατατεθούν προτάσεις, κατά το άρθρο 237, προκύπτουν τα εξής:
Σε περίπτωση δεύτερης αναιρετικής απόφασης για την ίδια υπόθεση, ο Άρειος Πάγος δεν έχει τη δυνατότητα εκ νέου παραπομπής στο δικαστήριο της ουσίας, αλλά οφείλει να κρατήσει και να δικάσει ο ίδιος την υπόθεση κατ’ ουσία, λειτουργώντας ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Δεν προχωρεί όμως αμέσως μετά την αναίρεση της απόφασης στην ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης, έστω και αν οι διάδικοι, ενόψει της συζήτησης της αίτησης αναίρεσης και υπό την προϋπόθεση παραδοχής αυτής, έχουν καταθέσει προτάσεις και για την ουσία της υπόθεσης, αφού δεν υφίσταται και δεν νοείται, υπό την ισχύ των προαναφερόμενων διατάξεων, ενοποιημένο στάδιο συζήτησης της αίτησης αναίρεσης και της ουσίας της υπόθεσης.
Το αναιρετικό τμήμα, το οποίο, όταν δικάζει κατ’ ουσία την υπόθεση, οφείλει να τηρεί και τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 581 παρ. 2 και 570 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., συζητεί την υπόθεση μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση, αφού όμως κατατεθούν προτάσεις, σύμφωνα με τις προβλέψεις του άρθρου 237 Κ.Πολ.Δ.
και αφού μετά την αναίρεση παρασχεθεί η δυνατότητα στους διαδίκους να υποβάλουν νέους ισχυρισμούς και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης, σύμφωνα με τις ισχύουσες για τα δικαστήρια της ουσίας διατάξεις. Μπορεί, δηλαδή, να προβληθούν από τους διαδίκους στον Άρειο Πάγο, με κρίσιμη χρονική αφετηρία τη, μετά την αναίρεση συζήτηση της υπόθεσης, κατ’ ουσία νέοι ισχυρισμοί, υπό τους περιορισμούς των άρθρων 527 και 269 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., ή και να ασκηθούν από τον εκκαλούντα πρόσθετοι λόγοι έφεσης υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου. 520 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Η ενδεχόμενη ταυτόχρονη εξέταση, ύστερα από μια ενιαία συζήτηση, τόσο της αίτησης αναίρεσης, όσο και της ουσίας της υπόθεσης, στην περίπτωση βέβαια που η πρώτη γίνει δεκτή, συνεπάγεται τη δυσχέρανση ή και τη ματαίωση ουσιαστικά της άσκησης εκ μέρους των διαδίκων των πιο πάνω ευχερειών και παράλληλα επιβάλλει σ’ αυτούς, κατά παραγνώριση της αρχής της οικονομίας της δίκης, το υπέρμετρο και συχνά περιττό δικονομικό βάρος της κατάθεσης προτάσεων για την ουσία της υπόθεσης σε όλη τη δυνατή έκταση, αφού αυτοί δεν είναι σε θέση να γνωρίζουν εκ των προτέρων αν θα αναιρεθεί και σε ποια έκταση η προσβαλλόμενη απόφαση και συνακόλουθα ποια είναι τα όρια της εκδίκασης της υπόθεσης στην ουσία.
Έτσι, για την εκπλήρωση της επιβαλλόμενης στον Άρειο Πάγο, από τη διάταξη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 3 του άρθρου 580 Κ.Πολ.Δ., υποχρέωσης για εκδίκαση, μετά από δεύτερη και τρίτη αναίρεση, της υπόθεσης κατ’ ουσία, θα πρέπει να λάβει χώρα νέα συζήτηση της υπόθεσης, μετά την έκδοση της αναιρετικής απόφασης, ενώπιον του αναιρετικού τμήματος, το οποίο δικάζει πλέον ως δικαστήριο ουσίας, ύστερα από κλήση του επιμελεστέρου από τους διαδίκους, σύμφωνα με τις προβλέψεις της διάταξης του άρθρου 581 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., η οποία εφαρμόζεται και στην περίπτωση αυτή.
Εφόσον λοιπόν, στην κρινόμενη υπόθεση αναιρείται, η απόφαση του δικαστηρίου, που δίκασε μετά από αναίρεση προηγούμενης απόφασής του, πρέπει η υπόθεση να διακρατηθεί και να δικασθεί, από το Τμήμα τούτο, σε νέα συζήτηση, που θα λάβει χώρα μετά από κλήση του επιμελεστέρου των διαδίκων. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις πρέπει να επιβληθούν, σε βάρος των αναιρεσιβλήτων.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί στο σύνολό της την υπ’ αριθμ. 238/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης.
Κρατεί την υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση σε νέα συζήτηση μετά από επίσπευση του επιμελεστέρου των διαδίκων. Και
Επιβάλλει στους αναιρεσιβλήτους την δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, που ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Ιανουαρίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Ιουνίου 2015.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ