Supreme Court dismisses appeal for non-examination of in natura restoration claim due to lack of tort liability.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Third Instance Court's decision, ordering the appeal costs to be paid by the appellant. The appellant argued that the lower court failed to examine a specific claim for in natura restoration of damages. The court rejected this argument, finding that no tortious conduct occurred by the respondent, rendering the claim for restoration legally unfounded and irrelevant to the proceedings.
Legislator headnote
AI generatedArticles 914 and 919 of the Civil Code; In the absence of unlawful and attributable conduct by the respondent, claims for in natura restoration of damages are inadmissible as there is no tortious liability to restore.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 754 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 754/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Ελένη Θεοδωρακοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Δ. Α. Ε. Τ. Ο. Κ. Κ. Ε." και διακριτικό τίτλο "Δ. Α..Ε..", που εδρεύει στο Χ. Α. και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Αντωνόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "E. E. Χ. Μ. Μ. Α..Ε.." και τον διακριτικό τίτλο "E. E. L.", που εδρεύει στην Α. και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Ανδρέου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-10-2016 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3800/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 3645/2020 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17-7-2020 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 914 ΑΚ "όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει". Για τη δημιουργία ευθύνης προς αποζημίωση κατά την ως άνω διάταξη απαιτείται συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια (εκ δόλου ή εξ αμελείας), επέλευση ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας.
Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ, όποιος με πρόθεση ζημίωσε άλλον κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει.
Με τη διάταξη αυτή, που αποτελεί απαραίτητο συμπλήρωμα της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ, ανάγεται σε αυτοτελή αδικοπραξία, που γεννά υποχρέωση προς αποζημίωση, καθώς επίσης και προς καταβολή χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ηθικής βλάβης, η κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη συμπεριφορά του υπαιτίου, εφόσον αυτή έγινε με πρόθεση επαγωγής ζημίας.
Ως κριτήριο των χρηστών ηθών, η έννοια των οποίων είναι νομική, χρησιμεύουν οι ιδέες του εκάστοτε, κατά τη γενική αντίληψη, χρηστώς και με φρόνηση σκεπτόμενου μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ΟλΑΠ 10/1991, ΑΠ 601/2022). Στην περίπτωση που η κρινόμενη συμπεριφορά σχετίζεται με ορισμένη κατηγορία συναλλαγών και συναλλασσομένων, οι αντίστοιχες, στην κατηγορία αυτή των συναλλασσομένων, κρατούσες αντιλήψεις, λαμβάνονται υπόψη, εκτός αν, κατά το κοινό συναίσθημα του πιο πάνω κοινωνικού ανθρώπου, δεν συμβιβάζονται με την κοινωνική ηθική.
Προκειμένου να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συμπεριφοράς, υπάρχει αντικειμενική αντίθεση, με την πιο πάνω έννοια, προς τα χρηστά ήθη, την οποία δεν αποκλείει, κατά τις περιστάσεις, η ύπαρξη σχετικού δικαιώματος ή φυσικής ευχέρειας, συνεκτιμούνται τα κίνητρα, ο σκοπός του υποκειμένου της συμπεριφοράς, το είδος των μέσων και οι μέθοδοι που χρησιμοποιήθηκαν για την επίτευξη του σκοπού, έστω και θεμιτού και όλες οι λοιπές περιστάσεις πραγματώσεως της συμπεριφοράς, θετικής ή αρνητικής, δηλαδή λαμβάνονται υπόψη, όχι μεμονωμένα τα αίτια που οδήγησαν τον υπαίτιο στη συγκεκριμένη ενέργειά του, αλλά το σύνολο των περιστάσεων, υπό τις οποίες εκδηλώθηκε ολόκληρη η συμπεριφορά του και αξιολογείται γενικά η διαγωγή του, σε συνδυασμό και με τη διαγωγή του αντισυμβαλλομένου "θύματος", για να κριθεί εάν οι δύο συμπεριφορές τελούν μεταξύ τους προφανώς σε καταφατική ή αποφατική αναλογική σχέση.
Στην αναζήτηση δε του ορθού αυτού μέτρου συνεκτιμώνται, σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και τα επιβαλλόμενα όρια από αυτή. Όσον αφορά την πρόθεση, δεν απαιτείται ο ζημιώσας να ενήργησε με τον αποκλειστικό σκοπό να βλάψει τον άλλον (άμεσος δόλος), αλλά αρκεί και η περί της επελθούσας ζημίας θέληση του, ότι δηλαδή προέβλεψε ως ενδεχόμενη την πρόκληση ζημίας από τη συμπεριφορά του και παρόλα αυτά δεν απέσχε από την πράξη ή την παράλειψη, από την οποία επήλθε η ζημία.
Η γένεση, εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ, υποχρεώσεως για αποζημίωση, προϋποθέτει, σύμφωνα με αυτήν τη διάταξη, συνδυαζόμενη με εκείνη του άρθρου 298 του ΑΚ, την ύπαρξη μεταξύ της συμπεριφοράς που αντίκειται στα χρηστά ήθη και της ζημίας που τυχόν επήλθε, αντικειμενικού αιτιώδους συνδέσμου, υπό την έννοια, ότι η ως άνω συμπεριφορά, εκτός του ότι αποτέλεσε αναγκαίο όρο της επελεύσεως της ζημίας, ήταν, καθεαυτή, και ικανή, υπό τις συντρέχουσες περιστάσεις, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να την επιφέρει, ούτως ώστε η ζημία να μπορεί, στη συγκεκριμένη περίπτωση, να αποδοθεί, σύμφωνα μετά διδάγματα της κοινής πείρας, στην αιτιώδη δυναμικότητα της συμπεριφοράς που αντίκειται στα χρηστά ήθη και, αντιστοίχως, η συμπεριφορά αυτή να συνιστά πρόσφορη, επαρκή αιτία της ζημίας (ΑΠ 601/2022, ΑΠ 1177/2018, ΑΠ 212/2018, ΑΠ 752/2017).
Εξάλλου, η στο ιδιωτικό δίκαιο ιδιάζουσα σημασία των συμβάσεων προκύπτει ιδίως από το άρθρο 361 ΑΚ, κατά το οποίο για τη σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται σύμβαση, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά. Κάθε δε πρόσωπο, που έχει την ικανότητα δικαίου και δικαιοπραξίας, έχει την εξουσία, με τη μορφή της φυσικής ευχέρειας, να συνάπτει ενοχικές, εμπράγματες ή άλλου είδους συμβάσεις με τρίτους ή να μη συνάπτει τέτοιες συμβάσεις ή και να αποκρούει τη σύναψή τους.
Η εξουσία αυτή αποτελεί έκφανση του, κατ`άρθρο 5 παρ. 1, του Συντάγματος, ατομικού δικαιώματος ανάπτυξης της προσωπικότητας με ελεύθερη επαγγελματική και κοινωνική δράση και από τη φύση της δεν υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ, το οποίο άρθρο προϋποθέτει άσκηση συγκεκριμένου δικαιώματος που παρέχεται στο δικαιούχο από θετική διάταξη του δικαίου και αποσκοπεί στην προστασία του ιδιωτικού συμφέροντος (ΑΠ 404/2023).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 297 ΑΚ, ο υπόχρεος σε αποζημίωση οφείλει να την παράσχει σε χρήμα, αντί δε για χρηματική αποζημίωση το δικαστήριο μπορεί, εκτιμώντας τις ειδικές περιστάσεις, να διατάξει την αποκατάσταση της προηγούμενης κατάστασης, εφ` όσον η αποζημίωση με τον τρόπο αυτό δεν προσκρούει στο συμφέρον του δανειστή.
Δοθέντος δε ότι τα άρθρα 914 και 919 ΑΚ δεν αναφέρουν τον τρόπο, κατά τον οποίο θα καταβληθεί η αποζημίωση σε περίπτωση ζημίας που προξενήθηκε κατά τρόπο παράνομο και υπαίτιο ή αντίθετο προς τα χρηστά ήθη, πρέπει να γίνει δεκτό ότι έχει εφαρμογή το άρθρο 297 ΑΚ και επομένως ότι αυτή πρέπει κατά κανόνα να καταβληθεί σε χρήμα.
Όμως, αν συντρέχουν οι αναφερόμενες στην παραπάνω διάταξη του εδ. β` του άρθρου 297 ΑΚ προϋποθέσεις, το δικαστήριο έχει την ευχέρεια, εκτιμώντας κυριαρχικώς τις περιστάσεις, να επιδικάσει αποζημίωση in naturam, η οποία μπορεί να συνίσταται σε οποιαδήποτε πράξη (ΑΠ 140/2023), όπως και στην από τα άρθρα 919 ΑΚ και 949 ΚΠολΔ υποχρέωση του ζημιώσαντος να μεταβιβάσει στο ζημιωθέντα ένα δικαίωμα ή να συστήσει ή να καταργήσει ενοχή, η έλλειψη ή η ύπαρξη της οποίας συνιστά παρανομία (ΑΠ 945/2017ΑΠ 33/2009).
Εξάλλου, κατ' εφαρμογή του άρθρου 1 παρ. 2 του Ν. 4224/2013 "Κυβερνητικό Συμβούλιο Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους Ελληνικό Επενδυτικό Ταμείο Αξιοποίησης", θεσπίστηκε για τη διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων ιδιωτών και επιχειρήσεων από την Τράπεζα της Ελλάδος ("ΤτΕ") με την υπ' αρ. 116/1/25.08.2014 (ΦΕΚ Β' 2289/ 27.08.2014) Απόφαση της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων (ΕΠΑΘ), ο Κώδικας Δεοντολογίας, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ την 31.12.2014 και έχει ήδη τροποποιηθεί δύο φορές με αντίστοιχες αποφάσεις της άνω Επιτροπής με αριθμούς 129/2/16.02.2015 (ΦΕΚ Β'486/31.03.2015) και 148/10/ 5.10.2015 (ΦΕΚ Β' 2219/ 15.10.2015).
Εν τέλει αναθεωρήθηκε, δηλαδή καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε, με την Απόφαση 195/1/29.07.2016 (ΦΕΚ Β' 2376/02.08.2016) της ΕΠΑΘ. Ο Κώδικας αυτός θέτει ως κύριο και πρωταρχικό στόχο του την εξεύρεση συναινετικής λύσης μεταξύ δανειολήπτη και πιστωτικού ή χρηματοδοτικού ιδρύματος, που έχει χορηγήσει πίστωση στον πρώτο, προκειμένου να μειωθεί με συμβιβαστικό τρόπο το δυσθεώρητο ύψος των μη εξυπηρετούμενων δανείων.
Βασική υποχρέωση που συνεπάγεται η εφαρμογή του Κώδικα, αποτελεί η τήρηση των διαδικασιών του, πριν την τυχόν καταγγελία της οικείας πιστωτικής σύμβασης. Ο Κώδικας αυτός πρέπει να τηρείται από κάθε πιστωτικό και χρηματοδοτικό ίδρυμα που έχει λάβει άδεια λειτουργίας από την ΤτΕ και εφαρμόζεται σε κάθε μορφής οφειλή με καθυστέρηση άνω των εξήντα (τριάντα πριν την αναθεώρηση του Κώδικα) ημερολογιακών ημερών.
Κάθε ίδρυμα, σύμφωνα με τον Κώδικα, υποχρεούται, μεταξύ άλλων, να θεσπίσει λεπτομερώς καταγεγραμμένη Διαδικασία Επίλυσης Καθυστερήσεων (Δ.Ε.Κ.), στην οποία μπορούν να συμμετάσχουν φυσικά ή νομικά πρόσωπα, πρωτοφειλέτες, συνοφειλέτες και εγγυητές, εφόσον διατηρούν τον χαρακτηρισμό του "συνεργάσιμου δανειολήπτη", όπως ορίστηκε με απόφαση του Κυβερνητικού Συμβουλίου Διαχείρισης ιδιωτικού Χρέους στο άρθρο 73 παρ. 2 του Ν. 4389/2016 (ΦΕΚ Α' 94/27.5.2016) "Επείγουσες διατάξεις για την εφαρμογή της συμφωνίας δημοσιονομικών στόχων και διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και άλλες διατάξεις".
Ειδικότερα, ένας δανειολήπτης είναι συνεργάσιμος έναντι των δανειστών του όταν: (α) παρέχει πλήρη και επικαιροποιημένα στοιχεία επικοινωνίας στους δανειστές, (β) είναι διαθέσιμος σε επικοινωνία με τον δανειστή και ανταποκρίνεται με ειλικρίνεια και σαφήνεια σε κλήσεις και επιστολές του δανειστή ή όποιου ενεργεί για λογαριασμό του, εντός δεκαπέντε (15) εργασίμων ημερών, (γ) προβαίνει σε πλήρη και ειλικρινή γνωστοποίηση πληροφοριών προς το ίδρυμα αναφορικά με την τρέχουσα οικονομική του κατάσταση εντός δεκαπέντε (15) εργασίμων ημερών από την ημέρα μεταβολής της ή από την ημέρα που θα του ζητηθούν ανάλογες πληροφορίες από τον δανειστή ή όποιον ενεργεί νομίμως για λογαριασμό του, (δ) προβαίνει σε πλήρη και ειλικρινή γνωστοποίηση πληροφοριών, προς το δανειστή ή όποιον ενεργεί για λογαριασμό του, οι οποίες θα έχουν σημαντικές επιπτώσεις στην μελλοντική οικονομική του κατάσταση εντός δεκαπέντε (15) εργασίμων ημερών από την ημέρα που θα περιέλθουν σε γνώση του, και (ε) συναινεί σε διερεύνηση εναλλακτικής πρότασης αναδιάρθρωσης με το δανειστή, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στον Κώδικα Δεοντολογίας.
Η θεσπισθείσα και καταγραφείσα, από τον Κώδικα, Διαδικασία Επίλυσης Καθυστερήσεων (Δ.Ε.Κ.), αποτελείται από πέντε στάδια. Κατά το πρώτο στάδιο, το ίδρυμα, μεταξύ άλλων, επικοινωνεί με τον πρωτοφειλέτη και, αν υπάρχει, τον εγγυητή, αποστέλλοντάς τους γραπτή ειδοποίηση εντός των επόμενων τριάντα (δεκαπέντε πριν την αναθεώρηση του Κώδικα) ημερολογιακών ημερών από τη συμπλήρωση εξήντα (τριάντα πριν την αναθεώρηση του Κώδικα) ημερολογιακών ημερών καθυστέρησης στην καταβολή δόσης της οφειλής, με την οποία, μεταξύ άλλων, αυτοί ενημερώνονται για τα στοιχεία της ληξιπρόθεσμης οφειλής και την ένταξή τους στη Δ.Ε.Κ., λαμβάνουν το "Ενημερωτικό Φυλλάδιο προς τους Δανειολήπτες με οικονομικές δυσχέρειες" και, αν είναι φυσικά πρόσωπα, την "Τυποποιημένη Κατάσταση Οικονομικής Πληροφόρησης" (ΤΥ.Κ.Ο.Π.) ή, αν είναι νομικά πρόσωπα, το τυποποιημένο έντυπο του ιδρύματος για την υποβολή πληροφόρησης από νομικά πρόσωπα και καλούνται να συμπληρώσουν με ακρίβεια και πληρότητα το αντίστοιχο έντυπο και να το προσκομίσουν στο ίδρυμα εντός δεκαπέντε(15) εργασίμων ημερών, προκειμένου στη συνέχεια να έχουν τη δυνατότητα να ενταχθούν στο δεύτερο στάδιο της Δ.Ε.Κ.
Αν ο δανειολήπτης δεν ανταποκριθεί εμπρόθεσμα στην ανωτέρω ειδοποίηση, τότε χαρακτηρίζεται ως "μη συνεργάσιμος" και το ίδρυμα δύναται να καταγγείλει τη σύμβαση και να ασκήσει τα νόμιμα δικαιώματά του χωρίς περαιτέρω προειδοποίηση. Κατά το δεύτερο στάδιο γίνεται συγκέντρωση οικονομικών και λοιπών πληροφοριών του δανειολήπτη.
Κατά το τρίτο στάδιο γίνεται αξιολόγηση των υποβληθέντων οικονομικών στοιχείων. Ειδικότερα, για κάθε κατηγορίας δανειολήπτη και εγγυητή αξιολογούνται ενδεικτικά στοιχεία, όπως η οικονομική του κατάσταση, το συνολικό ύψος και η φύση των χρεών του, η τρέχουσα ικανότητά του για αποπληρωμή των οφειλών του, το ιστορικό της οικονομικής του συμπεριφοράς και η προβλεπόμενη ικανότητα αποπληρωμής των οφειλών.
Αν, ειδικότερα, ο δανειολήπτης ή ο εγγυητής αποτελεί επιχείρηση, επιπροσθέτως αξιολογούνται, ανεξάρτητα από τη νομική μορφή της, στοιχεία όπως το υποβληθέν επιχειρηματικό σχέδιο. Το ίδρυμα, καθ' όλη τη διάρκεια του σταδίου της αξιολόγησης, οφείλει να καταβάλλει κάθε εύλογη προσπάθεια για να συνεργαστεί με τον δανειολήπτη προκειμένου να προσδιορίσει με ακρίβεια την ικανότητά του για αποπληρωμή του χρέους, με στόχο να καταλήξουν σε μια κατάλληλη λύση.
Επιπροσθέτως, το ίδρυμα οφείλει να προβεί σε αξιολόγηση της αξίας τυχόν εμπράγματης εξασφάλισης (ή άλλου περιουσιακού στοιχείου που θα μπορούσε με τη συναίνεση του δανειολήπτη να αποτελέσει πρόσθετη εξασφάλιση). Κατά το τέταρτο στάδιο γίνεται πρόταση κατάλληλων λύσεων στον δανειολήπτη (λύση βραχυπρόθεσμης ή μακροπρόθεσμης ρύθμισης ή λύση οριστικής διευθέτησης).
Από το ίδρυμα θα πρέπει να επιλέγεται η καταλληλότερη, κατά περίπτωση, λύση. Για τους σκοπούς του Κώδικα ως "κατάλληλη λύση" θεωρείται εκείνη που διασφαλίζει τη συμμόρφωση του ιδρύματος προς τις εποπτικές του υποχρεώσεις. Ειδικότερα, για την αξιολόγηση της καταλληλότητας κάθε λύσης, λαμβάνονται υπόψη, σε κάθε περίπτωση, η ανάγκη συμμόρφωσης του ιδρύματος προς ισχύουσες εποπτικές απαιτήσεις, καθώς και οι ειδικότερες για τη διαχείριση των καθυστερήσεων κατευθυντήριες γραμμές τις οποίες η ΤτΕ έχει θέσει με την Πράξη Εκτελεστικής Επιτροπής (Π.Ε.Ε.) 42/30.05.2014 στα εποπτευόμενα από αυτή ιδρύματα για τον σχεδιασμό και αξιολόγηση βιώσιμων τύπων ρύθμισης.
Το πέμπτο στάδιο περιλαμβάνει τη διαδικασία εξέτασης των ενστάσεων, ιδίως ενόψει του χαρακτηρισμού του δανειολήπτη ως μη συνεργάσιμου. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι ο Κώδικας επιβάλλει στα ιδρύματα, που δεσμεύονται από αυτόν, την τήρηση, μεταξύ άλλων, των πέντε σταδίων της ΔΕΚ του Κώδικα πριν το ίδρυμα προβεί σε καταγγελία της οικείας σύμβασης και εκκινήσει νομικές ενέργειες αναγκαστικής είσπραξης της καθυστερούμενης απαίτησης.
Αναφορικά με τη νομική φύση του εν λόγω Κώδικα αυτός βάσει του οργάνου που τον θέσπισε και του περιεχομένου του, αποτελεί κανονιστική διοικητική πράξη, εκδοθείσα κατόπιν νομοθετικής εξουσιοδότησης, που θέτει κανόνες ουσιαστικού δικαίου (Τραπεζικού ή αστικού), δηλαδή κανόνες θετικού δικαίου. Περαιτέρω, ως προς το ζήτημα κατά πόσο η μη τήρηση της ΔΕΚ από υπόχρεο στην τήρηση του Κώδικα ίδρυμα καθιστά, άνευ ετέρου, την καταγγελία της οικείας πιστωτικής σύμβασης άκυρη ως αντίθετη, κατά την ΑΚ 174, σε απαγορευτική διάταξη νόμου, είναι αληθές ότι από καμία ρύθμιση του Κώδικα δεν προκύπτει ότι στον προστατευτικό του σκοπό εμπίπτει και ο έλεγχος του κύρους των επιχειρούμενων (συμβατικά προβλεπόμενων) καταγγελιών, των οποίων άλλωστε το περιεχόμενο δεν αποδοκιμάζεται από το νόμο, αντίθετα, σκοπός του (Κώδικα) είναι η επιλογή της "καταλληλότερης" κατά περίπτωση λύσης για τον διαρκώς αυξανόμενο αριθμό πιστώσεων σε καθυστέρηση, αφού ληφθεί από τα ιδρύματα υπόψη η υποχρέωσή τους για συμμόρφωση προς τις ισχύουσες εποπτικές απαιτήσεις και τις κατευθυντήριες γραμμές της Τράπεζας της Ελλάδος ("ΤτΕ").
Η τελευταία, άλλωστε, ορίζεται, σύμφωνα με τον Κώδικα ως η αρμόδια αρχή για την παρακολούθηση και τον έλεγχο του τρόπου εφαρμογής του, για την πλήρη και αποτελεσματική ρύθμιση των οικείων συστημάτων από τα υπόχρεα ιδρύματα, καθώς και η μόνη δυνάμενη να απαιτεί τα απαραίτητα κατά την κρίση της διορθωτικά μέτρα και να επιβάλλει τις κατά νόμο κυρώσεις στο μη συμμορφούμενο ίδρυμα, σε περίπτωση συστηματικής μη εφαρμογής του Κώδικα και αδυναμιών των συστημάτων.
Δεν δύναται, όμως, να παρεμβαίνει ή να επιλαμβάνεται εξατομικευμένων διαφορών μεταξύ ιδρύματος και δανειολήπτη.
Συνεπώς, και από το γράμμα του Κώδικα καθίσταται σαφές ότι η μη τήρηση της ΔΕΚ από υπόχρεο ίδρυμα συνιστά αθέτηση εποπτικής υποχρέωσης, παρέχουσα στην ΤτΕ ως ελέγχουσα αρχή τη δυνατότητα να απαιτεί από το μη συμμορφούμενο ίδρυμα τη λήψη των απαραίτητων μέτρων και να του επιβάλλει κυρώσεις, χωρίς να προκύπτει ότι ο Ν. 4224/2013 ή ο Κώδικας αποβλέπει και στην επαγωγή ακυρότητας στις περιπτώσεις όπου η καταγγελία έλαβε χώρα χωρίς την τήρηση της ΔΕΚ.
Τέλος, και στο πλαίσιο εφαρμογής της Πράξης του Διοικητή της ΤτΕ(ΠΔ/ΤΕ) 2501/31.10.2002 και της κανονιστικής απόφασης 178/19.7.2004 της Επιτροπής Τραπεζικών και Πιστωτικών Θεμάτων (ΕΤΠΘ) της ΤτΕ, οι οποίες επιβάλλουν στα δεσμευόμενα από αυτές ιδρύματα συγκεκριμένες υποχρεώσεις ενημέρωσης των συναλλασσομένων με αυτά, γίνεται δεκτό ότι η αθέτηση των υποχρεώσεων αυτών συνεπάγεται μόνο εποπτικής φύσεως συνέπειες, χωρίς να έχει τεθεί ζήτημα ακυρότητας συμβατικών όρων αποκλειστικά λόγω της αντίθεσης του περιεχομένου τους προς τις ανωτέρω κανονιστικές πράξεις.
Ενόψει των ανωτέρω, από τον σκοπό και το κείμενο του Κώδικα συνάγεται ότι τυχόν παράβαση των κανόνων που συγκροτούν τη ΔΕΚ συνεπάγεται μόνο εποπτικής φύσεως κυρώσεις και, συνεπώς, η μη τήρηση της ΔΕΚ από τα υπόχρεα ιδρύματα, δεν επιφέρει κατά την ΑΚ 174 αυτοδίκαιη ακυρότητα της πραγματοποιηθείσας καταγγελίας (ΑΠ 916/2023, ΑΠ 323/2021).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006).
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006 , ΑΠ 83/2023 ).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης από 3-10-2016 αγωγής της, την οποία άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ισχυρίστηκε με αυτήν τα εξής: Ότι δυνάμει της υπ' αριθ. ... σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης της συμβ/φου Αθηνών Χ.
Κ. - Μ., η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη της εκμίσθωσε, για χρονική περίοδο 15 ετών, το περιγραφόμενο στην αγωγή ακίνητο, έναντι πρώτου μηνιαίου μισθώματος ποσού 22.951,78 ευρώ και κάθε επόμενου μισθώματος ποσού 17.414,73 ευρώ, με δικαίωμα είτε εξαγοράς του ακινήτου από την ενάγουσα, είτε ανανέωσης της σύμβασης, κατά την λήξη της μίσθωσης και σύμφωνα με τους ειδικότερα εκτιθέμενους στην αγωγή όρους.
Ότι στις 6-9-2016 απηύθυνε στην εναγομένη πρόταση ρύθμισης των, εκ της ως άνω σύμβασης, ληξιπρόθεσμων οφειλών της, με εφάπαξ καταβολή ποσού 80.000 ευρώ και εν συνεχεία, με ισόποσες μηνιαίες καταβολές ποσού 5.000 ευρώ μέχρι εξοφλήσεως, υποβάλλοντας παράλληλα στην εναγομένη τα οικονομικά της στοιχεία. Ότι οι προστηθέντες της εναγομένης, με αποκλειστική τους υπαιτιότητα και κατά παράβαση της Διαδικασίας Επίλυσης Καθυστερήσεων του Κώδικα Δεοντολογίας Τραπεζών (Ν. 4224/2013), ουδέποτε εξέτασαν την προταθείσα λύση ρύθμισης οφειλής, ούτε ακολούθησαν την προβλεπόμενη από τον ως άνω Κώδικα διαδικασία, εφόσον, ειδικότερα, ουδέποτε προέβησαν σε διαδικασία αξιολόγησης των οικονομικών στοιχείων της ενάγουσας και σε εκτίμηση της οικονομικής της κατάστασης, ούτε υπέβαλαν προς την ενάγουσα άλλη πρόταση ρυθμίσεως ή οριστικής διευθέτησης της ως άνω καθυστερούμενης οφειλής.
Ότι η ως άνω υπαίτια παράλειψη των προστηθέντων της εναγομένης, συνιστά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας, διότι με αυτή τους την συμπεριφορά αρνούνται στην ενάγουσα αυτό, που αδιακρίτως προσφέρουν σε όλες τις άλλες επιχειρήσεις - πελάτες της εναγομένης. Ότι από την ως άνω υπαίτια, παράνομη και αντίθετη στα χρηστά ήθη συμπεριφορά των προστηθέντων της εναγομένης, η ίδια έχει επιβαρυνθεί με τόκους υπερημερίας επί των μη καταβεβλημένων μισθωμάτων, έχοντας υποστεί ισόποση ζημία στην περιουσία της, ενώ με βεβαιότητα θα υποστεί και μελλοντική ζημία, διότι η άρνηση της εναγομένης να προβεί σε βιώσιμη λύση αποπληρωμής της οφειλής της ενάγουσας θα οδηγήσει εκ των πραγμάτων σε καταγγελία της ένδικης σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης και έτσι η ενάγουσα θα απωλέσει το δικαίωμα αγοράς του μισθίου ακινήτου κατά την λήξη της μίσθωσης.
Με βάση τα ανωτέρω η ενάγουσα ζήτησε να καταδικασθεί η εναγομένη σε αυτούσια (in natura) αποκατάσταση της ζημίας της, με τη μορφή της καταδίκης αυτής σε δήλωση βουλήσεως, με περιεχόμενο τη σύναψη συμβάσεως με την ενάγουσα περί ρυθμίσεως της ως άνω οφειλής της, η οποία απορρέει από την ως άνω σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης και θα προβλέπει :
α) την άμεση καταβολή ποσού 80.000 ευρώ, το οποίο θα καλύψει μέρος των τόκων επί της ληξιπρόθεσμης οφειλής της ενάγουσας, β) τον καθορισμό του ύψους των μηνιαίων δόσεων, δια των οποίων θα αποπληρώνεται το οφειλόμενο στην εναγομένη ποσό, σε ποσό 5.000 ευρώ, πλέον φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων επί του μισθίου ακινήτου, της πρώτης δόσης καταβλητέας αμέσως μετά την υπογραφή της ρυθμίσεως και γ) την επιμήκυνση της διάρκειας της, μεταξύ των διαδίκων ως άνω σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης, κατά 17 έτη.
Με αυτό το περιεχόμενο η αγωγή, δεν είναι νόμιμη, καθόσον τα εκτιθέμενα σ' αυτή πραγματικά περιστατικά, αληθή υποτιθέμενα, δεν θεμελιώνουν αδικοπρακτική συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης και, ως εκ τούτου, δεν καταφάσκεται υποχρέωση αυτής για καταβολή αποζημίωσης στην αναιρεσείουσα, κατά τις διατάξεις των άρθρων 914, 919, 330, 297 και 298 του ΑΚ, δεδομένου ότι μόνη, χωρίς τη συνδρομή και άλλων περιστατικών, η επικαλούμενη σιωπηρή άρνηση της αναιρεσίβλητης να συναινέσει στη σύναψη νέας σύμβασης ρυθμίσεως του χρέους της αναιρεσείουσας, και μάλιστα με τους προτεινόμενους από την τελευταία όρους, δεν στοιχειοθετεί παράνομη πράξη, υπό την έννοια ότι αντίκειται είτε σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου είτε στις επιταγές της εννόμου τάξεως, αφού, ειδικότερα, η άρνηση αυτή της αναιρεσίβλητης δεν συνιστά παραβίαση των επιταγών του Ν. 4224/2013, καθόσον τυχόν παράβαση των κανόνων αυτών και ειδικότερα αυτών που συγκροτούν τη ΔΕΚ συνεπάγεται μόνο εποπτικής φύσεως κυρώσεις για την αναιρεσίβλητη και δεν επηρεάζει τις σχέσεις της με τους πελάτες της, ούτε και πρόκειται για συμπεριφορά καταχρηστική, ως ενέχουσα παράβαση της αρχής της αναλογικότητας σε σχέση με άλλες επιχειρήσεις - πελάτες της αναιρεσίβλητης, ή αντίθετη στα χρηστά ήθη, δηλαδή αντίθετη στις αντιλήψεις του, κατά τη γενική αντίληψη, χρηστώς και με φρόνηση σκεπτομένου μέσου κοινωνικού ανθρώπου, που μπορούσε να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και συνεπώς πρόσφορη αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το ζημιογόνο αποτέλεσμα, αλλά αποτελεί νόμιμη ενέργεια της αναιρεσίβλητης προς διαφύλαξη και προάσπιση των συμφερόντων της.
Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης, απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε απορρίψει την αγωγή της ως μη νόμιμη, διαλαμβάνοντας επί των λόγων εφέσεως τις ακόλουθες αιτιολογίες:
Με τον πρώτο λόγο εφέσεως της η εκκαλούσα παραπονείται για την απόρριψη της αγωγής της ως μη νόμιμης, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, ισχυριζόμενη ότι, κατά τη ρητή πρόβλεψη και αληθή έννοια του άρθρου 297 εδ.β ΑΚ το Δικαστήριο δύναται, εκτιμώντας τις ειδικές περιστάσεις να διατάξει την in natura αποκατάσταση της ζημίας με τη μορφή της καταδίκης σε δήλωση βουλήσεως δια της οποίας θα καταρτίζεται σύμβαση, την οποία η αντίδικος αρνείται να καταρτίσει.
Ο ως άνω λόγος πρέπει να απορριφθεί διότι, όπως ορθώς έκρινε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο... λόγω του εξαιρετικού και άρα στενά ερμηνευτέου κανόνα της διάταξης του άρθρ. 297 εδ. β ΑΚ, η οποία ρητώς αναφέρεται σε "αποκατάσταση της προηγούμενης κατάστασης", αποκλείεται η εκδοχή ότι ως αυτούσια αποζημίωση μπορεί να αξιωθεί η διαμόρφωση της κατάστασης που θα υπήρχε κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, αν δεν μεσολαβούσε το ζημιογόνο γεγονός (......).
Εφόσον, λοιπόν, πριν από την προσβολή δεν υπήρχε σύμβαση ρύθμισης, παρά μόνον, η ήδη υπάρχουσα σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης, την τροποποίηση της οποίας ουσιαστικά ζητεί η ενάγουσα, η αξίωση για αποκατάσταση της ζημίας δεν είναι δυνατόν να συνίσταται στην σύναψη σύμβασης, διότι έτσι δημιουργείται για πρώτη φορά μια νέα κατάσταση.
Αντιθέτως, η θεμελίωση της αναγκαστικής σύμβασης στην αυτούσια αποκατάσταση της ζημίας κατ' άρθρ. 297 εδ. β ΑΚ μπορεί να γίνει δεκτή, όταν θα πρόκειται για επανέναρξη μιας διακοπείσας συμβατικής σχέσης, όπως εάν η εναγομένη είχε προβεί σε καταγγελία της επίδικης σύμβασης. Με το δεύτερο λόγο εφέσεως της η ενάγουσα παραπονείται ότι με την πρωτοβάθμια απόφαση, απορρίφθηκε η αγωγή της, χωρίς να διερευνηθούν από το Δικαστήριο οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 297 εδ.β ΑΚ και συγκεκριμένα, εάν συντρέχουν ειδικές περιστάσεις ώστε το Δικαστήριο να διατάξει την αποκατάσταση της προηγούμενης κατάστασης, εάν είναι δυνατή, εν προκειμένω, η in natura αποκατάσταση και εάν αυτή προσκρούει ή όχι στο συμφέρον του δανειστή.
Προκύπτει όμως ότι ορθώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν προέβη στην εξέταση των ως άνω προϋποθέσεων, εφόσον αυτές δεν συνέχοντο με ένα νόμιμο αίτημα της ενάγουσας, έτσι ώστε εάν προχωρούσε στην εξέταση της ουσίας της αγωγής, προκειμένου να εξετάσει εάν οι ως άνω προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 297 εδ.β ΑΚ συντρέχουν ή όχι, δεν θα μπορούσε ούτως ή άλλως να κάνει δεκτή την αγωγή, αφού αυτή δεν είχε κάποιο νόμιμο αίτημα, σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτεθέντα στην εξέταση του πρώτου λόγου εφέσεως.
Επομένως ορθώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν προέβη στην εξέταση της ουσίας της υπόθεσης και ο δεύτερος λόγος της έφεσης πρέπει, επίσης, να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος. Τέλος, με τον τρίτο λόγο της εφέσεως της, η ενάγουσα παραπονείται για την απόρριψη της αγωγής της, ισχυριζόμενη ότι, ακόμα και εάν ήθελε ερμηνευτεί ότι η αυτούσια αποκατάσταση της ζημίας, κατ'άρθρο 297 εδ.β ΑΚ, συντρέχει μόνον από την προϋπόθεση υπαρχούσης συμβάσεως, εν προκειμένω υφίσταται σύμβαση, αυτή της χρηματοδοτικής μίσθωσης, το περιεχόμενο της οποίας δια της αγωγής της ζητεί να τροποποιηθεί άλλως ρυθμισθεί.
Ο λόγος αυτός πρέπει επίσης να απορριφθεί ως νόμω αβάσιμος, σύμφωνα και με τα εκτιθέμενα στην μείζονα σκέψη της παρούσας, αφού η ερμηνεία του άρθρου 297 εδ.β ΑΚ αποκλείει την εκδοχή ότι ως αυτούσια αποζημίωση μπορεί να αξιωθεί η διαμόρφωση της κατάστασης που θα υπήρχε, κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, αν δεν μεσολαβούσε το ζημιογόνο γεγονός (....), που, εν προκειμένω, είναι η άρνηση της εναγομένης να συναινέσει στην αποδοχή του αιτήματος της ενάγουσας είτε αυτό ερμηνευτεί ως πρόταση νέας σύμβασης ρύθμισης είτε ως τροποποίηση της ήδη υπάρχουσας σύμβασης, ως προς το μέρος αυτής, που αφορά τους όρους αποπληρωμής του μισθώματος και την χρονική διάρκεια αυτής, διότι σε κάθε περίπτωση δημιουργείται για πρώτη φορά μια νέα κατάσταση, κάτι που όπως προεκτέθη, δεν είναι νόμιμο κατ'άρθρο 297 εδ.β ΑΚ.
Αντιθέτως, εάν η εναγομένη είχε καταγγείλει την υπάρχουσα σύμβαση, τότε το αίτημα για αυτούσια αποκατάσταση της ζημίας κατ' άρθρ. 297 εδ. β ΑΚ θα μπορούσε να γίνει δεκτό, δεδομένου ότι το αίτημα για δήλωση βουλήσεως προς κατάρτιση συμβάσεως, θα αφορούσε την επανέναρξη μιας διακοπείσας συμβατικής σχέσης. .......''.
Με τις αιτιολογίες αυτές, το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν, όπως αναφέρθηκε, την έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθμ. 3800/2017 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει την ένδικη από 3-10-2016 αγωγή της κατά της αναιρεσίβλητης ως μη νόμιμη. Κατά τη διάταξη του άρθρου 578 του ΚΠολΔ, αν το αιτιολογικό της προσβαλλομένης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, εφόσον ο Άρειος Πάγος διαπιστώσει ότι το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης είναι ορθό, απορρίπτει την αναίρεση χωρίς να αντικαταστήσει τις αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 10/2007), εκτός εάν υφίσταται έννομο προς τούτο συμφέρον του αναιρεσείοντος, οπότε η απόφαση αναιρείται μόνο ως προς τις αιτιολογίες της (ΑΠ 540/2017, ΑΠ 2027/2017, ΑΠ 2077/2014).
Εσφαλμένο αιτιολογικό κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης υπάρχει όταν κριθεί ότι τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση υπάγονται σε άλλο κανόνα δικαίου, εφόσον η υπαγωγή αυτή απολήγει σε πόρισμα όμοιο προς το διατακτικό της απόφασης. Ως αιτιολογικό δηλαδή κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοείται η νομική αιτία, ήτοι οι διατάξεις του νόμου που συγκροτούν τη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού (Ολ.ΑΠ 30/1998, ΑΠ 911/2008).
Επομένως, η ευδοκίμηση του λόγου αναίρεσης που αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης κανόνα ουσιαστικού δικαίου από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ εξαρτάται από την ορθότητα όχι των νομικών αιτιολογιών, αλλά του διατακτικού της απόφασης (Ολ.ΑΠ 27/1998, ΑΠ 272/2019). Εφόσον, όμως, υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί το δεδικασμένο, αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της, οπότε ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση και αντικαθιστά το εσφαλμένο αιτιολογικό με το ορθό.
Στην περίπτωση δηλαδή αυτή το διατακτικό της απόφασης του Αρείου Πάγου περιέχει απορριπτική της αναίρεσης διάταξη και στο σκεπτικό παράθεση του ορθού αιτιολογικού σε αντικατάσταση του εσφαλμένου (ΑΠ 327/2023, ΑΠ 1259/2020, ΑΠ 1243/2019, ΑΠ 736/2019). Στην προκείμενη περίπτωση, από τα προαναφερόμενα προκύπτει, ότι με την ως άνω αιτιολογία το Εφετείο, ορθώς μεν κατ' αποτέλεσμα αποφάνθηκε και σε ορθό διατακτικό οδηγήθηκε, απορρίπτοντας την ένδικη αγωγή της αναιρεσείουσας ως μη νόμιμη, η αιτιολογία όμως με την οποία αυτή απορρίφθηκε είναι εσφαλμένη, αφού, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, αν συντρέχουν οι αναφερόμενες στην παραπάνω διάταξη του εδ.
β` του άρθρου 297 ΑΚ προϋποθέσεις, το δικαστήριο έχει την ευχέρεια, εκτιμώντας κυριαρχικώς τις περιστάσεις, να επιδικάσει αποζημίωση in naturam, η οποία μπορεί να συνίσταται σε οποιαδήποτε πράξη, όπως και στην από τα άρθρα 914, 919 ΑΚ και 949 ΚΠολΔ υποχρέωση του ζημιώσαντος να συστήσει ενοχή, η έλλειψη της οποίας συνιστά παρανομία, και, ως εκ τούτου, έπρεπε να απορρίψει την αγωγή, λόγω μη συνδρομής αδικοπρακτικής ευθύνης της αναιρεσίβλητης.
Παρά το σφάλμα τούτο της αναιρεσιβαλλόμενης, η αναιρεσείουσα δεν έχει έννομο συμφέρον να προσβάλει την απόφαση, καθόσον η απόρριψη της αγωγής λόγω του ότι δεν είναι νόμιμο το προαναφερόμενο αίτημά της είναι ευμενέστερη της απόρριψης αυτής ως μη νόμιμης λόγω μη συνδρομής αδικοπρακτικής ευθύνης της αναιρεσίβλητης και, συνακόλουθα, ανυπαρξίας υποχρέωσης αυτής για αποκατάσταση της ζημίας της αναιρεσείουσας.
Επομένως, εφόσον ελλείπει η ως άνω αναγκαία προϋπόθεση για να αναιρεθεί η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της, είναι αβάσιμοι οι πρώτος και τρίτος, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της παραβίασης της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 297 εβ.
β ΑΚ, λόγω εσφαλμένης μη εφαρμογής της, με την απόρριψη ως μη νόμιμου του αγωγικού αιτήματος, να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη σε αυτούσια (in natura) αποκατάσταση της ζημίας της, με τη μορφή της καταδίκης σε δήλωση βουλήσεως, με περιεχόμενο τη σύναψη συμβάσεως περί ρυθμίσεως της ως άνω οφειλής της αναιρεσείουσας, η οποία απορρέει από την επίδικη σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης και με τους όρους που αυτή έθεσε.
Σύμφωνα με τον αρ. 8 εδ. β' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως "πράγματα", των οποίων η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 22/2005, Ολ.ΑΠ 25/2003, ΑΠ 757/2015).
Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (AΠ 50/2020, ΑΠ 1795/2008). Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς, ούτε και οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων. (ΟλΑΠ 8/2013, Ολ ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1142/2019, ΑΠ 630/2020).
Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν διερεύνησε τον προταθέντα με την αγωγή της πραγματικό ισχυρισμό της ότι εν προκειμένω συντρέχουν ειδικές περιστάσεις για in natura αποκατάσταση της ζημίας της αναιρεσείουσας.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος καθόσον αλυσιτελώς προβάλλεται, αφού στην προκειμένη περίπτωση δεν υφίσταται αδικοπρακτική συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης και ως εκ τούτου δεν διερευνώνται οι τρόποι αποκατάστασης της ζημίας εξ αυτής.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματός της, πρέπει να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -
Απορρίπτει την από 17-7-2020 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 3645/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών . -Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. -
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Α., στις 23 Απριλίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Α., στις 22 Μαΐου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ