Legislator Case Law & Legislation
601/2022 AI generated

Supreme Court allows appeal against lower court's refusal to join tort claims due to insufficient evidence requirements.

Case Number 601/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision to reject a tort claim as legally unfounded. The lower court had erroneously required more evidence than the Civil Code mandates for establishing tort liability regarding property expropriation. Consequently, the Supreme Court found the lower court's interpretation of Articles 914 and 919 of the Civil Code flawed and remanded the case for retrial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 914, 919 of the Civil Code; The appellate court erred by demanding excessive evidence for tort liability, violating the principle that the court of first instance must base its decision on the actual content of the claim without imposing undue evidentiary burdens.

Keywords

AI generated
tort liability Civil Code interpretation evidentiary burden appeal admissibility property expropriation remand for retrial legal sufficiency

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 495(4) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 of the Code of Civil Procedure
Articles 914, 919 of the Civil Code

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 14/2015
Supreme Court Case 7/2006
Supreme Court Case 4/2005

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 601 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Γ.Β

Αριθμός 601/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη - Εισηγητή, Γεώργιο Αυγέρη και Μαρί Δεργαζαριάν, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ν. Π. του Χ., κατοίκου ... Αττικής και 2) Γ. Π. του Χ., κατοίκου ... Αττικής. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Απόστολο Τομαρά.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. Π. του Ι., 2) Μ. Π. του Ι. και 3) Θ. Μ. του Σ., απάντων κατοίκων ... Αττικής. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Παπαδάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-12-2011 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1021/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 5293/2017 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 8-11-2019 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται: "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 14/2015, Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005).

Η ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο, πλην άλλων, την αιτίαση ότι η αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, εσφαλμένα απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ θα έπρεπε να γίνει το αντίθετο. Ο σχετικός αναιρετικός έλεγχος γίνεται με βάση την από το δικαστήριο της ουσίας κυριαρχική εκτίμηση του πραγματικού περιεχομένου της αγωγής.

Η εκτίμηση αυτή ελέγχεται αναιρετικά με βάση τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσεώς του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα. Η παραδοχή αυτή τελεί υπό την προϋπόθεση ότι η κυρία εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας ανταποκρίνεται στο πραγματικό περιεχόμενό της, ενώ στην αντίθετη περίπτωση καθιδρύεται ο αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠοΛΔ, υπό την έννοια ότι το δικαστήριο της ουσίας, εκτιμώντας εσφαλμένα το δικόγραφο της αγωγής, έλαβε υπόψη, ως στοιχείο θεμελιωτικό του ασκουμένου με αυτήν δικαιώματος, ισχυρισμό που δεν προτάθηκε ή δεν έλαβε υπόψη θεμελιωτικό αυτής ισχυρισμό που προτάθηκε (ΑΠ 203/2019, ΑΠ 1596/17, ΑΠ 1063/14).

Περαιτέρω, η καταδολίευση δανειστών, τελούμενη προς βλάβη τους, με την από τον οφειλέτη απαλλοτρίωση της περιουσίας του, ώστε να καθίσταται έναντι αυτών αναξιόχρεος, ρυθμιζόμενη ειδικώς από τα άρθρα 939 επ. του ΑΚ, δεν αποτελεί και αδικοπραξία, υπό την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ, γιατί είναι μεν παράνομη συμπεριφορά, αφού απαγορεύεται, ως συνέπειά της όμως τάσσεται με το νόμο όχι η αποζημίωση, αλλά η διάρρηξη της απαλλοτριωτικής πράξεως.

Ακόμη και όταν η καταδολιευτική απαλλοτρίωση πληροί την αντικειμενική υπόσταση του κατά το άρθρο 937 ΠΚ εγκλήματος, δεν έχει ως συνέπεια την αποζημίωση, αλλά τη διάρρηξη. Όμως, ο περιορισμός αυτός δεν ισχύει και είναι δυνατή η εφαρμογή των περί αδικοπραξιών διατάξεων, όταν συντρέξουν στοιχεία περισσότερα ή βαρύτερα από εκείνα που απαιτούνται για την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 939 επ.

ΑΚ. Τούτο συμβαίνει, πλην άλλων περιπτώσεων, και όταν συντρέξουν οι όροι του άρθρου 386 ΠΚ ή όταν υπάρχει συμπαιγνία μεταξύ του οφειλέτη και του τρίτου. Πρέπει να σημειωθεί ότι η συμπαιγνία αποτελεί περιστατικό το οποίο βρίσκεται πέρα από το "δόλο του οφειλέτη" και τη "γνώση του τρίτου", που αποτελούν κατά τα άρθρα 939 και 941 ΑΚ προϋποθέσεις της διαρρήξεως, εμφανίζει δε την συμπεριφορά αυτών ιδιαίτερα αξιόμεμπτη, αφού ο τρίτος όχι μόνον γνωρίζει και αποδέχεται ότι ο οφειλέτης απαλλοτριώνει προς βλάβην των δανειστών του, αλλά αμφότεροι, με βάση σχέδιο το οποίο έχουν καταστρώσει, επιδιώκουν τούτο, συνεργαζόμενοι και ενεργώντας με διάφορα τεχνάσματα.

Εξάλλου, για τη δημιουργία ευθύνης προς αποζημίωση κατά το άρθρο 914 ΑΚ απαιτείται συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια (εκ δόλου ή εξ αμελείας), επέλευση ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.

Με την έννοια αυτή παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά, τίκτουσα υποχρέωση προς αποζημίωση κατά το άρθρο 914 ΑΚ, υπάρχει και στην περίπτωση της καταδολίευσης των δανειστών που γίνεται από τον οφειλέτη με τη μεθοδευμένη μεταβίβαση των περιουσιακών του στοιχείων (Ολ.ΑΠ 12/2008, ΑΠ 184/2020, ΑΠ 1383/2019). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ, όποιος με πρόθεση ζημίωσε άλλον κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει.

Με τη διάταξη αυτή, που αποτελεί απαραίτητο συμπλήρωμα της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ, ανάγεται σε αυτοτελή αδικοπραξία, που γεννά υποχρέωση προς αποζημίωση, καθώς επίσης και προς καταβολή χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ηθικής βλάβης, η κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη συμπεριφορά του υπαιτίου, εφόσον αυτή έγινε με πρόθεση επαγωγής ζημίας.

Ως κριτήριο των χρηστών ηθών, η έννοια των οποίων είναι νομική, χρησιμεύουν οι ιδέες του εκάστοτε κατά τη γενική αντίληψη χρηστώς και με φρόνηση σκεπτόμενου μέσου κοινωνικού ανθρώπου (Ολ.ΑΠ 10/1991). Στην περίπτωση που η κρινόμενη συμπεριφορά σχετίζεται με ορισμένη κατηγορία συναλλαγών και συναλλασσομένων, οι αντίστοιχες, στην κατηγορία αυτή των συναλλασσομένων, κρατούσες αντιλήψεις, λαμβάνονται υπόψη, εκτός αν, κατά το κοινό συναίσθημα του πιο πάνω κοινωνικού ανθρώπου, δεν συμβιβάζονται με την κοινωνική ηθική.

Προκειμένου να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συμπεριφοράς, υπάρχει αντικειμενική αντίθεση, με την πιο πάνω έννοια, προς τα χρηστά ήθη, την οποία δεν αποκλείει, κατά τις περιστάσεις, η ύπαρξη σχετικού δικαιώματος ή φυσικής ευχέρειας, συνεκτιμούνται τα κίνητρα, ο σκοπός του υποκειμένου της συμπεριφοράς, το είδος των μέσων και οι μέθοδοι που χρησιμοποιήθηκαν για την επίτευξη του σκοπού, έστω και θεμιτού και όλες οι λοιπές περιστάσεις πραγματώσεως της συμπεριφοράς, θετικής ή αρνητικής, δηλαδή λαμβάνονται υπόψη, όχι μεμονωμένα τα αίτια που οδήγησαν τον υπαίτιο στη συγκεκριμένη ενέργειά του, αλλά το σύνολο των περιστάσεων, υπό τις οποίες εκδηλώθηκε ολόκληρη η συμπεριφορά του και αξιολογείται γενικά η διαγωγή του, σε συνδυασμό και με τη διαγωγή του αντισυμβαλλομένου "θύματος", για να κριθεί το εάν οι δύο συμπεριφορές τελούν μεταξύ τους προφανώς σε καταφατική ή αποφατική αναλογική σχέση.

Στην αναζήτηση δε του ορθού αυτού μέτρου συνεκτιμώνται, σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και τα επιβαλλόμενα όρια από αυτή. Όσον αφορά την πρόθεση, δεν απαιτείται ο ζημιώσας να ενήργησε με τον αποκλειστικό σκοπό να βλάψει τον άλλον (άμεσος δόλος), αλλά αρκεί και η περί της επελθούσας ζημίας θέληση του, ότι δηλαδή προέβλεψε ως ενδεχόμενη την πρόκληση ζημίας από τη συμπεριφορά του και παρόλα αυτά δεν απέσχε από την πράξη ή την παράλειψη, από την οποία επήλθε η ζημία.

Η γένεση, εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ, υποχρεώσεως για αποζημίωση, προϋποθέτει, σύμφωνα με αυτήν τη διάταξη, συνδυαζόμενη με εκείνες του άρθρου 298 του ΑΚ, την ύπαρξη μεταξύ της συμπεριφοράς που αντίκειται στα χρηστά ήθη και της ζημίας που τυχόν επήλθε, αντικειμενικού αιτιώδους συνδέσμου, υπό την έννοια, ότι η ως άνω συμπεριφορά, εκτός του ότι αποτέλεσε αναγκαίο όρο της επελεύσεως της ζημίας, ήταν, καθεαυτή, και ικανή, υπό τις συντρέχουσες περιστάσεις, στη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να την επιφέρει, ούτως ώστε η ζημία να μπορεί, στη συγκεκριμένη περίπτωση, να αποδοθεί, σύμφωνα μετά διδάγματα της κοινής πείρας, στην αιτιώδη δυναμικότητα της συμπεριφοράς που αντίκειται στα χρηστά ήθη και, αντιστοίχως, η συμπεριφορά αυτή να συνιστά πρόσφορη, επαρκή αιτία της ζημίας (ΑΠ 1177/2018, ΑΠ 212/2018, ΑΠ 752/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες Ν. Π. και Γ. Π., με την από 20.12.2011 αγωγή τους, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά των εναγομένων και ήδη αναιρεσίβλητων Μ. Π., Μ. Π. και Θ. Μ., την οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος, κατά το μέρος που η υπόθεση μεταβιβάστηκε στο Εφετείο, εξέθεταν ότι είναι συγκύριοι μιας πολυώροφης οικοδομής στον Δήμο Ταύρου Αττικής, η οποία υπέστη εκτεταμένες ζημίες από την επέκταση πυρκαγιάς που προκλήθηκε σε όμορο ακίνητο από υπάλληλο της ανώνυμης εταιρίας "...", νόμιμος εκπρόσωπος της οποίας είναι ο πρώτος εναγόμενος και μέλη του Διοικητικού της Συμβουλίου οι δεύτερη και τρίτος των εναγομένων.

Ότι κατά της ως άνω εταιρίας άσκησαν την από 4.6.1996 αγωγή αποζημίωσης, επί της οποίας εκδόθηκε τελικά η με αριθ. 6029/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία υποχρεώθηκε η άνω εταιρία να καταβάλει στον καθένα από αυτούς το ποσό των 217.975,25 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Ότι ο πρώτος εναγόμενος ως νόμιμος εκπρόσωπος και οι δεύτερη και τρίτος ως μέλη του Δ.Σ.

της ανώνυμης εταιρίας "..." και κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που τους είχαν ανατεθεί, δρώντες από κοινού και με δόλο και κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη, απέκρυψαν όλα τα περιουσιακά στοιχεία της άνω εταιρίας, με σκοπό να αποφύγει αυτή την ικανοποίηση της ανωτέρω απαίτησής τους, με αναγκαστική εκτέλεση επ' αυτών, έτσι δε είναι αδύνατη η εκτέλεση της προαναφερθείσας απόφασης του Εφετείου Αθηνών, ελλείψει περιουσιακών στοιχείων της οφειλέτιδας.

Συγκεκριμένα: Α) Οι δύο πρώτοι εναγόμενοι, δρώντες από κοινού, ο πρώτος ως πρόεδρος και η δεύτερη ως αντιπρόεδρος του Δ.Σ. της άνω εταιρίας, με ομόφωνη απόφαση του Δ.Σ, με σκοπό να ματαιώσουν ολοκληρωτικά την ικανοποίηση της απαίτησής τους, με το υπ' αριθ. 17703/18.2.1998 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Πειραιώς Ζαφειρίας Σουρή, που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασαν στις 18.2.1998 το πλέον αξιόλογο περιουσιακό στοιχείο της ανώνυμης εταιρίας "...", το οποίο αποτελούσε και τη μοναδική ακίνητη περιουσία της, ήτοι την πλήρη κυριότητα επί του οικοπέδου της, επιφανείας 1.490 τ.μ., που βρίσκεται στον Ταύρο Αττικής, στην off shore (παράκτια) εταιρία, με έδρα την ...

της Λιβερίας, με την επωνυμία "...", με τίμημα 182.772.598 δραχμές (536.383 ευρώ), ήτοι όση και η αντικειμενική του αξία, ενώ η εμπορική του αξία υπερέβαινε το ποσό των 800.000.000 δραχμών ή 2.347.762 ευρώ. Η πώληση αυτή ήταν μεθοδευμένη, καθόσον αντικειμενικός σκοπός των δύο πρώτων εναγομένων και το σχέδιο που είχαν εξυφάνει σε βάρος των συμφερόντων τους, το οποίο αγνοούσαν αυτοί τότε, ήταν να μεταβιβασθεί αργότερα με τέχνασμα η κυριότητα του οικοπέδου σ' αυτούς, δεδομένου μάλιστα ότι τότε δεν ήταν δυνατή η διάρρηξη της απαλλοτρίωσης, η οποία έγινε χωρίς πραγματικό τίμημα, αφενός μεν γιατί η άνω εταιρία διέθετε τότε ικανή κινητή περιουσία, η οποία επαρκούσε για την ικανοποίηση της απαίτησής τους, αφετέρου δε γιατί ήταν δύσκολο έως αδύνατο να αποδειχθεί ότι η ανωτέρω αλλοδαπή εταιρία γνώριζε ότι η απαλλοτρίωση έγινε προς βλάβη τους, δεν μπορούσαν δε τότε να διανοηθούν ότι πίσω από την άγνωστη off shore παράκτια εταιρία βρίσκονταν οι δύο πρώτοι εναγόμενοι.

Β) Στις 18.7.2002 ιδρύθηκε η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "...", με έδρα τη θέση ... στο Κορωπί Αττικής, ήτοι την ίδια έδρα με αυτή της εταιρίας "..." και τον ίδιο σκοπό, από τις αρχές δε του έτους 2008 η τελευταία, εκπροσωπούμενη από τους εναγόμενους, άρχισε σταδιακά να εκχωρεί στην εταιρία "..." την βιομηχανική και εμπορική δραστηριότητά της και την πελατεία της και η ίδια μείωνε την επιχειρηματική της δράση και τελικά έπαυσε ουσιαστικά να λειτουργεί.

Ειδικότερα από τις αρχές του έτους 2008 και μέχρι 30.6.2009 όλοι οι εναγόμενοι, δρώντας από κοινού, ως νόμιμος εκπρόσωπος ο πρώτος και ως μέλη του Δ.Σ. της εταιρίας "..." η δεύτερη και ο τρίτος, με σκοπό να ματαιώσουν την ικανοποίηση των απαιτήσεών τους, τις οποίες γνώριζαν, έβλαψαν, κατέστρεψαν, κατέστησαν χωρίς αξία και απέκρυψαν όλα τα περιουσιακά της στοιχεία που αποτελούσαν το πάγιο ενεργητικό της και δη τις λεπτομερώς περιγραφόμενες μηχανές, συνολικής αξίας 635.000 ευρώ, τα έπιπλα και τον λοιπό εξοπλισμό, συνολικής εμπορικής αξίας τουλάχιστον 500.000 ευρώ.

Προς τούτο δημοσίευσαν τον τελευταίο ισολογισμό της εταιρίας στις 20.3.2007 για τη χρήση του 2005 και έκτοτε δεν δημοσίευσαν άλλον ισολογισμό, ενώ μετά την 30.6.2009, οπότε έληξε η θητεία τους ως μέλη του Δ.Σ. δεν συγκάλεσαν Γ.Σ. των μετόχων για εκλογή νέου Δ.Σ., ώστε να μπορούν να αναζητήσουν τα βιβλία και στοιχεία της εταιρίας για να εξακριβωθεί η κατάσταση και η τύχη των παγίων στοιχείων της.

Έτσι, αφού με ενέργειες των εναγομένων, που ενεργούσαν ως νόμιμοι εκπρόσωποι της εταιρίας "...", δημιουργήθηκε στον ίδιο χώρο, με την έδρα της οφειλέτιδας εταιρίας, νέα ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "...", της οποίας ο πρόεδρος, διευθύνων σύμβουλος και νόμιμος εκπρόσωπος από 21.6.2011, Μ. Θ., ήταν και μέλος του Δ.Σ.

της εταιρίας "...", εκχωρήθηκε στην εταιρία αυτή, από την 1.1.2008, η επιχειρηματική δραστηριότητα και η πελατεία της πρώτης, στη συνέχεια δε οι εναγόμενοι έβλαψαν, κατέστρεψαν, απαξίωσαν και εξαφάνισαν όλα τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρίας "..." και στη συνέχεια την εγκατέλειψαν, καθιστώντας αδύνατη πλέον την ικανοποίηση των απαιτήσεών τους.

Γ) Στις 2.12.2010 οι δύο πρώτοι εναγόμενοι έθεσαν σε εφαρμογή το τελευταίο μέρος του εγκληματικού σε βάρος τους σχεδίου τους, που είχαν ήδη εξυφάνει από την 18.2.1998, με πλήρη άγνοιά τους, προκειμένου να ματαιώσουν την ικανοποίηση της απαίτησής τους. Ειδικότερα, με το υπ' αριθ. ... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Κερατέας Ελένης Μαγιοπούλου, που μεταγράφηκε νόμιμα, οι δύο πρώτοι εναγόμενοι αγόρασαν από την εταιρία "...", κατά ποσοστό 51% και 49% αντίστοιχα ο καθένας τους, το ανωτέρω οικόπεδο, που βρίσκεται στον Ταύρο Αττικής, γεγονός που πληροφορήθηκαν αυτοί τυχαία την 24.10.2011, οπότε αναρτήθηκε στην περίφραξη του οικοπέδου αγγελία πώλησής του, έτσι δε αποκαλύφθηκε πλέον το εγκληματικό σχέδιο που συνέλαβαν εις βάρος τους οι δύο πρώτοι εναγόμενοι, το οποίο ξεκίνησε στις 18.2.1998 και ολοκληρώθηκε στις 2.12.2010, με τη μεταβίβαση δηλαδή του οικοπέδου της εταιρίας στους βασικούς της μετόχους.

Αντιλήφθηκαν δηλαδή τότε ότι η πρώτη μεταβίβαση του ακινήτου από την εταιρία "..." στην παράκτια εταιρία "..." ήταν μεθοδευμένη και εικονική, η δε εικονική αυτή μεταβίβαση αποτέλεσε το μοχλό της εις βάρος τους διαπραχθείσας απάτης και τούτο γιατί η μεταβίβαση αυτή δεν έγινε με σκοπό να αποκτήσει η αγοράστρια παράκτια εταιρία "..." στην πραγματικότητα την κυριότητα του ακινήτου, αλλά έγινε με σκοπό να παύσει αυτό το ακίνητο -προσωρινά- να αποτελεί για τους τρίτους και μόνο περιουσιακό στοιχείο της οφειλέτιδάς τους εταιρίας, ενώ στην πραγματικότητα εξακολουθούσαν οι ίδιοι οι εναγόμενοι να ελέγχουν την τύχη του και όταν πίστεψαν πλέον ότι δεν διατρέχουν κανένα κίνδυνο από αυτούς και ότι εξαφανίσθηκαν τα κινητά περιουσιακά στοιχεία της εταιρίας "...", η δε τελευταία έπαυσε ουσιαστικά τη λειτουργία της, αποφάσισαν ότι πλέον μπορούσαν να διοικούν φανερά το ακίνητο και προσχώρησαν στη μεταβίβασή του στο όνομα των δύο πρώτων εναγομένων, πεισμένοι ότι πλέον είχαν επιτύχει τον απατηλό σκοπό τους που ήταν να μην ικανοποιηθεί η απαίτησή τους, από την άνω παράκτια εταιρία, η οποία συστήθηκε στις 5.9.1997, δηλαδή τέσσερις μήνες πριν την αγορά του οικοπέδου, μόνο και μόνο για να συμβληθεί στο άνω συμβόλαιο, και έκτοτε δεν προέβη σε καμία άλλη συναλλαγή και δραστηριότητα μέχρι την 2.12.2010, οπότε και εμφανίσθηκε πάλι για τις ανάγκες της μεταβίβασης του οικοπέδου στους δύο πρώτους των εναγομένων.

Με βάση το ιστορικό αυτό και επικαλούμενοι ότι από την άνω αδικοπρακτική, δόλια και σε συμπαιγνία μεταξύ τους εκδηλωθείσα συμπεριφορά των εναγομένων, άλλως κατά παράβαση των χρηστών ηθών, υπέστησαν ζημία 711.425 ευρώ ο καθένας τους, ζήτησαν να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, εις ολόκληρον ο καθένας, να καταβάλουν στον καθένα τους το ανωτέρω ποσό των 711.425 ευρώ, που αντιστοιχεί στην περιουσιακή τους ζημία, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της κρινόμενης αγωγής.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αριθ. 349/2016 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή στο σύνολό της και δη ως προς το μέρος που αφορά στην αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων συνεπεία της απαλλοτρίωσης του πιο πάνω ακινήτου (οικοπέδου), ως μη νόμιμη, ως προς δε το μέρος που αφορά στην καταδολιευτική μεταβίβαση των κινητών περιουσιακών στοιχείων της εταιρίας "...", ως ουσία αβάσιμη.

Κατά της άνω οριστικής απόφασης άσκησαν οι ενάγοντες την από 12.6.2015 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η ήδη πληττόμενη με αριθ. 5293/2017 οριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκε ότι η άνω αγωγή είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, καθόσον αφορά την αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων, σχετικά με την απαλλοτρίωση του ακινήτου, με τις ακόλουθες σκέψεις: "...

η υπό κρίση αγωγή, με το προπαρατεθέν περιεχόμενο και αίτημα, και όσον αφορά την αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων, σχετικά με την απαλλοτρίωση του ακινήτου, πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμη. Και τούτο διότι, ... τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο πραγματικά περιστατικά δεν δύνανται να θεμελιώσουν το πραγματικό του κατ' άρθρο 919 ΑΚ κανόνα δικαίου, αφού η επικαλούμενη συμπεριφορά των εναγομένων, αναγόμενη στην καθυστέρηση αποπληρωμής της επίμαχης οφειλής της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...", της οποίας ο πρώτος εναγόμενος ήταν πρόεδρος και η δεύτερη αντιπρόεδρος, στην εκ προθέσεως ματαίωση, αυτής δυνάμει της ένδικης μεταβίβασης από αυτούς προς την εξωγχώρια εταιρία με την επωνυμία "..." (...), σε χρόνο που η οφειλέτης τους εταιρία είχε ικανή περιουσία, και της στη συνέχεια μετά την πάροδο δέκα και πλέον ετών επαναμεταβίβασης του ακινήτου από την ως άνω εξωγχώρια εταιρία στους δύο πρώτους εναγομένους, η οποία αρχική μεταβίβαση ήταν μεθοδευμένη και αντικειμενικός σκοπός των δύο πρώτων εναγομένων ήταν η στη συνέχεια μεταβίβαση της κυριότητας του ακινήτου στους ιδίους και η αποξένωση του συνόλου της ακίνητης περιουσίας της οφειλέτιδας εταιρίας δεν συνιστά συμπεριφορά συμπαιγνίας των εναγομένων με αυτοτελή σκοπό βλάβης των εναγόντων και δη μέσω καταστρωμένου προς τούτο σχεδίου.

Αντίθετα, η προπεριγραφείσα συμπεριφορά των εναγομένων συνδέεται με τη διάπραξη από αυτούς του εγκλήματος της, κατ' άρθρο 397 ΠΚ, καταδολίευσης δανειστών, αλλά και με την παραβίαση των κατά τα άρθρα 939 επ. ΑΚ διατάξεων, η προβλεπόμενη για τις οποίες παραβάσεις, είναι, σε επίπεδο αστικού δικαίου, η διάρρηξη των φερόμενων ως καταδολιευτικών δικαιοπραξιών και όχι η χρηματική ικανοποίηση λόγω της προκληθείσας στο δανειστή ηθικής βλάβης...".

Με βάση τις σκέψεις αυτές, το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμο τον πρώτο λόγο της έφεσης των εναγόντων, με τον οποίο αυτοί παραπονούνταν για την εν μέρει απόρριψη ως μη νόμιμης της αγωγής τους και δη κατά το μέρος που αφορά την αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων, σχετικά με την απαλλοτρίωση του άνω ακινήτου, στη συνέχεια δε ερεύνησε την αγωγή κατά το μέρος που είχε κριθεί νόμιμη, και τελικά την απέρριψε κατά το μέρος αυτό ως ουσία αβάσιμη, δεχόμενο ότι δεν έλαβε χώρα απόκρυψη του συνόλου των κινητών περιουσιακών στοιχείων της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...", με σκοπό τη ματαίωση της ικανοποίησης της απαίτησης των εναγόντων, αλλά μεταβίβαση μέρους του μηχανολογικού εξοπλισμού της άνω εταιρίας, στο πλαίσιο της συνήθους επιχειρηματικής της δραστηριότητας και όχι κατά τρόπο αντίθετο στα συναλλακτικά χρηστά ήθη με πρόθεση βλάβης των εναγόντων, επικυρώνοντας έτσι την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή το μεν ως μη νόμιμη, το δε ως ουσία αβάσιμη.

Κατά της απόφασης αυτής άσκησαν οι ενάγοντες την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, με τον πρώτο λόγο της οποίας, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ισχυρίζονται ότι με το να απορρίψει το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ως μη νόμιμη την αγωγή τους κατά το πιο πάνω μέρος της, παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 914 και 919 του ΑΚ, καθόσον αυτοί δεν περιόρισαν τις αιτιάσεις τους για την υπαγωγή της συμπεριφοράς των εναγομένων στις άνω διατάξεις, μόνο στη μεταβίβαση του ακινήτου της εταιρίας, αλλά εξέθεσαν ότι όλη η περιγραφόμενη συμπεριφορά των εναγομένων από το 1996 έως το 2010 πληροί το πραγματικό των εν λόγω διατάξεων.

Πράγματι, όπως προαναφέρθηκε, οι αναιρεσείοντες δεν έκαναν διάκριση και δεν στήριξαν την αγωγή τους χωριστά σε κάθε επί μέρους επικαλούμενη ενέργεια των αναιρεσιβλήτων, αλλά στην περιγραφόμενη ενιαία συμπεριφορά των τελευταίων από το 1996 έως το 2010, εκθέτοντας σαφώς ότι συνέτρεξαν στοιχεία περισσότερα και βαρύτερα από εκείνα που απαιτούνται για την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 939 επ.

ΑΚ και σε κάθε περίπτωση ότι η ενιαία και αδιάσπαστη αυτή συμπεριφορά των αναιρεσιβλήτων αντίκειται στα χρηστά ήθη, ήτοι ότι υπήρξε συμπαιγνία μεταξύ των αναιρεσιβλήτων, καθόσον αυτοί, γνωρίζοντας, ότι η εταιρία της οποίας ήταν εκπρόσωποι και μέλη του Δ.Σ. οφείλει στους αναιρεσείοντες τα άνω ποσά από την ειρημένη αιτία, συνεργαζόμενοι και επιδιώκοντας την προς βλάβη τους (εναγόντων - αναιρεσειόντων) ματαίωση της απαιτήσεώς τους αυτής, προέβησαν στις πιο πάνω αναλυτικά εκτιθέμενες ενέργειες, από τις οποίες, συνολικά και ενιαία λαμβανόμενες υπόψη, προκύπτει ότι η αγωγή αυτή προς αποζημίωση θεμελιώνεται στις διατάξεις των άρθρων 914, 919, 926 και 939 ΑΚ, συγκροτουμένης έτσι κατά τούτο και συμφώνως προς τις προαναφερόμενες διατάξεις, αδικοπρακτικής συμπεριφοράς και ευθύνης των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων από τις άνω καταδολιευτικές απαλλοτριώσεις.

Έσφαλε, επομένως το Εφετείο, το οποίο προέβη σε διάκριση των επικαλουμένων από τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες περιστατικών αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων, αφενός μεν στα περιστατικά που αφορούν την επικαλούμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων συνεπεία της απαλλοτρίωσης του πιο πάνω ακινήτου (οικοπέδου), ως προς την οποία απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη και αφετέρου στα περιστατικά που αφορούν την επικαλούμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων συνεπεία της απαλλοτρίωσης των κινητών περιουσιακών στοιχείων της εταιρίας "...", ως προς την οποία έκρινε νόμιμη την αγωγή και την απέρριψε στη συνέχεια ως ουσία αβάσιμη, ενώ με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή περιστατικά, ενιαίως και εν συνόλω λαμβανόμενα υπόψη, πρόκειται για παράνομη και αντίθετη στα χρηστά ήθη συμπεριφορά των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων και συνεπώς η αγωγή έπρεπε να κριθεί νόμιμη εν συνόλω και με βάση τα επικαλούμενα αυτά περιστατικά να κριθεί στη συνέχεια η ουσιαστική της βασιμότητα.

Ως εκ τούτου, το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις άνω διατάξεις των άρθρων 914 και 919 του ΑΚ, αξιώνοντας για την εφαρμογή τους περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από αυτές.

Συνεπώς, είναι βάσιμος ο πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται η ανωτέρω πλημμέλεια στην προσβαλλόμενη απόφαση, λόγω δε της αναιρετικής εμβέλειας του λόγου αυτού παρέλκει η εξέταση του δεύτερου λόγου αυτής. Κατόπιν αυτών πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί προς εκδίκαση η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν (άρθ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στους αναιρεσείοντες (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), που κατέθεσαν προτάσεις και διατυπώνουν σχετικό αίτημα, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 5293/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί όμως από δικαστές άλλους από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Διατάσσει την απόδοση στους αναιρεσείοντες του παραβόλου που καταβλήθηκε από αυτούς. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000,00) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Μαρτίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Απριλίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ