Appeal dismissed because the second instance court rejected evidence admissibility without examining the case substance.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision. The appellant argued the lower court erred by rejecting evidence without examining the case substance, citing procedural violations. The court ruled that since the lower court rejected the evidence claim as useless without entering the substantive phase of the trial, no ground for appeal existed.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(11) and 559(19) of the Code of Civil Procedure; An appeal based on the failure to examine evidence is inadmissible if the lower court rejected the evidence claim as useless without entering the substantive phase of the trial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 870 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 870/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Απριλίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Β. Σ. του Ι., συζ. Κ. Α., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Βαρχαλαμά.
Του αναιρεσιβλήτου: Συμβουλίου Πολυκατοικίας της οικοδομής της οδού ..., που εκπροσωπείται νόμιμα από τα μέλη 1) Κ. Ζ., ως Πρόεδρο, 2) Π. Τ.η, ως αντιπρόεδρο και 3) Λ. Π., ως διαχειριστή, ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-7-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4779/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1205/2014 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28-11-2014 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χοϊμές διάβασε την από 12-9-2016 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού, τότε Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Γεωργίου Σακκά, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της από 28-11-2014 αιτήσεως για αναίρεση της 1205/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, ως προς τους τρίτο και τέταρτο λόγους αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το άρθρο 576 παρ. 1-2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε αλλά όχι νόμιμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση. Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκείμενη περίπτωση, από την ...12-12-2016 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης Δ.
Α., που επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα, η οποία επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση, από 28-11-2014, αίτησης αναιρέσεως, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για τις 7-10-2016 που ορίστηκε αρχικά, οπότε η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε, ερήμην του αναιρεσιβλήτου, από το πινάκιο για την παρούσα δικάσιμο της 7-4-2017, καθώς και αντίγραφο της σχετικής γι' αυτό ...-10-2016 βεβαίωσης αναβολής του αρμόδιου γραμματέα του παρόντος Δικαστηρίου, επιδόθηκαν, νόμιμα και εμπρόθεσμα, στο αναιρεσίβλητο.
Το τελευταίο, όμως, δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά την παραπάνω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η προσβαλλόμενη 1205/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 647 επ. ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν τότε, αποτελεί κατάληξη, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, επισκόπηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων, της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής:
Με την ένδικη, από 31-7-2009, αγωγή του το αναιρεσίβλητο ζήτησε να υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα να του καταβάλει τα ποσά των α) 970 ευρώ, για κοινόχρηστες δαπάνες που αναλογούν στην περιγραφόμενη οριζόντια ιδιοκτησία - διαμέρισμα, κυριότητάς της, που βρίσκεται στον έβδομο όροφο της επί των οδών ..., για το χρονικό διάστημα Φεβρουαρίου 2008 έως και Μαΐου 2009 και β) 336,80 ευρώ, για την αναφερόμενη δαπάνη αποκατάστασης - αντικατάστασης αποχετευτικού συστήματος που της αναλογεί.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 4.779/2010 απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης) που τη δέχθηκε, κατά ένα μέρος, ως ουσιαστικά βάσιμη, κατά τα ποσά των 581,40 ευρώ και 283 ευρώ, αντίστοιχα, αφού απέρριψε, ως μη νόμιμους, τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας 1) για αναλογική εφαρμογή σε όλες τις κοινόχρηστες δαπάνες που αναλογούν στο διαμέρισμα της τελευταίας του άρθρου 13 του Κανονισμού Πολυκατοικίας (...1968 Πράξη Σύστασης Οριζόντιας Ιδιοκτησίας και Κανονισμός Πολυκατοικίας της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Α.
Ο. που έχει μεταγραφεί νόμιμα), σύμφωνα με το οποίο η συμμετοχή ιδιοκτήτη, αποδεδειγμένα άδειου διαμερίσματος, στις δαπάνες θέρμανσης ανέρχεται σε ποσοστό 40%, δηλαδή πρέπει, κατά την αναιρεσείουσα, να υπολογίζονται και οι λοιπές δαπάνες του άδειου διαμερίσματός της στο ίδιο ποσοστό 40%, όπως η δαπάνη της θέρμανσης και 2) για καταχρηστική άσκηση, κατ' άρθρ. 281 ΑΚ, του επίδικου δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου.
Τους ισχυρισμούς της αυτούς η αναιρεσείουσα επανέφερε, ως λόγους έφεσης, με την από 2-3-2010 έφεσή της, που άσκησε κατά της πρωτόδικης απόφασης. Η έφεση αυτή απορρίφθηκε, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, με την ήδη πληττόμενη εφετειακή απόφαση, η οποία, ειδικότερα, απέρριψε τους θεμελιωτικούς των λόγων αυτών ισχυρισμούς ως μη νόμιμους με την εξής αιτιολογία, κατά το μέρος που ενδιαφέρει στην παρούσα αναιρετική δίκη, ως προς τον πρώτο πιο πάνω ισχυρισμό: [Κατά το άρθρο 4 παρ. 1 Ν. 3741/1929, "επιτρέπεται εις τους συνιδιοκτήτας ίνα δι' ιδιαιτέρας συμφωνίας, εις ην είναι απαραίτητος η κοινή πάντων συναίνεσις, κανονίσουν τα της συνιδιοκτησίας δικαιώματα και υποχρεώσεις".
Κατά τη διάταξη του άρθρου 5 εδ. β' του ίδιου νόμου, "εν ελλείψει πάσης μεταξύ των συνιδιοκτητών συμφωνίας ως προς τα δικαιώματα και τας υποχρεώσεις αυτών περί των κοινών βαρών, έκαστος των συνιδιοκτητών υποχρεούται να συνεισφέρη εις τα κοινά βάρη επί τη βάσει της αξίας του ορόφου ή διαμερίσματος ου είναι κύριος".
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 13 παρ. 1 του αυτού νόμου, "πάσα σύμβασις κανονίζουσα ή μεταβάλλουσα τα αμοιβαία δικαιώματα και υποχρεώσεις των ιδιοκτητών γίνεται δια συμβολαιογραφικού εγγράφου και καταχωρίζεται εις το βιβλίον μεταγραφών". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι η συμφωνία για τον τρόπο κατανομής των κοινόχρηστων δαπανών στις χωριστές ιδιοκτησίες κα ο καθορισμός των ποσοστών, που γίνεται στη συστατική πράξη της οροφοκτησίας ή στον Κανονισμό, δεσμεύει τους συνιδιοκτήτες και τους διαδόχους τους.
Για να μεταβληθεί η συμφωνηθείσα ποσοστιαία συμμετοχή των χωριστών ιδιοκτησιών στις κοινές δαπάνες, πρέπει να γίνει τροποποίηση του Κανονισμού με συμφωνία όλων των συνιδιοκτητών, που περιβάλλεται τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου και υποβάλλεται σε μεταγραφή... Επομένως, ο πρώτος ισχυρισμός περί αναλογικής εφαρμογής του άρθρου 13 του Κανονισμού της Πολυκατοικίας όπως ανωτέρω εκτέθηκε, ήτοι, ως τροποποίηση της... ...13.08.1986 Πράξης της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Α.
Ο., η οποία νόμιμα μεταγράφηκε, είναι μη νόμιμος και πρέπει να απορριφθεί, συνακόλουθα δε, ν' απορριφθεί και ο σχετικός λόγος εφέσεως. Η συμπλήρωση του ως άνω ισχυρισμού, με τις προτάσεις της παρούσας συζητήσεως, ότι πρέπει να τύχει εφαρμογής ο ερμηνευτικός κανόνας της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, όπως αυτός διατυπώνεται στα άρθρα 200 και 288 Α.Κ., αποτελεί ανεπίτρεπτη μεταβολή του, αφού η εφαρμογή των ως άνω διατάξεων γίνεται, όταν το Δικαστήριο διαπιστώσει ότι στη σύμβαση (Κανονισμό) υπάρχει κενό ή αμφιβολία, σχετικά με τη δήλωση βουλήσεως των συμβαλλομένων και προβαίνει σε ερμηνεία της...].
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών... Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 849/2007). Ειδικότερα, οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, διαπιστώνει ότι υπάρχει κενό στη σύμβαση ή ότι γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βούλησης.
Παραβιάζονται οι κανόνες αυτοί, όταν το δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δήλωσης βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει σε αυτούς για τη διαπίστωση της αληθινής έννοιας των δηλώσεων (ΑΠ Ολομ. 26/2004, ΑΠ 163/2015) ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά εκείνα στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους (ΑΠ Ολομ. 26/2004) ή και όταν προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και στη συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, αν και δέχεται, επίσης ανέλεγκτα, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας (ΑΠ 635/2011, ΑΠ 604/2011, ΑΠ 211/ 2011).
Πάντως, μόνη η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να αναφέρει ρητά στην απόφασή του ότι για την εξεύρεση της αληθινής βούλησης των συμβαλλομένων προσφεύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των παραπάνω διατάξεων του Αστικού Κώδικα δεν συνιστά παραβίαση των εν λόγω διατάξεων, αν στην απόφαση εκτίθενται τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των κανόνων αυτών (ΑΠ 413/2015).
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για την ύπαρξη κενού ή ασάφειας δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, εκτός αν, από όσα δέχεται το δικαστήριο, δεν διευκρινίζεται η θέση του ως προς το αν υπάρχει κενό ή ασάφεια, αφού από την καταφατική ή αποφατική απάντηση στο ζήτημα αυτό εξαρτάται αν θα εφαρμοστούν ή όχι οι πιο πάνω ερμηνευτικές διατάξεις (ΑΠ 215/2016, ΑΠ 84/2008).
Εξάλλου, εκ πλαγίου παραβίαση, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, μπορεί να συντελεστεί και επί των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Ειδικότερα, τέτοια παραβίαση υπάρχει α) όταν δεν διευκρινίζεται επαρκώς αν υπάρχει ή όχι κενό στη δικαιοπραξία, αν το δικαστήριο έχει προβεί στην εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων και αν δεν παραθέτει σαφώς τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, β) όταν η απόφαση περιέχει ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την εφαρμογή ή όχι των διατάξεων αυτών του ουσιαστικού δικαίου και γ) όταν το δικαστήριο έσφαλε κατά την υπαγωγή των περιστατικών που έγιναν δεκτά στην έννοια του νόμου (ΑΠ 529/2017, ΑΠ 763/2016, ΑΠ 527/2008).
Στην κρινόμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναίρεσης, προσάπτει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αντίστοιχα, που συνίστανται στο ότι το Εφετείο δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, προκειμένου να οδηγηθεί στην αναλογική εφαρμογή του 13ου άρθρου του παραπάνω Κανονισμού της Πολυκατοικίας, αναφορικά με τη μειωμένη καταβολή από την ίδια των επίδικων κοινόχρηστων δαπανών που αναλογούν στο άδειο διαμέρισμά της.
Οι λόγοι αυτοί στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και, ως εκ τούτου, είναι αβάσιμοι, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από την πληττόμενη απόφαση, το Εφετείο δεν διαπίστωσε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ούτε έμμεσα, ότι για τον επίμαχο όρο του Κανονισμού υπάρχει κενό ή ασάφεια και, έτσι, δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου, τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, σύμφωνα και με όσα παρατέθηκαν στην αρχή της παρούσας σκέψης.
Με τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, ελέγχεται η ορθότητα της ελάσσονος πρότασης του νομικού συλλογισμού, από την άποψη αν οι παραδοχές της απόφασης πληρούν το πραγματικό του κανόνα δικαίου που εφάρμοσε, δηλαδή, ο λόγος αυτός προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης.
Έτσι, παρέπεται ότι δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο της ουσίας έχει απορρίψει την αίτηση παροχής έννομης προστασίας ως μη νόμιμη ή αόριστη, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν εκτιμά πραγματικά περιστατικά, ώστε να είναι δυνατό να υπάρξουν ελλείψεις στην περιγραφή τους (ΑΠ Ολομ. 3/1997, ΑΠ 204/2016, ΑΠ 856/2014, ΑΠ 701/2011).
Στην ερευνώμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο ότι απέρριψε, χωρίς αιτιολογία, τον τρίτο λόγο της έφεσής της, κατά τον οποίο η αγωγική απαίτηση του αναιρεσιβλήτου ήταν αναπόδεικτη, με την επίκληση ότι το αναιρεσίβλητο προσκόμισε προς απόδειξη, αφενός μεν, των δαπανών κοινοχρήστων, για το επίδικο διάστημα, μόνο φωτοαντίγραφα των συγκεντρωτικών καταστάσεων δαπανών που αναρτούσε στην είσοδο της πολυκατοικίας και όχι τα επιμέρους παραστατικά έγγραφα, με τα οποία αποδεικνυόταν ότι διενεργήθηκαν πράγματι οι αναγραφόμενες δαπάνες, αφετέρου δε, της έκτακτης δαπάνης (αποκατάστασης - αντικατάστασης του αποχετευτικού συστήματος), συγκεντρωτική κατάσταση "έκτακτης δαπάνης εκ 2.830 ευρώ" (χωρίς ημερομηνία έκδοσης) και τέσσερις (4), αθεώρητες από την αρμόδια ΔΟΥ, αποδείξεις είσπραξης του Φ.
Χ., συνολικού ποσού 2.830 ευρώ και, έτσι, κατά την αναιρεσείουσα, το Εφετείο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια, κατά την εκτίμηση του νοηματικού περιεχομένου του λόγου αυτού, του αριθμού 19 (και όχι του αριθμού 1, που αναγράφεται στο αναιρετήριο) του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ο λόγος αυτός είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, διότι το Εφετείο απέρριψε τον σχετικό ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ως αλυσιτελή με την κατά λέξη αιτιολογία ότι "...αλυσιτελώς προτάθηκε, ως λόγος εφέσεως, αφού δεν δύναται να οδηγήσει σε εξαφάνιση της εκκαλούμενης αποφάσεως, η οποία εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των άρθρων 648 - 661 ΚΠολΔ, στην οποία λαμβάνονται υπόψη και μη πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα (άρθρο 650 παρ. 1 ΚΠολΔ), τα οποία συνεκτιμώνται με τα άλλα αποδεικτικά μέσα".
Κατά συνέπεια, αφού το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν εισήλθε στην ουσία της διαφοράς και δεν διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, όπως προκύπτει και από το υπόλοιπο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασής του, δεν ιδρύεται ο παρών, από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, όπως έχει προαναφερθεί. Για να στοιχειοθετηθεί ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που αφορά σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, τα οποία εμφιλοχώρησαν κατά το στάδιο της κρίσης του δικαστηρίου για το ουσιαστικά βάσιμο των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών, πρέπει το δικαστήριο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, να έχει εισέλθει στην έρευνα της ουσίας της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή άλλης επιτευκτικής διαδικαστικής πράξης και όχι να την απέρριψε ως απαράδεκτη ή μη νόμιμη, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν προβαίνει σε έρευνα των πραγματικών περιστατικών (ΑΠ Ολομ. 3/1997, ΑΠ 1809/2007).
Συνεπώς, είναι απαράδεκτος ο τέταρτος (και τελευταίος) λόγος αναίρεσης, από το πιο πάνω άρθρο 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο το Εφετείο "...δεν βεβαιώνει καν το αποδεικτικό υλικό που έλαβε υπ' όψιν του για το σχηματισμό της κρίσης του", καθόσον το δικαστήριο αυτό, απορρίπτοντας τον σχετικό, θεμελιωτικό του τρίτου λόγου έφεσης, ισχυρισμό ως αλυσιτελή, δεν εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία ώστε να επιβάλλεται η λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων και, συνακόλουθα, δεν ιδρύεται ο παρών λόγος αναίρεσης, όπως προηγουμένως αναπτύχθηκε. Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδάφ. ε' του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 που ισχύει, κατ' άρθρ. 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016). Δεν γίνεται λόγος για δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, αφού αυτό ερημοδίκησε και, φυσικά, δεν υπέβαλε σχετικό αίτημα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28 Νοεμβρίου 2014 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης ...-12-2014 αίτηση της Β. Ι. Σ., συζ. Κ. Α., για αναίρεση της 1205/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαΐου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Μαΐου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ