Legislator Case Law & Legislation
681/2016 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against eviction order due to tax certificate failure, ruling tax violation procedural inadmissible.

Case Number 681/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court declared the appellant's withdrawal from the 2014 appeal inadmissible and dismissed the subsequent appeal request. The court found that the failure to submit a tax certificate for the property violated a tax law provision, which does not constitute a procedural bar under Article 559 of the Code of Civil Procedure. Consequently, the court held that this violation does not create a ground for appeal under Article 560, as it concerns a fiscal rule rather than a substantive law breach.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(14) and 560(1) of the Code of Civil Procedure; A violation of a tax law provision regarding the submission of a tax certificate for eviction proceedings does not constitute a procedural inadmissibility under Article 559(14) nor a substantive law breach under Article 560(1) of the Code of Civil Procedure.

Keywords

AI generated
eviction order tax certificate procedural inadmissibility tax law violation appeal dismissal civil procedure code fiscal obligation

Cited Legislation

AI generated
Article 94(1) of the Code of Civil Procedure
Article 96(1) of the Code of Civil Procedure
Article 81(3) of Law 2238/1994
Article 88(1)(a) of Law 2238/1994
Article 10(1)(a) of Law 2523/1997
Article 559(14) of the Code of Civil Procedure
Article 560(1) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 495(4) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 681 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 681/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αντώνιο Ζευγώλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δήμητρας Παπαντωνοπούλου και του αρχαιοτέρου Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνου Τσόλα, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό, Αβροκόμη Θούα και Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Σεπτεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων - καλούντων: 1) Α. Τ. του Γ., κατοίκου ... και 2) Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΦΟΙ Ο.Ε.", ήδη μετασχηματισθείσας σε ετερόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "… & ΣΙΑ Ε.Ε.", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μιχαήλ Ορφανό.

Του αναιρεσείοντος - καθού η κλήση: Κ. Τ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Στο σημείο αυτό, ο ως άνω δικηγόρος Μιχαήλ Ορφανός, δήλωσε ότι ο εν λόγω αναιρεσείων παραιτείται από το δικόγραφο της από 13-10-2014 αίτησης για αναίρεση της 152/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου. Του αναιρεσιβλήτου - καθού η κλήση: Ι. Τ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Φλώρα Τριανταφύλλου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 12-3-2013 δύο ανακοπές των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Ναυπάκτου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 120/2013 και 121/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 152/2014 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 1316/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της υπόθεσης. Την υπόθεση επαναφέρουν προς συζήτηση ο πρώτος και η τρίτη εκ των αναιρεσειόντων με την από 25-1-2016 κλήση τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωσήφ Τσαλαγανίδης, ανέγνωσε την από 30-4-2015 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Εμμανουήλ Κλαδογένη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 25-1-2016 κλήση των πρώτου και τρίτης των αναιρεσειόντων φέρεται προς συζήτηση η από 13-10-2014 αίτηση αναιρέσεως κατά της 152/2014 αποφάσεως του δικάσαντος ως Εφετείου Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, η οποία είχε κηρυχθεί απαράδεκτη με την 1316/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου λόγω μη κλητεύσεως του δευτέρου αναιρεσείοντος.

Κατά το άρθρο 94 παρ. 1 ΚΠολΔ, ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο. Εξάλλου, κατά το άρθρο 96 παρ. 1 ΚΠολΔ, η πληρεξουσιότητα δίδεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή την έκθεση, είτε με ιδιωτικό έγγραφο, εφόσον η υπογραφή εκείνου που παρέχει την πληρεξουσιότητα βεβαιώνεται από δημόσια, δημοτική ή άλλη αρμόδια αρχή ή από δικηγόρο.

Η πληρεξουσιότητα μπορεί να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και πρέπει να αναγράφει τα ονόματα των πληρεξουσίων. Τέλος, κατά το άρθρο 104 ΚΠολΔ, για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.

Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης την έλλειψη της πληρεξουσιότητας καθώς και την υπέρβασή της. Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, ο δικηγόρος Αθηνών Μιχαήλ Ορφανός δήλωσε ότι ο δεύτερος αναιρεσείων παραιτείται από το δικόγραφο της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως.

Ωστόσο, δεν επικαλείται αυτός, ούτε προσκομίζει συμβολαιογραφική πράξη, από την οποία να προκύπτει ότι του έχει παρασχεθεί η σχετική πληρεξουσιότητα. Κατά συνέπεια η εν λόγω δήλωση είναι άκυρη και δεν επέφερε τις συνέπειες της παραιτήσεως από το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως ως προς το δεύτερο αναιρεσείοντα.

Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, "Αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση.

Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί". Εξάλλου, κατά την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου, όπως το εδάφιο β' προστέθηκε με το άρθρο 62 ν. 4139/2013, "Αν μετέχουν περισσότεροι στη δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους.

Σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι, σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας στη δίκη επί της αιτήσεως αναιρέσεως, εάν δεν κλητεύθηκε κάποιος από τους αναγκαίους ομοδίκους, η συζήτηση της αιτήσεως κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, εάν όμως κλητεύθηκε αυτός είτε από τον αντίδικό του, είτε από αναγκαίο ομόδικο, τότε η συζήτηση χωρεί νομίμως και ως προς τον απολειπόμενο.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την 9969/4-3-2016 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Μεσολογγίου Χ. Σ. Μ., την οποία προσκομίζουν και επικαλούνται οι πρώτος και τρίτη των αναιρεσειόντων, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της ως άνω κλήσεως για συζήτηση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον αναγκαίο ομόδικο τούτων και δεύτερο των αναιρεσειόντων Κωνσταντίνο Γ.

Τ. για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Επομένως, αφού αυτός δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στη σειρά της από το πινάκιο, πρέπει να δικασθεί ερήμην, η συζήτηση όμως θα χωρήσει ως να ήταν και αυτός παρών, κατ' εφαρμογή των όσων εκτέθηκαν παραπάνω.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 138 και 180 ΑΚ προκύπτει ότι δήλωση βουλήσεως που δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά αποκαλείται εικονική και είναι άκυρη, θεωρούμενη ως να μην έγινε.

Συνεπώς εικονική είναι η δήλωση βουλήσεως, η οποία σε γνώση του δηλούντος δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Σκοπός της εν λόγω δηλώσεως είναι να δημιουργηθεί στους άλλους η εντύπωση μεταβολής της νομικής καταστάσεως χωρίς να υπάρχει στον δηλούντα πρόθεση τέτοιας πραγματικής μεταβολής. Εικονική μπορεί να είναι η δήλωση βουλήσεως όχι μόνο σε μονομερή δικαιοπραξία, αλλά και σε σύμβαση, στην τελευταία δε αυτή περίπτωση για την αντίστοιχη ακυρότητα της συμβάσεως προϋποτίθεται γνώση της εικονικότητας από τον αντισυμβαλλόμενο του δηλούντος. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 139 ΑΚ, κατά την οποία η εικονικότητα δεν βλάπτει εκείνον που συναλλάχθηκε αγνοώντας την, προκύπτει ότι η εικονικότητα και η από αυτήν ακυρότητα υπάρχει μόνο έναντι εκείνου που συναλλάχθηκε εν γνώσει αυτής, όχι δε και κατά εκείνου που την αγνοεί. Έτσι, στην εικονικότητα μιας συμβάσεως, ουσιώδες στοιχείο είναι η γνώση και συμφωνία όλων των, κατά το χρόνο της καταρτίσεώς της, συμβαλλομένων, για το ότι η σύμβαση που συνάφθηκε είναι εικονική και δεν παράγει έννομες συνέπειες. Η ακυρότητα δε αυτή είναι απόλυτη, δηλαδή μπορεί να προταθεί από καθέναν που έχει έννομο συμφέρον, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 180 ΑΚ και 68 και 70 ΚΠολΔ (ΑΠ 159/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου, το οποίο δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον την προκειμένη αναιρετική διαδικασία μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με το από 9-11-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ των δύο πρώτων ανακοπτόντων και του καθού οι ανακοπές οι δύο πρώτοι ανακόπτοντες μίσθωσαν από τον καθού δύο ακίνητα, ένα υπόγειο εμβαδού 50 τ.μ.

και ένα ισόγειο κατάστημα 65 τ.μ., που βρίσκονται στη ... και στην οικοδομή επί της οδού ..., προκειμένου να τα χρησιμοποιήσουν ως καφέ - σνακ μπαρ. Η διάρκεια της μίσθωσης ορίσθηκε οκταετής, αρχίζοντας στις 9-11-2004 και λήγοντας στις 30-12-2012, το δε συνολικό μηνιαίο μίσθωμα ορίσθηκε στο ύψος των 300 ευρώ, καταβλητέο στο πρώτο τριήμερο κάθε μήνα.

Με βάση ρητό όρο της σύμβασης οι μισθωτές είχαν το δικαίωμα να παραχωρήσουν τη χρήση των μισθίων σε προσωπική μεταξύ τους εταιρεία. Με το από 15-6-2010 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ του καθού οι ανακοπές και της τρίτης ανακόπτουσας ομόρρυθμης εταιρείας, στη θέση των μισθωτών υπεισήλθε η ομόρρυθμη εταιρεία που είχαν εν τω μεταξύ αυτοί συστήσει, η δε διάρκεια της μίσθωσης παρατάθηκε έως 30-10-2021.

Εξάλλου, με το από 1-6-2009 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ του καθού οι ανακοπές και της τρίτης ανακόπτουσας ομόρρυθμης εταιρείας, ο καθού εκμίσθωσε στην ανακόπτουσα μία οικία εμβαδού 70 τ.μ. στον πρώτο όροφο της ίδιας οικοδομής ... προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως ξενοδοχειακή μονάδα. Η διάρκεια της μίσθωσης συμφωνήθηκε από 1-6-2009 έως 30-6-2021, το δε μηνιαίο μίσθωμα ορίσθηκε στο ποσό των 100 ευρώ.

Τέλος, με το υπ' αριθμ. .../29-3-2011 μισθωτήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ναυπάκτου Α. Γ., ο καθού οι ανακοπές φέρεται να εκμισθώνει στην τρίτη των ανακοπτόντων ολόκληρη την εν λόγω οικοδομή (δηλαδή το υπόγειο, το ισόγειο κατάστημα και την οικία του πρώτου ορόφου), προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως ξενοδοχειακή μονάδα.

Με το συμβόλαιο αυτό η διάρκεια της μίσθωσης συμφωνήθηκε από 1-6-2009 έως 30-6-2024, το δε ετήσιο μίσθωμα συμφωνήθηκε στο ύψος των 1.200 ευρώ, καταβλητέο στο τέλος κάθε έτους. Το παραπάνω συμβόλαιο διορθώθηκε με το υπ' αριθμ. .../6-4-2011 συμβόλαιο του ίδιου συμβολαιογράφου ως προς τη διάρκεια της μίσθωσης, η οποία ορίσθηκε ότι αρχίζει από 12-7-2010 και λήγει στις 31-7-2021.

Ο καθού οι ανακοπές επέδωσε στους ανακόπτοντες στις 8-2-2013 την από 7-2-2013 εξώδικη πρόσκλησή του, με την οποία τους καλούσε να του καταβάλουν τα καθυστερούμενα μισθώματα για τους μήνες από Ιούνιο 2012 έως και Φεβρουάριο 2013, που του όφειλαν με βάση το παραπάνω από 9-11-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό, όπως τροποποιήθηκε με το από 15-6-2010 όμοιο, ως μίσθωμα για το υπόγειο και το ισόγειο κατάστημα.

Την ίδια ημέρα επέδωσε στην τρίτη των ανακοπτόντων ομόρρυθμη εταιρία άλλη εξώδικη πρόσκληση με την ίδια ημερομηνία (7-2-2013), με την οποία την καλούσε να τού καταβάλει τα καθυστερούμενα μισθώματα για τους ίδιους μήνες (από Ιούνιο 2012 έως και Φεβρουάριο 2013), που τού όφειλε με βάση το παραπάνω από 1-6-2009 ιδιωτικό συμφωνητικό ως μίσθωμα για την οικία του πρώτου ορόφου.

Με βάση τα παραπάνω ιδιωτικά συμφωνητικά και τις παραπάνω εξώδικες προσκλήσεις, ο καθ' ού πέτυχε την έκδοση κατά των ανακοπτόντων ... διαταγής απόδοσης χρήσης μισθίου ακινήτου της Ειρηνοδίκη Ναυπάκτου, με την οποία οι ανακόπτοντες διατάχθηκαν να τού αποδώσουν τη χρήση του υπογείου και του ισογείου καταστήματος, και ...

διαταγής, με την οποία οι ανακόπτοντες διατάχθηκαν να τού αποδώσουν τη χρήση της οικίας του πρώτου ορόφου. Ο καθ' ού επέδωσε στους ανακόπτοντες αντίγραφα εξ απογράφου των διαταγών αυτών με επιταγή προς εκτέλεση. Κατά των διαταγών αυτών και της αναγκαστικής εκτέλεσης οι ανακόπτοντες άσκησαν ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ναυπάκτου ...

ανακοπές ..., ζητώντας την ακύρωση των διαταγών απόδοσης χρήσης μισθίου ακινήτου και των επιταγών προς εκτέλεση, επικαλούμενοι, με τις δύο ανακοπές τους, τους ίδιους λόγους. Με τον πρώτο και τον δεύτερο λόγο ανακοπής, οι ανακόπτοντες ισχυρίσθηκαν ότι δεν οφείλουν τα μισθώματα που αναφέρονται στις διαταγές, επειδή οι συμβάσεις που επικαλέσθηκε ο καθ' ού καταργήθηκαν με το υπ' αριθ. 21.265/2011 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ναυπάκτου Α.

Γ., ενώ, με βάση τη νεότερη αυτή συμφωνία για ολόκληρο πλέον το κτίριο, τα μεν μισθώματα για το έτος 2012 έχουν εξοφληθεί πλήρως, τα δε μισθώματα για το έτος 2013 δεν ήταν ληξιπρόθεσμα κατά τον χρόνο έκδοσης των ανακοπτομένων διαταγών απόδοσης χρήσης μισθίου. Ωστόσο, η τελευταία συμφωνία των μερών, που περιβλήθηκε τον συμβολαιογραφικό τύπο, ήταν εικονική, αφού δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά.

Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται από δύο αποδείξεις είσπραξης με ημερομηνία 31-5-2012, οι οποίες προσκομίζονται με επίκληση και από τις δύο αντίδικες πλευρές. Από τη μία απόδειξη προκύπτει ότι ο καθ' ού έλαβε από τους δύο πρώτους ανακόπτοντες το ποσό των 2.400 ευρώ για "ενοίκια" οκτώ μηνών από Οκτώβριο 2011 έως και Μάιο 2012, και από την άλλη προκύπτει ότι έλαβε για τους ίδιους μήνες το ποσό των 800 ευρώ.

Από αυτά το Δικαστήριο συμπεραίνει ότι τα μέρη θεωρούσαν ισχυρές τις δύο αρχικές μισθώσεις (του υπογείου και του ισογείου αφ' ενός και της οικίας του πρώτου ορόφου αφ' ετέρου), με μηνιαίο μίσθωμα, για τη μεν πρώτη το ποσό των (2.400 : 8 μήνες =) 300 ευρώ, για τη δε δεύτερη το ποσό των (800: 8 μήνες =) 100 ευρώ. Τα ποσά αυτά συμπίπτουν με τις προαναφερθείσες συμφωνίες των μερών που περιβλήθηκαν τον τύπο του ιδιωτικού εγγράφου.

Οι ανακόπτοντες προσκομίζουν και επικαλούνται δύο γραμμάτια είσπραξης της τράπεζας "Emporiki Bank", από τα οποία προκύπτει ότι η τρίτη των ανακοπτόντων κατέβαλε στον καθ' ού για το μισθωτικό έτος 2012, πέραν των ποσών που αναφέρονται στις παραπάνω αποδείξεις είσπραξης, το ποσό των 300 ευρώ στις 1-10-2012 και το ποσό των 300 ευρώ στις 15-10-2012.

Αν όμως η τελευταία συμφωνία των μερών, αυτή δηλαδή που περιβλήθηκε τον συμβολαιογραφικό τύπο, είχε γίνει στα σοβαρά, όπως οι ανακόπτοντες ισχυρίζονται, τότε τα ποσά, που οι ίδιοι οι ανακόπτοντες ισχυρίζονται ότι κατέβαλαν στον καθ' ού, υπερβαίνουν σημαντικά το φερόμενο ως τελευταίο συμφωνημένο μίσθωμα, που ανέρχεται μόλις στο ποσό των 1.200 ευρώ ετησίως.

Οι ανακόπτοντες δικαιολογούν τις περαιτέρω αυτές καταβολές ισχυριζόμενοι ότι αποτελούν παροχές τους από ελευθεριότητα στον εκμισθωτή του ακινήτου, όταν η επιχείρησή τους "πήγαινε καλά". Ο ισχυρισμός τους όμως αυτός δεν κρίνεται πειστικός. Εξάλλου, σε κάθε περίπτωση, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, για ένα διατηρητέο κτίριο με υπόγειο, ισόγειο και πρώτο όροφο ευρισκόμενο στο κέντρο της … και σε προνομιακή θέση που του εξασφαλίζει θέα στο λιμάνι, ετήσιο μίσθωμα ύψους μόλις 1.200 ευρώ (που αντιστοιχεί σε μηνιαίο μίσθωμα 100 ευρώ) είναι υπερβολικά μικρό.

Δεν αποδείχθηκαν, συνεπώς, οι ισχυρισμοί που προβάλλουν οι ανακόπτοντες, ότι η τελευταία συμφωνία των μερών, αυτή δηλαδή που περιβλήθηκε τον συμβολαιογραφικό τύπο, έγινε στα σοβαρά, και ότι, από τα μισθώματα για τα οποία εκδόθηκαν οι προσβαλλόμενες διαταγές απόδοσης χρήσης μισθίου ακινήτου, τα μεν μισθώματα για τους μήνες από Οκτώβριο έως και Δεκέμβριο 2012 έχουν εξοφληθεί πλήρως, τα δε μισθώματα για το έτος 2013 δεν ήσαν ληξιπρόθεσμα. ...

Πρέπει συνεπώς να γίνει δεκτή και ως ουσία βάσιμη η ένσταση εικονικότητας της τελευταίας συμφωνίας των μερών ... που προβάλει παραδεκτά ο καθού οι ανακοπές και να απορριφθούν ως αβάσιμοι στην ουσία τους ο πρώτος και ο δεύτερος λόγος των ανακοπών ...". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Μονομελές Πρωτοδικείο, κατ' αποδοχή σχετικών λόγων εφέσεως του αναιρεσίβλητου, εξαφάνισε τις αποφάσεις του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχαν αποφανθεί αντιθέτως, απέρριψε τις ανακοπές των αναιρεσειόντων και επικύρωσε τις διαταγές αποδόσεως χρήσεως των ένδικων μισθίων ακινήτων, που είχε εκδώσει ο Ειρηνοδίκης Ναυπάκτου.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Μονομελές Πρωτοδικείο ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ότι δηλαδή η σύμβαση μισθώσεως που καταρτίσθηκε με συμβολαιογραφικό έγγραφο μεταξύ των διαδίκων είναι εικονική, καθόσον με γνώση όλων των συμβαλλομένων μερών η δήλωση της βουλήσεώς τους δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα και όλοι ήθελαν και συμφωνούσαν να ισχύουν οι συναφθείσες με τα ιδιωτικά συμφωνητικά συμβάσεις μισθώσεως, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 138 ΑΚ, τα όσα δε αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως για εσφαλμένη εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως από το ως άνω δικαστήριο είναι αβάσιμα, αφού υπό την κατ' επίφαση επίκληση πλημμέλειας από τον αρ. 1 πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας.

Συνεπώς, ο από το άρθρο 560 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 81 παρ. 3 του ν. 2238/1994 "Κύρωση του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος", όπως αυτή ίσχυε μέχρι της καταργήσεώς της με την παρ. 22 του άρθρου 72 ν. 4172/2013, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 26 παρ. 11 ν. 4223/2013, "Τα δικαστήρια απέχουν να δικάσουν αγωγή για έξωση μισθωτή ακινήτου αν δεν προσκομισθεί το κατά την παράγραφο 1 πιστοποιητικό του προϊσταμένου της αρμόδιας δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας από το οποίο να προκύπτει ότι τα μισθώματα του ακινήτου δηλώθηκαν στη φορολογία εισοδήματος κατά την τελευταία διετία πριν από την εκδίκαση της υπόθεσης".

Εξάλλου, το άρθρο 88 παρ. 1 περ. α' του ίδιου νόμου, όπως ίσχυε μέχρι της κατά τα άνω καταργήσεώς του, όριζε: "Όσοι αποκτούν εισόδημα από ακίνητα και είναι υπόχρεοι να υποβάλλουν δήλωση, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος, αν δεν δηλώσουν το εισόδημα αυτό, στερούνται το δικαίωμα α) Να εγείρουν αγωγή έξωσης ...".

Ίδια με την καταργηθείσα διάταξη του άρθρου 88 παρ. 1 περ. α' είναι η διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1 περ. α' του ισχύοντος ν. 2523/1997 (Διοικητικές - ποινικές κυρώσεις στη φορολογική νομοθεσία). Η διάταξη αυτή είναι φορολογικής φύσης και θεσπίσθηκε για να διασφαλισθεί το φορολογικό δικαίωμα του Δημοσίου, η δε παράβασή της δεν δημιουργεί διαδικαστικό απαράδεκτο, εξαιτίας του οποίου να θεμελιώνεται ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ 14 ΚΠολΔ, που αναφέρεται σε απαράδεκτα που οδηγούν στην απόρριψη του ένδικου βοηθήματος (ΟλΑΠ 1331/1985).

Ούτε εξάλλου η παράβαση της εν λόγω διάταξης ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, που προϋποθέτει παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου και όχι δικονομικής φύσης διατάξεων φορολογικών νόμων. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, επειδή δεν κήρυξε απαράδεκτες τις αιτήσεις για την έκδοση διαταγής αποδόσεως μισθίου, εξαιτίας της μη προσκομιδής του προβλεπόμενου από την προαναφερόμενη διάταξη πιστοποιητικού, ενόψει του ότι αντικείμενο της υποθέσεως ήταν η ύπαρξη ενεργούς συμβάσεως μισθώσεως για τα ακίνητα του αναιρεσίβλητου μεταξύ αυτού και των αναιρεσειόντων, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος (ΑΠ 1223/2011).

Συνακόλουθα των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες ως ηττώμενοι στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), και να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του οικείου παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κρίνει άκυρη τη δήλωση του Κ. Γ. Τ. περί παραιτήσεώς του από την αίτηση με ημερομηνία 13 Οκτωβρίου 2014 για αναίρεση της 152/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου.

Απορρίπτει την ως άνω αίτηση αναιρέσεως.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, το ποσόν των οποίων ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Νοεμβρίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 28 Νοεμβρίου 2016.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ