Legislator Case Law & Legislation
750/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to vague grounds and attacks on uncontrollable substantive judgment.

Case Number 750/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appeal against the First Instance Court's decision on procedural grounds. The appellants argued for various procedural errors, but the court found their submissions vague and lacking specific legal citations. Consequently, the court ruled that the appeal was inadmissible because it failed to meet the requirements for challenging the substantive judgment.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559 no. 10, 19, 1, 8, and 11 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the grounds are vague or if they attack the substantive judgment which is not subject to appellate review.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal vague grounds substantive judgment Code of Civil Procedure appellate review

Cited Legislation

AI generated
Article 307 of the Code of Civil Procedure
Article 576 paragraphs 1 and 2 of the Code of Civil Procedure
Article 559 no. 10 of the Code of Civil Procedure
Article 559 no. 19 of the Code of Civil Procedure
Article 559 no. 1, 8 and 11 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 180 paragraph 1, 183 and 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 750 / 2025 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 750/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Αριστείδη Βαγγελάτο, Προεδρεύοντα Αντιπρόεδρο (σύμφωνα με την 1/2025 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου Δήμητρας Ζώη), Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Βάϊα Ζαρχανή και Παρασκευή Γρίβα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 7 Ιανουαρίου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) ….και 44) Π. Τ. του Γ., κατοίκων απάντων Θεσσαλονίκης, οι οποίοι έχουν καταθέσει τις από 7-11-2023 προτάσεις και δεν παραστάθηκαν.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και το δ.τ. "... AEBE", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο Μαρκόπουλο Αττικής και παραστάθηκε δια των πληρεξουσίων δικηγόρων Σωτηρίου Νάστα, Αντίοπου Σελιανίτη και Ελένης Γκλεγκλέ, οι οποίοι έχουν καταθέσει τις από 7-11-2023 προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από ... αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν η 2833/2019 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως και πρόσθετων λόγων εφέσεως, αφού συνεκδικάσθηκαν, η 170/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 4-3-2020 αίτησή τους.

Με την υπ' αριθμ. ... Πράξη της Προέδρου του Β1 Πολιτικού Τμήματος, ορίστηκε, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 του ΚΠολΔ, η δικάσιμος, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ελπίδα Σιμιτοπούλου. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσίβλητων ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι) Κατά τις διατάξεις του άρθρου 307 ΚΠολΔ, αν για οποιονδήποτε λόγο που παρουσιάστηκε μετά το τέλος της συζήτησης είναι αδύνατο να εκδοθεί η απόφαση, η συζήτηση επαναλαμβάνεται, αφού οριστεί νέα δικάσιμος και κοινοποιηθεί κλήση. Ο ορισμός της δικασίμου μπορεί να γίνει και η κλήση για τη συζήτηση μπορεί να κοινοποιηθεί με την επιμέλεια είτε κάποιου διαδίκου είτε της γραμματείας του δικαστηρίου. Η επαναλαμβανόμενη κατ' άρθρο 307 ΚΠολΔ συζήτηση αποτελεί, όπως και η από το άρθρο 254 ΚΠολΔ συζήτηση, συνέχεια της προηγούμενης και όχι νέα συζήτηση. Συνακόλουθα, ο διάδικος που δεν παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση, είχε όμως παραστεί στην αρχική, δικάζεται αντιμωλία, ο διάδικος δε που παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση δεν χρειάζεται να καταθέσει εκ νέου προτάσεις (ΑΠ 117/2025, 139/2024, 936/2018, 869/2017).

ΙΙ) Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.

Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος που δεν εμφανίστηκε ή, αν και εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.

Αν όμως κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 94 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, ενώ κατά το άρθρο 96 παρ. 1 και 3 του ίδιου Κώδικα, όπως τούτο τροποποιήθηκε και ισχύει από 22-12-2017, σύμφωνα με τα άρθρα 63 και 80 του Ν. 4509/2017, η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, ειδικά δε, για τις εργατικές διαφορές, κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου η πληρεξουσιότητα μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνήσιου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών (Κ.Ε.Π.) ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 104 του ίδιου Κώδικα, για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και, αν δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.

Τέλος, το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων και εκείνης του ως άνω άρθρου 576 παρ. 1 του ΚΠολΔ, που καθιερώνει την αρχή ότι για τη συζήτηση της υπόθεσης στον Άρειο Πάγο πρέπει να έχουν κλητευθεί, από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση, όλοι οι διάδικοι (ΟλΑΠ 39/2005), προκύπτει ότι, εάν ο αναιρεσείων είναι εκείνος που επισπεύδει τη συζήτηση και απουσιάζει ο ίδιος ή παρίσταται αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, αυτός θεωρείται δικονομικά απών και κηρύσσεται άκυρη η κλήση αυτού με την οποία εμφανίζεται ως επιμελούμενος τη συζήτηση, με αποτέλεσμα να μη χωρεί εφαρμογή της τελευταίας διάταξης για συζήτηση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (ΟλΑΠ 39/2005, ΟλΑΠ 9/2003, ΟλΑΠ 9/1992).

Στην περίπτωση αυτή, εάν δεν προκύπτει άλλοθεν κλήτευση του απολειπομένου ή μη προσηκόντως παρισταμένου αναιρεσείοντος, η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς αυτόν. Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΟλΑΠ 39/2005, ΑΠ 518/2021, ΑΠ 18/2020, ΑΠ 1374/2017, ΑΠ 1312/2017, ΑΠ 526/2016, ΑΠ 1603/2017, ΑΠ 526/2016).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 3 εδ. β' του ίδιου Κώδικα, όπως το εδάφιο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 62 του Ν. 4139/2013, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (ΑΠ 1691/2022, 794/2022, 566/2022, 1374/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, φέρεται προς ανασυζήτηση, στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, η από 4-3-2020 (αριθ. έκθ. κατάθ. 767/79/2020) αίτηση αναίρεσης, σύμφωνα με την υπ' αριθ. ... Πράξη της Προέδρου του Β1 Πολιτικού Τμήματος, κατ' εφαρμογή του άρθρου 307 ΚΠολΔ, αφού διαπιστώθηκε με την υπ'αριθ. 129/2024 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, αδυναμία έκδοσης απόφασης επί της εν λόγω αίτησης, η οποία είχε συζητηθεί στις 7-11-2023 (μετ' αναβολή από την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 18-10-2022) ενώπιον του Β1 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, λόγω σοβαρού προβλήματος υγείας της Εισηγήτριας Αρεοπαγίτη.

Κατά τη δικάσιμο της 7-11-2023, οι μεν αναιρεσείοντες είχαν εκπροσωπηθεί από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ελένη Κωστίκα, η οποία κατέθεσε προτάσεις, πλην των 6ου, 28ης, 30ου και 41ου εξ αυτών, Ε. Κ., Φ. Π., Ι. Ζ. και Π. Π. αντίστοιχα, οι οποίοι κατά την ως άνω δικάσιμο δεν εμφανίστηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, η δε αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία είχε εκπροσωπηθεί από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Σωτήριο Νάστα, Αντίοπο Σελιανίτη και Ελένη Γκλεγκλέ, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.

Περαιτέρω, κατά την παρούσα δικάσιμο (7-1-2025), οι αναιρεσείοντες δεν παραστάθηκαν, ενώ η αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από τους ίδιους ως άνω πληρεξουσίους δικηγόρους. Από το από 17-9-2024 αποδεικτικό επίδοσης του Επιμελητή Δικαστηρίων του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, Κ. Δ., προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες κλητεύθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα να παραστούν στην παρούσα δικάσιμο (7-1-2025), δεδομένου ότι επιδόθηκε στην ως άνω πληρεξούσια δικηγόρο τους, ως αντίκλητο αυτών (άρθρο 143 παρ. 1 ΚΠολΔ), ακριβές αντίγραφο της ...

Πράξης της Προέδρου του Β1 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου με κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο αυτή. Όσον αφορά, όμως, α) τους απολειπομένους 6ο, 28η, 30ο και 41ο των αναιρεσειόντων, οι οποίοι ήταν απόντες και κατά τη δικάσιμο της 7-11-2023, και β) την απολειπομένη 44η των αναιρεσειόντων, Π. Τ., η οποία κατά τη δικάσιμο της 7-11-2023 είχε εκπροσωπηθεί από τη δικηγόρο Ελένη Κωστίκα, από τα στοιχεία του φακέλου της υπόθεσης δεν αποδεικνύεται ότι η δικηγόρος Θεσσαλονίκης Ελένη Κωστίκα είχε διοριστεί ως δικαστικός πληρεξούσιος αυτών, σύμφωνα με τα άρθρα 94 και 96 του ΚΠολΔ, ώστε η κλήτευσή τους για τη δικάσιμο της 7-1-2025 να δύναται να λάβει χώρα με επίδοση της ...

Πράξης της Προέδρου του Β1 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου στην ως άνω δικηγόρο, ως αντίκλητο αυτών κατ' άρθρο 143 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αφού δεν γίνεται επίκληση ούτε αποδεικνύεται η από τους ανωτέρω αναιρεσείοντες παροχή πληρεξουσιότητας προς την τελευταία, με την προσκόμιση σχετικού συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου ή ιδιωτικού εγγράφου που να φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής αυτών από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών (Κ.Ε.Π.) ή από άλλη δημόσια ή ιδιωτική αρχή ούτε είχε εκπροσωπήσει αυτούς ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ούτε τέλος είχε υπογράψει ως πληρεξούσια δικηγόρος το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης.

Ούτε αποδεικνύεται, άλλωστε, κλήτευση των απολειπομένων 6ου, 28ης, 30ου, 41ου και 44ης των αναιρεσειόντων είτε από την αναιρεσίβλητη είτε από κάποιον ομόδικό τους, προκειμένου να παραστούν αυτοί στη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο.

Συνεπώς, εφόσον οι απολειπόμενοι 6ος, 28η, 30ος, 41ος και 44η των αναιρεσειόντων δεν επισπεύδουν τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ούτε κλητεύθηκαν νομίμως, πρέπει να χωριστεί η υπόθεση ως προς αυτούς, καθόσον συνδέονται με σχέση απλής ομοδικίας με τους λοιπούς αναιρεσείοντες, και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση ως προς αυτούς (απολειπομένους), ενώ ως προς τους λοιπούς διαδίκους θα συζητηθεί η υπόθεση αντιμωλία αυτών, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη.

Όσον αφορά τους αντιμωλία δικαζόμενους διαδίκους, με την κρινόμενη από 4-3-2020 (αριθ. έκθ. κατάθ. 767/79/2020) αίτηση διώκεται η αναίρεση της εκδοθείσας ερήμην των 50ης, 51ης και 61ης των εφεσιβλήτων (μη διαδίκων στην παρούσα αναιρετική δίκη) και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ' αριθ. 170/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1 περ. β', 556 παρ. 1, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής: Οι ενάγοντες (αρχικώς 60, εκ των οποίων 44 ήδη αναιρεσείοντες) άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης την από ... (αριθ. έκθ. κατάθ. 23938/18704/2018) αγωγή κατά των 1) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", ήδη αναιρεσίβλητης, και 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", με την οποία ισχυρίστηκαν ότι δυνάμει συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου παρείχαν τις υπηρεσίες τους ως πωλητές και ταμίες, κατά τις αναφερόμενες στην αγωγή διακρίσεις, στη δεύτερη εναγομένη ανώνυμη εταιρεία, κατά τα χρονικά διαστήματα που ειδικότερα αναφέρονται στην αγωγή, απασχολούμενοι σε εξαήμερη βάση (από Δευτέρα έως Σάββατο) και επί 40 ώρες εβδομαδιαίως, πλην της 9ης ενάγουσας και ήδη 8ης των αναιρεσειόντων και της 50ης ενάγουσας (μη διαδίκου στην αναιρετική δίκη), οι οποίες απασχολούνταν επί 4 ώρες ημερησίως.

Ότι η δεύτερη εναγομένη διατηρούσε αλυσίδα 131 καταστημάτων (super market) ανά την Ελλάδα, εκ των οποίων τα περισσότερα στη Βόρεια Ελλάδα, λόγω δε της μεγάλης χρονικής διάρκειας της λειτουργίας των καταστημάτων της είχε αποκτήσει φήμη και αξιόλογη πελατεία. Ότι τον Μάιο του έτους 2016 η δεύτερη εναγομένη κατέθεσε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών αίτηση επικύρωσης συμφωνίας εξυγίανσης κατ' άρθρο 106β του ισχύοντος τότε Πτωχευτικού Κώδικα (Ν. 3588/2007), η οποία όμως απορρίφθηκε με την 585/2016 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου.

Ότι κατά τον ίδιο χρόνο (Μάιος 2016), η δεύτερη εναγομένη δια του Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου αυτής, Θ. Κ., άρχισε να υλοποιεί σχέδιο μεταβίβασης της επιχείρησής της στην πρώτη εναγομένη ανώνυμη εταιρεία, η οποία επίσης διατηρεί αλυσίδα καταστημάτων (super market) ανά την Ελλάδα. Ότι στα πλαίσια του ως άνω σχεδίου, η πρώτη εναγομένη άρχισε να εφοδιάζει με εμπορεύματα την πρώτη, η οποία ανέλαβε την υποχρέωση να αποστέλλει στη δεύτερη όλα τα παραστατικά των καταστημάτων της και τα Ζ των ταμειακών μηχανών, επιπλέον δε από τις 15-11-2016 να καταθέτει σε τραπεζικό λογαριασμό της πρώτης το 100% των εισπράξεων των καταστημάτων της (δεύτερης).

Ότι από την 1-11-2016 η πρώτη εναγομένη είχε προβεί σε μισθώσεις καταστημάτων της δεύτερης, καταβάλλοντας για λογαριασμό αυτής καθυστερούμενα μισθώματα, προκειμένου να αποτραπεί ο κίνδυνος έξωσης της τελευταίας και η εκμίσθωση των καταστημάτων σε τρίτους. Ότι πολλά από τα καταστήματα που μίσθωσε η πρώτη εναγομένη εξακολουθούσαν να λειτουργούν κατά τον χρόνο σύναψης των σχετικών συμβάσεων, όπως τα δύο καταστήματα του γηπέδου του ...

και της ... αντίστοιχα. Ότι πριν από τη μεταβίβαση της επιχείρησης της δεύτερης εναγομένης στην πρώτη, οι εναγόμενες επιδίωξαν αφενός να ρυθμίσουν τις υφιστάμενες σε βάρος της δεύτερης εργατικές αξιώσεις για καταβολή δεδουλευμένων αποδοχών του προσωπικού των καταστημάτων της και αφετέρου να μειώσουν τις αποδοχές του εν λόγω προσωπικού, για τον λόγο δε αυτό πραγματοποιήθηκαν, τον Δεκέμβριο του 2016, συναντήσεις των εκπροσώπων των εναγομένων εταιρειών με εκπροσώπους των εργαζομένων σε Θεσσαλονίκη, Κοζάνη και Βέροια, οι οποίες απέβησαν άκαρπες, αφού οι εκπρόσωποι των εργαζομένων απέρριψαν την πρόταση περικοπής των δεδουλευμένων αποδοχών τους κατά 50% και των αποδοχών τους κατά 20%.

Ότι ακολούθως η πρώτη εναγομένη προέβη σε μισθώσεις και άλλων καταστημάτων της δεύτερης. Ότι η πρώτη εναγομένη εξανάγκασε τους εργαζομένους των καταστημάτων, που μίσθωσε η ίδια, να προβούν σε επίσχεση εργασίας, με την υπόσχεση ότι θα επανέλθουν στις θέσεις τους το 2017, μετά την ανακαίνιση των καταστημάτων, όσοι αρνήθηκαν δε να συμμορφωθούν και συνέχισαν να προσφέρουν την εργασία τους, βρήκαν κλειστά τα καταστήματα τον Ιανουάριο του 2017.

Ότι ακολούθως εκπλειστηριάστηκε σε εξευτελιστικές τιμές εξοπλισμός προερχόμενος από καταστήματα που είχε μισθώσει η πρώτη εναγομένη. Ότι διευθυντικά στελέχη της δεύτερης εναγομένης, όπως οι Α., Μ., Κ. και Γ., συνέχισαν να παρέχουν τις ίδιες υπηρεσίες στην πρώτη εναγομένη, ενώ και άλλοι εργαζόμενοι, που δέχθηκαν να αποχωρήσουν οικειοθελώς από τη δεύτερη εναγομένη, προσελήφθησαν από την πρώτη με νέα σύμβαση εργασίας, αμειβόμενοι με τον κατώτατο μισθό.

Ότι στην περιοχή της Θεσσαλονίκης η πρώτη εναγομένη μίσθωσε συνολικά 21 από τα καταστήματα της δεύτερης, τα οποία ειδικώς αναφέρονται στην αγωγή, ενώ η μίσθωση των υπολοίπων καταστημάτων στην ως άνω περιοχή δεν κατέστη δυνατή εξαιτίας της άρνησης των ιδιοκτητών, οι οποίοι δέχθηκαν καλύτερες προσφορές από τρίτους.

Ότι, κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής, τα ειδικώς αναφερόμενα έξι (6) από τα 21 καταστήματα, που μίσθωσε η δεύτερη εναγομένη στην περιοχή της Θεσσαλονίκης, είχαν ήδη αρχίσει να λειτουργούν, ενώ τα υπόλοιπα επρόκειτο να λειτουργήσουν κατά το αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα. Ότι, υπό τα ανωτέρω εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά, επήλθε καθολική μεταβίβαση της επιχείρησης της δεύτερης εναγομένης στην πρώτη, άλλως μεταβίβαση τμήματος της εν λόγω επιχείρησης, η οποία (μεταβίβαση) συντελέστηκε την 1-11-2016.

Ζήτησαν δε, να αναγνωριστεί α) ότι από 1-11-2016 έχει επέλθει καθολική μεταβίβαση της επιχείρησης της δεύτερης εναγομένης στην πρώτη και β) ότι η ενεργή κατά τον χρόνο της μεταβίβασης εργασιακή σχέση αυτών (εναγόντων) με τη δεύτερη εναγομένη μεταβιβάστηκε στην πρώτη από 1-11-2016, επικουρικά δε, να αναγνωριστεί ότι από 1-11-2016 έχει επέλθει μεταβίβαση τμήματος της επιχείρησης της δεύτερης εναγομένης στην πρώτη και ειδικότερα ένδεκα (11) καταστημάτων της περιοχής της Θεσσαλονίκης, στα οποία απασχολούνταν οι ενάγοντες κατά τις αναφερόμενες στην αγωγή διακρίσεις.

Ζήτησαν, επίσης, να υποχρεωθεί η πρώτη εναγομένη να αποδέχεται την προσηκόντως προσφερόμενη εργασία τους, υπό τους ίδιους μισθολογικούς και εργασιακούς όρους που ίσχυαν κατά τον χρόνο της μεταβίβασης. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την 2833/2019 απόφασή του, δικάζοντας ερήμην της δεύτερης εναγομένης και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, δέχθηκε την αγωγή κατά την κύρια βάση της και αναγνώρισε ότι έχει επέλθει καθολική μεταβίβαση της επιχείρησης της δεύτερης εναγομένης στην πρώτη από τον Νοέμβριο του 2016, καθώς και ότι η ενεργή κατά τον χρόνο μεταβίβασης σύμβαση εργασίας των εναγόντων με τη δεύτερη εναγομένη μεταβιβάστηκε στην πρώτη από τον Νοέμβριο του 2016, υποχρέωσε δε την πρώτη εναγομένη να αποδέχεται τις υπηρεσίες των εναγόντων σύμφωνα με τους όρους εργασίας που ίσχυαν κατά τη μεταβίβαση της επιχείρησης της δεύτερης εναγομένης σε αυτήν.

Την απόφαση αυτή προσέβαλε η πρώτη εναγομένη με την από 17-4-2019 έφεση και τους από 1-10-2019 πρόσθετους λόγους, εκδόθηκε δε επ' αυτών η 170/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο, δικάζοντας ερήμην των 50ης, 51ης και 61ης των εφεσιβλήτων (μη διαδίκων στην παρούσα αναιρετική δίκη) και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, α) απέρριψε ως απαράδεκτη την έφεση και τους επ' αυτής πρόσθετους λόγους ως προς την 61η εφεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία "...", δεδομένου ότι αυτή ήταν ομόδικος (συνεναγομένη) της εκκαλούσας, δέχθηκε κατά τα λοιπά την έφεση και τους πρόσθετους λόγους τυπικά και κατ' ουσίαν, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και, αφού δίκασε εκ νέου την αγωγή, απέρριψε αυτήν ως προς αμφότερες τις βάσεις της.

Ειδικότερα, απέρριψε την αγωγή ως αόριστη κατά την κύρια βάση της και ως αόριστη ή μη νόμιμη, κατά περίπτωση, ως προς τα 9 από τα 11 καταστήματα της επικουρικής βάσης, ενώ έκρινε αυτήν ορισμένη και νόμιμη μόνο ως προς τα καταστήματα του γηπέδου του ... και της περιοχής της ..., ως προς τα οποία και την απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την υπό κρίση αίτησή τους, κατά το μέρος που αφορά την αναιρεσίβλητη εταιρεία με την επωνυμία "...". Με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 2112/1920 ορίζεται ότι "η μεταβολή του προσώπου του εργοδότου, οπωσδήποτε επερχομένη, ουδαμώς επηρεάζει την εφαρμογή των υπέρ του υπαλλήλου διατάξεων του παρόντος".

Ο ίδιος κανόνας περιέχεται και στο άρθρο 9 παρ. 1 του Β.Δ. 16/18-7- 1920. Περαιτέρω με τις διατάξεις του Π.Δ. 178/2002 λήφθηκαν "μέτρα σχετικά με την προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβίβασης επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων, σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 98/50/ΕΚ του Συμβουλίου".

Κατόπιν αυτού, με το άρθρο 11 του Π.Δ. 178/2002 καταργήθηκε το προϊσχύσαν Π.Δ. 572/1988, με το οποίο είχε εναρμονισθεί η ελληνική νομοθεσία προς τις ρυθμίσεις της προηγούμενης υπ' αριθ. 77/187/ΕΟΚ Οδηγίας (η οποία τροποποιήθηκε ως άνω με την 98/50/ΕΚ Οδηγία και τελικά κωδικοποιήθηκε με την Οδηγία 2001/23/ΕΚ). Σύμφωνα με το άρθρο 1 του Π.Δ. 178/2002, η συμμόρφωση προς την Οδηγία αποβλέπει στη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβίβασης επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων.

Έτσι, οι διατάξεις του Π.Δ. 178/2002 εφαρμόζονται σε κάθε συμβατική ή εκ του νόμου μεταβίβαση ή συγχώνευση επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων επιχειρήσεων ή εγκαταστάσεων, η οποία συνιστά μεταβολή του προσώπου του εργοδότη και δύναται να αφορά είτε σε δημόσιους είτε σε ιδιωτικούς φορείς, οι οποίοι ασκούν οικονομικές δραστηριότητες, που ενδέχεται να είναι είτε κερδοσκοπικές είτε μη κερδοσκοπικές (άρθρο 2 παρ. 1 στοιχ.

α' και γ'). Περαιτέρω, σύμφωνα με τους ορισμούς των διατάξεων αυτών, ως "μεταβίβαση" θεωρείται η μεταβίβαση μιας οικονομικής οντότητας που διατηρεί την ταυτότητά της, η οποία νοείται ως σύνολο οργανωμένων πόρων με σκοπό την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας, είτε κυρίας είτε δευτερεύουσας (άρθρο 2 παρ. 1 στοιχ.

β'). Ως "μεταβιβάζων" νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο, λόγω μεταβίβασης κατά την ως άνω έννοια, χάνει την ιδιότητα του εργοδότη στην επιχείρηση, την εγκατάσταση ή το τμήμα επιχείρησης ή εγκατάστασης. Ως "διάδοχος" νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο, λόγω μεταβίβασης κατά την ως άνω έννοια, αποκτά την ιδιότητα του εργοδότη στην επιχείρηση κλπ. (άρθρο 3 παρ. 1 στοιχ.

α' και β'). Η Οδηγία αποβλέπει στην προστασία των εργαζομένων. Για την εξασφάλιση της εν λόγω προστασίας, ενδιαφέρει η διατήρηση των θέσεων εργασίας και το αμετάβλητο των όρων παροχής αυτής υπό το νέο φορέα της οικονομικής δραστηριότητας, που καθίσταται ο νέος εργοδότης. Η ερμηνεία τόσο της προϊσχύσασας Οδηγίας 77/187/ΕΟΚ, όσο και της ήδη ισχύουσας Οδηγίας 98/50/ΕΚ γίνεται από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (τότε ΔΕΚ και ήδη ΔΕΕ) με ευρύ τρόπο.

Με τρόπο, δηλαδή, που ευνοεί την κατάφαση της "μεταβίβασης" ακόμη και σε περιπτώσεις που εκ πρώτης όψεως θα μπορούσε να αμφισβητηθεί. Σύμφωνα με μια γενική ερμηνευτική προσέγγιση, για να υπάρξει μεταβίβαση επιχείρησης ή εκμετάλλευσης ή τμήματος αυτών πρέπει να πρόκειται για μια "οικονομική οντότητα". Πρέπει, δηλαδή, να μεταβιβάζονται τόσα επιμέρους στοιχεία μιας επιχείρησης ή εκμετάλλευσης ή ακόμη και ενός τμήματος επιχείρησης ή εκμετάλλευσης και κατά τέτοιον τρόπο, ώστε τα μεταβιβαζόμενα στοιχεία να έχουν κάποια οργανική ενότητα ("οικονομική οντότητα"), την οποία να διατηρούν και υπό το νέο φορέα, ώστε να παραμένουν ικανά για την πραγματοποίηση του σκοπού, τον οποίο επιδίωκε ο προηγούμενος φορέας, δηλαδή να συνεχίζεται η ίδια επιχείρηση ή εκμετάλλευση (ΑΠ 1801/2023, 820/2023, 317/2022, 1378/2021, 48/2020, 444/2019, 1369/2018, 997/2018, 1832/2017).

Η μεταβολή του προσώπου του εργοδότη, στην περίπτωση αυτή, συνεπάγεται, ανεξάρτητα από τη νομική αιτία και τη μορφή της μεταβίβασης, αυτοδίκαιη υποκατάσταση του νέου φορέα στις υφιστάμενες εργασιακές σχέσεις και απαλλαγή του προηγούμενου για το μετά τη μεταβολή χρονικό διάστημα. Το αποτέλεσμα αυτό επέρχεται ανεξάρτητα από οποιαδήποτε συναίνεση των εργαζομένων (ΟλΑΠ 5/1994, ΑΠ 1801/2023, 317/2022, 1188/2019, 1369/2018).

Πρέπει, δηλαδή, η μεταβιβαζόμενη επιχείρηση ή εκμετάλλευση να διατηρεί την ταυτότητά της και υπό το νέο φορέα της. Η μεταβολή αφορά το πρόσωπο του φορέα της επιχειρηματικής μονάδας που μεταβιβάζεται και όχι την ίδια (ΑΠ 1801/2023, 317/2022, 444/2019). Η κρίση για τη διατήρηση ή μη της ταυτότητας της οικονομικής μονάδας και, επομένως, για το εάν συντρέχει ή όχι μεταβίβαση επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή τμημάτων τους, εξαρτάται από τη συνολική εκτίμηση των συνθηκών της συγκεκριμένης περίπτωσης.

Στο πλαίσιο της συνολικής αυτής εκτίμησης κρίσιμα είναι τα εξής στοιχεία: 1) Η μεταβίβαση ή μη υλικών στοιχείων (κτήρια, μηχανήματα, εξοπλισμός κλπ.), 2) η μεταβίβαση ή μη άυλων αγαθών (διπλώματα ευρεσιτεχνίας, σήματα, διακριτικοί τίτλοι κλπ.) και η αξία τους, 3) η απασχόληση (πρόσληψη) ή μη σημαντικού μέρους του εργατικού δυναμικού της μεταβιβαζόμενης επιχείρησης από τον νέο επιχειρηματία, 4) η μεταβίβαση ή μη της πελατείας, 5) ο βαθμός ομοιότητας των δραστηριοτήτων που ασκούνται πριν και μετά τη μεταβίβαση και 6) η διάρκεια της ενδεχόμενης διακοπής των δραστηριοτήτων αυτών (ΑΠ 1801/2023, 317/2022, 1378/2021, 444/2019, 1369/2018, 997/2018).

Η βαρύτητα που θα αποδοθεί στο καθένα από τα κριτήρια αυτά, στο πλαίσιο της συνολικής εκτίμησης και αξιολόγησης, εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το είδος της επιχείρησης και εκμετάλλευσης και από τη μορφή των εφαρμοζομένων μεθόδων παραγωγής ή υπηρεσιών, χωρίς να αποκλείεται, στο πλαίσιο της συνολικής εκτίμησης και αξιολόγησης, η λήψη υπόψη και άλλων στοιχείων, όπως είναι η διατήρηση της αυτής οργανωτικής δομής της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης από τον νέο εργοδότη ή η άσκηση της αυτής ή παραπλήσιας δραστηριότητας στη συγκεκριμένη μονάδα από πρόσωπα στενά συνδεόμενα με τον προηγούμενο εργοδότη, που ασκούν πλέον εργοδοτικά καθήκοντα, ή η γειτνίαση των νέων εγκαταστάσεων της επιχείρησης με τις προηγούμενες εγκαταστάσεις της μεταβιβαζόμενης επιχείρησης, καθότι ναι μεν τα στοιχεία αυτά δεν συνιστούν καθοριστικά στοιχεία, συνιστούν όμως επιπλέον ενδείξεις της διατήρησης της ταυτότητας της μεταβιβαζόμενης επιχείρησης ή εκμετάλλευσης (ΑΠ 1801/2023, 317/2022, 1378/2021, 444/2019).

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Π.Δ. 178/2002, με τη μεταβίβαση της επιχείρησης κλπ. και από την ημερομηνία αυτής, όλα τα υφιστάμενα δικαιώματα και οι αντίστοιχες υποχρεώσεις, που είχε ο μεταβιβάζων από σύμβαση ή σχέση εργασίας, μεταφέρονται στον διάδοχο, ο δε προηγούμενος εργοδότης εξακολουθεί να ευθύνεται και μετά τη μεταβίβαση αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με τον διάδοχο, για τις υποχρεώσεις που είχαν προκύψει από σύμβαση ή σχέση εργασίας μέχρι τον χρόνο που αναλαμβάνει ο διάδοχος.

Κατά δε την παρ. 2 του ιδίου άρθρου, μετά τη μεταβίβαση ο διάδοχος εξακολουθεί να τηρεί τους όρους εργασίας που προβλέπονταν ήδη από συλλογική σύμβαση εργασίας, απόφαση διαιτησίας, κανονισμό ή ατομική σύμβαση εργασίας. Οπότε, με την κατά τα άνω μεταβίβαση της επιχείρησης επέρχεται μεταβολή στο πρόσωπο του εργοδότη, σύμφωνα με τα ήδη γνωστά στο εσωτερικό δίκαιο κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 6 παρ. 1 του Ν. 2112/1920 και 9 παρ. 1 του Β.Δ.

της 16/18-7-1920 "περί επεκτάσεως του ν. 2112 και επί των εργατών κλπ." (και του ήδη καταργημένου άρθρου 6 παρ. 2 του Ν. 3239/1955). Η ως άνω μεταβολή στο πρόσωπο του εργοδότη (φορέα της επιχείρησης) επέρχεται αυτοδικαίως και ανεξαρτήτως της νομικής αιτίας και της μορφής μεταβίβασης της επιχείρησης κλπ., για την οποία, αν και οι εργαζόμενοι πρέπει να ενημερωθούν εγκαίρως και να κληθούν σε διαβουλεύσεις, δεν είναι αναγκαίο να συναινέσουν με οποιοδήποτε τρόπο (ΑΠ 1801/2023, 317/2022, 444/2019).

Με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 1, 3 παρ. 2, 4 παρ. 2, 8 του Π.Δ. 178/2002, καθώς και των Οδηγιών 77/187/ΕΟΚ, 98/50/ΕΚ και 2001/23/ΕΚ.

Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος της, προκύπτει ότι το Εφετείο, κρίνοντας επί της προαναφερθείσας έφεσης και των πρόσθετων λόγων έφεσης της εκκαλούσας - εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας, δέχθηκε τα εξής: "Η δεύτερη εναγόμενη εταιρεία με την επωνυμία "..." αποτελεί από το έτος 2014 διάδοχο της εταιρείας με την επωνυμία "..." που συστάθηκε το έτος 1994.

Η εταιρεία αυτή έχει ως αντικείμενο δραστηριότητας το λιανικό εμπόριο υπεραγορών εμπορίας τροφίμων, ποτών και ειδών διατροφής και εκμεταλλευόταν μία σειρά εκατόν τριάντα εννέα καταστημάτων- υπεραγορών τροφίμων (super market) που βρίσκονταν στη Μακεδονία, τη Θεσσαλία, την Ήπειρο και τη Θράκη απασχολώντας συνολικά 1.300 άτομα προσωπικό....

Μεταξύ των καταστημάτων που λειτουργούσε η εν λόγω εταιρεία ήταν και τα καταστήματα στη Θεσσαλονίκη κάτω από τις εξέδρες του γηπέδου του ..., στην οδό ..., και το κατάστημα της ... στην οδό .... Η 47η ενάγουσα (ήδη 37η των αναιρεσειόντων) προσλήφθηκε από την αρχική εταιρεία στις 2/6/1996 και απασχολήθηκε με την ειδικότητα της πωλήτριας, στο κατάστημα στο γήπεδο ..., μέχρι και τις 6/5/2016 που άσκησε επίσχεση εργασίας.

Η 48η ενάγουσα (ήδη 38η των αναιρεσειόντων) προσλήφθηκε από την αρχική εταιρεία στις 23/7/1997 και απασχολήθηκε με την ειδικότητα της ταμία, στο ίδιο ως άνω κατάστημα, μέχρι και τις 6/5/2016 που άσκησε επίσχεση εργασίας. Ο 49ος (ήδη 39ος των αναιρεσειόντων) προσλήφθηκε από την αρχική εταιρεία στις 1/7/1997 και απασχολήθηκε με την ειδικότητα του πωλητή, στο ίδιο ως άνω κατάστημα, μέχρι και τις 6/5/2016 που άσκησε επίσχεση εργασίας.

Η 50η ενάγουσα (μη διάδικος στην αναιρετική δίκη) προσλήφθηκε από την αρχική εταιρεία στις 9/6/2010 και απασχολήθηκε με την ειδικότητα της πωλήτριας, με τετράωρη απασχόληση, στο ίδιο ως άνω κατάστημα, μέχρι και τις 6/5/2016 που άσκησε επίσχεση εργασίας. Η 51η ενάγουσα (μη διάδικος στην αναιρετική δίκη) προσλήφθηκε από την αρχική εταιρεία την 1/12/2003 και απασχολήθηκε με την ειδικότητα της πωλήτριας, στο ίδιο ως άνω κατάστημα, μέχρι και τις 6/5/2016 που άσκησε επίσχεση εργασίας.

Η 52η ενάγουσα (ήδη 40η των αναιρεσειόντων) προσλήφθηκε από την αρχική εταιρεία στις 17/7/1999 και απασχολήθηκε ως υπεύθυνη του ιδίου ως άνω καταστήματος έως 10/1/2017, οπότε προσήλθε για εργασία και βρήκε λουκέτα στο εν λόγω κατάστημα. Ο 53ος ενάγων (ήδη 41ος των αναιρεσειόντων) προσλήφθηκε από την αρχική εταιρεία στις 13/9/1993 και απασχολήθηκε με την ειδικότητα του πωλητή, στο ίδιο ως άνω κατάστημα, μέχρι και τις 6/5/2016 που άσκησε επίσχεση εργασίας, ενώ και η 54η (μη διάδικος στην αναιρετική δίκη) προσλήφθηκε από την αρχική εταιρεία το έτος 1993 και απασχολήθηκε στο ίδιο ως άνω κατάστημα, με την ειδικότητα της πωλήτριας, έως τις 6/5/2016 που άσκησε επίσχεση εργασίας.

Περαιτέρω η 55η ενάγουσα (ήδη 42η των αναιρεσειόντων) προσλήφθηκε από την αρχική εταιρεία στις 22/3/1999 και απασχολήθηκε με την ειδικότητα της πωλήτριας, στο κατάστημα στην ..., μέχρι και τις 6/5/2016 που άσκησε επίσχεση εργασίας. Ο 56ος (ήδη 43ος των αναιρεσειόντων) προσλήφθηκε από την αρχική εταιρεία στις 22/4/2005 και απασχολήθηκε με την ειδικότητα του πωλητή, στο κατάστημα που διατηρούσε η εταιρεία στην ..., μέχρι και τις 6/5/2016 που άσκησε επίσχεση εργασίας και τέλος η 57η ενάγουσα (ήδη 44η των αναιρεσειόντων) προσλήφθηκε από την αρχική εταιρεία στις 26/8/2004 και απασχολήθηκε με την ειδικότητα της πωλήτριας, στο κατάστημα στην ..., μέχρι και τις 1/12/2016 που άσκησε και αυτή επίσχεση εργασίας.

Οι ως άνω ενάγοντες προσλήφθηκαν με έγκυρες συμβάσεις εργασίας.... απασχολήθηκαν δε κατά το σύστημα της εξαήμερης εβδομαδιαίας εργασίας για 40 ώρες εβδομαδιαίως, οι δε αποδοχές τους καθορίζονταν από τις κλαδικές συλλογικές συμβάσεις των εργαζομένων στις εμπορικές επιχειρήσεις, όπως αυτές ίσχυαν κάθε φορά.

Η ως άνω δεύτερη εναγομένη αποτελούσε επιχείρηση σειράς καταστημάτων - υπεραγορών τροφίμων (super market), τα δε καταστήματα, όπως και τα προαναφερθέντα, αποτελούσαν αυτοτελείς οικονομικά οντότητες της εν λόγω επιχείρησης, συμβάλλοντας στην επιδίωξη του κοινού εταιρικού σκοπού, επηρεαζόμενα όμως και από τη γενική οικονομική κατάσταση και πορεία της δεύτερης εναγομένης, η οποία είχε ως ακολούθως :

Από το έτος 2010, επηρεαζόμενη από τη γενική οικονομική ύφεση και κρίση, την αδυναμία χρηματοδότησής της και την απροθυμία των μετόχων της να τη χρηματοδοτήσουν με ίδια κεφάλαια, παρουσίαζε καθοδική πορεία με πτώση των πωλήσεων και των κερδών, κατάσταση που δεν βελτιώθηκε και μετά την εξαγορά και υπεισέλευση και τον έλεγχό της εκ μέρους της δεύτερης εναγόμενης εταιρείας με την επωνυμία "...", αν και αμέσως μετά την εξαγορά συνήψε σύμβαση franchise με την εταιρεία "...

Α.Ε.", με την προοπτική νέας ώθησης στη λειτουργία της. Βάσει της εν λόγω σύμβασης η εταιρεία "... Α.Ε." εφοδίαζε τα καταστήματα της εναγομένης με εμπορεύματα, ενώ με τη σειρά της η τελευταία έκανε χρήση του σήματος και του διακριτικού τίτλου της εν λόγω εταιρείας.... Η ως άνω συνεργασία δεν ευοδώθηκε και τον Φεβρουάριο του 2016 η δεύτερη εναγόμενη εταιρεία και η "...

Α.Ε." ανακοίνωσαν τη λύση της συνεργασίας τους. Τούτο είχε ως αποτέλεσμα τα καταστήματα, όπως και τα προαναφερθέντα, να μην ανεφοδιάζονται από τους προμηθευτές του "..." και να αναφαίνονται έντονα τα οικονομικά προβλήματα της δεύτερης εναγομένης, η οποία, σε συνδυασμό με την οικονομική κρίση που την είχε οδηγήσει από τα τέλη του έτους 2015 να καθυστερεί την καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών των εργαζομένων της, μεταξύ των οποίων και των εναγόντων, αλλά και των μισθωμάτων και των λοιπών υποχρεώσεων της προς προμηθευτές, δεν ήταν πλέον σε θέση, μη διαθέτοντας την κατάλληλη ρευστότητα, ακόμη και να εφοδιάσει τα καταστήματά της με εμπορεύματα, με αποτέλεσμα τα ράφια των καταστημάτων της, μεταξύ των οποίων και των επιδίκων, να είναι άδεια ή σε κάθε περίπτωση να μη διαθέτει εμπορεύματα σε επαρκή ποσότητα, ποιότητα και ποικιλία, στοιχεία που σηματοδοτούν καθοριστικά την προτίμηση και αφοσίωση του καταναλωτικού κοινού προς τα καταστήματα αυτά, το οποίο, σε περίπτωση μη ικανοποίησης των απαιτήσεών του, εύκολα στρέφεται σε ανταγωνιστικές επιχειρήσεις του κλάδου, που λόγω του μεγάλου αριθμού τους, αλλά και του έντονου ανταγωνισμού, λειτουργούν σε καθεστώς μεγάλου ανταγωνισμού και όχι σε καθεστώς ολιγοπωλίου ή μονοπωλίου στη σχετική αγορά.

Ως εκ τούτου, το γεγονός αυτό είχε δυσμενή αντίκτυπο στη λειτουργία, στην πίστη και στη φήμη τους, που έβαιναν καθοδικά. Για να ανταπεξέλθει στο οικονομικό αδιέξοδο, ενόψει του ότι οι μέτοχοι της δεν επέδειξαν την κατάλληλη διάθεση για να την ενισχύσουν με δικά τους κεφάλαια, η δεύτερη εναγομένη κατέφυγε στη διαδικασία εξυγίανσης, καταθέτοντας στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών την με αριθμό κατάθεσης ...2016 αίτηση για επικύρωση συμφωνίας σύμφωνα με τα άρθρα 99 και 106β ΠτΚ....

Η εν λόγω αίτηση απορρίφθηκε με την 585/8-11-2016 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, από την οποία, μεταξύ άλλων, προκύπτει ότι τον Απρίλιο του έτους 2016 η δεύτερη εναγομένη όφειλε συνολικά το ποσό των 192.151.582,68 ευρώ.... η ως άνω εταιρεία, τον μήνα Απρίλιο του έτους 2016, με ταμειακά διαθέσιμα μόλις στο ποσό των 750.000 ευρώ, δεν ήταν σε θέση να καλύψει τις ληξιπρόθεσμες οφειλές της....

Εν τω μεταξύ η εναγομένη αυτή είχε καταρτίσει, περί τον Μάιο του 2016, συμφωνία με την πρώτη εναγόμενη εταιρεία με την επωνυμία "...", που ασκούσε παρεμφερή εμπορική δραστηριότητα, εκμεταλλευόμενη 135 περίπου καταστήματα, κυρίως στη νότια Ελλάδα, αλλά και εμπορία προμήθειας προϊόντων σε τιμές χονδρικής, προμηθεύοντας με προϊόντα και άλλα καταστήματα τροφίμων, βάσει της οποίας συμφωνίας η πρώτη εναγομένη θα εφοδίαζε με προϊόντα σε τιμές χονδρικής καταστήματα της δεύτερης εναγομένης με παράδοση αυτών είτε στις αποθήκες είτε στα καταστήματα, με παρακράτηση όμως της κυριότητάς τους, η οποία συμφωνήθηκε με σκοπό να διασφαλιστεί η πρώτη ενόψει της επισφαλούς οικονομικής κατάστασης της δεύτερης, η οποία της ήταν γνωστή....

Συμφωνήθηκε δε παράλληλα, προκειμένου να είναι εξασφαλισμένος ο εφοδιασμός των καταστημάτων, η εξόφληση των προϊόντων να γίνεται με απευθείας κατάθεση, σε υποδειχθέντα λογαριασμό της πρώτης εναγομένης στην Τράπεζα ..., του 70% της είσπραξης των τριάντα πέντε καταστημάτων, τα οποία αρχικά αφορούσε η εν λόγω συμφωνία....

Τα παραπάνω γίνονταν, διότι η πρώτη εναγομένη είχε περιλάβει στους εμπορικούς σχεδιασμούς της την επέκταση των δραστηριοτήτων της στην περιοχή της Βόρειας Ελλάδος και απέβλεπε είτε στη συνεργασία με τα καταστήματα της δεύτερης, η οποία θα ήταν μια καλή ευκαιρία για την είσοδό της στην αγορά, είτε στην αυτοδύναμη παρουσία της στο χώρο, ασκώντας την ίδια δραστηριότητα αυτοτελώς και όχι ως συνέχιση της δραστηριότητας της δεύτερης εναγομένης.

Γνωρίζοντας όμως η πρώτη την οικονομική κατάσταση της τελευταίας, την υποβολή της αίτησης επικύρωσης και διάσωσης, αλλά και το ύψος των υποχρεώσεών της, αυτό που την ενδιέφερε ήταν κατ' αρχήν η διατήρηση "εν ζωή" της δεύτερης, με τον εφοδιασμό της με εμπορεύματα και με παράλληλη εξασφάλιση της ιδίας για την πληρωμή των πωλήσεων της, το αργότερο μέχρι το αποτέλεσμα της δίκης στο Πολυμελές Πρωτοδικείο, το οποίο, εάν θα ήταν ευνοϊκό, θα συνέβαλε στη λειτουργία και διάσωσή της και θα αποτελούσε αφορμή για τη μελλοντική συνεργασία της όχι με την μορφή της εξαγοράς, όπως ισχυρίζονται οι ενάγοντες, αλλά στο πλαίσιο σύμβασης δικαιόχρησης, όπως ακριβώς λειτούργησε στο παρελθόν η δεύτερη εναγομένη με την εταιρεία "...", εξ ου και η πρώτη χορήγησε στη δεύτερη επιστολή, την οποία προσκόμισε στη δίκη του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, προκειμένου να παρουσιάσει στο Δικαστήριο εξασφαλισμένο τον εφοδιασμό των καταστημάτων της από την πρώτη και τη δυνατότητα λειτουργίας της.

Πράγματι η ως άνω εναγομένη, γνωρίζοντας τα χρέη της δεύτερης, δεν είχε κανένα λόγο να θελήσει να εξαγοράσει την τελευταία ή έστω να συνεχίσει ακριβώς την ίδια δραστηριότητα ως συνέχιση αυτής, ώστε λόγω της συμπεριφοράς της αυτής να επιβαρυνθεί και με τα χρέη της και να καταστήσει έτσι και τη θέση της επισφαλή....

Αντίθετη κρίση δεν προκύπτει ούτε από τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα e-mails, τα οποία δικαιολογούνται ως εκδοθέντα στα πλαίσια της εν λόγω συνεργασίας προμήθειας προϊόντων και της εξ αυτής δημιουργίας χρεών της δεύτερης έναντι της πρώτης, ακόμα και αυτά του τέλους του μηνός Νοεμβρίου 2016, με τα οποία η πρώτη, προς εξασφάλισή της, ζητούσε από τη δεύτερη να της αποστέλλει το 100% των εισπράξεων των καταστημάτων, παρακρατώντας μόνο τα ποσά που αποδεδειγμένα προορίζονταν για την εξόφληση των απολύτως απαραίτητων λειτουργικών αναγκών των καταστημάτων αυτών, ενόψει του ότι η δεύτερη εναγομένη δεν τήρησε τις υποχρεώσεις της απέναντι στην πρώτη, με αποτέλεσμα το υπόλοιπο οφειλόμενο να έχει διογκωθεί.

Μάλιστα το γεγονός αυτό, με τη σειρά του, είχε και ως αποτέλεσμα η τροφοδοσία των εν λόγω καταστημάτων να έχει περιορισθεί και να είναι και πάλι ανεπαρκής, ώστε τα καταστήματα και πάλι να υπολειτουργούν με όλες τις δυσμενείς συνέπειες για τη φήμη και την πίστη τους, η δε πρώτη εναγομένη να αναζητεί ακόμη και την αυτοδύναμη εκ μέρους της ανάπτυξη κάποιων καταστημάτων.

Αντίθετη κρίση δεν μπορεί να συναχθεί ούτε από το γεγονός των συναντήσεων, στις αρχές Δεκεμβρίου 2016, μεταξύ εκπροσώπων των δύο εταιρειών και των εργαζομένων, όπου προτείνονταν στους εργαζόμενους να δεχθούν μείωση των μισθών τους σε ποσοστό 20%, προκειμένου να εναρμονιστεί το επίπεδο των αποδοχών τους με αυτό των εργαζομένων της "...

ΑΕΒΕ", και επιπλέον να δεχθούν μείωση κατά ποσοστό 50% στις ήδη οφειλόμενες δεδουλευμένες αποδοχές, προτάσεις οι οποίες απορρίφθηκαν από τους εργαζομένους. Οι προτάσεις αυτές προήλθαν από τους εκπροσώπους της δεύτερης εναγομένης, η οποία ήταν και η οφειλέτρια και εργοδότρια των εργαζομένων και, σε κάθε περίπτωση κατάρτισης συμφωνίας δικαιόχρησης, ως δυνητική δικαιοδόχος θα παρέμενε και μόνη υπεύθυνη για την καταβολή κάθε εν γένει απαίτησης των εργαζομένων, ανεξαρτήτως του ότι στη συνάντηση παραβρέθηκαν και εκπρόσωποι της πρώτης ως κυρίως άμεσα ενδιαφερόμενης για την ευδοκίμηση της οποιασδήποτε επιχειρηματικής τους συνεργασίας, ακόμη και της δικαιόχρησης, ο αποκλεισμός της οποίας δεν είχε ακόμη επέλθει οριστικά, ενόψει του ότι η εναγομένη αυτή δεν είχε λάβει γνώση της έκδοσης της απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου.

Τούτο προκύπτει άλλωστε και από τα σχέδια συμφωνητικών που συντάχθηκαν για να υπογραφούν σε περίπτωση κατάρτισης της προαναφερόμενης συμφωνίας, αφού στα εν λόγω συμφωνητικά από εργοδοτικής πλευράς αναφέρεται μόνο ένας συμβαλλόμενος και πλέον τούτου σ' αυτά γίνεται ρητή αναφορά για επιθυμία συνέχισης μεταξύ των συμβαλλομένων (δεύτερης εναγομένης και εργαζομένων) της ήδη υπάρχουσας εργασιακής σχέσης, δηλαδή προδήλως για την υφιστάμενη έως τότε εργασιακή σχέση μεταξύ των εναγόντων και της δεύτερης εναγομένης.

Συνακόλουθα, με βάση μόνο τα προαναφερθέντα, δεν μπορεί ουδόλως να συναχθεί ότι μεταξύ των εναγομένων καταρτίσθηκε εν κρυπτώ συμφωνία μεταβίβασης των προαναφερθέντων καταστημάτων (στα πλαίσια και της εν συνόλω μεταβίβασης) της δεύτερης στην πρώτη με βάση τους όρους του Π.Δ. 178/2002. Επιπλέον δε, όσον αφορά τα καταστήματα αυτά, αποδείχθηκαν και τα ακόλουθα:

Η λειτουργία των καταστημάτων αυτών, που αποτελούν επιχειρήσεις λιανικού εμπορίου, στηρίζεται στον εξοπλισμό τους, αλλά και στα άυλα αγαθά, αλλά επίσης και στο προσωπικό και στα εμπορεύματά τους. Στο κατάστημα στο γήπεδο του ..., κατά τον καιρό της πλήρους λειτουργίας του, εργάζονταν τουλάχιστον 12 άτομα.

Λόγω όμως της άσκησης του δικαιώματος επίσχεσης του μεγαλύτερου μέρους του προσωπικού του, τουλάχιστον από 6-5-2016, αυτό λειτουργούσε με πολύ μικρό αριθμό υπαλλήλων. Συνάμα, όπως προαναφέρθηκε, είχε προβλήματα στην τροφοδοσία του, με αποτέλεσμα να μη διαθέτει εμπορεύματα σε επαρκή ποσότητα, ποιότητα και ποικιλία, ούτως ώστε οι πελάτες του να στραφούν σε ανταγωνιστικές επιχειρήσεις του κλάδου, που λειτουργούσαν στην ίδια περιοχή, με αποτέλεσμα να πληγεί η φήμη και η αξιοπιστία του.

Πρέπει να σημειωθεί ότι η πρώτη εναγομένη κατέβαλε τον Νοέμβριο του 2016, για λογαριασμό της δεύτερης, το ενοίκιο του μηνός αυτού και, επίσης, κατέβαλε και τον λογαριασμό του ρεύματος. Πλην όμως, μόνο τα στοιχεία αυτά δεν αρκούν για να θεωρηθεί ότι η εναγομένη αυτή υπεισήλθε στην επιχείρηση αυτή από τότε και άσκησε εργοδοτικά καθήκοντα σ' αυτήν, αφού η εν λόγω καταβολή δεν πραγματοποιήθηκε με λειτουργία αυτής από την πρώτη, και από την άλλη πλευρά πραγματοποιήθηκε λόγω του προαναφερθέντος γεγονότος ότι η εναγομένη αυτή, στα πλαίσια του ασφυκτικού ελέγχου της δεύτερης για την εξασφάλιση των απαιτήσεών της, ήλεγχε όλες τις δαπάνες της και αυτές (νερού και ρεύματος) ήταν από εκείνες για τις οποίες, αν και η δεύτερη εναγομένη απέστειλε το σύνολο των εισπράξεων του καταστήματος, δεν παρακράτησε τα σχετικά ποσά για την εξόφληση των ως άνω υποχρεώσεων, γεγονός που ανάγκασε την πρώτη να εξοφλήσει αυτές από τις αποσταλείσες εισπράξεις της δεύτερης.

Το κατάστημα αυτό λειτούργησε έως τις 10-1-2017, όταν η πεντηκοστή δεύτερη ενάγουσα πήγε να εργαστεί σ' αυτό και βρήκε λουκέτα στην είσοδό του. Το κατάστημα αυτό το λειτούργησε ξανά η πρώτη εναγομένη στις 6-11-2017. Στο εν λόγω κατάστημα ασκήθηκε μεν από αυτήν η ίδια προγενέστερη εμπορική δραστηριότητα, που ασκούσε και η δεύτερη εναγομένη, πλην όμως δεν συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις, που απαιτούνται, για να θεωρηθεί ότι υφίσταται μεταβολή του εργοδότη, δεδομένου ότι μόνη η άσκηση της ίδιας δραστηριότητας δεν αρκεί.

Ειδικότερα, το κατάστημα αυτό μίσθωσε η πρώτη εναγομένη με μίσθωση που κατήρτισε με τον ιδιοκτήτη εκμισθωτή του και στα πλαίσια ευρύτερα της έννομης αυτής σχέσης υπεισήλθε σ' αυτό, πλην όμως η εν λόγω μίσθωση πραγματοποιήθηκε χωρίς οποιαδήποτε παρεμβολή της δεύτερης εναγομένης και χωρίς η πρώτη να καταβάλει στην τελευταία ή στον ιδιοκτήτη κάποιο χρηματικό ποσό λόγω υπεραξίας από την άσκηση της προαναφερόμενης προγενέστερης δραστηριότητας του εν λόγω καταστήματος, υπεραξία που, ενόψει της προαναφερθείσας κατάστασής του, σίγουρα δεν είχε, αφού είχε εξανεμισθεί.

Το κατάστημα αυτό το λειτούργησε η πρώτη εναγομένη στις 6-11-2017, δηλαδή μετά από διάστημα εννέα μηνών και είκοσι ημερών, αφού έκανε εργασίες και εισέφερε εξοπλισμό αξίας 185.000 περίπου ευρώ, που αναμόρφωσαν ριζικά το εν λόγω κατάστημα στο σύνολό του και δη εντάσσοντας τούτο στην οργανωτική δομή, μορφή και πλαίσιο με το οποίο η εναγομένη αυτή λειτουργούσε και τα λοιπά καταστήματά της, εντάσσοντάς το στο δικό της δίκτυο ανεφοδιασμού και με τον δικό της χαρακτηριστικό διακριτικό τίτλο, που δεν αποτελούσε κάποια προσθήκη ή τροποποίηση του διακριτικού τίτλου με τον οποίο η δεύτερη εναγομένη χρησιμοποιούσε το ίδιο κατάστημα, αλλά με νέο και εντελώς διάφορο τίτλο, χωρίς δηλαδή ο τίτλος αυτός, αλλά και η δομή και μορφή του καταστήματος αυτού να έχουν οποιαδήποτε σχέση με τον τίτλο, την οργανωτική δομή και τη μορφή που λειτουργούσε το ίδιο κατάστημα η δεύτερη εναγομένη.

Επομένως, δεν συντρέχει περίπτωση μεταβίβασης άυλων αγαθών και δη μεταβίβαση δικαιωμάτων βιομηχανικής ιδιοκτησίας, δικαιωμάτων σε διακριτικούς τίτλους και επωνυμίες που απέκτησαν διακριτική δύναμη στις συναλλαγές, μεταβίβαση σχέσεων με μόνιμους πελάτες, αλλά και ούτε αποκλειστικών συνεργασιών ούτε μεταβίβαση των πηγών εφοδιασμού και διάθεσης εμπορευμάτων, αφού η ως άνω εναγομένη διατηρούσε το δικό της ανεξάρτητο δίκτυο εφοδιασμού, ούτε και υπεραξίας της επιχείρησης ούτε μεταβίβαση της μισθωτικής σχέσης, αλλά και ούτε μεταβίβαση πελατείας, η οποία σε επιχειρήσεις του κλάδου δεν αποτελεί δέσμιο χαρακτήρα της επιχείρησης του προκατόχου, αλλά άυλο αγαθό που αποκτάται με την καθιέρωση της επιχείρησης στη συνείδηση του καταναλωτικού κοινού, θεμέλιο που δεν διαρκεί εσαεί, αλλά χάνεται και εξανεμίζεται σε περίπτωση που κάποια επιχείρηση δεν διαθέτει εμπορεύματα σε επαρκή ποσότητα, ποιότητα και ποικιλία....

Στην ένδικη δε περίπτωση, η ως άνω κατάσταση της επιχείρησης σε συνδυασμό και με το γεγονός της διακοπής της δραστηριότητάς της για μεγάλο χρονικό διάστημα, απόσβησαν όποιο προνόμιο είχε η εν λόγω επιχείρηση λόγω της θέσης της, αφού η πελατεία και η φήμη του εν λόγω καταστήματος είχε κατά πολύ μεγάλο βαθμό απολεστεί και εξανεμιστεί....

Ακόμη προέκυψε ότι το κατάστημα αυτό λειτούργησε με δικό του εξοπλισμό που εισέφερε η πρώτη εναγομένη, αλλά και με δικά της εμπορεύματα, ακόμη και αν ήθελε γίνει δεκτό, ότι στο εν λόγω κατάστημα διατηρήθηκε από τον παλαιό εξοπλισμό μία "κοτοπουλιέρα" για την έψηση των πωλούμενων εδεσμάτων, δεδομένου ότι απαιτείται η μεταβίβαση του εξοπλισμού σε οργανική ενότητα και όχι η μεταβίβαση ενός μεμονωμένου στοιχείου.

Από κανένα μάλιστα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι η πρώτη εναγομένη δολίως αφαίρεσε τον εξοπλισμό του εν λόγω καταστήματος, ώστε να μη συντρέξουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του νόμου, δεδομένου ότι ουδέποτε βρέθηκε στις εγκαταστάσεις της εξοπλισμός από το εν λόγω κατάστημα. Αντίθετα, εξοπλισμός των καταστημάτων της δεύτερης εναγομένης βρέθηκε μόνο στις εγκαταστάσεις της στη Βέροια....

Τέλος, ουδόλως προέκυψε ότι η πρώτη εναγομένη απασχόλησε στο κατάστημα αυτό προσωπικό που ανήκε στην δεύτερη. Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, δεν υπήρξε μεταβίβαση, κατά την έννοια των άρθρων 1, 2 και 3 του Π.Δ. 178/2002, του τμήματος της επιχείρησης που συνιστούσε το παραπάνω κατάστημα, αφού για την ύπαρξη αυτής πρέπει να μεταβιβάζονται τόσα επιμέρους στοιχεία της επιχείρησης σε σύνολο και ως οργανωμένη οντότητα (ως "ζών" οργανισμός) και κατά τέτοιο τρόπο, ώστε τα μεταβιβαζόμενα στοιχεία να διατηρούν την οργανική τους ενότητα και υπό το νέο φορέα, αλλά και να χρησιμοποιούνται σε σύνολο με αμετάβλητη μορφή οργάνωσης, που επιτρέπει την επίτευξη του ιδίου οικονομικού στόχου, όπως και πριν, και όχι να γίνεται μεταβίβαση μεμονωμένων, έστω και σε άθροισμα ("νεκρών"), στοιχείων, δεδομένου ότι η πρώτη εναγομένη ουδόλως αποδείχθηκε ότι απέκτησε αλλά ούτε και αξιοποίησε την οργάνωση εργασίας και τους συντελεστές παραγωγής που είχε δημιουργήσει η δεύτερη, μόνο δε με τη μίσθωση του καταστήματος, που περιήλθε στην κατοχή της ως γυμνό (νεκρό) στοιχείο, δεν επήλθε μεταβολή και μεταβίβαση, αφού με το μεταβιβαζόμενο εν λόγω στοιχείο δεν ήταν δυνατή η επιδίωξη του εργασιακού - εμπορικού σκοπού της.

Επίσης, στο κατάστημα στην ..., κατά τον καιρό της πλήρους λειτουργίας του εργάζονταν τουλάχιστον 12 άτομα. Λόγω όμως της άσκησης του δικαιώματος επίσχεσης του μεγαλύτερου μέρους του προσωπικού του, τουλάχιστον από 6-5-2016, αυτό λειτουργούσε με πολύ μικρό αριθμό υπαλλήλων και δη με έξι άτομα ως τις 23-12-2016, οπότε τα εν λόγω άτομα άσκησαν το δικαίωμα επίσχεσης εργασίας.

Το ότι διευθυντικά στελέχη της δεύτερης εναγομένης τους έπεισαν να προβούν στην επίσχεση με τη δήλωση ότι η εργασιακή τους σχέση θα μεταβιβασθεί στην πρώτη, δεν συνιστά συμπεριφορά που πρέπει να καταλογιστεί στην τελευταία, από την οποία άλλωστε δεν προέρχεται. Το κατάστημα αυτό, αρχικά και πέρα από τα προβλήματα στην τροφοδοσία του, με αποτέλεσμα να μη διαθέτει εμπορεύματα σε επαρκή ποσότητα, ποιότητα και ποικιλία, από τον Οκτώβριο του 2016 παρουσίαζε εικόνα πλήρους διάλυσης και αποσάθρωσης, δεδομένου ότι είχε ελάχιστο προσωπικό, είχε γίνει διακοπή της σύνδεσής του με το ηλεκτρικό δίκτυο και δεν διέθετε καν ηλεκτρικό ρεύμα, ώστε να διαθέτει στους καταναλωτές γαλακτοκομικά και ευπαθή προϊόντα, τα οποία αποτελούν προϊόντα αναπόσπαστα συνδεδεμένα με μία επιχείρηση τροφίμων, ούτε μπορούσε να δέχεται πληρωμή με πιστωτικές κάρτες, που τότε, λόγω της ύπαρξης κεφαλαιακών περιορισμών, αποτελούσαν ευρέως σύστημα πληρωμών ακολουθούμενο από τους καταναλωτές.

Λειτουργούσε μέχρι τις 16.00 μ.μ. και με χειρόγραφες αποδείξεις που εξέδιδε το προσωπικό και με ελάχιστες ημερήσιες εισπράξεις, που δεν ξεπερνούσαν τα 50 ευρώ, τα οποία αποστέλλονταν και λάμβανε η πρώτη εναγομένη, όχι γιατί είχε ασκήσει εργοδοτικό δικαίωμα στην εν λόγω επιχείρηση, αλλά για την εξόφληση εμπορευμάτων που προγενέστερα της είχε προμηθεύσει.

Η ως άνω εικόνα διάλυσης και αποσύνθεσης του καταστήματος αυτού από τον Οκτώβριο του 2016, ισοδυναμεί στην πραγματικότητα με διακοπή της λειτουργίας του, που ανταποκρινόταν άλλωστε και στην αληθινή βούληση της πρώτης εναγομένης, η οποία στο τέλος του μηνός Οκτωβρίου αποφάσισε με τους ιδιοκτήτες του εν λόγω καταστήματος τη λύση της μίσθωσής του.

Το κατάστημα αυτό λειτούργησε ως τις 23-12-2016, ενώ το λειτούργησε ξανά η πρώτη εναγομένη τον Αύγουστο του 2017. Στο εν λόγω κατάστημα ασκήθηκε μεν από αυτήν η ίδια προγενέστερη εμπορική δραστηριότητα που ασκούσε και η δεύτερη εναγομένη, πλην όμως δεν συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις, που απαιτούνται, για να θεωρηθεί ότι υφίσταται μεταβολή του εργοδότη, δεδομένου ότι μόνη η άσκηση της ίδιας δραστηριότητας δεν αρκεί.

Ειδικότερα, το κατάστημα αυτό, μετά την προαναφερόμενη διάλυσή του, που ισοδυναμεί με διακοπή της λειτουργίας του, μίσθωσε η πρώτη εναγομένη με σκοπό την αυτοτελή άσκηση εκ μέρους της εμπορικής δραστηριότητας στο εν λόγω κατάστημα, με μίσθωση που κατήρτισε με τους συνιδιοκτήτες εκμισθωτές του την 1-11-2016, και στα πλαίσια ευρύτερα της έννομης αυτής σχέσης υπεισήλθε σ' αυτό, χωρίς όμως να ασκήσει εργοδοτικό δικαίωμα και χωρίς άσκηση, έστω και προσωρινά, της συναρτώμενης με τη λειτουργία του δραστηριότητας, οπότε δεν μπορεί να γίνει λόγος για την από τότε μεταβίβαση της εν λόγω επιχείρησης, αφού η πρώτη εναγομένη ουδόλως αξιοποίησε την οργάνωση εργασίας που είχε δημιουργήσει η προκάτοχός της.

Σημειώνεται ότι η πρώτη εναγομένη, προκειμένου να πετύχει τη μίσθωση του εν λόγω καταστήματος, δεδομένου ότι ενδιαφέρθηκαν και άλλοι ανταγωνιστές της, κατέβαλε με τέσσερις επιταγές στους συνιδιοκτήτες του τα οφειλόμενα από τη δεύτερη εναγομένη μισθώματα ύψους 50.134,76 ευρώ, καταβολή που δεν έγινε, όμως, προκειμένου η πρώτη εναγομένη να συνεχίσει την ίδια δραστηριότητα υπό την αυτή οργάνωση εργασίας και τους αυτούς συντελεστές παραγωγής που είχε δημιουργήσει η δεύτερη, αλλά προκειμένου να περιέλθει αυτό ως νεκρό στοιχείο στην κατοχή της και δη ως κατάστημα πρόσφορο για την άσκηση εμπορικής δραστηριότητας πολυκαταστήματος τροφίμων, δηλαδή δεν πρόκειται για ανάληψη και συνέχιση της επιχειρησιακής δραστηριότητας από τη μισθώτρια, αλλά για μίσθωση επιμέρους υλικού στοιχείου χωρίς οργανική ενότητα.

Σημειώνεται ότι η εν λόγω μίσθωση πραγματοποιήθηκε χωρίς η πρώτη εναγομένη να καταβάλει στη δεύτερη ή στους συνιδιοκτήτες του καταστήματος, εκτός από τα οφειλόμενα μισθώματα, κάποιο χρηματικό ποσό λόγω υπεραξίας από την άσκηση της προγενέστερης δραστηριότητας του εν λόγω καταστήματος, υπεραξία η οποία, ενόψει της προαναφερθείσας κατάστασης και εν τέλει διάλυσής του, είχε εντελώς απολεσθεί.

Το κατάστημα αυτό λειτούργησε η πρώτη εναγομένη τον Αύγουστο του 2017, δηλαδή μετά από διάστημα εννέα μηνών από την προαναφερόμενη διάλυσή του, αφού έκανε εργασίες και εισέφερε εξοπλισμό αξίας 178.000 ευρώ περίπου, που αναμόρφωσαν ριζικά το εν λόγω κατάστημα στο σύνολό του, εντάσσοντας τούτο στην οργανωτική δομή, μορφή και πλαίσιο με το οποίο η εναγομένη αυτή λειτουργούσε και τα λοιπά καταστήματά της και δη εντάσσοντάς το στο δικό της δίκτυο ανεφοδιασμού και με τον δικό της χαρακτηριστικό διακριτικό τίτλο, που δεν αποτελούσε κάποια προσθήκη ή τροποποίηση του διακριτικού τίτλου με τον ο οποίο η δεύτερη εναγομένη χρησιμοποιούσε το ίδιο κατάστημα, αλλά με νέο και εντελώς διάφορο τίτλο, χωρίς δηλαδή ο τίτλος αυτός αλλά και η δομή και μορφή του καταστήματος αυτού να έχουν οποιαδήποτε σχέση με τον τίτλο, την οργανωτική δομή και τη μορφή που λειτουργούσε το ίδιο κατάστημα η δεύτερη εναγομένη.

Επομένως, δεν συντρέχει περίπτωση μεταβίβασης άυλων αγαθών και δη μεταβίβαση δικαιωμάτων βιομηχανικής ιδιοκτησίας, δικαιωμάτων σε διακριτικούς τίτλους και επωνυμίες που απέκτησαν διακριτική δύναμη στις συναλλαγές, μεταβίβαση σχέσεων με μόνιμους πελάτες, αλλά και ούτε αποκλειστικών συνεργασιών ούτε μεταβίβαση των πηγών εφοδιασμού και διάθεσης εμπορευμάτων, αφού η ως άνω εναγομένη διατηρούσε το δικό της ανεξάρτητο δίκτυο εφοδιασμού, ούτε και υπεραξίας της επιχείρησης ούτε μεταβίβαση της μισθωτικής σχέσης, αλλά και ούτε μεταβίβαση πελατείας, η οποία σε επιχειρήσεις του κλάδου δεν αποτελεί δέσμιο χαρακτήρα της επιχείρησης του προκατόχου, αλλά άυλο αγαθό που αποκτάται με την καθιέρωση της επιχείρησης στη συνείδηση του καταναλωτικού κοινού, θεμέλιο που δεν διαρκεί εσαεί, αλλά χάνεται και εξανεμίζεται σε περίπτωση που κάποια επιχείρηση δεν διαθέτει εμπορεύματα σε επαρκή ποσότητα, ποιότητα και ποικιλία....

Στην ένδικη δε περίπτωση, η ως άνω κατάσταση της επιχείρησης σε συνδυασμό και με το γεγονός της διακοπής της δραστηριότητάς της για μεγάλο χρονικό διάστημα, απόσβησαν όποιο προνόμιο είχε η εν λόγω επιχείρηση λόγω της θέσης της, αφού η πελατεία και η φήμη του εν λόγω καταστήματος είχε εντελώς μηδενιστεί....

Ακόμη προέκυψε ότι το κατάστημα αυτό λειτούργησε με δικό του εξοπλισμό, που εισέφερε η πρώτη εναγομένη, αλλά και με δικά της εμπορεύματα. Σημειώνεται ότι από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι η πρώτη εναγόμενη δολίως αφαίρεσε τον εξοπλισμό του εν λόγω καταστήματος, ώστε να μη συντρέξουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του νόμου.

Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι η εκκένωση του καταστήματος από τους υπαλλήλους της δεύτερης εναγομένης, προκειμένου αυτό να παραδοθεί στους ιδιοκτήτες, καθίστατο αδύνατη, διότι όσες φορές μετέβαιναν στο εν λόγω κατάστημα για να παραλάβουν τον εξοπλισμό, συγκεντρώνονταν εκτός αυτού εργαζόμενοι της δεύτερης εναγομένης, διαμαρτυρόμενοι και επικαλούμενοι την ύπαρξη προσωρινής διαταγής του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης που απαγόρευε την μεταφορά εμπορευμάτων και του εξοπλισμού από το εν λόγω κατάστημα.

Εν τέλει ο εξοπλισμός και τα εμπορεύματα του εν λόγω καταστήματος, λίγες ημέρες μετά την έκδοση της υπ' αριθ. 5399/23-6-2017 απόφασης του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, που όρισε μεσεγγυούχους του εξοπλισμού αυτού και των εμπορευμάτων τους συνιδιοκτήτες, μεταφέρθηκε για φύλαξη από τους τελευταίους και με δικά τους έξοδα σε άλλο κατάστημα ιδιοκτησίας τους, στην ..., στη γωνία των οδών ..., όλα δε τα εμπορεύματα, που ήδη ήταν ληγμένα και αλλοιωμένα, μεταφέρθηκαν προς καύση και απόρριψη σε ειδικούς χώρους, ενώ το κατάστημα παραδόθηκε πλέον κενό στην πρώτη εναγομένη, προκειμένου να ασκήσει την εμπορική δραστηριότητά της....

Τέλος, ουδόλως προέκυψε ότι η πρώτη εναγομένη απασχόλησε στο κατάστημα αυτό προσωπικό που ανήκε στη δεύτερη. Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, δεν υπήρξε μεταβίβαση, κατά την έννοια των άρθρων 1, 2 και 3 του Π.Δ. 178/2002, του τμήματος της επιχείρησης που συνιστούσε το παραπάνω κατάστημα , αφού για την ύπαρξη αυτής πρέπει να μεταβιβάζονται τόσα επιμέρους στοιχεία της επιχείρησης σε σύνολο και ως οργανωμένη οντότητα (ως "ζών" οργανισμός) και κατά τέτοιο τρόπο, ώστε τα μεταβιβαζόμενα στοιχεία να διατηρούν την οργανική τους ενότητα και υπό το νέο φορέα, αλλά και να χρησιμοποιούνται σε σύνολο με αμετάβλητη μορφή οργάνωσης που επιτρέπει την επίτευξη του ιδίου οικονομικού στόχου, όπως και πριν, και όχι να γίνεται μεταβίβαση μεμονωμένων, έστω και σε άθροισμα ("νεκρών"), στοιχείων, δεδομένου ότι η πρώτη εναγομένη ουδόλως αποδείχθηκε ότι απέκτησε, αλλά ούτε και αξιοποίησε την οργάνωση εργασίας και τους συντελεστές παραγωγής που είχε δημιουργήσει η δεύτερη, μόνο δε με τη μίσθωση του καταστήματος, που περιήλθε στην κατοχή της ως γυμνό (νεκρό) στοιχείο για να ασκήσει αυτοτελώς την ίδια δραστηριότητα, δεν επήλθε μεταβολή και μεταβίβαση, αφού με το μεταβιβαζόμενο εν λόγω στοιχείο δεν ήταν δυνατή η επιδίωξη του εργασιακού - εμπορικού σκοπού της.

Συνακόλουθα, αφού η πρώτη εναγομένη εταιρεία δεν ήταν διάδοχος της δεύτερης στα ως άνω καταστήματα, δεν έχει επέλθει διαδοχή εργοδότη στα καταστήματα αυτά και, επομένως, η πρώτη εναγομένη δεν είχε καμία υποχρέωση να προσλάβει και να απασχολεί τους ενάγοντες στα εν λόγω καταστήματα και πρέπει η ένδικη αγωγή, κατά την επικουρική βάση αυτής, να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη".

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, ήτοι με το να δεχθεί ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν επήλθε μεταβίβαση τμήματος της επιχείρησης της δεύτερης εναγομένης στην πρώτη, επειδή δεν πληρούνταν οι απαιτούμενες προς τούτο προϋποθέσεις, ειδικότερα δε, επειδή α) δεν μεταβιβάστηκαν υλικά στοιχεία (κτήρια, μηχανήματα, εξοπλισμός κλπ.) ούτε άυλα αγαθά (σήματα, διακριτικοί τίτλοι κλπ.) ούτε πελατεία, β) κανείς από το προσωπικό, που απασχολούσε η δεύτερη εναγομένη στα καταστήματα του γηπέδου του ... και της περιοχής της ..., δεν απασχολήθηκε στα εν λόγω καταστήματα από την πρώτη εναγομένη και γ) η διακοπή λειτουργίας των ως άνω δύο καταστημάτων, εωσότου αυτά τεθούν εκ νέου σε λειτουργία από την πρώτη εναγομένη, διήρκεσε ικανό χρονικό διάστημα, ήτοι από 10-1-2017 έως 6-11-2017 για το κατάστημα του γηπέδου του ... και από 23-12-2016 έως τον Αύγουστο του 2017 για το κατάστημα της περιοχής της ..., ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 1, 3 παρ. 2, 4 παρ. 2, 8 του Π.Δ. 178/2002, καθώς και εκείνες της Οδηγίας 77/187/ΕΟΚ, όπως τροποποιήθηκε με την Οδηγία 98/50/ΕΚ και κωδικοποιήθηκε με την Οδηγία 2001/23/ΕΚ.

Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ως αβάσιμος. Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό και με τα άρθρα 106, 335 και 338 του ίδιου Κώδικα, αναγκαίο στοιχείο της αγωγής, για να είναι αυτή ορισμένη, είναι και η πληρότητα της ιστορικής της βάσης, δηλαδή η σαφής έκθεση στο αγωγικό δικόγραφο όλων των γεγονότων, είτε του εξωτερικού είτε του εσωτερικού κόσμου, που σύμφωνα με τον εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου θεμελιώνουν τη ζητούμενη έννομη συνέπεια.

Ωστόσο, η αγωγή δεν είναι ανάγκη να περιέχει νομική βάση ούτε η υπαγωγή με αυτή των επικαλούμενων περιστατικών σε συγκεκριμένη νομική διάταξη είναι δεσμευτική για το δικαστήριο, το οποίο αυτεπαγγέλτως εφαρμόζει το νόμο και προβαίνει στον προσήκοντα χαρακτηρισμό του αντικειμένου της αγωγής, χωρίς να δεσμεύεται από τις απόψεις των διαδίκων.

Τέλος, η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.

Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή της περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του ουσιαστικού δικαιώματος στο οποίο στηρίζεται. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής (ΟλΑΠ 18/1998, ΑΠ 592/2024, 83/2019, 2091/2013).

Επομένως, νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αντιθέτως, η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών, που θεμελιώνουν κατ' αρχάς το ασκούμενο με την αγωγή ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής και ελέγχονται αμφότερες αναιρετικά με τους λόγους από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ (OλΑΠ 1573/1981, ΑΠ 592/2024, 70/2023, 32/2022, 14/2022, 83/2019, 1321/2015, 2091/2013).

Με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1, 8, 14 και 19 ΚΠολΔ, κατ' ορθή δε νομική υπαγωγή η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, με τις αναφερόμενες στο αναιρετήριο παραδοχές, απέρριψε ως αόριστη την ένδικη αγωγή κατά την εκτιθέμενη στο δικόγραφο της αναίρεσης κύρια βάση αυτής περί καθολικής μεταβίβασης της επιχείρησης της δεύτερης εναγομένης στην πρώτη.

Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος της, προκύπτει ότι το Εφετείο απέρριψε ως αόριστη την ένδικη αγωγή κατά την κύρια βάση της με το ακόλουθο σκεπτικό: "Στην προκείμενη περίπτωση η με το προαναφερθέν περιεχόμενο αγωγή, κατά την κύρια βάση αυτής, είναι αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης, διότι με βάση τα ιστορούμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά, που συνίστανται στη μεταβίβαση, κατά τους όρους του Π.Δ. 178/2002 και 6 Ν. 2112/20, 21 καταστημάτων, από τη δεύτερη στην πρώτη εναγόμενη εταιρεία, εξ αλυσίδας 131 καταστημάτων σούπερ μάρκετ σε όλη τη χώρα, που διέθεταν λειτουργική αυτονομία, με τη σημείωση ότι το γεγονός πως δεν μισθώθηκαν όλα οφείλεται τόσο στην άρνηση των ιδιοκτητών που δέχθηκαν καλύτερες προσφορές από τρίτους ανταγωνιστές στους οποίους και τα εκμίσθωσαν, όσο και από το γεγονός ότι κάποια ανήκαν στην κυριότητα της αναφερόμενης εταιρείας που ήταν αντίδικος με την πρώτη εναγομένη και δεν προχώρησε στην εκμίσθωσή τους στην τελευταία και οπότε δεν πρόκειται ποτέ να τα λειτουργήσει η εναγομένη, η έννομη συνέπεια αυτών των περιστατικών θα ήταν μόνο η μερική, κατά τους όρους των άνω διατάξεων, μεταβίβαση των καταστημάτων τα οποία η πρώτη εναγομένη λειτούργησε και ουδόλως θα δικαιολογείτο η ολική μεταβίβαση της επιχείρησης της δεύτερης εναγομένης στην πρώτη και η εξ αυτής υποχρέωση απασχόλησης του συνόλου του προσωπικού όλων των καταστημάτων, μεταξύ των οποίων και των επίδικων, που αποτέλεσε και το κύριο αίτημα της αγωγής, διότι η μεταβίβαση μπορεί να αφορά και μέρος επιχείρησης, το οποίο απολαμβάνει λειτουργική και οικονομική οντότητα, διακριτή από την επιχείρηση, οπότε στην περίπτωση αυτή η μεταβολή αφορά μόνο το μέρος της επιχείρησης αυτής και όχι το σύνολο αυτής και άρα η μεταβίβαση αφορά μόνο τους εργαζόμενους εκείνους που είναι ενταγμένοι στο συγκεκριμένο τμήμα, τη στιγμή μάλιστα που κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή πρόκειται για επιχείρηση σειράς καταστημάτων - υπεραγορών τροφίμων (super market), της οποίας τα κατ' ιδίαν καταστήματα αποτελούν χωριστά τμήματα της εν λόγω επιχείρησης.

Συνακόλουθα, μεταξύ ιστορικού και διατακτικού δεν υφίσταται αιτιώδης συνάφεια ούτε γίνεται επίκληση άλλων νόμιμων πραγματικών περιστατικών στα οποία να θεμελιώνεται η εν λόγω αιτούμενη ολική μεταβίβαση και μεταβολή. Επομένως η αγωγή κατά την κύρια βάση αυτής είναι απορριπτέα ως αόριστη". Περαιτέρω, από την επισκόπηση της ένδικης αγωγής (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι με αυτήν οι ενάγοντες ισχυρίστηκαν ότι η δεύτερη εναγομένη διατηρούσε αλυσίδα 131 καταστημάτων (super market) ανά την Ελλάδα, ότι από την 1-11-2016 η πρώτη εναγομένη είχε προβεί σε μισθώσεις καταστημάτων της δεύτερης, καταβάλλοντας για λογαριασμό αυτής καθυστερούμενα μισθώματα, προκειμένου να αποτραπεί ο κίνδυνος έξωσης της τελευταίας και η εκμίσθωση των καταστημάτων σε τρίτους, ότι στην περιοχή της Θεσσαλονίκης η πρώτη εναγομένη μίσθωσε συνολικά 21 από τα καταστήματα της δεύτερης, τα οποία ειδικώς αναφέρονται στην αγωγή, ενώ η μίσθωση των υπολοίπων καταστημάτων στην ως άνω περιοχή δεν κατέστη δυνατή εξαιτίας της άρνησης των ιδιοκτητών, οι οποίοι δέχθηκαν καλύτερες προσφορές από τρίτους, ότι κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής τα ειδικώς αναφερόμενα έξι (6) από τα 21 καταστήματα, που μίσθωσε η δεύτερη εναγομένη στην περιοχή της Θεσσαλονίκης, είχαν ήδη αρχίσει να λειτουργούν, ενώ τα υπόλοιπα επρόκειτο να λειτουργήσουν κατά το αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα, καθώς και ότι, υπό τα ανωτέρω εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά, επήλθε καθολική μεταβίβαση της επιχείρησης της δεύτερης εναγομένης στην πρώτη, άλλως μεταβίβαση τμήματος της εν λόγω επιχείρησης, η οποία (μεταβίβαση) συντελέστηκε την 1-11-2016.

Με το ως άνω περιεχόμενο, η αγωγή είναι αόριστη ως προς την κύρια βάση της περί καθολικής μεταβίβασης της επιχείρησης της δεύτερης εναγομένης στην πρώτη, καθόσον δεν εξειδικεύονται επαρκώς τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν το ασκούμενο με αυτήν ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής των αντίστοιχων κανόνων ουσιαστικού δικαίου και συγκεκριμένα των διατάξεων του Π.Δ. 178/2002, καθώς και της Οδηγίας 77/187/ΕΟΚ, όπως τροποποιήθηκε με την Οδηγία 98/50/ΕΚ και κωδικοποιήθηκε με την Οδηγία 2001/23/ΕΚ.

Ειδικότερα, στο δικόγραφο της αγωγής γίνεται λόγος για αλυσίδα 131 καταστημάτων (super market) που λειτουργούσε η δεύτερη εναγομένη ανά την Ελλάδα, χωρίς να προσδιορίζονται οι περιοχές στις οποίες ασκούσε η τελευταία την ως άνω επιχειρηματική της δραστηριότητα, στοιχείο κρίσιμο για τη θεμελίωση του κυρίου αιτήματος της αγωγής περί καθολικής μεταβίβασης επιχείρησης, ακολούθως αναφέρεται ότι από την 1-11-2016 η πρώτη εναγομένη προέβη σε μισθώσεις καταστημάτων της δεύτερης, χωρίς να εξειδικεύεται ο αριθμός αυτών και οι περιοχές στις οποίες βρίσκονται, στοιχείο επίσης κρίσιμο για τη θεμελίωση του ως άνω αιτήματος, ενώ στη συνέχεια αναφέρεται ότι η πρώτη εναγομένη μίσθωσε τα ειδικώς αναφερόμενα στην αγωγή 21 καταστήματα της δεύτερης, τα οποία βρίσκονται στην περιοχή της Θεσσαλονίκης, στοιχείο που παραπέμπει σε μεταβίβαση τμήματος της επιχείρησης της δεύτερης εναγομένης στην πρώτη.

Συνεπώς, στην προκειμένη περίπτωση υπάρχει ποσοτική αοριστία του δικογράφου της αγωγής, η οποία ελέγχεται αναιρετικά με τον λόγο του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, ορθώς έκρινε δε το Εφετείο, έστω και με διαφορετική εν μέρει αιτιολογία, απορρίπτοντας ως αόριστη την ένδικη αγωγή κατά την κύρια βάση της. Κατόπιν αυτού, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο, εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, σκέλος του.

Με το τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, για παραβίαση των διατάξεων του Π.Δ. 178/2002 και της Οδηγίας 98/50/ΕΚ, κατ' ορθή δε νομική υπαγωγή οι πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 και 8 ΚΠολΔ, συνιστάμενες στο ότι το Εφετείο, με τις αναφερόμενες στο αναιρετήριο παραδοχές, απέρριψε ως αόριστη και μη νόμιμη, κατά περίπτωση, την ένδικη αγωγή κατά την εκτιθέμενη στο δικόγραφο της αναίρεσης επικουρική βάση αυτής περί μεταβίβασης τμήματος της επιχείρησης της δεύτερης εναγομένης στην πρώτη, όσον αφορά τα 9 εκ των 11 συνολικά καταστημάτων της Θεσσαλονίκης, που αφορά η βάση αυτή (αφαιρουμένων από το σύνολο των 11 καταστημάτων της επικουρικής βάσης εκείνων του γηπέδου του ...

και της περιοχής της ..., για τα οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν). Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος της, προκύπτει ότι το Εφετείο απέρριψε ως αόριστη και μη νόμιμη, κατά περίπτωση, την ένδικη αγωγή κατά την επικουρική βάση της με το ακόλουθο σκεπτικό: "Στην κρινόμενη αγωγή, πέραν της προαναφερθείσας κύριας βάσης περιέχεται και επικουρική βάση με την οποία ζητείται να αναγνωριστεί ότι έχει επέλθει διαδοχή και μεταβολή του προσώπου του εργοδότη στα κατ' ιδίαν καταστήματα επί της οδού ..., επί της οδού ...

στη Καλαμαριά, επί της οδού ... στη Καλαμαριά, επί της οδού ..., επί της οδού ..., επί της οδού ..., επί της οδού ... στις Συκιές, του καταστήματος στο ..., του καταστήματος στο γήπεδο του ..., του καταστήματος της ... και του καταστήματος επί της οδού ..., με αντίστοιχη μεταβίβαση των εργασιακών σχέσεων των εναγόντων κάθε καταστήματος.

Η αγωγή αυτή και κατά την επικουρική βάση της είναι αόριστη και μη νόμιμη, πλην των καταστημάτων του γηπέδου του ... και της περιοχής της .... Και τούτο, διότι δεν γίνεται μνεία στην αγωγή του χρονικού σημείου που έλαβε χώρα η μεταβίβαση της επιχείρησης και η μεταβολή του προσώπου του εργοδότη στα ως άνω καταστήματα, πλην των καταστημάτων του γηπέδου του ...

και της περιοχής της ..., για τα οποία αναφέρεται ως ημερομηνία μεταβίβασης, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου της αγωγής, η 1-11-2016, οπότε μισθώθηκαν και ενώ αυτά λειτουργούσαν, ήτοι χωρίς διακοπή της δραστηριότητάς τους κατά τον χρόνο της μεταβολής. Η αοριστία αυτή επιτείνεται και από το γεγονός ότι οι ενάγοντες αναφέρονται σε λειτουργία, κατά τον χρόνο της μεταβίβασης, μόνο των δύο προαναφερθέντων καταστημάτων, για δε τα λοιπά αναφέρουν στην αγωγή ότι μετά τη μεταβολή ήδη λειτούργησαν ή ότι θα λειτουργήσουν, ήτοι ισχυρίζονται ότι μεσολάβησε διακοπή μέχρι τον χρόνο της λειτουργίας τους.

Και για μεν αυτά που λειτούργησαν δεν αναφέρουν τη διάρκεια της διακοπής, γεγονός που καθιστά αόριστη γι' αυτά την αγωγή, για δε όσα θα λειτουργήσουν μη νόμιμη και γι' αυτό απορριπτέα, διότι μόνη η απόκτηση ή η επαναπόκτηση της εξουσίας διάθεσης των στοιχείων που συνθέτουν τη μονάδα δεν αρκεί για να επέλθει αλλαγή του επιχειρηματικού φορέα και διαδοχή στο πρόσωπο του εργοδότη, χωρίς δηλαδή άσκηση, έστω και προσωρινά, της συναρτώμενης με τη λειτουργία της μεταβιβαζόμενης μονάδας οικονομικής δραστηριότητας.

Δηλαδή, θα πρέπει ο νέος εργοδότης να αξιοποιήσει την οργάνωση εργασίας που είχε δημιουργήσει ο προκάτοχός του, χωρίς να αρκεί ότι με τα στοιχεία της μεταβιβαζόμενης μονάδας, που αποκτά το νέο πρόσωπο, έχει τη δυνατότητα να συνεχίσει τη λειτουργία της μονάδας, αλλά για να κριθεί ότι συντρέχει μεταβίβαση αξιολογείται, και μάλιστα ως ουσιώδες στοιχείο, και το αν ο νέος επιχειρηματίας συνεχίζει πράγματι ή αρχίζει εκ νέου την εκμετάλλευση της εν λόγω μονάδας.

Συνακόλουθα η αγωγή είναι μόνο για τα προαναφερθέντα καταστήματα ορισμένη και νόμιμη". Περαιτέρω, από την επισκόπηση της ένδικης αγωγής (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι με αυτήν οι ενάγοντες ισχυρίστηκαν ότι από την 1-11-2016 η πρώτη εναγομένη είχε προβεί σε μισθώσεις καταστημάτων της δεύτερης, ότι στην περιοχή της Θεσσαλονίκης η πρώτη εναγομένη μίσθωσε συνολικά 21 από τα καταστήματα της δεύτερης, τα οποία ειδικώς αναφέρονται στην αγωγή, καθώς και ότι, κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής, τα ειδικώς αναφερόμενα έξι (6) από τα 21 καταστήματα που μίσθωσε η δεύτερη εναγομένη στην περιοχή της Θεσσαλονίκης (στα οποία 6 περιλαμβάνονται και εκείνα του γηπέδου του ..., της περιοχής της ..., της οδού ...

στην Καλαμαριά και της οδού ... στην Καλαμαριά, που αποτελούν αντικείμενο της επικουρικής βάσης της αγωγής και εκ των οποίων για τα καταστήματα του γηπέδου του ... και της περιοχής της ... κρίθηκε από το Εφετείο η αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, όπως προελέχθη), είχαν ήδη αρχίσει να λειτουργούν, ενώ τα υπόλοιπα επρόκειτο να λειτουργήσουν κατά το αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα.

Με το ως άνω περιεχόμενο, η αγωγή είναι αόριστη ως προς την επικουρική βάση της περί μεταβίβασης τμήματος της επιχείρησης της δεύτερης εναγομένης στην πρώτη, όσον αφορά εκείνα εκ των καταστημάτων της εξεταζόμενης βάσης, τα οποία είχαν ήδη λειτουργήσει από την πρώτη εναγομένη κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής, καθόσον δεν εξειδικεύονται επαρκώς τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν το ασκούμενο με αυτήν ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής των αντίστοιχων κανόνων ουσιαστικού δικαίου και συγκεκριμένα των διατάξεων του Π.Δ. 178/2002, καθώς και της Οδηγίας 77/187/ΕΟΚ, όπως τροποποιήθηκε με την Οδηγία 98/50/ΕΚ και κωδικοποιήθηκε με την Οδηγία 2001/23/ΕΚ.

Ειδικότερα, δεν προσδιορίζεται ο χρόνος κατά τον οποίο έπαυσε η λειτουργία των επίμαχων καταστημάτων από τη δεύτερη εναγομένη ούτε ο χρόνος κατά τον οποίο τέθηκαν αυτά εκ νέου σε λειτουργία από την πρώτη, στοιχείο κρίσιμο για τη θεμελίωση του επικουρικού αιτήματος της αγωγής περί μεταβίβασης τμήματος της επιχείρησης της δεύτερης εναγομένης στην πρώτη, δεδομένου μάλιστα ότι από την 1-11-2016, που αναφέρεται στην αγωγή ως ημερομηνία μίσθωσης (αορίστου αριθμού) καταστημάτων της δεύτερης εναγομένης από την πρώτη, έως την άσκηση της αγωγής (Νοέμβριος 2018) μεσολαβεί χρονικό διάστημα δύο ετών.

Συνεπώς, στην προκειμένη περίπτωση υπάρχει ποσοτική αοριστία του δικογράφου της αγωγής, η οποία ελέγχεται αναιρετικά με τον λόγο του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη. Περαιτέρω, η αγωγή είναι μη νόμιμη ως προς την επικουρική βάση της περί μεταβίβασης τμήματος της επιχείρησης της δεύτερης εναγομένης στην πρώτη, όσον αφορά εκείνα εκ των καταστημάτων της εξεταζόμενης βάσης, τα οποία δεν είχαν λειτουργήσει κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής, καθόσον στοιχείο κρίσιμο για το εάν συντρέχει περίπτωση μεταβίβασης επιχείρησης ή τμήματος αυτής είναι, μεταξύ άλλων, η λειτουργία αυτής ή του μεταβιβασθέντος τμήματός της από το νέο φορέα και μάλιστα κατά τέτοιον τρόπο, ώστε η μεταβιβαζόμενη επιχείρηση να διατηρεί την ταυτότητά της και υπό το νέο φορέα της.

Συνεπώς το Εφετείο, το οποίο απέρριψε την αγωγή ως αόριστη και μη νόμιμη, κατά περίπτωση, ως προς την επικουρική βάση της, όσον αφορά τα εννέα (9) εκ των ένδεκα (11) καταστημάτων της εξεταζόμενης βάσης, έστω και με διαφορετική εν μέρει αιτιολογία, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις του Π.Δ. 178/2002 και της Οδηγίας 98/50/ΕΚ και πρέπει να απορριφθεί ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το τρίτο σκέλος του, εκ των αριθμών 1 και 8 του ΚΠολΔ, ως αβάσιμος.

Σύμφωνα με το άρθρο 421 ΚΠολΔ, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο του Ν. 4335/2015 και ισχύει από 1-1-2016 κατά τη ρητή μεταβατική διάταξη του άρθρου 1 άρθρου ενάτου παρ. 4 του ίδιου νόμου και όπως ίσχυε δε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, "Οι διάδικοι μπορούν να προσάγουν προαποδεικτικώς ένορκες βεβαιώσεις, εφόσον αυτές λαμβάνονται ενώπιον του ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου της έδρας του δικαστηρίου ή της κατοικίας ή της διαμονής του μάρτυρα ή ενώπιον του προξένου της κατοικίας ή της διαμονής του μάρτυρα κατά τη διαδικασία των επομένων άρθρων" και όπως κατά το άρθρο 422 του ίδιου Κώδικα, το οποίο προστέθηκε και ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο πριν την τροποποίηση της παρ. 3 με το άρθρο 22 του ν. 4842/2021, "1.

Ο διάδικος που επιδιώκει τη λήψη ένορκης βεβαίωσης, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο προηγούμενο άρθρο, επιδίδει δύο (2) τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση στον αντίδικο κλήση, η οποία αναφέρει την αγωγή, το ένδικο βοήθημα ή μέσο, που αφορά η βεβαίωση, τόπο, ημέρα και ώρα που θα δοθεί, το ονοματεπώνυμο, το επάγγελμα και τη διεύθυνση της κατοικίας του μάρτυρα. 2.

Κατά τη βεβαίωση παρίστανται, εφόσον το επιθυμούν, οι διάδικοι. 3. Δεν επιτρέπεται η λήψη ενόρκων βεβαιώσεων πάνω από πέντε (5) για κάθε διάδικο και τρεις (3) για την αντίκρουση", ενώ κατά το άρθρο 424 του ίδιου Κώδικα, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο και πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 23 του ν. 4842/2021 "Ένορκη βεβαίωση, που δίδεται κατά παράβαση των προηγούμενων διατάξεων, δεν λαμβάνεται καθόλου υπόψη στο πλαίσιο της δίκης για την οποία δόθηκε, ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων".

Η επίκληση της ένορκης βεβαίωσης πρέπει να γίνεται με τις προτάσεις κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και, συνακόλουθα, αν προσκομίζεται πρώτη φορά στο Εφετείο, η επίκληση πρέπει να γίνεται με τις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης (ΑΠ 666/2022, 507/2022, 204/2017) και να είναι ειδική, έτσι ώστε να προκύπτει από αυτήν ο αριθμός, ο μάρτυρας που εξετάστηκε και εκείνος που τον εξέτασε και, επιπλέον, να καθορίζεται ότι έλαβε χώρα νόμιμη κλήτευση του αντιδίκου ή ότι αυτός παραστάθηκε, οπότε, στην τελευταία αυτή περίπτωση, η ακυρότητα από τη μη κλήτευσή του θεραπεύεται (ΑΠ 666/2022, 507/2022, 18/2021, 26/2020).

Οι ως άνω ένορκες βεβαιώσεις αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο σε σχέση με τα έγγραφα και πρέπει να μνημονεύονται ειδικά στην απόφαση (ΑΠ 666/2022, 5/2020, 1016/2020, 826/2015). Το όριο των πέντε ενόρκων βεβαιώσεων ισχύει αθροιστικά και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας και για το σύνολο των αντικειμένων της δίκης που κάθε διάδικος αποσκοπεί να υποστηρίξει ή να αντικρούσει με τις ένορκες βεβαιώσεις, όπως συμβαίνει στην περίπτωση της αντικειμενικής σώρευσης αγωγών (άρθρο 218 ΚΠολΔ) ή της ανταγωγής (άρθρο 268 ΚΠολΔ), δηλαδή και στις περιπτώσεις αυτές πέντε συνολικά ένορκες βεβαιώσεις επιτρέπεται σε κάθε διάδικο μέρος να επικαλεσθεί και να προσκομίσει (ΑΠ 666/2022, 610/2022, 430/2021, 159/2019).

Αν προσκομιστούν από ένα διάδικο περισσότερες από πέντε ένορκες βεβαιώσεις, το δικαστήριο υποχρεούται να λάβει υπόψη τις πέντε πρώτες κατά τη σειρά επίκλησής τους, γιατί οι πέραν των πέντε ένορκες βεβαιώσεις δεν λαμβάνονται υπόψη ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΑΠ 666/2022, 155/2020, ΑΠ 159/2019). Περαιτέρω, από τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό πόρισμα αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη απόδειξης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και νομίμως προσκομίζουν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων τα έγγραφα και τις ένορκες βεβαιώσεις που προσκομίζονται είτε προς άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.

Επίσης, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 339 και 395 του ίδιου Κώδικα προκύπτει ότι ως δικαστικά τεκμήρια, τα οποία επιτρέπεται να χρησιμοποιηθούν ως αποδεικτικά μέσα, εάν επιτρέπεται η απόδειξη και με μάρτυρες, μπορούν να χρησιμεύσουν και καταθέσεις μαρτύρων που ελήφθησαν επ' ευκαιρία άλλης πολιτικής ή ποινικής δίκης, καθώς επίσης και ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, έστω και αν ελήφθησαν χωρίς προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου εκείνου που τις προσκομίζει, εκτός αν αυτές, κατά την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, έγιναν επίτηδες για να χρησιμοποιηθούν ως αποδεικτικό μέσο στη συγκεκριμένη δίκη. (ΟλΑΠ 8/2016, ΑΠ 438/2018, 897/2014).

Οι ένορκες βεβαιώσεις που έχουν ληφθεί στο πλαίσιο άλλης προηγούμενης δίκης δεν συνιστούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αλλά απλά έγγραφα που συνεκτιμώνται για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, ακόμη και αν δεν έχουν τηρηθεί οι τασσόμενες γι' αυτές διατυπώσεις ( ΑΠ 438/2018, 1471/2014).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέστηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 1648/2024, 26/2022, 70/2008, 222/2008), προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 1648/2024, 845/2018, 669/2018, 1350/2017), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 1648/2024, 1350/2017, 1874/2008), εφόσον, βέβαια, προτάθηκαν παραδεκτά στο Δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο).

Ωστόσο, στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδιστάκτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 1648/2024, 669/2018, 1350/2017, 798/2010).

Για την πληρότητα του ως άνω λόγου αναίρεσης, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο α) τα αποδεικτικά μέσα που δεν λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά τους, β) η επίκληση και προσκομιδή αυτών, κατά νόμιμο τρόπο, ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, γ) ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου προσκομίστηκε το αποδεικτικό μέσο και το περιεχόμενο του ισχυρισμού, ώστε να μπορεί να κριθεί αν αυτός ήταν ουσιώδης και το αποδεικτικό μέσο ήταν κρίσιμο για την απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτού και δ) το περιεχόμενο του αποδεικτικού μέσου (ΟλΑΠ 1990/1982, ΑΠ 1648/2024, 1022/2022, 26/2022, 960/2017).

Για τον έλεγχο όμως της ουσιαστικής βασιμότητας του λόγου αυτού είναι αναγκαία η προσκόμιση των αποδεικτικών μέσων, τα οποία αφορά η εν λόγω αναιρετική αιτίαση, προκειμένου να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενο αυτών, με το οποίο θα ελεγχθεί η μη λήψη τους υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 987/2022, 1252/2022, 336/2010).

Με το τέταρτο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 και 11 ΚΠολΔ, κατ' ορθή δε νομική υπαγωγή η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11γ' του ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι αναιρεσείοντες νομίμως επικαλέστηκαν και προσκόμισαν με τις κατ' έφεση προτάσεις τους και ειδικότερα α) τις κατά σειρά επίκλησης προσκομισθείσες ένορκες βεβαιώσεις υπ' αριθ. ...2019 (τριών μαρτύρων) και ...2018 (οκτώ μαρτύρων), αμφότερες ληφθείσες μετά από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση της αναιρεσίβλητης, εκ των οποίων η πρώτη προσκομίστηκε για πρώτη φορά ενώπιον του Εφετείου, το οποίο έλαβε υπόψη του μόνο την 4924/2018 και μόνο για τις καταθέσεις των πέντε πρώτων από τους οκτώ συνολικά μάρτυρες που περιλαμβάνονται σ' αυτήν, και β) τις υπ' αριθ. 203/2018, 487/2017, 66/2018 και 921/2017 ένορκες βεβαιώσεις ληφθείσες στα πλαίσια άλλων δικών.

Από την επισκόπηση των από 7-11-2023 προτάσεων των αναιρεσειόντων (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι αυτοί δεν επικαλούνται ούτε προσκομίζουν τις επίμαχες υπ' αριθ. ...2019, 487/2017 και 921/2017 ένορκες βεβαιώσεις, όπως άλλωστε προκύπτει και από τον έλεγχο των στοιχείων του φακέλου της υπόθεσης, συνεπώς ως προς αυτές πρέπει να απορριφθεί ο ερευνώμενος λόγος ως αβάσιμος, επιπλέον δε, ορθώς το Εφετείο με την, επισκοπούμενη κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, προσβαλλόμενη απόφασή του δεν έλαβε υπόψη την ...2019 ένορκη βεβαίωση, με την αιτιολογία ότι προσκομίστηκε από τους εφεσιβλήτους για πρώτη φορά ενώπιόν του και είχε ληφθεί καθ' υπέρβαση των ανώτατου επιτρεπομένου αριθμού των πέντε μαρτύρων, ο οποίος είχε εξαντληθεί στον πρώτο βαθμό, ενώ δεν προσκομίστηκε προς αντίκρουση αυτοτελούς ισχυρισμού προταθέντος με τις προτάσεις της αντιδίκου τους.

Όσον αφορά την ...2018 ένορκη βεβαίωση, από την επισκόπηση αυτής, καθώς και των από 30-1-2019 πρωτόδικων προτάσεων των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι αυτοί επικαλέστηκαν και προσκόμισαν την εν λόγω ένορκη βεβαίωση ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ως κοινό αποδεικτικό μέσο όλων των εναγόντων, συνεπώς ορθώς το Εφετείο έλαβε υπόψη μόνο τις πρώτες πέντε καταθέσεις εκ των οκτώ συνολικά μαρτύρων που περιλαμβάνονται σ' αυτήν, ενώ δεν έλαβε υπόψη τις λοιπές τρεις, και, ως εκ τούτου, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης ως προς τη σχετική με την εν λόγω ένορκη βεβαίωση αιτίαση.

Τέλος, όσον αφορά τις υπ' αριθ. ... ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων Ε. Σ. και Ε. Γ. (και όχι Χ. Τ., όπως εσφαλμένα αναφέρεται στο αναιρετήριο) αντίστοιχα, που ελήφθησαν στα πλαίσια άλλης δίκης, αυτές δεν αποτελούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αλλά απλά έγγραφα που συνεκτιμώνται για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, χωρίς να απαιτείται εκάστη τούτων να μνημονεύεται ειδικώς στην απόφαση, από τη μνεία δε στην, επισκοπούμενη κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, προσβαλλόμενη απόφαση ότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού συνεκτιμήθηκαν, μαζί με τα λοιπά νομίμως προσκομισθέντα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα, "οι προσκομιζόμενες από τους διαδίκους ένορκες βεβαιώσεις που λήφθηκαν με επιμέλειά τους για να προσκομιστούν σε άλλες δίκες, ανεξάρτητα από το εάν λήφθηκαν μετά από προηγούμενη νομότυπη κλήτευση, ενόψει του ότι κρίνεται ότι δεν συντάχθηκαν επίτηδες προκειμένου να χρησιμοποιηθούν και στην παρούσα δίκη", καθώς και από τις προεκτεθείσες ουσιαστικές παραδοχές της ως άνω απόφασης δεν δημιουργείται καμία αμφιβολία, αλλά αντίθετα καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι οι επίμαχες ένορκες βεβαιώσεις ελήφθησαν υπόψη από το Εφετείο και συνεκτιμήθηκαν, μαζί με τα λοιπά νομίμως προσκομισθέντα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα, για τον σχηματισμό της κρίσης του.

Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί ο ως άνω λόγος αναίρεσης και ως προς τη σχετική με τις εν λόγω ένορκες βεβαιώσεις αιτίαση.

Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 17 του ΚΠολΔ δημιουργείται, αν η ίδια η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Προκειμένου να ιδρυθεί ο ως άνω λόγος αναίρεσης, πρέπει η αντίφαση μεταξύ των διατάξεων της προσβαλλόμενης απόφασης να υπάρχει στο διατακτικό της, έτσι ώστε να καθίσταται, εξαιτίας αυτής, αδύνατη η εκτέλεσή της ή να εμφανίζεται αβεβαιότητα ως προς τη διάπλαση ή διάγνωση που έλαβε χώρα ή να εμποδίζεται η παραγωγή και η ενέργεια του δεδικασμένου (ΑΠ 1495/2023, 1291/2019, 14/2016, 49/2016) και όχι όταν η αντίφαση υπάρχει στις αιτιολογίες της απόφασης, εκτός αν αυτές επέχουν θέση διατακτικού ή όταν η αντίφαση υπάρχει μεταξύ του διατακτικού και του αιτιολογικού της απόφασης (ΑΠ 1495/2023, 1291/2019, 489/2014).

Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1, 19 και 17 του ΚΠολΔ, για ευθεία και εκ πλαγίου (με αντιφατικές αιτιολογίες) παραβίαση διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για αντιφατικές διατάξεις της προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία ενώ έκρινε ως αόριστη την κύρια βάση της ένδικης αγωγής, στη συνέχεια αποφάνθηκε επί της ουσίας ότι δεν έχει συντελεστεί καθολική μεταβίβαση της επιχείρησης της δεύτερης εναγομένης στην πρώτη.

Ως προς τις εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτιάσεις του, ο ανωτέρω λόγος είναι αόριστος και συνεπώς απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον δεν αναφέρονται οι διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκαν ευθέως και εκ πλαγίου. Περαιτέρω, όσον αφορά την εκ του αριθμού 17 του ιδίου άρθρου αιτίαση, η οποία συνίσταται στο ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ έκρινε ως αόριστη την κύρια βάση της ένδικης αγωγής περί καθολικής μεταβίβασης της επιχείρησης της δεύτερης εναγομένης στην πρώτη, ακολούθως διέλαβε στο σκεπτικό της, στα πλαίσια της κατ' ουσίαν εξέτασης της επικουρικής βάσης της αγωγής περί μεταβίβασης τμήματος της ως άνω επιχείρησης (ήτοι του καταστήματος του γηπέδου του ...

και του καταστήματος της ...), τα εξής: "Συνακόλουθα, με βάση μόνο τα προαναφερθέντα δεν μπορεί ουδόλως να συναχθεί ότι μεταξύ των εναγομένων καταρτίσθηκε εν κρυπτώ συμφωνία μεταβίβασης των προαναφερθέντων καταστημάτων (στα πλαίσια και της εν συνόλω μεταβίβασης) της δεύτερης στην πρώτη με βάση τους όρους του Π.Δ. 178/2002", ο ανωτέρω λόγος είναι αβάσιμος.

Και τούτο, διότι η εντός παρενθέσεως φράση "στα πλαίσια και της εν συνόλω μεταβίβασης" αποτελεί πλεοναστική αιτιολογία, δεδομένου ότι για την κατ' ουσίαν απόρριψη της ανωτέρω επικουρικής βάσης της αγωγής αρκούσαν οι προαναφερθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, σε καμία περίπτωση δε η εν λόγω (πλεοναστική) αιτιολογία δεν επέχει θέση διατακτικού, αφού στις σελίδες 28 και 29 της απόφασης διατυπώνεται, κατά τρόπο σαφή και αναμφίβολο, η κρίση του Εφετείου περί της αοριστίας της ένδικης αγωγής ως προς την κύρια βάση της, η οποία (κρίση) καταλήγει στο ότι "Επομένως η αγωγή κατά την κύρια βάση αυτής είναι απορριπτέα ως αόριστη".

Με το πρώτο σκέλος του τρίτου λόγου αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11γ' ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη νομίμως προσκομισθέντα από τους αναιρεσείοντες αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα: α) Τις περιεχόμενες στην υπ' αριθ. ...2018 ένορκη βεβαίωση καταθέσεις των τριών πρώτων (Χ., Η.

και Β.) από τους οκτώ μάρτυρες που περιλαμβάνονται σ' αυτήν, β) τις ένορκες βεβαιώσεις υπ' αριθ. ..., οι οποίες ελήφθησαν στα πλαίσια άλλων δικών (που αφορούσαν καταστήματα της δεύτερης εναγομένης στη Βέροια και τα Ιωάννινα αντίστοιχα), γ) την απάντηση - επιστολή του Υπουργείου Εργασίας μετά την κατάθεση επίκαιρης ερώτησης στη Βουλή σχετικά με την επιχείρηση της δεύτερης εναγομένης, δ) τα προσκομισθέντα ιδιωτικά συμφωνητικά για την επικύρωση συμφωνίας μεταξύ των εταιρειών "..." και "...", καθώς και το δικόγραφο της τριτανακοπής που άσκησε η τελευταία κατά της απόφασης εξυγίανσης της εταιρείας "...

Α.Ε.", ε) τα αναφερόμενα στις σελ. 102 και 103 του αναιρετηρίου συμφωνητικά, στ) τα αναφερόμενα στη σελ. 103 του αναιρετηρίου από 2-11-2016 μισθωτήριο και ένορκη βεβαίωση (χωρίς αναφορά αριθμού) του μάρτυρα Κ. Κ., που είχαν προσκομιστεί από την πρώτη εναγομένη - εκκαλούσα, καθώς και προσκομισθείσες από τους ίδιους (αναιρεσείοντες) επιταγές δεκάδων χιλιάδων σε διαταγή της δεύτερης εναγομένης, ζ) τα αναφερόμενα στη σελ. 106 του αναιρετηρίου έγγραφα (κατασχετήριες εκθέσεις, εξώδικες δηλώσεις προς τους ορισθέντες μεσεγγυούχους και υπ' αριθ. 5399/2017 απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης.

Ο ανωτέρω λόγος είναι αόριστος και συνεπώς απορριπτέος ως απαράδεκτος 1) ως προς το υπό στοιχ. δ' σκέλος του, καθόσον δεν προσδιορίζονται τα επικαλούμενα ιδιωτικά συμφωνητικά και το δικόγραφο της τριτανακοπής με αναφορά της ημερομηνίας εκάστου τούτων, καθώς και του δικαστηρίου στο οποίο απευθύνεται η τριτανακοπή, 2) ως προς το υπό στοιχ.

στ' σκέλος του, εφόσον δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο ότι οι αναιρεσείοντες με τις προτάσεις τους είχαν επικαλεστεί ή είχαν προσκομίσει και οι ίδιοι, ως εφεσίβλητοι, τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα ενώπιον του Εφετείου, και 3) ως προς το υπό στοιχ. ζ' σκέλος του, όσον αφορά τις κατασχετήριες εκθέσεις και εξώδικες δηλώσεις, καθόσον δεν προσδιορίζονται με αναφορά του αριθμού και της ημερομηνίας εκάστης κατασχετήριας έκθεσης, καθώς και της ημερομηνίας και του προσώπου προς το οποίο απευθυνόταν εκάστη εξώδικη δήλωση.

Περαιτέρω, ως προς το υπό στοιχ. α' σκέλος του κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον αντιφάσκει προς το τέταρτο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης, σύμφωνα με το οποίο το Εφετείο έλαβε υπόψη μόνο τις καταθέσεις των πέντε πρώτων από τους οκτώ συνολικά μάρτυρες που περιλαμβάνονται στην υπ' αριθ. ...2018 ένορκη βεβαίωση, σε κάθε περίπτωση δε είναι αβάσιμος, καθόσον στη σελ. 46 της προσβαλλόμενης απόφασης γίνεται ρητή αναφορά στις καταθέσεις των μαρτύρων Χ. (η οποία εκ παραδρομής αναφέρεται ως Χ.) και Β., ενώ και από το σύνολο των προαναφερθεισών ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τις επίμαχες τρεις ένορκες βεβαιώσεις.

Ως το υπό στοιχ. β' σκέλος του ο ανωτέρω λόγος έχει ήδη κριθεί αβάσιμος, όπως προαναφέρθηκε στα πλαίσια της εξέτασης του τετάρτου σκέλους του πρώτου λόγου αναίρεσης, ενώ ως προς τα υπό στοιχ. γ' και ε' σκέλη του κρίνεται, επίσης, απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον από την αναφορά στο σκεπτικό της, επισκοπούμενης κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, προσβαλλόμενης απόφασης, ότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού συνεκτιμήθηκαν, μαζί με τα λοιπά νομίμως προσκομισθέντα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα, "όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται νομότυπα οι διάδικοι με τις ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου προτάσεις τους, είτε για άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων....

για μερικά από τα οποία γίνεται ειδική αναφορά πιο κάτω, χωρίς όμως να έχει παραλειφθεί απολύτως κανένα για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς, μεταξύ των οποίων α) οι φωτογραφίες που απεικονίζουν τα μίσθια ακίνητα, β)...., γ) τα έγγραφα ηλεκτρονικής αλληλογραφίας (e-mails) που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι....

δ) η σχετική με επίκληση τραπεζική εντολή πληρωμής της δεύτερης εναγομένης, δέκα σχετικές επιταγές εκδόσεως της πρώτης εναγομένης σε διαταγή της δεύτερης, σχετικό αντίγραφο μεταφοράς ποσού από λογαριασμό της πρώτης εναγομένης στην Τράπεζα .......", καθώς και από τις προεκτεθείσες ουσιαστικές παραδοχές της ως άνω απόφασης καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι τα υπό στοιχ.

γ' και ε' αποδεικτικά μέσα ελήφθησαν υπόψη από το Εφετείο και συνεκτιμήθηκαν, μαζί με τα λοιπά νομίμως προσκομισθέντα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα, για τον σχηματισμό της κρίσης του. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 172/2023, 1682/2022, 1374/2022, 146/2022) και όχι οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σε αυτούς (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 172/2023, 1682/2022, 1374/2022, 146/2022), ούτε οι αρνητικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, ούτε οι νομικές αναλύσεις, καθώς και τα επιχειρήματα ή τα συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων και το περιεχόμενο αυτών (ΟλΑΠ 4/2022, ΑΠ 172/2023, 1682/2022, 1374/2022, 146/2022).

Με το δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγου αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τις νομίμως προσκομισθείσες από τους αναιρεσείοντες υπ' αριθ. ...2018, ... ένορκες βεβαιώσεις και υπ' αριθ. 68/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων.

Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον οι επικαλούμενες ένορκες βεβαιώσεις και δικαστική απόφαση δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, συνεπώς εάν δεν ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο δεν ιδρύεται ο εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης.

Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Στον ΚΠολΔ ισχύει, κατά κανόνα, το σύστημα της ελεύθερης εκτίμησης των αποδείξεων (άρθρο 340) και εξαιρετικώς μόνο προσδίδεται σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα αυξημένη αποδεικτική δύναμη, όπως η δικαστική ομολογία (άρθρο 352) και τα έγγραφα που παράγουν πλήρη απόδειξη (άρθρα 438 επ., 441, 445). Για τα αποδεικτικά μέσα, που κατά το νόμο είναι ισοδύναμα, εναπόκειται στο δικαστήριο να κρίνει την αποδεικτική βαρύτητα του καθενός, αφού αυτά, κατ' άρθρο 340 ΚΠολΔ, εκτιμηθούν "ελεύθερα". Ο ανωτέρω λόγος ιδρύεται μόνο αν το δικαστήριο προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που δεσμευτικώς ορίζει γι' αυτό ο νόμος και όχι αν απέδωσε μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία σε ένα από τα ισοδύναμα αυτά αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1857/2024, 2/2022, 175/2019, 328/2018).

Με το τρίτο σκέλος του τρίτου λόγου αναίρεσης προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 12 και 13 ΚΠολΔ, κατ' ορθή δε νομική υπαγωγή η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο έκρινε μη πειστικές τις καταθέσεις των μαρτύρων των εναγόντων - εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσειόντων και προσέδωσε μεγαλύτερη αποδεικτική αξία σε εκείνες των μαρτύρων της πρώτης εναγομένης - εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης. Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, ο εκ του αριθμού 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο απέδωσε μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία σε ένα από τα ισοδύναμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 20 του KΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο. Ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, για παραμόρφωση του περιεχομένου αποδεικτικού κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ.

του KΠολΔ εγγράφου (ΑΠ 605/2023, 689/2019), ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει ως προς το έγγραφο σε σφάλμα ανάγνωσής του, όταν δηλαδή αποδίδει στο έγγραφο περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από αυτό που πράγματι έχει, δηλαδή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει και, στη συνέχεια, εξαιτίας της παραμόρφωσης αυτής, καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα, ως προς πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, στηρίζοντας την κρίση του αποκλειστικά ή κυρίως στο έγγραφο που κατά τον τρόπο αυτό παραμορφώθηκε.

Επομένως, δεν ιδρύεται ο αναιρετικός αυτός λόγος, όταν το δικαστήριο της ουσίας, ενώ αναγιγνώσκει ορθώς, όπως αυτό έχει, το περιεχόμενο του εγγράφου, εκτιμά ακολούθως αυτό κατά τρόπο διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ως ορθό, αφού η εκτίμησή του αυτή είναι, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του KΠολΔ, αναιρετικώς ανέλεγκτη, αλλ' ούτε και όταν το Δικαστήριο της ουσίας, ακόμη και αν παραμόρφωσε το έγγραφο, περιορίσθηκε να το συνεκτιμήσει με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να προσδώσει ιδιαίτερη βαρύτητα σε αυτό για τον σχηματισμό της κρίσης του, χωρίς δηλαδή να στηρίξει το αποδεικτικό πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο σε αυτό (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1857/2024, 70/2022, 78/2022, 1162/2019, 856/2019, 236/2017 1915/2016, 472/2016).

Παραμόρφωση εγγράφου συνιστά, πάντως, και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης (ΑΠ 1857/2024, 70/2022, 922/2018). Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, για να είναι ορισμένος, θα πρέπει στο αναιρετήριο να προσδιορίζεται, μεταξύ άλλων, α) το αληθινό περιεχόμενο του φερόμενου ως παραμορφωθέντος εγγράφου, κατά λέξη παρατιθεμένο, β) το περιεχόμενο που προσέδωσε σ' αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε από τη σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα της, γ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή την ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και δ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξαιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου (ΑΠ 1857/2024, 70/2022, 194/2005).

Παράλληλα, ο αναιρεσείων έχει την υποχρέωση να προσκομίσει το έγγραφο που φέρεται, κατά τους ισχυρισμούς του, ότι έχει παραμορφωθεί, προκειμένου το περιεχόμενό του να εκτιμηθεί σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 KΠολΔ, για τη διαπίστωση της βασιμότητας του ανωτέρω λόγου αναίρεσης, αλλιώς ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος ως αναπόδεικτος (ΑΠ 1857/2024, 70/2022, 1167/2019, ΑΠ 1414/2010).

Με το τέταρτο σκέλος του τρίτου λόγου αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο α) του νομίμως προσκομισθέντος από τους αναιρεσείοντες από 14-12-2016 δελτίου τύπου του Υπουργείου Εργασίας, β) της ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ένορκης κατάθεσης της μάρτυρα απόδειξης Π.

Μ. και γ) της ένδικης αγωγής και των κατ' έφεση προτάσεων των εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσειόντων. Από την επισκόπηση των από 7-11-2023 προτάσεων των αναιρεσειόντων (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι αυτοί δεν επικαλούνται ούτε προσκομίζουν το επίμαχο από 14-12-2016 δελτίο τύπου του Υπουργείου Εργασίας, όπως άλλωστε προκύπτει και από τον έλεγχο των στοιχείων του φακέλου της υπόθεσης, συνεπώς ως προς το υπό στοιχ.

α' σκέλος του πρέπει να απορριφθεί ο ανωτέρω λόγος ως αβάσιμος. Περαιτέρω, ως προς τα υπό στοιχ. β' και γ' σκέλη του ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, ο εκ του αριθμού 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται μόνο σε περίπτωση παραμόρφωσης του περιεχομένου αποδεικτικών κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ.

του ΚΠολΔ εγγράφων. Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ ορίζεται ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης, μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις που έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο είτε για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ήτοι για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, είτε για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν κατά το άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 50/2024).

Όμως η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του εδ. β' του αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτήν αναιρετικό λόγο, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία κανόνα δικαίου για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας αυτού, ιδίως όταν ο κανόνας δικαίου περιέχει νομικές έννοιες, ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτό των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς.

Αντίθετα, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, αλλά ούτε και λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ. 4 και 339 του ιδίου Κώδικα, τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 50/2024, 13/2024, 1548/2022, 1285/2021, 79/2018, 1333/2018).

Με το πέμπτο σκέλος του τρίτου λόγου αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι δεν έλαβε χώρα μεταβίβαση τμήματος της επιχείρησης της δεύτερης εναγομένης στην πρώτη και συνακόλουθα να απορρίψει την επικουρική βάση της ένδικης αγωγής ως κατ' ουσίαν αβάσιμη ως προς τα καταστήματα του γηπέδου του ... και της περιοχής της ..., παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας.

Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, ο εκ του αριθμού 1 εδ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, σε κάθε περίπτωση δε, είναι αόριστος, καθόσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ποια είναι τα διδάγματα αυτά ούτε ο κανόνας δικαίου που παραβιάστηκε, στην ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν ενώ έπρεπε ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα.

Με το έκτο σκέλος του τρίτου λόγου αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δέχθηκε χωρίς απόδειξη, ως αληθινά, πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ειδικότερα δε, ότι για να δικαιολογήσει την καταβολή ποσού 50.134,76 ευρώ, που αφορούσε τα οφειλόμενα μισθώματα προς τους ιδιοκτήτες του καταστήματος στην περιοχή της ..., δέχθηκε ότι η καταβολή έγινε μόνο για να περιέλθει σ' αυτήν (ενν.

την αναιρεσίβλητη) ως "νεκρό σώμα", καθώς και ότι για να δικαιολογήσει την καταβολή ενός ενοικίου και του λογαριασμού ρεύματος της ΔΕΗ, τον Νοέμβριο 2016, για το κατάστημα του γηπέδου του ..., το οποίο ισχυριζόταν η αναιρεσίβλητη ότι μίσθωσε τον Απρίλιο 2017, δέχθηκε ότι το έπραξε η τελευταία, επειδή όλες οι εισπράξεις του καταστήματος είχαν αποσταλεί σ' αυτήν στα πλαίσια του ασφυκτικού ελέγχου που ασκούσε.

Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι υπό την επίφαση της αναιρετικής πλημμέλειας του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου.

Με το έβδομο σκέλος του τρίτου λόγου αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα διαλαμβάνοντας στο σκεπτικό της απόφασής του αντιφατικές αιτιολογίες.

Ο λόγος αυτός είναι αόριστος και συνεπώς απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο οι διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκαν εκ πλαγίου. Με τον τέταρτο (τελευταίο) λόγο αναίρεσης προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1, 8 και 11 του ΚΠολΔ, ως προς τη συναγωγή του αποδεικτικού της πορίσματος ότι δεν συντελέσθηκε η μεταβίβαση των καταστημάτων της ... και του Γηπέδου του ... στην αναιρεσίβλητη.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, προεχόντως ως αόριστος, επειδή δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο οι ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που παραβιάστηκαν ούτε τα "πράγματα" και τα αποδεικτικά μέσα που λήφθηκαν ή δεν λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο, σε κάθε περίπτωση δε, επειδή υπό την επίφαση των αναιρετικών πλημμελειών του άρθρου 559 αριθ. 1, 8 και 11 του ΚΠολΔ πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου.

Κατόπιν αυτών, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση στο σύνολό της. Τέλος, πρέπει να καταδικαστούν οι προσηκόντως παρασταθέντες αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, η οποία παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 180 παρ. 1, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Διατάσσει τον χωρισμό της υπόθεσης ως προς τους 6ο, 28η, 30ο, 41ο και 44η των αναιρεσειόντων, Ε. Κ., Φ. Π., Ι. Ζ., Π. Π. και Π. Τ. αντίστοιχα.

Κηρύσσει ως προς αυτούς απαράδεκτη τη συζήτηση της από 4-3-2020 (αριθ. έκθ. κατάθ. 767/79/2020) αίτησης αναίρεσης.

Απορρίπτει κατά τα λοιπά την ως άνω αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 170/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες (πλην των 6ου, 28ης, 30ου, 41ου και 44ης τούτων) στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Απριλίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Μαΐου 2025.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ