Legislator Case Law & Legislation
740/2012 AI generated

Supreme Court dismisses appeal and fines client for filing groundless challenge against court decision.

Case Number 740/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Court of Appeals' decision regarding compensation unit values for expropriated properties. The appellants argued the lower court failed to align with a prior Supreme Court ruling, while the respondent claimed the appeal was legally baseless. The court rejected the appeal because the appellant did not knowingly challenge a decision that was substantively inconsistent with the cited precedent.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559(19) KPolD; Art. 205 KPolD: A groundless appeal constitutes a legal offense punishable by a fine if filed with knowledge of its baselessness, requiring intentional misconduct rather than mere error.

Keywords

AI generated
groundless appeal legal offense intentional misconduct court costs expropriation compensation

Cited Legislation

AI generated
Art. 559(19) KPolD
Art. 205 KPolD
Art. 176 KPolD
Art. 183 KPolD

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 740 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 740/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Ζώη), Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο και Ιωάννα Πετροπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Mαρτίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Γενικό Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Πελοποννήσου Δυτικής Ελλάδος και Ιονίου και τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύουν στην Πάτρα και την Αθήνα αντίστοιχα, το οποίο εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου του Δικαστικού Παρέδρου του Ν.Σ.Κ. Αντώνιου Αντωνίου και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Κ. Κ. του Δ., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Κώστα Πετρόπουλου και κατέθεσε προτάσεις, 2. Κ. χας Δ. Κ., το γένος Κ. Σ., 3.Ό. συζ. Κ. Κ. το γένος Χ. Φ., 4. Π. συζ. Γ. Γ. του γένος Κ. Α., 5. Α. χας Ν. Π., το γένος Δ. Σ., όλοι κάτοικοι ..., 6. Ε. συζ. Κ. Α. του γένος Ν. Π., κατοίκου ..., 7. Β. χας Ν. Π. το γένος Δ. Β., 8. Α. συζ. Κ. Κ. το γένος Ν. Σ., αμφοτέρων κατοίκων ..., 9. Δ. Α. του Φ., κατοίκου ... , 10. Ν. Μ. του Κ. συζ. Δ. Α., κατοίκου ..., 11. Χ. Τ. του Ν., κατοίκου ... και 12. Α. συζ. Δ. Π. το γένος Ν. Α., κατοίκου .... Όλοι οι ανωτέρω εκπροσωπήθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Κώστα Πετρόπουλο και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-9-2005 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Εφετείο Πατρών. Εκδόθηκε η απόφαση: 1249/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και καθόρισε την οριστική τιμή μονάδος αποζημιώσεως των ακινήτων και επικείμενών τους που απαλλοτριώθηκαν. Οι ήδη αναιρεσίβλητοι άσκησαν την από 20- 7-2007 αίτηση αναίρεσης ενώπιον του Αρείου Πάγου και επί της αιτήσεως εκδόθηκε η 785/2009 απόφασή του Δ Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου με την οποία παρέπεμψε την υπόθεση για εκ νέου εκδίκαση ενώπιον του ιδίου Εφετείου Πατρών με άλλη σύνθεση. Οι ήδη αναιρεσίβλητοι επανέφεραν την υπόθεση με την από 20-7-2009 κλήση τους. Εκδόθηκε η 862/2010 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 8-3-2011 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ιωάννα Πετροπούλου ανέγνωσε την από 29-2-2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του πρώτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως και την παραδοχή του δεύτερου.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αρ.19 του ΚΠολΔ, δημιουργείται, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά γεγονότα στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε.

Περαιτέρω, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 17 παρ.2 και 3 του ισχύοντος Συντάγματος και 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της από 4-11-1950 Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ) που κυρώθηκε, μαζί με την σύμβαση, αρχικώς με το Ν. 2329/1953 και εκ νέου με το ΝΔ 53/1974 και έχει αυξημένη ισχύ σύμφωνα με το άρθρο 28 του Συντάγματος έναντι των κοινών νόμων συνάγεται ότι για τον προσδιορισμό της πλήρους αποζημιώσεως λαμβάνεται υπόψη η αξία του απαλλοτριουμένου ακινήτου κατά το χρόνο της πρώτης συζητήσεως ενώπιον του δικαστηρίου της αιτήσεως καθορισμού (προσωρινού ή οριστικού σε περίπτωση παραλείψεως του προσωρινού) της αποζημιώσεως αυτής καθώς και η δαπάνη του ιδιοκτήτη του απαλλοτριούμενου ακινήτου.

Εξ άλλου, στο άρθρο 13 παρ.1 εδ.τελευτ. του ν.2882/2001 (ΚΑΑΑ) όπως το εδάφιο αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 9 παρ.1 του ν.3193/2003 ορίζεται ότι "ως κριτήριο για την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριουμένου ακινήτου λαμβάνονται υπόψη, ιδίως, η αξία που έχουν κατά τον κρίσιμο χρόνο παρακείμενα και ομοειδή ακίνητα που προσδιορίζεται κυρίως από την αντικειμενική αξία, τα τιμήματα σε συμβόλαια μεταβίβασης κυριότητας ακινήτων τα οποία συντάχθηκαν το χρόνο κήρυξης της απαλλοτρίωσης, καθώς και η πρόσοδος του απαλλοτριούμενου".

Ως πρόσοδος κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρείται η προερχόμενη από τη φύση και τη δυνατότητα εκμεταλλεύσεως του απαλλοτριούμενου ακινήτου ως εκ του είδους, της θέσεως, της μορφής και του προορισμού του σε σχέση με τη συγκεκριμένη περιοχή στην οποία βρίσκεται. Έτσι, ως κριτήριο διαφοροποιήσεως και στοιχείο αξιολόγησης αποτελεί προκειμένου επί αστικού ακινήτου αν το απαλλοτριούμενο είναι εντός ή εκτός σχεδίου, εντός ή εκτός ζώνης ποίοι σε κάθε περίπτωση οι όροι δόμησης, τα ποσοστά κάλυψης και αντιπαροχής και ο συντελεστής εμπορικότητας σε σχέση όμως με τη συγκεκριμένη περιοχή στην οποία βρίσκεται το ακίνητο.

Αλλά η πιο πάνω διάταξη δεν καθιερώνει αποκλειστικά και για το δικαστήριο υποχρεωτικά κριτήρια για τη διάγνωση της πραγματικής αξίας του απαλλοτριουμένου, έτσι ώστε να θεωρείται, ότι παραβιάζεται στην περίπτωση, που το δικαστήριο δεν θα τα λάβει υπόψη ή θα λάβει υπόψη άλλα τέτοια, παρά μόνο παρέχει οδηγίες για το πώς πρέπει να καθορίζεται η πραγματική αξία και επιτρέπει στο δικαστήριο να λάβει υπόψη γι'αυτό το σκοπό, αφού χρησιμοποιηθεί η λέξη "ιδίως" κάθε πρόσφορο κατά την ανέλεγκτη κρίση του συγκριτικό στοιχείο, αφού το αξιολογήσει κατάλληλα.

Ενόψει των προεκτεθέντων, η μη παράθεση στην απόφαση κάποιων από τα προαναφερόμενα στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη επί αστικού ακινήτου για τη διακρίβωση της πραγματικής αξίας του, δεδομένου μάλιστα, ότι αποτελούν απλούς προσδιοριστικούς της έννοιας της προσόδου του ακινήτου, ως ενδεικτικοί, οριζόμενου από το νόμο κριτηρίου διαγνώσεως της αξίας αυτού παράγοντες, δεν προσδίδουν στην απόφαση έλλειψη νομίμου βάσεως, λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας ως προς τον καθορισμό της αξίας του και έτσι δεν στοιχειοθετεί την προβλεπόμενη από τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη, η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ διότι το Εφετείο με ανεπαρκείς αιτιολογίες καθόρισε τιμή μονάδος αποζημίωσης για την εδαφική έκταση του ΑΚΠ 102 απαλλοτριούμενου ακινήτου 400 ευρώ ανά τ.μ., για τμήμα του ΑΚΠ 177 απαλλοτριούμενου ακινήτου 460 ευρώ ανά τ.μ. και για την εδαφική έκταση των υπολοίπων απαλλοτριουμένων ακινήτων 450 ευρώ ανά τ.μ. καίτοι η κατά τον αντικειμενικό προσδιορισμό αξία της εδαφικής έκτασης των απαλλοτριούμενων ως άνω ακινήτων ανέρχεται αντίστοιχα, όπως δέχεται, σε 146,61, 194,40 και 181 ευρώ ανά τ.μ., ενώ εξ άλλου, ουδόλως αναφέρεται στην αξία των παρακειμένων και ομοειδών ακινήτων. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι υπό την επίφαση της σχετικής πλημμέλειας πλήττεται η ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Εφετείου, δηλ. πρόκειται για ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση και αξιολόγηση του συναχθέντος εξ αυτών και σαφώς διατυπωμένου αποδεικτικού πορίσματος ως προς την αξία αυτών, ενόψει και της ενδεικτικής απαρίθμησης στο άρθρο 13 παρ.1 εδ. τελευτ. του ν. 2882/2001(ΚΑΑΑ) των κριτηρίων που λαμβάνονται υπόψη για την εκτίμηση του απαλλοτριούμενου ακινήτου μεταξύ των οποίων και εκείνο της αξίας των παρακειμένων και ομοειδών ακινήτων.

Επειδή, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 579 παρ.1 ΚΠολΔ αν αναιρεθεί η απόφαση οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνον εφόσον στηρίζεται στην παράβαση, για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 581 παρ. 2 του ίδιου κώδικα, "στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση". Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ, "αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παρ. 1 και 2 (δηλαδή για υπέρβαση δικαιοδοσίας ή παράβαση των διατάξεων, των σχετικών με την αρμοδιότητα) παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο, το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή και στο ίδιο, αν είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές".

Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι η αναίρεση της απόφασης και επομένως και η εξαφάνιση της μπορεί να είναι ολική ή μερική. Τούτο θα εξαρτηθεί από το κατά πόσο έχουν προσβληθεί όλα ή κάποιο από τα περισσότερα κεφάλαια αυτής (ΑΠ 975/2000). Ειδικότερα η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναιρέσεως, δηλαδή κατά τα κεφάλαια (αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας), τα οποία αφορά ο δεκτός γενόμενος λόγος αναιρέσεως καθώς και εκείνα που συνάπτονται αρρήκτως προς τα αναιρεθεντα. Η έκταση αυτή της αναιρέσεως προκύπτει ότι το συγκεκριμένο περιεχόμενο της αναιρετικής αποφάσεως κατισχύει κάθε αντίθετης γενικής διατυπώσεως αυτής και μάλιστα του τυχόν χαρακτηρισμού της από αυτήν της εκτάσεως της αναιρέσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως ως ολικής (ΑΠ 1308/2004, ΑΠ 1833/2001). Επομένως στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση (ΕφΘεσ 2518/2000 Αρμ 2001.46).

Στην περίπτωση της εν μέρει αναίρεσης, η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο της παραδοχής της αναίρεσης, δηλαδή ως προς τα πληγέντα κεφάλαια της, ως τέτοιων νοουμένων των οριστικών διατάξεων της απόφασης που αποφαίνονται στις επί μέρους αυτοτελείς αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας (ΑΠ 1124/1997), όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις ασκήσεως κυρίας παρέμβασης, ανταγωγής, αντικειμενικής σώρευσης αγωγών, άσκησης παρεμπίπτουσας αγωγής επεκτείνεται δε στα αρρήκτως συνδεόμενα προς τα αναιρεθέντα κεφάλαια της, ως τέτοιων νοουμένων όσων αφορούν παρεπόμενα ή παρακολουθήματα της κύριας απαίτησης ή προέρχονται από την ίδια ιστορική και νομική αιτία τα οποία συναναιρούνται (ΑΠ 443/2006, ΑΠ 570/2005) και επομένως ως προς ολόκληρο το αναιρεθέν κεφάλαιο η απόφαση αποβάλλει την ισχύ της και παύει να αποτελεί δεδικασμένο (ΑΠ 1899/2005) ενώ ως προς τα μη αναιρεθέντα κεφάλαια της απόφασης διατηρείται το δεδικασμένο της.

Έτσι με την αναίρεση της απόφασης, κατά το μέτρο παραδοχής της αντίστοιχης αίτησης, οι διάδικοι, οι οποίοι μετέσχον στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 1717/2002) επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από τη συζήτηση, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεθείσα (ΑΠ 129/2005), όμως η διαδικασία πριν την αναιρεθείσα απόφαση ακυρώνεται μόνον εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση, ενώ στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται από την αναιρετική απόφαση και αφού κατατεθούν προτάσεις κατ' άρθρο 237 ΚΠολΔ (ΑΠ 43/2005, ΑΠ 137/2004).

Οι διάδικοι ενώπιον του δικαστηρίου της παραπομπής, που εφόσον πρόκειται περί διαφοράς υπαγόμενης στις ειδικές διαδικασίες δικάζει κατ' εφαρμογή των αναλόγων διατάξεων προτείνουν όποιους ισχυρισμούς μπορούσαν να προτείνουν και κατά τη συζήτηση που εκδόθηκε η απόφαση που αναιρέθηκε (ΑΠ 852/1987). Το δικαστήριο αυτό, ερευνώντας μόνον τους λόγους εφέσεως που είναι σχετικοί μετά κεφάλαια της δίκης για τα οποία αναιρέθηκε η εφετειακή απόφαση, ως προς τα οποία μόνον επανακρίνεται (ΑΠ 1145/2005) εφόσον ως προς τα μη αναιρεθεντα κεφάλαια υπάρχει δεδικασμένο που δεν ανατράπηκε με την αναίρεση και δεσμεύει έτσι το δικαστήριο της παραπομπής, δεν δεσμεύεται να κρίνει διαφορετικά επί της ουσίας, δεσμευόμενο μόνον για τα νομικά ζητήματα που επέλυσε η αναιρετική απόφαση με το λόγο αναιρέσεως που έκανε δεκτό (ΑΠ 1343/2002).

Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από τα επισκοπούμενα διαδικαστικά έγγραφα με την υπ' αρ. 1249/2006 απόφαση του Εφετείου Πατρών καθορίστηκε οριστική τιμή μονάδος αποζημιώσεως για τα ακίνητα και τα επικείμενά τους που απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά λόγω ρυμοτομίας προς εφαρμογή του εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως για τη διάνοιξη της Μικρής Περιμετρικής οδού Πατρών με την υπ' αρ.

Δ12/0/31222/6.2.2003 απόφαση της Υπουργού Περιβάλλοντος Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων και ειδικότερα, μεταξύ άλλων και για το με ΑΚΠ 127 ακίνητο ιδιοκτησίας της Π. συζ. Γ. Γ., τέταρτης των αναιρεσιβλήτων καθώς και για το με ΑΚΠ 129 ακίνητο ιδιοκτησίας του Κ. Κ., Κ. Χ. Δ. Κ. και Ό. συζ.Κ. Κ., πρώτου, δεύτερης και τρίτης των αναιρεσιβλήτων.

Την αναίρεση της απόφασης αυτής ζήτησαν οι ως ανωτέρω αναιρεσίβλητοι με την από 20.7.2007 αίτησή του εκτός άλλων διότι το Εφετείο προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα αναφορικά με την κατά το κρίσιμο χρόνο πραγματική αξία των απαλλοτριωθέντων ακινήτων τους και στον καθορισμό της οριστικής αποζημιώσεώς τους δεν έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και ειδικότερα την από Ιούνιο 2004 τεχνική-οικονομική έκθεση των μηχανικών Ι.

Χ. και Π. Τ. η τέταρτη των αναιρεσιβλήτων και από Ιούνιο 2004 οι τρεις πρώτοι. Με την 785/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου αναιρέθηκε η υπ' αρ. 1249/2006 απόφαση του Εφετείου Πατρών, το μεν κατά παραδοχή του λόγου αυτού αναίρεσης από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, το δε κατά παραδοχή του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 9 του ίδιου άρθρου διότι το Εφετείο άφησε αδίκαστη την ανταίτηση των πέμπτης, ενάτου και δέκατου των τότε αναιρεσειόντων για τα επί πλέον των αναγραφόμενων στον κτηματολογικό πίνακα υπερκείμενα, και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση κατά το αναιρούμενο μέρος της, στο ίδιο Εφετείο.

Το Εφετείο Πατρών, ως δικαστήριο της παραπομπής με την αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αρ. 862/2010 απόφαση λαμβάνοντας υπόψη και τις ως ανωτέρω τεχνικές-οικονομικές εκθέσεις που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι αναιρεσίβλητοι αυτοί καθόρισε οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης για το με ΑΚΠ 127 απαλλοτριούμενο ακίνητο, ιδιοκτησίας της τέταρτης των αναιρεσιβλήτων για το διώροφο κτίσμα εμβαδού 75,32 τ.μ.

του ισογείου και 75,32 τ.μ. του πρώτου ορόφου σε 550 ευρώ το τ.μ. και για το με αρ.ΑΚΠ 129 απαλλοτριούμενο ακίνητο ιδιοκτησίας των τριών πρώτων αναιρεσίβλητων για το διώροφο κτίσμα εμβαδού 90,25 τ.μ. του ισογείου και 90,25 τ.μ. του πρώτου ορόφου σε 550 ευρώ το τ.μ. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παρέλειψε να συμμορφωθεί στην αναιρετική ως άνω απόφαση (υπ' αρ. 785/2009) καθόσον η υπόθεση συζητήθηκε στα διαγραφόμενα από την απόφαση αυτή όρια, ενόσω το Εφετείο δεν δεσμεύεται από τις διαπιστώσεις της απόφασης που αναιρέθηκε ως προς το πραγματικό γεγονός της επιφάνειας των απαλλοτριωθέντων κτισμάτων, δυνάμενο να εκτιμήσει διαφορετικά τις αποδείξεις από ότι η αναιρεθείσα, μη δεσμευόμενο ως προς το σημείο αυτό από εκείνη και το οποίο, αρρήκτως συνδεόμενο με το κεφάλαιο της αξίας τους, συναναιρείται μετ' αυτού καθόσον πρόκειται περί ενιαίου κεφαλαίου.

Ο δεύτερος επομένως της αιτήσεως αναιρέσεως λόγος με τον οποίο προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλόμενη η πλημμέλεια από τον αριθμό 18 του άρθρου 559 ΚΠολΔ διότι το δικαστήριο της παραπομπής για τα ακίνητα με ΑΚΠ 127 και 129 καθόρισε τιμή μονάδος για μεγαλύτερης επιφάνειας κτίσματα από την καθορισθείσα με την 1249/2006 απόφαση του Εφετείου Πατρών είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 205 ΚΠολΔ το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως με την οριστική απόφαση του, επιβάλλει στο διάδικο ή στο νόμιμο αντιπρόσωπο του ή στο δικαστικό του πληρεξούσιο ανάλογα με την ευθύνη καθενός χρηματική ποινή από πεντακόσια (500) ευρώ έως χίλια πεντακόσια (1500) ευρώ που περιέρχεται στο ταμείο Νομικών αν προκύψει από τη δίκη που έγινε ότι αν και το γνώριζαν 1) άσκησαν προφανώς αβάσιμη αγωγή, ανταγωγή η παρέμβαση ή προφανώς αβάσιμο ένδικο μέσο, ή 2) διεξήγαγαν τη δίκη παρελκυστικά ή δεν τήρησαν τους κανόνες των χρηστών ηθών ή της καλής πίστης ή το καθήκον της αληθείας.

Με τη διάταξη αυτή, η οποία εναρμονίζεται με το άρθρο 116 ΚΠολΔ, καθιερώνεται αποκλειστικά για την εξασφάλιση της διαδικαστικής τάξεως, χωρίς καμία επίδραση στο περιεχόμενο της αποφάσεως, η υποχρέωση του δικαστηρίου και όχι η διακριτική ευχέρεια αυτού, για την επιβολή χρηματικής ποινής, που περιέρχεται στο Ταμείο Νομικών, ως ασφαλιστικό φορέα των νομικών επαγγελμάτων, εφόσον διαπιστωθεί δικονομική συμπεριφορά, η οποία έχει αρνητική επενέργεια στην απονομή δικαιοσύνης.

Η διάταξη αναφέρεται στην άσκηση προφανώς αβάσιμης αγωγής, ανταγωγής, παρεμβάσεως ή ενδίκου μέσου. Η απαρίθμηση όμως αυτή είναι ενδεικτική και πρέπει να γίνει δεκτό ότι, από το όλο πνεύμα και το σκοπό της διατάξεως, καταλαμβάνει κάθε μορφής αίτηση παροχής έννομης προστασίας. Ως προφανώς αβάσιμο, κατά την έννοια της διατάξεως, νοείται το μέσο προστασίας που ασκήθηκε, ενώ ήταν απαράδεκτο ή νομικώς ή ουσιαστικώς αβάσιμο ή ισχυρισμός που προτάθηκε ήταν αναληθής.

Το καθήκον αληθείας επεκτείνεται και στην άρνηση ισχυρισμών. Για την επιβολή της ποινής απαιτείται εν γνώσει επιχείρηση των απαγορευμένων πράξεων και δεν αρκεί ο ενδεχόμενος δόλος και ακόμη περισσότερο η βαριά αμέλεια. Η απόρριψη της αγωγής ή του ενδίκου μέσου ως νόμω ή κατ' ουσίαν αβάσιμου δεν υποδηλώνει και παράβαση της παραπάνω διάταξης.

Στην προκειμένη περίπτωση οι τρεις πρώτοι αναιρεσίβλητοι και τέταρτη αυτών ζητούν να επιβληθεί σε βάρος του αναιρεσείοντος χρηματική ποινή κατ' άρθρο 205 ΚΠολΔ υπέρ του Ταμείου Νομικών διότι καίτοι γνώριζε από την 271/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών (αναγνώρισης δικαιούχων της αποζημίωσης) και τα υπ' αρ. 5318/6356/1.8.2005 και 6853/οικ/22.8.2005 έγγραφα της ΔΕΚΕ Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδος ότι η επιφάνεια των απαλλοτριωθέντων κτισμάτων της με ΑΚΠ 129 ιδιοκτησίας των τριών πρώτων αναιρεσιβλήτων ανέρχεται του μεν ισογείου σε 90,25 τ.μ.

του δε πρώτου ορόφου σε 90,25 τ.μ. ωσαύτως και η επιφάνεια των απαλλοτριωθέντων κτισμάτων της με ΑΚΠ 127 ιδιοκτησίας της τέταρτης αναιρεσίβλητης ανέρχεται του μεν ισογείου σε 75,32 τ.μ. του δε πρώτου ορόφου σε 75,32 τ.μ. όση δηλαδή αναφέρεται και στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (υπ. αρ.862/2010) του Εφετείου Πατρών, άσκησαν κατ' αυτής την ένδικη αναίρεση, αιτούμενοι εκτός άλλων, την αναίρεση της λόγω μη συμμόρφωσή της προς την αναιρετική υπ' αρ. 785/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου (άρθρο 559 αρ. 18 ΚΠολΔ).

Κατά την κρίση όμως του Δικαστηρίου δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 205 ΚΠολΔ, διότι δεν προκύπτει ότι το αναιρεσείον τελούσε σε γνώση της συμμόρφωσης της πληττόμενης με την ένδικη αναίρεση απόφασης προς την ως άνω αναιρετική, καθορίζοντας οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης για επιφάνεια κτισμάτων μεγαλύτερη εκείνης που καθόρισε η υπ' αρ. 1249/2006 απόφαση του Εφετείου Πατρών.

Επομένως, πρέπει να απορριφθεί το σχετικό αίτημα των ως άνω αναιρεσίβλητων.

Επειδή, σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα πρέπει να απορριφθεί η από 8.3.2011 αίτηση αναιρέσεως της 862/2010 απόφασης του Εφετείου Πατρών και να καταδικασθεί το αναιρεσείον, ως ηττηθέν, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (αρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ) όπως στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8.3.2011 αίτηση για αναίρεση της 862/2010 απόφασης του Εφετείου Πατρών.

Απορρίπτει το όπως στο σκεπτικό αίτημα των τριών πρώτων καθώς και της τέταρτης των αναιρεσιβλήτων. Και

Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 30 Μαρτίου 2012.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Απριλίου 2012.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ