Supreme Court annuls appeal court decision for failing to apply mandatory contract interpretation rules under Greek Civil Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the Athens Court of Appeal's decision regarding a labor dispute over tax withholdings. The appellate court failed to apply mandatory interpretation rules from the Civil Code to determine the true intent of the parties concerning 'legal burdens.' Consequently, the Supreme Court ruled that the lower court violated these statutory requirements and remanded the case for retrial by a different panel.
Legislator headnote
AI generatedArticles 173 and 200 of the Civil Code; When contract terms are ambiguous, the court must apply mandatory interpretation rules to ascertain the true intent of the parties, and failure to do so constitutes a violation of law requiring annulment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 862 / 2010 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Το Εφετείο αν και ήταν υποχρεωμένο να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, προκειμένου να διαπιστώσει την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων, ως προς την έννοια του όρου "νόμιμες επιβαρύνσεις", δεν προσέφυγε σ΄ αυτούς, τους οποίους ούτε αυτούς τους ίδιους ούτε τις διατάξεις που τους περιέχουν αναφέρει στην προσβαλλόμενη απόφασή του, ούτε και από το περιεχόμενο της εν λόγω αποφάσεως συνάγεται ότι έκανε χρήση αυτών. Συνεπώς παραβίασε ευθέως τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ και είναι βάσιμος ο, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως.
Αριθμός 862/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Απριλίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ...., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Σακελλαρίου. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΑΕ", όπως μετονομάστηκε με το ν. 3270/2004 (ΦΕΚ 187/Α/11-10-04), άρθρο 2, η εταιρεία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαργετίνα Στεφανάτου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-3-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 258/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6412/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5-8-2009 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 7-4-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρώτος, κατά το πρώτο μέρος του και ο τρίτος λόγοι αναιρέσεως και να απορριφθούν οι λοιποί. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθεμία δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με το άρθρο 12 παρ. 1 ν. 2336/1998 ιδρύθηκε η αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρία, που αρχικά έλαβε την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΕΟΤ" και ακολούθως μετονομάστηκε, με το άρθρο 9 παρ. 4 ν. 2837/2000,σε "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΑΕ". Σκοπός της εταιρίας αυτής, κατά το άρθρο 13 παρ. 1 ν. 2636/1998,ήταν η διοίκηση, διαχείριση και αξιοποίηση της περιουσίας και των επιχειρηματικών μονάδων του ΕΟΤ, στις οποίες περιλαμβανόταν και το Ξενοδοχείο-Καζίνο Πάρνηθας, που στη συνέχεια έλαβε τη μορφή ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΖΙΝΟ ΠΑΡΝΗΘΑΣ ΑΕ".
Με το άρθρο 10 παρ. 5 του ν.2837/2000 ορίστηκε ότι από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού(3-8-2000),καταργήθηκαν οι Υπηρεσίες αυτεπιστασίας του Ε.Ο.Τ., στις οποίες περιλαμβάνονταν και το Καζίνο-Ξενοδοχείο και Τελεφερίκ Πάρνηθας και όλο το προσωπικό που υπηρετούσε σ' αυτές με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, μεταφέρθηκε αυτοδικαίως με την ίδια εργασιακή σχέση στην "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΑΕ", ενώ στην παράγραφο 4 περ.
β' του αυτού άρθρου, ορίστηκε ότι το εν λόγω προσωπικό θεωρείται από τον ίδιο χρόνο αυτοδικαίως αποσπασμένο στη Διεύθυνση του Καζίνο του Υπουργείου Ανάπτυξης. Στη συνέχεια με το άρθρο 1 του ν. 3139/2003 η προβλεπόμενη στο εδάφιο α' της παραγράφου 1 του άρθρου 1 ν.2206/1994 άδεια λειτουργίας του Καζίνο στη "θέση Μον Παρνές στην Πάρνηθα"χορηγείται αυτοδικαίως από τη δημοσίευση του νόμου αυτού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, στην "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΑΕ" και εισφέρεται, σύμφωνα με όσα ειδικότερα ορίζονται στο άρθρο 5 του νόμου αυτού, στην"ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΖΙΝΟ ΠΑΡΝΗΘΑΣ ΑΕ", ενώ με το άρθρο 4 παρ. 6 του ίδιου νόμου, αντικαταστάθηκε το εδάφιο β' της παρ. 5 του άρθρου 10 του ν. 2837/2000 ως εξής:"Με την ανάληψη της διοικήσεως, διαχειρίσεως ή Εκμεταλλεύσεως των επιχειρηματικών μονάδων της "ΕΤΑ ΑΕ", Καζίνο-Ξενοδοχείο-Τελεφερίκ Πάρνηθας και Καζίνο Κέρκυρας, από τις εταιρίες της παραγράφου 1, όπως αντικαταστάθηκε από την παρ. 2 του άρθρου 24 του ν.2919/2001,όλο το προσωπικό που εργάζεται στις παραπάνω επιχειρηματικές μονάδες με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, μεταφέρεται αυτοδικαίως με την ίδια σχέση εργασίας και με πλήρη διασφάλιση των εργασιακών και ασφαλιστικών του δικαιωμάτων στις εταιρίες αυτές, εκτός από όσους εργαζόμενους δηλώσουν εγγράφως και μέσα σε αποκλειστική προθεσμία ενός μηνός προς την "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΑΕ", ότι επιθυμούν να παραμείνουν σε αυτήν...".
Πριν από την ψήφιση του πιο πάνω νόμου 3139/2003 και ενόψει της αναλήψεως της διοικήσεως, διαχειρίσεως και εκμεταλλεύσεως του συγκροτήματος "Καζίνο-Ξενοδοχείο Τελεφερίκ Πάρνηθας"από την εταιρία"ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΖΙΝΟ ΠΑΡΝΗΘΑΣ ΑΕ", υπογράφηκε, στις 28-3-2003, μεταξύ των νομίμων εκπροσώπων της αναιρεσίβλητης εταιρίας, των συνδικαλιστικών οργανώσεων "Σωματείο εργαζομένων στο Καζίνο-Ξενοδοχείο και Τελεφερίκ Πάρνηθας", "Πανελλαδικό Σωματείο Τεχνικών Υπαλλήλων Τυχερών Παιγνίων"και της εταιρίας "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΖΙΝΟ ΠΑΡΝΗΘΑΣ ΑΕ",συμφωνία, με την οποία ρυθμιζόταν τα θέματα της κατοχυρώσεως των εργασιακών και ασφαλιστικών δικαιωμάτων των εργαζομένων στο συγκρότημα της Πάρνηθας.
Ειδικότερα συμφωνήθηκαν τα εξής:Οι εργαζόμενοι, οι οποίοι δεν επιθυμούν την αυτοδίκαιη μεταφορά τους στην "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΖΙΝΟ ΠΑΡΝΗΘΑΣ ΑΕ" σύμφωνα με τις διατάξεις του υπό ψήφιση σχεδίου νόμου (ήδη 3139/2003) αλλά την εθελουσία αποχώρηση τους από την εργασία τους μπορούν με έγγραφη δήλωση τους προς την "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΑΕ", υποβαλλομένη εντός προθεσμίας ενός μηνός από την υπογραφή της παρούσας συμφωνίας, να ασκήσουν δικαίωμα συμμετοχής σε πρόγραμμα εθελουσίας εξόδου, το οποίο προτείνει η εταιρία αυτή και διέπεται από τους αναφερόμενους στη συμφωνία όρους.
Με τον όρο 3 παράγραφος γ' της ίδιας συμφωνίας τα άνω συμβαλλόμενα μέρη συμφώνησαν ακόμη, ότι ο εργαζόμενος που αποχωρεί δικαιούται αποζημίωση διπλάσια από την οφειλόμενη, λόγω καταγγελίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 2112/1920 και 3198/1955 και σαν βάση υπολογισμού της λαμβάνεται ο μέσος όρος των τακτικών μηνιαίων αποδοχών υπό καθεστώς πλήρους απασχολήσεως του 12μήνου πριν την υποβολή της αιτήσεως....Όλες οι νόμιμες επιβαρύνσεις δεν περιλαμβάνονται στο ποσό της παραπάνω αποζημιώσεως και συνυπολογίζονται πέραν αυτής.
Περαιτέρω, ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. λόγος αναιρέσεως της παραβάσεως των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, οι οποίοι περιέχονται στα άρθρα 173 και 200 του ΑΚ, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας καίτοι ανελέγκτως διαπιστώνει, έστω και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων και εντεύθεν την ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας αυτών, παραλείπει να προσφύγει στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες με την εφαρμογή των αρχών της καλής πίστεως και των χρηστών ηθών ή εφαρμόζει εσφαλμένα τις αρχές αυτές ή παραλείπει να παραθέσει στην απόφαση του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η συγκεκριμένη εφαρμογή τους.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει με την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχτηκε κατά ανέλεγκτη κρίση τα ακόλουθα: Με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, η αναιρεσείουσα απησχολείτο, την 28-3-2003, στην αναιρεσίβλητη, ως υπάλληλος-τεχνικός παιγνίων στο Καζίνο Πάρνηθας (ημερομηνία προσλήψεώς της από τον Ε.Ο.Τ., την 19-5-1983).Με την από 27-5-2003 έγγραφη αίτησή της προς την αναιρεσίβλητη, μεταξύ άλλων, δήλωσε ότι έλαβε γνώση των διατάξεων του άρθρου 4 του ν.3139/2003 καθώς και του όρου 3 της από 28-3-2003 Συμφωνίας και ότι επιθυμεί να συμμετάσχει στο Πρόγραμμα Εθελουσίας Εξόδου.
Η αίτηση της έγινε δεκτή και από του χρόνου εκείνου, (18-9-2003), λύθηκε η σύµβαση εργασίας της. Η σχετική αποζημίωση υπολογίστηκε στο ποσό των 118.946,99 ευρώ και κατά την αποχώρηση της η αναιρεσίβλητη της κατέβαλε το ποσό των 95.343,62 ευρώ, αφού παρακράτησε, με συντελεστή 20%,το φόρο εισοδήματος μισθωτών υπηρεσιών από 23.603,37ευρώ.
Δέχθηκε ακόμη το Εφετείο ότι, από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού(μάρτυρες και έγγραφα)δεν αποδεικνύεται ότι έχει συμφωνηθεί, μεταξύ των διαδίκων, η αναιρεσίβλητη εξ ιδίων να καταβάλει τον ως άνω φόρο εισοδήματος μισθωτών υπηρεσιών, που αναλογεί και βαρύνει την αναιρεσείουσα. Το Δικαστήριο πείθεται επ' αυτού, ιδία από το "απόσπασμα πρακτικού" της τακτικής Γενικής Συνελεύσεως, της 21-7-2003,των μετόχων της εναγομένης, το οποίο έκτοτε (21-7-2003) γνωρίζει η ενάγουσα(και το προσκομίζει, με επίκληση, ως "σχετικό 20"),όπου αναφέρεται ότι"στις νόμιμες επιβαρύνσεις δεν περιλαμβάνεται οποιοσδήποτε φόρος, που σε κάθε περίπτωση, βαρύνει τους εργαζόμενους",καθώς και από τη μεταγενέστερη της Τακτικής Γενικής Συνελεύσεως των μετόχων της εναγομένης, της 21-7-2003, έγγραφη, από19-9-2003"δήλωση" της εναγούσης προς την εναγομένη, όπου δεν αναφέρεται συνομολόγηση τέτοιας οφειλής μεταξύ των διαδίκων.
Εξάλλου οι μάρτυρες, ως άνω, σε σχέση με τη "Συμφωνία" της 28-3-2003,καταθέτουν ότι "η δικηγόρος(Νομική Υπηρεσία της εναγομένης)πρότεινε να μη χρησιμοποιηθεί η φράση, δεν θα παρακρατηθεί φόρος στο ποσό της οφειλομένης για τον κάθε εργαζόμενο αποζημιώσεως, μέσα στο έγγραφο της συμφωνίας διότι κάτι τέτοιο απαγορεύεται και δεν θα πέρναγε στη Βουλή και πρότεινε τη διατύπωση"όλες οι νόμιμες επιβαρύνσεις δεν περιλαμβάνονται στο ποσό της παραπάνω αποζημιώσεως και συνυπολογίζονται πέραν αυτής".
Από τη συμφωνία όμως, που προαναφέρθηκε, δεν προκύπτει ότι"στις νόμιμες επιβαρύνσεις" περιλαμβάνεται και η υποχρέωση καταβολής του αναλογούντος φόρου. Και αυτό γιατί, το εισόδημα από την εν λόγω αποζημίωση φορολογείται αυτοτελώς σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 1 του ν.2238/1994 με συντελεστή 20% στο καθαρό ποσό της αποζημίωσης, μετά την αφαίρεση του ποσού των 20.000 δρχ.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η υποχρέωση καταβολής φόρου από την ως άνω αιτία βαρύνει τον δικαιούχο της αποζημίωσης και παρακρατείται κατά την καταβολή της από τον εργοδότη για να αποδοθεί στο Δημόσιο, όπως συνέβη στην ένδικη περίπτωση. Ανάληψη υποχρέωσης από την αναιρεσίβλητη για καταβολή εξ ιδίων του εν λόγω φόρου, χωρίς επιβάρυνση της αναιρεσείουσας, δεν προκύπτει από την πιο πάνω συμφωνία και η ίδια αρνείται βάσιμα ότι ανέλαβε τέτοια υποχρέωση.
Ενόψει αυτών δεν υφίσταται υποχρέωση της αναιρεσίβλητης προς απόδοση στην αναιρεσείουσα του ποσού που παρακρατήθηκε ως φόρος κατά την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης και συνακόλουθα η αγωγή έπρεπε να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Με βάση δε τις παραδοχές αυτές, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή, απέρριψε αυτήν (αγωγή)ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.Aπ` αυτά που δέχτηκε το Εφετείο και δοθέντος ότι, για την παραπάνω ενέργεια της αναιρεσίβλητης, διαμαρτύρεται η αναιρεσείουσα, βασιζόμενη στο περιεχόμενο της από 28-3-2003 συμφωνίας της με το Σωματείο εργαζομένων στο Καζίνο-Ξενοδοχείο και Τελεφερίκ Πάρνηθας, της οποίας μέλος είναι και η ίδια κατά την οποία "ο εργαζόμενος που αποχωρεί δικαιούται αποζημίωση διπλάσια από την οφειλόμενη λόγω καταγγελίας...και ότι όλες οι νόμιμες επιβαρύνσεις περιλαμβάνονται στο ποσό της αποζημιώσεως και συνυπολογίζονται πέραν αυτής"υποστηρίζοντας ότι ο παρακρατηθείς φόρος περιλαμβάνεται στις εν λόγω επιβαρύνσεις, προκύπτει, εμμέσως πλην σαφώς, ότι τούτο (Εφετείο), διαπίστωσε κενό στις δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων στην πιο πάνω από 28-3-2003 συμφωνία, ήτοι ότι αυτές δεν ήταν σαφείς ως προς την έννοια του όρου"νόμιμες επιβαρύνσεις",αφού για τη διαπίστωση του περιεχομένου του, που δεν προσδιοριζόταν και ειδικότερα αν περιλαμβάνεται στην απαλλαγή από τις νόμιμες επιβαρύνσεις και ο φόρος εισοδήματος, αναζήτησε την αληθινή βούληση των μερών που κατάρτισαν τη συμφωνία αυτή(η οποία δεν φέρει το χαρακτήρα της ΣΣΕ),σε στοιχεία εκτός του κειμένου της συμβάσεως και συγκεκριμένα στη διάταξη του άρθρου 14 παρ.1 του ν.2238/1994,στο όλο περιεχόμενο της εν λόγω συμβάσεως και τα έγγραφα που προαναφέρθηκαν, από την εκτίμηση των οποίων διαπίστωσε ότι η αναιρεσίβλητη δεν ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει εξ ιδίων το φόρο εισοδήματος που αναλογούσε στις αποζημιώσεις των εκουσίως αποχωρούντων από την επιχείρησή της και από το ότι η τελευταία (αναιρεσίβλητη) αρνείται ότι είχε αναλάβει τέτοια υποχρέωση.
Ενώ, όμως, ενόψει αυτών, το Εφετείο ήταν υποχρεωμένο να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες που αναφέρονται στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, προκειμένου να διαπιστώσει την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων, ως προς την έννοια του όρου "νόμιμες επιβαρύνσεις",δεν προσέφυγε σ` αυτούς, τους οποίους ούτε αυτούς τους ίδιους ούτε τις διατάξεις που τους περιέχουν αναφέρει στην προσβαλλόμενη απόφασή του, ούτε και από το περιεχόμενο της εν λόγω αποφάσεως συνάγεται ότι έκανε χρήση αυτών.
Συνεπώς το Εφετείο με τον τρόπο αυτό παραβίασε ευθέως τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ και πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο πρώτος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί στο σύνολο της η προσβαλλόμενη απόφαση και, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο δικαστήριο το οποίο την εξέδωσε, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που την εξέδωσαν. Τέλος η αναιρεσίβλητη, ως ηττώμενη, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, σύμφωνα με το σχετικό νόμιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 106, 176, 183 και 191 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 6412/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Μαΐου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Μαΐου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ