Legislator Case Law & Legislation
727/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to untimely filing by the appellant.

Case Number 727/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation as inadmissible because it was filed late. The appellant, who had been absent from the hearing, had previously urged the hearing to be expedited but failed to submit written proposals twenty days before the scheduled date. The court ruled that the appeal was untimely and therefore invalid, ordering the appellant to pay the opposing party's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 108, 110, 498, 568, 576 of the Code of Civil Procedure; The court may examine ex officio whether an appellant has expedited the hearing; if the appellant expedited the hearing without submitting proposals within the required timeframe, the cassation request is inadmissible.

Keywords

AI generated
cassation appeal inadmissible untimely filing expedited hearing Code of Civil Procedure legal costs ex officio review

Cited Legislation

AI generated
Articles 108, 110, 498, 568, 576 of the Code of Civil Procedure
Article 570, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 495, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 727 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 727/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα και Ασημίνα Υφαντή - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 1η Φεβρουαρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Έ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο κατόπιν της ανακλήσεως της από 28/1/2021 δήλωσης για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ του πληρεξουσίου δικηγόρου του Κωνσταντίνου Δεμερτζή.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "ERGO ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (πρώην "ERGO ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", πρώην "ERGO ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΖΗΜΙΩΝ"), ως καθολικής διαδόχου της αρχικά αναιρεσιβλήτου Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ Α.Ε.", που εδρεύει στην Νέα Σμύρνη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Στρίμπερη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/5/2013 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 24/9/2014 ανταγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν.

Εκδόθηκε η 3793/2015 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5/11/2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ.1, 568 παρ.1, 2, 4 και 576 παρ.1 έως 3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανισθεί και δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτήν κάποιος διάδικος, το Δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και, αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση.

Στην προκείμενη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι τη συζήτηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος αναιρεσείων, του οποίου ο πληρεξούσιος δικηγόρος Κων/νος Δεμερτζής παρήγγειλε την επίδοση της από 16-12-2019 κλήσεως προς συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσης στην αναιρεσίβλητη, η οποία και επιδόθηκε σ' αυτήν.

Όμως ο αναιρεσείων, ο οποίος επέσπευσε τη συζήτηση, δεν παρέστη κατά την εν λόγω δικάσιμο στο ακροατήριο του Δικαστηρίου κατά τη νόμιμη εκφώνηση της υποθέσεως στη σειρά της από το πινάκιο, όπως αυτό προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου, γι' αυτό πρέπει να δικασθεί ερήμην, αλλά να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν και αυτός παρών.

Κατά το άρθρο 553 παρ. 1 ΚΠολΔ "αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση...", ενώ κατά το άρθρο 321 του ίδιου Κώδικα "όσες οριστικές αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση είναι τελεσίδικες και αποτελούν δεδικασμένο".

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για να προσβληθεί με το ένδικο μέσο της αναιρέσεως απόφαση του πρωτοβάθμιου πολιτικού δικαστηρίου που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων πρέπει αυτή να είναι τελεσίδικη και ότι η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η οποία υπόκειται σε έφεση, δηλαδή είναι εκκλητή και όχι ανέκκλητη, γίνεται τελεσίδικη, για κάποια αιτία που έχει επέλθει, όπως, διότι έχει περάσει η προθεσμία για έφεση ή διότι ο διάδικος έχει παραιτηθεί από το δικαίωμα προς άσκηση εφέσεως ή διότι αυτός έχει παραιτηθεί από το δικόγραφο της ασκηθείσης εφέσεως, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση δεν υπάρχει πλέον προθεσμία προς άσκησή της εκ νέου (ΟλΑΠ 473/1983).

Η προθεσμία δε της εφέσεως στην περίπτωση που δεν επιδόθηκε η απόφαση, είναι σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 518 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή της με το Ν. 4335/2015, τρία έτη, που αρχίζει από τη δημοσίευση της αποφάσεως που περατώνει τη δίκη και τελειώνει όταν παρέλθουν τα τρία έτη, οπότε αυτή, αφού πλέον δεν υπόκειται σε έφεση, γίνεται τελεσίδικη, κατά τα παραπάνω, και τότε παραδεκτά προσβάλλεται με αναίρεση.

Η προθεσμία, εξάλλου, της αναιρέσεως, που ηρεμεί όσο διαρκεί η προθεσμία της εφέσεως, δηλαδή αρχίζει αυτή, αφού περάσει η προθεσμία της εφέσεως, στην ίδια περίπτωση που δεν επιδόθηκε η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, είναι, κατά τη διάταξη του άρθρου 564 παρ.3 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή της με το Ν. 4335/2015, τρία έτη και αρχίζει, όπως ορίζει αυτή, από τη δημοσίευση της αποφάσεως που περατώνει τη δίκη, δηλαδή είναι συνολικά έξι (6) έτη, τρία για να περάσει η προθεσμία της εφέσεως και να γίνει τελεσίδικη η απόφαση και άλλα τρία από την ημέρα που αυτή έγινε τελεσίδικη για να ασκηθεί μέσα στα έτη αυτά αναίρεση και συνολικά έξι έτη (Ολ ΑΠ 1113/1986 και 31/2009).

Περαιτέρω, ως προς τις δημοσιευόμενες πριν την έναρξη ισχύος του Ν 4335/2015 αποφάσεις, που είχαν εκδοθεί αντιμωλία των διαδίκων και δεν είχαν επιδοθεί και καταστεί τελεσίδικες ή αμετάκλητες, εξακολουθεί να ισχύει η τριετής καταχρηστική προθεσμία προσβολής τους με αναίρεση. Έτσι, για αποφάσεις που δημοσιεύθηκαν πριν την 1-1-2016, χωρίς να επιδοθούν, εξακολουθεί και μετά την 1-1-2016 να ισχύει η τριετής προθεσμία για την άσκηση του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως που προέβλεπε η διάταξη του άρθρου 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, πριν την αντικατάστασή της με το άρθρο τρίτο του Ν 4335/2015 (Ολ ΑΠ 10/2018).

Σε περίπτωση όμως επίδοσης της πρωτόδικης απόφασης η προθεσμία της αναίρεσης, που κατ' άρθρο 564 § 1 ΚΠολΔ είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης, εκκρεμεί όσο διαρκεί η προθεσμία της έφεσης, που είναι στην περίπτωση που εκδόθηκε η πρωτοβάθμια απόφαση, κατ' άρθρο 518 § 1 ΚΠολΔ, τριάντα ημέρες.

Δηλαδή η προθεσμία της αναίρεσης είναι συνολικά εξήντα ημέρες, τριάντα ημέρες για να περάσει η προθεσμία της έφεσης και να γίνει τελεσίδικη η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και τριάντα ημέρες από την ημέρα που έγινε τελεσίδικη για να ασκηθεί μέσα στην προθεσμία αυτή η αναίρεση (ΑΠ 307/2011).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 577 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναιρέσεως και αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι το εμπρόθεσμο της ασκηθείσης αναιρέσεως είναι προϋπόθεση του παραδεκτού της. Τη συνδρομή της εν λόγω προϋποθέσεως εξετάζει ο Άρειος Πάγος είτε ύστερα από σχετική ένσταση του αναιρεσιβλήτου, οπότε ο διάδικος αυτός οφείλει, κατά το άρθρο 570 παρ. 1 ΚΠολΔ, να καταθέσει τις προτάσεις του με τις οποίες προτείνει το από την εκπρόθεσμη άσκηση απαράδεκτο, τουλάχιστον είκοσι ημέρες πριν από τη δικάσιμο, (ΑΠ 124/2013), είτε και αυτεπαγγέλτως, με βάση τα υποβληθέντα αποδεικτικά έγγραφα στοιχεία της δικογραφίας, διότι η διάταξη του άρθρου 570 παρ. 1, δεν αποσκοπεί στο να αποκλείσει την από τον Άρειο Πάγο αυτεπάγγελτη έρευνα συνδρομής του εκπρόθεσμου της ασκήσεως της αιτήσεως αναιρέσεως (ΟλΑΠ 850/1981, ΑΠ 878/2017), απορρίπτει δε την αναίρεση αν λείπει η προϋπόθεση αυτή (ΑΠ 300/2020, ΑΠ 153/2019, ΑΠ 532/2016).

Στην προκείμενη περίπτωση, με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η υπ' αρθμ. 3793/2015 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία. Με την απόφαση αυτή έγινε δεκτή η αγωγή της αναιρεσίβλητης και υποχρεώθηκε ο αναιρεσείων να της καταβάλει τα οφειλόμενα ασφάλιστρα ποσού 15.773,16 ευρώ, νομιμοτόκως.

Εφόσον η απόφαση αυτή δημοσιεύθηκε πριν την 1-1-2016, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, η προθεσμία για την άσκηση κατ' αυτής των ενδίκων μέσων της εφέσεως και της αναιρέσεως ήταν τρία έτη από την δημοσίευσή της που έγινε στις 4-8-2015. Περαιτέρω, όμως από την 5509/2018 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Αθηνών Γ.

Τ. προκύπτει ότι με παραγγελία της αναιρεσίβλητης επιδόθηκε στον πληρεξούσιο δικηγόρο και αντίκλητο του αναιρεσείοντος Κων/νο Δεμερτζή, μετά του οποίου παραστάθηκε ο αναιρεσείων στο ως άνω Ειρηνοδικείο Αθηνών, η ως άνω 3793/2015 απόφαση στις 14-3-2018 ήτοι πριν από τη συμπλήρωση τριών ετών από τη δημοσίευσή της.

Κατ' αυτής ο αναιρεσείων δεν άσκησε έφεση εντός της προθεσμίας των τριάντα ημερών από της επιδόσεώς της (βλ. το 645/2018 πιστοποιητικό του Ειρηνοδικείου Αθηνών), οπότε κατέστη τελεσίδικη στις 15-4-2018. Ο αναιρεσείων άσκησε την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως με την κατάθεση αυτής στη γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου εκπροθέσμως, στις 9-11-2018, καθόσον από τις 15-4-2018, που κατέστη τελεσίδικη η ως άνω απόφαση, παρήλθε χρονικό διάστημα μείζον των τριάντα ημερών για την άσκηση της αναιρέσεως.

Επομένως, εφόσον ελλείπει η προϋπόθεση του εμπροθέσμου της ασκήσεως της αιτήσεως αναιρέσεως, αυτή είναι απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί, κατόπιν αυτεπάγγελτης έρευνας του Δικαστηρίου και κατά παραδοχή της νομίμως υποβληθείσης σχετικής ενστάσεως της αναιρεσίβλητης.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 αρθμ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την αίτηση για αναίρεση της υπ' αρθμ. 3793/2015 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Μαΐου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 7 Ιουνίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ