Legislator Case Law & Legislation
645/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on investment loss claim, ruling appellate court did not err in evaluating evidence.

Case Number 645/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by two individuals against an Athens Court of Appeal decision rejecting their lawsuit for investment losses. The appellants argued the lower court misinterpreted specific phone recordings and documents regarding their investment agreement with two companies. The court held that the appellate court properly weighed all evidence together and that the appellants' complaints regarding the interpretation of facts fall outside the scope of appellate review.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(20) and 559(19) of the Code of Civil Procedure; The appellate court's evaluation of evidence and factual circumstances does not constitute grounds for appeal unless the decision lacks legal basis or contains contradictory reasoning.

Keywords

AI generated
appellate review scope investment contract dispute evidence evaluation factual assessment civil procedure appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 559(20) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 645 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 645/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την υπ’ αριθμ. 98/2017 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δήμητρας Παπαντωνοπούλου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό, Αβροκόμη Θούα και Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Μαΐου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Β. του Κ. και 2) Ε. Δ. συζύγου Γ. Β., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Φώτη Χατζή.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "....", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκαν δε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεοφάνη Σαξώνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-10-2008 αγωγή του ήδη πρώτου αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3099/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 3240/2014 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 27-7-2015 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιλτιάδης Χατζηγεωργίου ανέγνωσε την από 11-1-2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 3240/2014 απόφαση του (Τριμελούς) Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία και κατά παραδοχή της από 9-9-2012 εφέσεως των αναιρεσιβλήτων απέρριψε την από 31-10-2008 αγωγή των αναιρεσειόντων. Με την πρωτόδικη υπ’ αριθμ. 3099/2012 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών είχε γίνει εν μέρει η αγωγή αυτή, με την οποία ζητούνταν να υποχρεωθούν οι αναιρεσίβλητες εταιρείες να καταβάλουν στους αναιρεσείοντες χρηματικό ποσό για τη ζημία που τους προκάλεσαν λόγω κακής επενδύσεως των χρημάτων τους. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω.

ΙΙ. To Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχτηκε τα εξής: "Οι ενάγοντες είχαν μακροχρόνια συνεργασία με την πρώτη εναγομένη τράπεζα, στα πλαίσια της οποίας αποφάσισαν να συνεργαστούν και με τη δεύτερη εναγομένη εταιρία επενδυτικών υπηρεσιών, προκειμένου να ζητήσουν τις συμβουλές και τη συνδρομή της σε τοποθετήσεις χρημάτων.

Ειδικότερα, με την υπ’ αριθ. .../26.06.2007 "βασική σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών" οι εναγόμενες, νόμιμα εκπροσωπούμενες από τον προστηθέντα υπάλληλό τους Θ. Κ., με τον οποίον οι ενάγοντες συναλλάσσονταν καθ’ όλη τη διάρκεια της λειτουργίας της επίδικης σύμβασης, ανέλαβαν την υποχρέωση να επενδύσουν το ποσό του 1.000.000 ευρώ, καθώς και τη διαχείριση του εν λόγω χαρτοφυλακίου που σχηματίστηκε, ενώ ταυτόχρονα λειτουργούσαν ως θεματοφύλακες των τίτλων που αγόρασαν από τους τελευταίους.

Επιπλέον, με τον όρο 6.1 της ως άνω σύμβασης ρητά συμφωνήθηκε ότι λόγω των μη προβλέψιμων στην επενδυτική αγορά διακυμάνσεων, οι εναγόμενες εταιρείες δεν εγγυώνται οποιοδήποτε αποτέλεσμα των επενδύσεων ούτε ευθύνονται για οποιαδήποτε συναφή ζημία του επενδυτή και με τον όρο 6.1 ότι οι εταιρείες δεν αναλαμβάνουν οποιαδήποτε ευθύνη για την πιθανή ζημία που τυχόν υποστεί ο επενδυτής από συναλλαγή που καταρτίστηκε ως αποτέλεσμα εκτέλεσης εντολής του, ο δε επενδυτής ρητά δηλώνει ότι οποιαδήποτε εντολή που δίνεται προς τις εταιρείες είναι απόρροια της ελεύθερης επιλογής του, χωρίς να εξαρτάται από επενδυτικές συστάσεις ή συμβουλές των εταιριών, ενώ με τον όρο 7.2 της εν λόγω σύμβασης οι ενάγοντες παρείχαν στις εναγόμενες την εξουσία να διαθέτουν ελεύθερα τα στοιχεία του χαρτοφυλακίου τους μέσα στα πλαίσια της με την ως άνω σύμβαση παρεχόμενης εντολής τους.

Κατά τη κατάρτιση της ανωτέρω σύμβασης, ο ως άνω προστηθείς υπάλληλος των εναγομένων υπέβαλε ερωτηματολόγιο στους ενάγοντες σχετικά με την επενδυτική τους φιλοσοφία και ειδικότερα σχετικά με τα επενδυτικά χαρακτηριστικά τους και τον τρόπο με τον οποίο επιθυμούσαν να επενδύσουν. Το εν λόγω ερωτηματολόγιο, μάλιστα, το οποίο συμπληρώθηκε από τους ενάγοντες, αποτέλεσε και αναπόσπαστο τμήμα - παράρτημα της προαναφερθείσας βασικής σύμβασης με τίτλο "επενδυτικό ερωτηματολόγιο-επενδυτικό προφίλ", καθιστώντας το έτσι κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη συμβατικό περιεχόμενο των όρων της ως άνω σύμβασης παρά την περί του αντιθέτου αναφορά σ’ αυτό ότι "οι απαντήσεις του επενδυτή δεν αποτελούν συμβατικούς όρους και δεν δημιουργούν καμία υποχρέωση των εταιριών έναντι του επενδυτή, οι οποίες περιοριστικά και αποκλειστικά ρυθμίζονται στις μεταξύ του επενδυτή και των εταιρειών συμβάσεις και τα παρατήματα αυτών".

Με βάση δε τις απαντήσεις των εναγόντων, στο τέλος του ανωτέρω ερωτηματολογίου ο πιο πάνω προστηθείς υπάλληλος των εναγομένων κατέληγε στο συμπέρασμα, καθορίζοντας με τον τρόπο αυτό και το επενδυτικό προφίλ των εναγόντων, ότι "ο επενδυτής στοχεύει στην προστασία του αρχικού κεφαλαίου και παράλληλα σε περιορισμένη κεφαλαιακή υπεραξία μακροπρόθεσμα, αποδεχόμενος μικρές διακυμάνσεις σε βραχυπρόθεσμο ορίζοντα.

Το χαρτοφυλάκιο απαρτίζεται κυρίως από βραχυπρόθεσμες τοποθετήσεις, ομόλογα (κυμαινόμενου, σταθερού και μεταβλητού επιτοκίου), ομόλογα εγγυημένου κεφαλαίου, εναλλακτικές επενδύσεις και σε μικρό ποσοστό από μετοχικές αξίες", ήτοι ότι επρόκειτο για ένα συντηρητικό επενδυτικό προφίλ, στόχος του οποίου ήταν η συντηρητική κατανομή επενδύσεων.

Επομένως, αποδεικνύεται ότι οι ενάγοντες επιδίωκαν προεχόντως να μην προκληθούν απώλειες λόγω μείωσης του ύψους του κεφαλαίου τους και ακολούθως να επιχειρηθεί η αύξηση αυτού μέσω τοποθετήσεων, που δε θα προκαλούσαν κίνδυνο απώλειας του αρχικού ποσού. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι μετά την υπογραφή της επίδικης συμβάσεως ο ως άνω υπάλληλος των εναγομένων προχώρησε στην επιλογή και αγορά διαφόρων ομολόγων και επενδυτικών προϊόντων για λογαριασμό των εναγόντων.

Συγκεκριμένα με βάση το ως άνω επενδυτικό προφίλ οι ενάγοντες αποφάσισαν επένδυση σε ελληνικές μετοχές σημαντικών εταιρειών σε ποσοστό 10% του διατιθέμενου για επένδυση κεφαλαίου, διότι ο πρώτος ενάγων δεν εμπιστευόταν από δική του ιδιοσυγκρασία τη συγκεκριμένη αυτή επενδυτική επιλογή, επένδυση σε αμοιβαία κεφάλαια μετοχικά αναδυόμενων αγορών σε ποσοστό 4% και επένδυση σε διάφορες ομολογιακές εκδόσεις διαφόρων εταιρειών, για να μειωθεί ο αναλαμβανόμενος πιστωτικός κίνδυνος.

Πράγματι, επελέγησαν σε συνεργασία με τον ως άνω υπάλληλο ομολογιακοί τίτλοι της ... (10.5.2007 - 10.5.2012) και επενδύθηκαν στα τελευταία ποσά 200.000 ευρώ, και 162.000 ευρώ, 100.000 ευρώ, 100.000 ευρώ και 200.000 ευρώ, αντίστοιχα, επειδή ο τελευταίος αυτός τίτλος είχε την υψηλότερη διαβάθμιση από τους επενδυτικούς οίκους αξιολόγησης (Α+ = ομόλογα υψηλής ικανότητας πληρωμής τόκων και κεφαλαίου αλλά πιο ευάλωτα στις συνέπειες από αλλαγές στις οικονομικές συνθήκες ή συγκυρίες) σε σχέση με τη διαβάθμιση των λοιπών επιλεχθεισών επιλογών των προαναφερθέντων ομολόγων ...) και σε περίπτωση πτώχευσης της εταιρείας προηγείται ως προς την ικανοποίησή του έναντι των άλλων απαιτήσεων.

Οι ενάγοντες επιθυμούσαν σταθερή απόδοση 4,5-5% για μία τουλάχιστον πενταετία, όπως αποδεικνύεται και από τη μεταγενέστερη συνομιλία της 8-1-2008, παρά το ότι στο ως άνω ερωτηματολόγιο είχαν επιλέξει ως ανώτατο χρόνο επένδυσης την τριετία, το ως άνω δε επενδυτικό προϊόν εντασσόταν στη στρατηγική τους, δηλ., να παρακολουθούν το σύνολο του χαρτοφυλακίου τους στοχεύοντας την προστασία του αρχικού κεφαλαίου και παράλληλα σε περιορισμένη κεφαλαιακή υπεραξία μακροπρόθεσμα, αποδεχόμενοι μικρές διακυμάνσεις σε βραχυπρόθεσμο ορίζοντα.

Οι ως άνω αγορές έγιναν κατά το χρονικό διάστημα από 28-6-2007 έως 6-7-2007 και αφού προηγουμένως είχαν αυτοί καταθέσει τα αναγκαία χρήματα. Στις 18-7-2007 και αφού είχε ολοκληρωθεί η ως άνω αγορά, οι εναγόμενες απέστειλαν φαξ στους ενάγοντες για το χαρτοφυλάκιο τους, ενώ στο μεταξύ είχαν οι ίδιοι προβεί και σε άλλες επενδυτικές επιλογές, ύστερα από αναλυτικές ενημερώσεις τους από τον ως άνω προστηθέντα υπάλληλο των εναγομένων και ανταλλαγή πληροφοριών σχετικά με τις επενδύσεις σε δολλάρια και σε μετοχές ελληνικών εταιρειών.

Σε εκτέλεση της ως άνω επενδυτικής συμφωνίας αποστελλόταν από τις εναγόμενες στους ενάγοντες μηνιαία ενημέρωση με την κατάσταση του χαρτοφυλακίου τους και ουδέποτε αυτοί είχαν διαμαρτυρηθεί για το περιεχόμενό της. Εξάλλου, οι ενάγοντες δραστηριοποιούνταν στο χώρο των επιχειρήσεων και διέθεταν ιδιαίτερη οικονομική και επενδυτική εμπειρία που τους επέτρεπε να επιλέγουν οι ίδιοι τις μορφές τοποθέτησης του κεφαλαίου τους, οι οποίες κάλυπταν τις ανάγκες τους.

Τούτο αποδεικνύεται όχι μόνον από το περιεχόμενο των διαφόρων τηλεφωνικών επικοινωνιών μεταξύ του πρώτου ενάγοντος, που ενεργούσε και για λογαριασμό της συζύγου του, και του προστηθέντος υπαλλήλου των εναγομένου, όπου ανταλλάσσονται γενικότερες οικονομικές απόψεις, αλλά κυρίως από το ότι ο πρώτος ενάγων με τις πιο πάνω ιδιότητες του είχε αποκρούσει σειρά προσφορών του προστηθέντος υπαλλήλου των εναγομένων για επενδυτικές επιλογές σε μεταγενέστερο χρονικό διάστημα σε άλλα ομόλογα, αλλά και σε μετοχές τις οποίες και πάλι απέρριψε, στη δε καταγραφείσα συνομιλία της 6-8-2008 επιβεβαιώνει ότι ποτέ οι υπάλληλοι των εναγομένων δεν τοποθετούνται επενδυτικώς για λογαριασμό του, δίχως προηγούμενη ενημέρωση και έγκρισή του.

Ειδικότερα, ο πρώτος ενάγων εμφανίζεται ιδιαίτερα βέβαιος για τις επενδυτικές του επιλογές, όταν αναφέρει στην ως άνω συνομιλία "ό,τι έχω αγοράσει εγώ μέσα σε ένα χρόνο έχει διπλασιαστεί και γι’ αυτό δε μετανοιώνω", στο πλαίσιο δε αυτό κατά τη συνομιλία της 8-9-2008 ο ενάγων δηλώνει ότι δεν επιθυμεί να ρευστοποιήσει τα ως άνω τέσσερα ομόλογα, ενώ αντίθετα στις 23-9-2008 ο ίδιος δίδει εντολή να ρευστοποιηθούν τα τρία προαναφερθέντα ομόλογα και όχι το ένδικο, επειδή επιθυμούσε να δει τις εξελίξεις "λόγω του ότι στην Αμερική γίνονται πράγματα τα οποία εμείς δεν μπορούμε να τα κατανοήσουμε ποτέ", όπως ο ίδιος απαντά στο συνομιλητή του προστηθέντα υπάλληλο.

Επιβεβαιώνεται επίσης από την ίδια καταγραφείσα συνομιλία ότι ο τελευταίος λάμβανε εντολές για την εκτέλεση των επενδυτικών επιλογών των εναγόντων, ότι η πτώχευση της εταιρείας του ένδικου ομολόγου είναι "έκπληξη", συμφωνώντας ο ενάγων με τον ως άνω υπάλληλο και ότι έχει αναλάβει ήδη ρίσκο και δεν θέλει να αναλάβει άλλο, αποδεικνυομένου έτσι ότι κατά το χρόνο επένδυσης του ως άνω ομολόγου κατά τα μέσα του έτους 2007 ουδείς κίνδυνος απώλειας του κεφαλαίου τους υπήρχε εξ αιτίας της πτώχευσης της ως άνω εταιρείας.

Όλα τα προαναφερθέντα αποδεικνύονται, παρά το ότι οι ενάγοντες, όπως ομολογούν οι ίδιοι στην αγωγή τους, διαπίστωσαν από τη μηνιαία κατάσταση του αποσταλέντος χαρτοφυλακίου τους της 31-8-2008 ότι το ως άνω ομόλογο είχε απολέσει ποσοστό 16,11 % της αξίας του, και παρά το ότι κατά το προηγούμενο χρονικό διάστημα είχαν διαπιστώσει την συνεχή πτωτική πορεία του με τον ίδιο τρόπο.

Επίσης, αποδεικνύεται ότι οι εναγόμενες δεν θα μπορούσαν να ρευστοποιήσουν το ως άνω ένδικο ομόλογο δίχως εντολή των εναγόντων, όπως συνέβη και για τα άλλα ομόλογα και για την απαγόρευση εκποίησης του ένδικου ομολόγου, και ουδόλως αποδεικνύεται ότι ο ως άνω υπάλληλος των εναγομένατν απέτρεψε αυτούς από την εκποίησή του, ενώ επιπλέον αληθές είναι ότι κατά την ημερομηνία της 23-9-2008 η αποτίμηση του ως άνω ομολόγου δεν είχε μηδενιστεί, αλλά ότι είχε αξία σε ποσοστό 30% της ονομαστικής του αξίας, ενώ με την από 15-9-2008 επιστολή τους οι εναγόμενες ενημέρωσαν τους ενάγοντες ότι η εταιρεία του ομολόγου είχε καταθέσει αίτηση υπαγωγής της στο άρθρο 11 του πτωχευτικού δικαίου των ΗΠΑ και εξηγεί στον πρώτο ενάγοντα τηλεφωνικά ο ως άνω υπάλληλος ότι η ενέργεια αυτή επιτρέπει να αναδιοργανώσει η εταιρεία τις υποθέσεις της, ενώ συνεχίζει να λειτουργεί, και να διαμορφώσει τις προϋποθέσεις για να διευθετήσει τις υποχρεώσεις της και ότι έχουν ανασταλεί προσωρινώς οι συναλλαγές σε σχέση με τις μετοχές και τα ομόλογα, καθίσταται δε γνωστό σ’ αυτούς ότι δεν μπορεί να προσδιοριστεί το ύψος της αποτίμησης και ο χρόνος ικανοποίησης των αξιώσεων τους, λαμβανομένου υπόψη ότι τούτο εξαρτάται από το εάν θα εκποιηθεί η περιουσία της ή θα γίνει αναδιάρθρωση με συμφωνία των πιστωτών της.

Ήδη δε σε κοινό τραπεζικό λογαριασμό των εναγόντων έχει κατατεθεί το ποσό των 58.360, 13 δολλαρίων ΗΠΑ ή 44.351, 82 ευρώ προς εν μέρει ικανοποίηση της απαίτησής τους από τη ρευστοποίηση της περιουσίας της πτωχής εταιρείας.

Συνεπώς, με βάση τα ως άνω αποδειχθέντα, ουδεμία παράβαση ενδοσυμβατική από πλευράς των εναγομένων έλαβε χώρα και ουδεμία, ακόμη και αδικοπρακτική, ευθύνη φέρουν αυτοί για την ως άνω ένδικη επένδυση είτε ως προς την επιλογή της είτε ως προς την αποτροπή ρευστοποίησής της και πρέπει η αγωγή να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχθηκε εν μέρει ως ουσία βάσιμη την αγωγή, έσφαλε ως προς την ορθή εκτίμηση των αποδείξεων, κατά τα βασίμως ισχυριζόμενα από τις εκκαλούσες με τους λόγους έφεσης, και πρέπει αυτή να γίνει δεκτή και να εξαφανιστεί η πρωτόδικη απόφαση, αφού δε κρατηθεί και δικαστεί η υπόθεση από το Δικαστήριο αυτό, να απορριφθεί η αγωγή των εναγόντων". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο με την 3240/2014 απόφασή του δέχθηκε την έφεση των εκκαλουσών-εναγομένων και απέρριψε την αγωγή των αναιρεσειόντων. Οι τελευταίοι με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως εναντιώνονται κατά της αποφάσεως αυτής και με την έννοια αυτή ερευνάται στη συνέχεια η αίτηση.

ΙΙΙ. Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α’ του ΚΠολΔ: "Αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένως, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλ.

απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλ. με εσφαλμένη υπαγωγή. Ο λόγος αυτός είναι ορισμένος, αν στο αναιρετήριο προσδιορίζεται, εκτός από τα λοιπά στοιχεία, και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση σφάλμα κατά την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου (ΟλΑΠ 2/2008).

Δεν αρκεί δηλ. να εκτίθεται στο αναιρετήριο το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος πραγματικό μέρος της υποθέσεως, οι διατάξεις που φέρεται ότι παραβιάστηκαν, η έννοια που αποδίδει σ’ αυτές ο αναιρεσείων και το συμπέρασμα του δικαστηρίου που φέρεται ως προϊόν ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος, αλλά πρέπει επί πλέον να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του για το βάσιμο ή αβάσιμο της αγωγής (ή άλλης αυτοτελούς αιτήσεως ή ανταιτήσεως), αφού διαφορετικά δεν είναι δυνατή, με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου, η στοιχειοθέτηση των σχετικών λόγων αναιρέσεως, διότι η ευδοκίμηση της αναιρέσεως εξαρτάται, σύμφωνα με το άρθρο 578 Κ.Πολ.Δ, από την ορθότητα όχι των νομικών αιτιολογιών, αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το οποίο συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου.

Επομένως, η έκθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία για να μπορεί να ελεγχθεί από το περιεχόμενό του αν η αποδιδομένη στην απόφαση παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό ή αν τα δεκτά γενόμενα πραγματικά γεγονότα που συγκροτούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού εκτίθενται επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις στην απόφαση, ώστε να αποβαίνει εφικτός ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου και συνακόλουθα της ορθότητας του διατακτικού (ΑΠ 1720/2008).

Εν προκειμένω με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε με τη μη εφαρμογή τους εξής ουσιαστικούς κανόνες δικαίου: α) του Κώδικα Δεοντολογίας των Επιχειρήσεων Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών, που κυρώθηκε με την υπ’ αριθμ. 12263/Β.500/24.4.1997 απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας (ΦΕΚ Β 340) και είχε εκδοθεί κατ’ εξουσιοδότηση από το άρθρο 7 του Ν.2396/1997, του οποίου το περιεχόμενο εκτέθηκε στην αρχή, β) του άρθρου 8 §§ 1 έως 5 του Ν.2251/1994, γ) των άρθρων 197-198, 288 και 919 του Α.Κ. Στο αναιρετήριο όμως, πέραν της παραθέσεως αυτολεξεί του κειμένου των διατάξεων αυτών, δεν αναφέρονται ποιες ήσαν οι παραδοχές του δικαστηρίου τουλάχιστον κατά το ενδιαφέρον μέρος προς θεμελίωση της κρίσεώς του για το ουσία αβάσιμο της αγωγής αλλά και ποιο ήταν το περιεχόμενο της αγωγής, ώστε να κριθεί αν υπήρχε ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα.

Συνεπώς ο λόγος αυτός είναι αόριστος και απορριπτέος. IV. Κατά το άρθρο 559 αριθ.11 περ.γ’ του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν κατά της προσβαλλόμενης αποφάσεως αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ.11 περ.γ’ ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τις αναφερόμενες στο αναιρετήριο απομαγνητοφωνήσεις τηλεφωνικών συνομιλιών του πρώτου από αυτούς με τον προστηθέντα υπάλληλο των αναιρεσιβλήτων Θ.Κ., από τις οποίες προκύπτει ότι αυτοί δεν είχαν ενημέρωση για την επιλογή και αγορά των ένδικων επενδυτικών προϊόντων.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αφού γίνεται ρητή αναφορά στην προσβαλλομένη απόφαση ότι το περιεχόμενο των συνομιλιών αυτών έχει ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο. V. Εξ άλλου παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθ. 20 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού κατά την έννοια των άρθρ. 339 και 432 επ.

ΚΠολΔ εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενό του κάτι διαφορετικό από το πραγματικό, δηλαδή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο το δικαστήριο ορθώς ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο.

Παραμόρφωση εγγράφου κατά την έννοια του παραπάνω αναιρετικού λόγου συνιστά και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης (ΑΠ 1440/2002), δηλαδή για να θεμελιώνεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 20 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο που φέρεται ότι παραβιάσθηκε κατά το περιεχόμενό του.

Δεν αρκεί έτσι ότι το συνεκτίμησε απλώς με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξάρει το περιεχόμενό του σε σχέση με το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε και το οποίο, εξ άλλου, θα πρέπει να είναι επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αναφορικά με πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 1/1999, ΑΠ 627/2003, 402/2004, 832/2009, 1627/2010, 374/2012).

Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως προσάπτουν κατά της αποφάσεως την αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο δύο συγκεκριμένων στιχομυθιών που περιέχονται στις απομαγνητοφωνημένες τηλεφωνικές συνομιλίες της 8-9-2008 και της 23-9-2008 μεταξύ του πρώτου από αυτούς με τον προστηθέντα υπάλληλο των αναιρεσιβλήτων Θ.Κ., καθώς και δύο εγγράφων (του από 31-8-2008 με την ένδειξη "αποτίμηση χαρτοφυλακίου" και της από 15-9-2008 επιστολής των αναιρεσιβλήτων προς τον πρώτο των αναιρεσειόντων).

Ωστόσο το εφετείο δεν στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα -έστω κατά κύριο λόγο- στο περιεχόμενο των εγγράφων αυτών αλλά τα συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα, το γεγονός δε ότι συνήγαγε από αυτά αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό δεν ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθ. 20 ΚΠολΔ.

Αντίθετα, ο λόγος αυτός αποτελεί στην ουσία παράπονο των αναιρεσειόντων αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, πράγμα που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο, με συνέπεια να είναι απορριπτέος. VΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ: "Αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".

Με τον τέταρτο λόγο του αναιρετηρίου οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι το εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι αν και δέχεται ότι οι αναιρεσίβλητες ανέλαβαν βάσει συμβάσεως με τους αναιρεσείοντες την εκτέλεση της επένδυσης και είχαν την εξουσία διαχείρισης του χαρτοφυλακίου, εν συνεχεία αντιφατικά δέχεται ότι δεν είχαν την εξουσία να ρευστοποιήσουν τον επίδικο ομολογιακό τίτλο της "...", όταν αυτός στο τέλος Αυγούστου 2008 κατέστη επιζήμιος.

Ο λόγος όμως αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον η προσβαλλόμενη απόφαση ουδόλως περιλαμβάνει παραδοχή ότι οι αναιρεσίβλητες εταιρείες είχαν τη δυνατότητα να προβούν αυτοβούλως σε ρευστοποίηση του συγκεκριμένου ομολόγου χωρίς εντολή των αναιρεσειόντων, όπως ισχυρίζονται αυτοί, ενώ αντιθέτως το δικαστήριο δεν προσδίδει στον αναφερόμενο όρο 7.2 της μεταξύ τους συμβάσεως, που παρέχει την εξουσία στις αναιρεσίβλητες "να διαθέτουν ελεύθερα τα στοιχεία του χαρτοφυλακίου των αναιρεσειόντων", την έννοια ότι δίνει σ’ αυτές και την εξουσία να ρευστοποιούν αυτά κατά την κρίση τους.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), οι οποίες κατέθεσαν προτάσεις.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27 Ιουλίου 2015 αίτηση των 1) Γ. Β. και 2) Ε. Δ. συζ. Γ. Β. για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 3240/2014 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Φεβρουαρίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Μαρτίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ