Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to untimely filing after appeal withdrawal.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against a final first-instance judgment as inadmissible. The appellant argued the judgment was not served, but the court found it was served in 2011, making the appeal time-barred. The court ruled that the appeal was filed late because the appellant had already withdrawn their second appeal, rendering the judgment final and the appeal untimely.
Legislator headnote
AI generatedArticle 553(1) of the Code of Civil Procedure; Article 321 of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if filed after the expiration of the thirty-day period following the finality of the judgment, which occurs upon the withdrawal of a second appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 878 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 878/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την 64/2017 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ασπασίας Καρέλλου, Δήμητρα Κοκοτίνη - Εισηγήτρια, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 14 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Π. Κ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Α. Σ., με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που δεν κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΑΛΛΗΛΟΒΟΗΘΗΤΙΚΟ ΤΑΜΕΙΟ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Φρώυντε, που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/2/2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και λοιπών προσώπων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, η οποία κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η 2082/2010 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5/7/2016 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου προέβαλε ένσταση για το παραδεκτό της άσκησης της αίτησης αναίρεσης, ζήτησε την απόρριψή της και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 ΚΠολΔ, ''αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση...'' ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 321 του ίδιου Κώδικα, ''όσες οριστικές αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση είναι τελεσίδικες και αποτελούν δεδικασμένο''.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για να προσβληθεί με το ένδικο μέσο της αναίρεσης απόφαση του πρωτοβάθμιου πολιτικού δικαστηρίου, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, πρέπει αυτή να είναι τελεσίδικη. Η πρωτόδικη απόφαση η οποία υπόκειται σε έφεση γίνεται τελεσίδικη για κάποια αιτία που έχει επέλθει, π.χ.
διότι έχει παρέλθει η προθεσμία για έφεση ή διότι ο διάδικος έχει παραιτηθεί από την έφεση που επρόκειτο να γίνει (από το δικαίωμα προς άσκηση) ή διότι αυτός έχει παραιτηθεί από το δικόγραφο της γενόμενης έφεσης, εφόσον στην τελευταία περίπτωση δεν υπάρχει πλέον προθεσμία προς άσκησή της (Ολ ΑΠ 1113/1986, 473/1983).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 564 παρ. 1 ΚΠολΔ, ''αν ο αναιρεσείων διαμένει στην Ελλάδα, η προθεσμία της αναίρεσης είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης''. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η οριζόμενη από αυτήν προθεσμία αρχίζει από την επομένη της επιδόσεως της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης ημέρα, καθόσον με τη διάταξη του άρθρου αυτού καθορίζεται απλώς η διάρκεια της προθεσμίας και το γεγονός που την κινεί, ενώ ο τρόπος υπολογισμού της προθεσμίας ρυθμίζεται από τη διάταξη του άρθρου 144 παρ.1 ΚΠολΔ, κατά την οποία οι προθεσμίες που ορίζονται από το νόμο αρχίζουν από την επόμενη ημέρα από την επίδοση του σχετικού εγγράφου.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 139 παρ. 3 ΚΠολΔ, ''όποιος ενεργεί την επίδοση σημειώνει πάνω στο επιδιδόμενο έγγραφο την ημέρα και την ώρα της επίδοσης και υπογράφει. Η σημείωση αυτή αποτελεί απόδειξη υπέρ εκείνου προς τον οποίο έγινε η επίδοση. Αν υπάρχει διαφορά ανάμεσα στην έκθεση της επίδοσης και στη σημείωση υπερισχύει η έκθεση''.
Από την τελευταία αυτή διάταξη, ερμηνευόμενη κατά τελολογική συστολή που υπαγορεύεται από το γεγονός ότι τα έννομα αποτελέσματα για την ενέργεια διαδικαστικών πράξεων συναρτώνται προς τη γνώση του ακριβούς χρόνου της επίδοσης, συνάγεται ότι σε περίπτωση διαφοράς μεταξύ της ανωτέρω σημείωσης και της έκθεσης του δικαστικού επιμελητή (αντίγραφο της οποίας δεν παραδίδεται στο λήπτη του εγγράφου), η χρονολογία της εκθέσεως υπερισχύει έναντι εκείνης της σημείωσης μόνο εφόσον ωφελεί αυτόν προς τον οποίο έγινε η επίδοση, ενώ στην αντίθετη περίπτωση ως βάση υπολογισμού της προθεσμίας πρέπει να λαμβάνεται η χρονολογία της επισημειώσεως στο επιδιδόμενο έγγραφο.
Διότι μόνο έτσι διασφαλίζεται πλήρως η δυνατότητα του λαβόντος το έγγραφο να ασκήσει παραδεκτά το υπό προθεσμία δικαίωμά του, το οποίο, στην περίπτωση των ενδίκων βοηθημάτων και μέσων, κατοχυρώνεται με τις διατάξεις του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 εδ. α' της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που κυρώθηκε με το ν. 53/1974, υπό το φως των οποίων πρέπει να εφαρμόζεται ο οικείος δικονομικός κανόνας (ΑΠ 1381/2010, 1834/2007).
Το μέσο δε αυτό, ήτοι η υπάρχουσα επί του επιδοθέντος εγγράφου σημείωση, εφόσον υπάρχει στη δικογραφία και δεν αναιρείται από το περιεχόμενο της προσκομιζόμενης εκθέσεως επιδόσεως, ερευνά και αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, προκειμένου να κρίνει αν το ένδικο μέσο ασκήθηκε εμπρόθεσμα (ΑΠ 124/2013, 85/1994). Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 577 ΚΠολΔ, ''το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης'' (παρ. 1). ''Αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως'' (παρ. 2).
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι το εμπρόθεσμο της ασκηθείσας αναίρεσης αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού αυτής, τη συνδρομή της οποίας εξετάζει ο Άρειος Πάγος και αυτεπαγγέλτως, με βάση τα υποβληθέντα αποδεικτικά έγγραφα στοιχεία της δικογραφίας. Αντίθετη ερμηνεία, αποκλείουσα την αυτεπάγγελτη έρευνα την εμπρόθεσμης άσκησης της αναίρεσης, δεν βρίσκει έρεισμα ούτε στη διάταξη του άρθρου 570 παρ. 1 ΚΠολΔ, η οποία ορίζει ότι ''οι διάδικοι δεν είναι υποχρεωμένοι να καταθέσουν προτάσεις, εκτός αν προβάλλονται ενστάσεις ως προς το παραδεκτό και το εμπρόθεσμο της αίτησης της αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων.
Οι διάδικοι καταθέτουν τις προτάσεις τους είκοσι τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο'', αφού η διάταξη αυτή δεν αποσκοπεί στο να αποκλείσει την από τον Άρειο Πάγο αυτεπάγγελτη έρευνα της συνδρομής του εμπροθέσμου της άσκησης της αίτησης αναίρεσης, ενόψει του ότι η τελευταία αποτελεί, κατά τα προεκτεθέντα, προϋπόθεση του παραδεκτού της (Ολ ΑΠ 850/1981, 412/1981, ΑΠ 1328/2014, 124/2013, 352/2012, 1387/2008, 1763/2006).
Στην προκείμενη περίπτωση από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Με την 2082/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, επί της από 5-2-2009 αγωγής και του ήδη αναιρεσείοντος κατά του ήδη αναιρεσιβλήτου ΝΠΙΔ με την επωνυμία ''ΑΛΛΗΛΟΒΟΗΘΗΤΙΚΟ ΤΑΜΕΙΟ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ'', απορρίφθηκε αυτή (αγωγή) ως προς τον πρώτο ως μη νόμιμη.
Η απόφαση αυτή επιδόθηκε στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα στις 6-7-2011, ημέρα Τετάρτη και ώρα 09.15, όπως προκύπτει από τη σχετική επισημείωση του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Δ. Μ. στο αντίγραφο της ως άνω απόφασης, που προσκομίζει μετ' επικλήσεως το αναιρεσίβλητο. Στη συνέχεια ο ενάγων άσκησε κατά της πρωτόδικης απόφασης την από 1-3-2012 και με αριθμό κατάθεσης 6594/14-11-2013 έφεσή του, της οποίας ορίσθηκε δικάσιμος ενώπιον του 3ου Τμήματος του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών η 18-11-2014 (με αριθμό πινακίου 25), κατή την οποία η συζήτηση αυτής ματαιώθηκε.
Στις 30-11-2015, όπως προκύπτει από την 8239/30-11-2015 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Ν. Φ., που προσκομίζει και επικαλείται ο αναιρεσείων, επιδόθηκε από αυτόν στο εφεσίβλητο και ήδη αναιρεσίβλητο ΝΠΙΔ η από 30-11-2015 εξώδικη δήλωση παραίτησης από το δικόγραφο της έφεσης αυτής, η οποία υπογράφεται από το δικηγόρο Αθηνών Α.
Σ., ο οποίος εκπροσωπεί τον αναιρεσείοντα δυνάμει του 17..../6-7-2016 πληρεξουσίου της Συμβολαιογράφου … Μ. Β.-Γ. και ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου. Στο πληρεξούσιο αυτό μάλιστα ρητά αναγράφεται ότι ο αναιρεσείων αναγνωρίζει και εγκρίνει όλες τις πράξεις που ενήργησε ο ως άνω πληρεξούσιος δικηγόρος του πριν από την ημερομηνία υπογραφής του εν λόγω πληρεξουσίου.
Επομένως, εφόσον δεν υπήρχε πλέον προθεσμία για την άσκηση δεύτερης έφεσης, μετά την πάροδο τριάντα ημερών από την παραίτηση από το δικόγραφο της προαναφερόμενης έφεσης, η προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατέστη, κατά τα προαναφερόμενα, τελεσίδικη. Η ένδικη αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου Αθηνών στις 5-7-2016 και έλαβε αριθμό κατάθεσης 78/2016.
Σημειώνεται ότι ο παριστάμενος αναιρεσείων επικαλείται στο δικόγραφο της αναίρεσης ότι δεν επιδόθηκε η πρωτοβάθμια απόφαση και ως εκ τούτου παραδεκτά ασκήθηκε αυτή πριν την πάροδο έξι ετών από τη δημοσίευση της απόφασης αυτής. Ο ισχυρισμός αυτός είναι αβάσιμος, διότι από την επισημείωση του δικαστικού επιμελητή στο αντίγραφο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι αυτή επιδόθηκε στις 6-7-2011 και το γεγονός αυτό δεν αναιρείται από κάποιο αντίθετο αποδεικτικό μέσο.
Από όλα τα παραπάνω προκύπτει ότι η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί εκπρόθεσμα, δηλαδή μετά την πάροδο της προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών από την τελεσιδικία της προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία έληγε στις 7-10-2011 και σε κάθε περίπτωση μετά την πάροδο των τριάντα (30) ημερών από την παραίτηση του αναιρεσείοντος από το δικόγραφο της έφεσής του κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία παρήλθε στις 31-12-2015.
Πρέπει, επομένως, μετά από αυτεπάγγελτη έρευνα του εκπροθέσμου της άσκησης της ένδικης αίτησης αναίρεσης να απορριφθεί αυτή ως απαράδεκτη (εκπρόθεσμη). Τέλος, ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Aπορρίπτει ως απαράδεκτη την από 5-7-2016 αίτηση του Π. Κ. για αναίρεση της 2082/2010 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Και Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Μαΐου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Μαΐου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ