Supreme Court dismisses appeal on contract termination damages, ruling employer's savings are real costs regardless of legal wage violations.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the company's appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's judgment regarding contract termination damages. The lower courts had awarded the employer a reduction in damages based on the actual wages paid, despite the employer having violated labor laws by paying below minimum rates. The Court held that the employer's actual savings from terminating the contract constitute real costs, regardless of whether those savings were based on legally required or illegally low wages, rendering the appeal inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArticles 681 and 694 of the Civil Code; Article 700 of the Civil Code; Article 561(1) of the Code of Civil Procedure: When a contract is terminated, the damages to be deducted from the contractor's remuneration correspond to the actual costs saved by the employer, irrespective of whether such costs were calculated based on legally mandated or lower actual payments.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 71 / 2016 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 71/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Απόστολο Παπαγεωργίου, Παναγιώτη Κατσιρούμπα και Δήμητρα Κοκοτίνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 27 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: εταιρείας με την επωνυμία "..." που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Αντωνίου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατάθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Θ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ουρανία Σαλπιστή, που κατάθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/3/2011 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 19851/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 2099/2014 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 26/1/2015 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κατσιρούμπας ανέγνωσε την από 16/10/2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 681 και 694 ΑΚ προκύπτει ότι με τη σύμβαση έργου ο ένας συμβαλλόμενος, που καλείται εργολάβος, αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει το έργο και ο αντισυμβαλλόμενος, που καλείται εργοδότης, να καταβάλει τη συμφωνημένη αμοιβή με την παράδοση του έργου. Νοείται ως έργο κάθε τελικό αποτέλεσμα της εργασίας και δραστηριότητας του εργολάβου στο οποίο απέβλεψαν τα μέρη της σύμβασης, ενώ ως παράδοση του έργου νοείται η εκπλήρωση της κύριας υποχρέωσης του εργολάβου, που συνίσταται στην εκτέλεση του έργου και στην προσπόρισή του στον εργοδότη, δηλαδή η περιέλευση του έργου στη σφαίρα εξουσίασης του εργοδότη.
H αμοιβή του εργολάβου μπορεί κατά την κατάρτιση της σύμβασης να ορισθεί κατ` αποκοπή, κατά μονάδα, επί τη βάσει προϋπολογισμού, απολογιστικώς, χρονικώς, σε ποσοστά ή και να καταλειφθεί ακαθόριστη ως προς το ποσό και τον τρόπο υπολογισμού της, καταβάλλεται δε, σύμφωνα με το άρθρο 694 του ΑΚ, κατά την παράδοση του έργου, εκτός αν η παράδοση τούτου συμφωνήθηκε κατά τμήματα, οπότε καταβάλλεται με την παράδοση κάθε τμήματος (ΑΠ 575/2015, 1665/2014, 119/2014, 882/2013).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 700 του Α.Κ, ο εργοδότης έχει το δικαίωμα έως την αποπεράτωση του έργου να καταγγείλει οποτεδήποτε τη σύμβαση. Αν γίνει καταγγελία, οφείλεται στον εργολάβο η συμφωνημένη αμοιβή, αφαιρείται, όμως, από αυτήν η δαπάνη που εξοικονομήθηκε από τη ματαίωση της σύμβασης, καθώς και οτιδήποτε άλλο ωφελήθηκε ο εργολάβος από άλλη εργασία του ή παρέλειψε με δόλο να ωφεληθεί.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει σαφώς ότι, αν ο εργοδότης καταγγείλει τη σύμβαση πριν από την περάτωση του έργου, αυτή λύεται για το μέλλον και ο εργοδότης υποχρεούται να παραλάβει το έργο στην κατάσταση που βρίσκεται κατά την καταγγελία και να καταβάλει στον εργολάβο ολόκληρη τη συμφωνημένη αμοιβή, από την οποία, μετά από ένσταση του εργοδότη, μπορούν να αφαιρεθούν τα άνω ποσά.
Η εν λόγω διάταξη, είναι ενδοτικού δικαίου γι` αυτό είναι ισχυρές αντιθέτου περιεχομένου συμφωνίες, με τις οποίες ορίζεται διαφοροποίηση στη ρύθμιση από εκείνη της διάταξης (ΑΠ 358/2014, 1474/2013, 877/2013). Δηλαδή, με αντιθέτου περιεχομένου συμφωνίες, μπορεί να περιορίζεται το δικαίωμα του εργοδότη από το άρθρο 700 ΑΚ ή να καταλύεται, δηλαδή να χωρεί έγκυρη παραίτηση του εργοδότη από το δικαίωμα καταγγελίας ή ανάκτηση του δικαιώματος από τον εργοδότη ή να παραχωρούνται περισσότερα δικαιώματα στον εργοδότη, όπως απαλλαγή από καταβολή της αμοιβής ή να περιορίζεται η υποχρέωση σε ορισμένο ποσοστό ή να ορίζεται ποινική ρήτρα, σε περίπτωση καταγγελίας, η οποία αντικαθιστά τις υποχρεώσεις από τη διάταξη του άρθρου 700 ΑΚ, ή είναι πέραν αυτών (ΑΠ 358/2014).
Μπορεί ακόμη με τις συμφωνίες αυτές να χορηγείται το δικαίωμα καταγγελίας όχι μόνο στον εργοδότη, όπως προβλέπεται στην ΑΚ 700 αλλά και στον εργολάβο ή να θεσπίζονται περιορισμοί στην άσκησή του (π.χ. έγγραφη προειδοποίηση εργοδότη ή του εργολάβου). Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ολ.
ΑΠ 7/2006, 4/2005, ΑΠ 1665/2014, 358/2014). Οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών (άρθρα 173 και 200 ΑΚ), εφαρμόζονται όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του, διαπιστώνει, έστω και εμμέσως, ότι υπάρχει στη σύμβαση κενό ή αμφιβολία ως προς τις δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων.
Υπό την προϋπόθεση αυτή το δικαστήριο της ουσίας παραβιάζει τους παραπάνω ερμηνευτικούς κανόνες, είτε όταν παραλείπει να προσφύγει σ` αυτούς για την συμπλήρωση ή ερμηνεία της δήλωσης της βούλησης των συμβαλλομένων, καίτοι δέχθηκε κενό ή ασάφεια έστω και έμμεσα, είτε όταν προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ και την συμπλήρωση ή ερμηνεία της σύμβασης, καίτοι δέχεται, επίσης ανελέγκτως, ότι η σύμβαση είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας, είτε όταν παραλείπει να παραθέσει στην απόφαση του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η συγκεκριμένη εφαρμογή τους (ΑΠ 1665/2014, 358/2014).
Προσφυγή στις ως άνω διατάξεις υπάρχει έστω και αν αυτές δεν κατονομάζονται ρητά στην απόφαση, εφόσον από το περιεχόμενο της απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο, αναζητώντας την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων, προσέφυγε τελικά στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρ. 173 και 200 ΑΚ .Η διαπίστωση εξάλλου από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αλλά αρκεί να προκύπτει και έμμεσα απ` αυτή, όπως συμβαίνει όταν παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή ανάλογα στην ερμηνεία τους.
Ιδίως αυτό συμβαίνει όταν το δικαστήριο προβαίνει στο συσχετισμό των όρων της σύμβασης, στη λήψη υπόψη στοιχείων εκτός της σύμβασης ή αντλεί επιχειρήματα από το σκοπό της (ΑΠ 1665/2014). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και τα ακόλουθα κρίσιμα για την τύχη της αιτήσεως αναιρέσεως πραγματικά περιστατικά:
Ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος διατηρεί στον ... ατομική επιχείρηση παροχής υπηρεσιών καθαρισμού με το διακριτικό τίτλο "..." και αναλαμβάνει την παροχή υπηρεσιών καθαρισμού επαγγελματικών χώρων και πολυκατοικιών, η δε εναγομένη και ήδη εκκαλούσα ανώνυμη εταιρεία που εδρεύει στην …, διατηρεί κατάστημα εμπορίας υλικών και εξοπλισμού ιδιοκατασκευών στο Εμπορικό Πάρκο ...
στην ..., με τον διακριτικό τίτλο "...". Οι διάδικοι στα πλαίσια των εν λόγω εμπορικών δραστηριοτήτων τους, συνήψαν στην Αθήνα στις 24.6.2008, με το από 24. 6.2008 ιδιωτικό συμφωνητικό παροχής υπηρεσιών καθαρισμού, σύμβαση, δυνάμει της οποίας ανέλαβε ο ενάγων (αποκαλούμενος στην ανωτέρω σύμβαση χάριν συντομίας "ο εργολάβος") τον καθαρισμό, με δικά του υλικά, μηχανήματα και εργατοτεχνικό και υπαλληλικό προσωπικό, των χώρων του ως άνω καταστήματος της εναγομένης εταιρείας (αποκαλούμενης στην ανωτέρω σύμβαση χάριν συντομίας "ο πελάτης") για το χρονικό διάστημα από 1.8.2008 έως 31.12.2009, αντί συμφωνημένης αμοιβής 7.500 ευρώ μηνιαίως, πλέον του αντιστοιχούντος Φ.Π.Α, καταβαλλόμενης εντός δέκα ημερών από την έκδοση και παράδοση του αντίστοιχου τιμολογίου.
Συγκεκριμένα, στο ανωτέρω συμφωνητικό αναγράφονται οι συμφωνημένοι όροι που διέπουν την επίδικη σύμβαση καθώς και τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των συμβαλλομένων- διαδίκων μερών, εκ των οποίων, τα κρίσιμα και ουσιώδη για την εξεταζόμενη υπόθεση είναι τα ακόλουθα: Στο άρθρο 1 με τίτλο "ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑΣ" ορίζεται αυτολεξεί "1.1 Ο πελάτης αναθέτει και ο εργολάβος αναλαμβάνει τον καθαρισμό (συντήρηση) των χώρων του καταστήματος του πελάτη που βρίσκεται στο Εμπορικό Πάρκο ...
στην .... Οι υπηρεσίες που ο εργολάβος αναλαμβάνει με την παρούσα να παρέχει στον πελάτη περιγράφονται αναλυτικά στο συνημμένο πρόγραμμα εργασίας καθαρισμών ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Α. Το παράρτημα Α επισυνάπτεται και αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του παρόντος". Στο άρθρο 2 με τίτλο: "ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ - ΩΡΑΡΙΟ" ορίζεται: "2.1 Προς εκτέλεση των παραπάνω εργασιών καθαριότητας ο εργολάβος υποχρεούται να διαθέτει 2 άτομα 8ωρης απασχόλησης και 4 άτομα 4ωρης απασχόλησης, από Δευτέρα έως και Σάββατο".
Στο άρθρο 3 με τίτλο:: "ΑΜΟΙΒΗ ΤΟΥ ΕΡΓΟΛΑΒΟΥ - ΤΡΟΠΟΣ ΠΛΗΡΩΜΗΣ". ορίζεται: "3.1 Ως αντάλλαγμα για την παροχή όλων των υπηρεσιών καθαριότητας που προβλέπονται στο παρόν, ο πελάτης υποχρεούται να καταβάλει προς τον εργολάβο το ποσόν των επτά χιλιάδων πεντακοσίων (7.500) ευρώ μηνιαίως πλέον του αντίστοιχου ΦΠΑ. 3.2.
Το τίμημα που ορίζεται ανωτέρω θα καταβάλλεται στον εργολάβο εντός δέκα (10) ημερών από της εκδόσεως και παράδοσης του αντίστοιχου τιμολογίου. 3.3. Συμφωνείται ρητά και ανεπιφύλακτα ότι όλες οι τυχόν ειδικές και αναγκαίες εργασίες που δεν συμπεριλαμβάνονται στις διατάξεις του παρόντος, θα πραγματοποιούνται και θα χρεώνονται χωριστά κατόπιν ειδικής συμφωνίας των συμβαλλομένων μερών και με ωριαία αποζημίωση η οποία θα ανέρχεται στο ποσό των 7 ευρώ χωρίς ΦΠΑ".
Στο άρθρο 4 με τίτλο: "ΑΝΑΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗ" ορίζεται: " 4.1 Κατά τη διάρκεια της ισχύος του παρόντος οποιαδήποτε αναπροσαρμογή του οφειλόμενου ποσού σύμφωνα με το ως άνω άρθρο 3 ισχύει μόνο εφόσον συμφωνηθεί εγγράφως και από τα δύο συμβαλλόμενα μέρη". Στο άρθρο 5 με τίτλο: "ΔΙΑΡΚΕΙΑ-ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ" ορίζεται: " 5.1. Το παρόν συμφωνείται ορισμένου χρόνου και η ισχύς του αρχίζει την 1.8.2008 και λήγει 31.12.2009.
Η ισχύς του παρόντος λήγει κατόπιν καταγγελίας από οποιοδήποτε από τα συμβαλλόμενα μέρη, η οποία κοινοποιείται με επιστολή προς τον αντισυμβαλλόμενο. Τα αποτελέσματα της καταγγελίας αρχίζουν μετά την πάροδο ενός μήνα από τη λήψη της επιστολής. Σε περίπτωση ανανέωσης της παρούσας η αναπροσαρμογή θα γίνεται βάσει της Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Παροχής Υπηρεσιών και πάντοτε μετά από συμφωνία και των δυο πλευρών"....Στο άρθρο 7 με τίτλο: "ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΤΟΥ ΠΕΛΑΤΗ" ορίζεται: "7.1.
Ο πελάτης υποχρεούται να παρέχει, άνευ χρεώσεως, στον εργολάβο τα απαραίτητα για την εκτέλεση των εργασιών ηλεκτρικό ρεύμα και νερό, και να διαθέτει χώρο ο οποίος θα είναι κατάλληλος για αποδυτήριο και για τη φύλαξη των μηχανημάτων και των υλικών καθαρισμού. 7.2 Ο πελάτης θα προμηθεύει τα απαραίτητα χαρτί υγείας, σαπούνι πλύσης χεριών και χαρτί κουζίνας".
στο άρθρο 8 με τίτλο: " ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΤΟΥ ΕΡΓΟΛΑΒΟΥ" ορίζεται: "8.1 Τα μηχανήματα, εξαρτήματα και τα υλικά καθαρισμού που θα χρησιμοποιηθούν θα βαρύνουν αποκλειστικά τον εργολάβο και θα πληρούν τις προδιαγραφές "περί υγιεινής και ασφάλειας των εργαζομένων". 8.2....8.3 Ο εργολάβος είναι επίσης υποχρεωμένος να διαθέτει έμπειρο επόπτη ο οποίος θα φροντίζει για την άριστη εκτέλεση του έργου, την επιτήρηση του προσωπικού και θα αποτελεί το συνδετικό κρίκο μεταξύ πελάτη και εργολάβου. 8.4 Ο εργολάβος έχει κάθε ευθύνη πληρωμής προστίμων ή αποζημιώσεων, σε περίπτωση ατυχήματος ή δυστυχήματος για το προσωπικό που θα διαθέτει για την εκτέλεση των υπηρεσιών καθαρισμού, όπως και κάθε αστική ή ποινική ευθύνη που θα προκύψουν άμεσα ή έμμεσα από την εκτέλεση των υπηρεσιών αυτών.8.5 Ο εργολάβος έχει κάθε ευθύνη και υποχρέωση για την πρόσληψη, την αμοιβή και την ασφάλιση των εργαζομένων στο Ι.Κ.Α. 8.6 Σε περίπτωση που ο εργολάβος απασχολήσει αλλοδαπό προσωπικό, οφείλει να φροντίζει ώστε το προσωπικό αυτό να είναι εφοδιασμένο με την άδεια διαμονής και εργασίας. 8.7 Η Δέλτα Καθαριστική με δικά της έξοδα, καλύπτει με ετήσιο ασφαλιστικό συμβόλαιο, το οποίο και έχει προσκομίσει στον Εργοδότη, τη Γενική Αστική Ευθύνη έναντι τρίτων για ζημιές από ατυχήματα ή παραλήψεις και η κάλυψη επεκτείνεται έτσι ώστε να περιλαμβάνει και την Αστική Ευθύνη του Ασφαλιζόμενου προς το εργατοτεχνικό και υπαλληλικό προσωπικό του.
Ασφαλισμένα Ανώτατα Όρια Καλύψεως: Α. Ευθύνη της Εταιρείας προς Τρίτους μέχρι του ποσού των € 200.000,00. Β. Αστική Ευθύνη Εργοδότου μέχρι του ποσού των € 200.000,00". Στο "ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Α" που επισυνάπτεται στο ανωτέρω συμφωνητικό, το οποίο, κατά τα ως άνω αναφερόμενα σ' αυτό αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του, περιγράφονται οι επιμέρους α) καθημερινές εργασίες καθαρισμού στους χώρους:
παρκινγκ, είσοδος καταστήματος, τουαλέτες, ταμεία, διάδρομος, έξοδος αποθήκης, γραφεία, αίθουσα διαλείμματος, αποδυτήρια, σκάλες προσωπικού, β) εβδομαδιαίες εργασίες καθαρισμού στους χώρους: παραλαβής, αίθουσα διαλείμματος, αποδυτήρια, γ) δεκαπενθήμερες εργασίες καθαρισμού στους χώρους: γραφεία, είσοδοι πελατών, δ) μηνιαίες εργασίες στους χώρους:
διάδρομοι, παρκινγκ, ε) οι ανά δίμηνο εργασίες στα τζάμια και αποθήκη και στ) οι ανά δύο φορές το χρόνο εργασίες στα δάπεδα. Αναφορικά δε με τον καθορισμό του ύψους της αμοιβής του ενάγοντος, υπολογίσθηκαν, τα έξοδα που θα επιβάρυναν τον ενάγοντα, ήτοι το εργατικό κόστος (μισθοί, ασφαλιστικές εισφορές) για την παροχή των υπηρεσιών καθαρισμού από τους εργαζομένους, που θα διέθετε ο τελευταίος κατά τις συμφωνηθείσες ημέρες και ώρες απασχόλησης και τα λοιπά κόστη (ήτοι των υλικών, εξαρτημάτων και μηχανημάτων καθαριότητας), που ήταν αναγκαία για τον καθαρισμό, καθώς ένα εύλογο περιθώριο κέρδους για τον ενάγοντα, το οποίο η ίδια προσδιόρισε σε 5% έως 8%.
Η εκτέλεση της επίδικης συμβάσεως υπήρξε ομαλή και ο καθένας εκ των αντισυμβαλλομένων μερών εκτελούσε προσηκόντως τις αναληφθείσες συμβατικές υποχρεώσεως του. Στις αρχές του έτους 2009, η εναγομένη εταιρεία επικαλούμενη μείωση του τζίρου της, λόγω της εμφανιζόμενης στη χώρα μας οικονομικής κρίσης, επεδίωξε τη μείωση των δαπανών λειτουργίας της και προμηθειών και για το λόγο αυτόν υποβλήθηκε στον ενάγοντα πρόταση μείωσης της μηνιαίας αμοιβής του, με ταυτόχρονη παράταση της χρονικής διάρκειας της σύμβασης μέχρι τα τέλη του 2011.
Κατόπιν αποδοχής της προτάσεως αυτής από τον ενάγοντα, υπογράφηκε μεταξύ των διαδίκων στη Θεσσαλονίκη το από 1.4.2009 ιδιωτικό συμφωνητικό παροχής υπηρεσιών καθαρισμού, δυνάμει του οποίου α) παρατάθηκε η ημερομηνία λήξης της σύμβασης έως 31.12.2011 και β) αναπροσαρμόσθηκε το ύψος της μηνιαίας αμοιβής για το χρονικό διάστημα από 1. 4.2009 έως 31.12.2010 στο ποσό των 7.000 ευρώ και για το χρονικό διάστημα από 1.1.2011 μέχρι 31.12.2011, στο ποσό των 7.100 ευρώ και συμφωνήθηκε οι λοιποί όροι του ως άνω από 24.6.2008 ιδιωτικού συμφωνητικού να παραμένουν αμετάβλητοι και να εξακολουθήσουν να ισχύουν.
Και μετά την υπογραφή του ως άνω τροποποιητικού συμφωνητικού ο ενάγων εξακολούθησε να παρέχει προσηκόντως και σύμφωνα με τους ισχύοντες όρους της αρχικής σύμβασης τις συμφωνηθείσες εργασίες καθαρισμού στους χώρους του άνω καταστήματος της εναγομένης εταιρείας και δη ο ενάγων χωρίς να τελεί υπό τον ιεραρχικό έλεγχο και εποπτεία των οργάνων της εναγομένης εταιρείας και να λαμβάνει εντολές και οδηγίες δεσμευτικές για την εκτέλεση των συμβατικών του υποχρεώσεων, παρείχε τις συμφωνημένες εργασίες καθαρισμού με δικά του υλικά και μηχανήματα και μάλιστα το ένα εξ αυτών καθαριστικό μηχάνημα είχε ειδικές προδιαγραφές προσαρμοσμένες στους χώρους του καταστήματος και απασχολώντας δικούς του εργαζόμενους, που τελούσαν υπό τον έλεγχο και την εποπτεία του, στους οποίους κατέβαλε το μισθό τους με δικά του χρήματα, ενώ η εναγομένη εταιρεία του κατέβαλε τη συμφωνηθείσα αμοιβή.
Υπό το ανωτέρω περιεχόμενο των ως άνω ιδιωτικών συμφωνητικών και αξιολογώντας τους περιεχόμενους σ' αυτά όρους καθώς και τα προπαρατιθέμενα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά και τις περιστάσεις υπό της οποίες καταρτίσθηκε και λειτούργησε μεταξύ των διαδίκων η επίμαχη σύμβαση, είναι κατάδηλο ότι αυτή, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, είναι σύμβαση μισθώσεως έργου...
Δέχθηκε ακόμη το Εφετείο πως περαιτέρω από τα ίδια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι, ενώ η συμβατική σχέση των διαδίκων εξελισσόταν ομαλά, η εναγομένη εταιρεία τον Ιανουάριο του 2011 ζήτησε από τον ενάγοντα την περαιτέρω μείωση της αμοιβής του, για λόγους αναγόμενους σε μείωση της οικονομικής της δύναμης, λόγω της συνεχιζόμενης στη χώρα μας οικονομικής κρίσης, πλην όμως ο τελευταίος κατά τις διαπραγματεύσεις που επακολούθησαν αρνήθηκε να αποδεχθεί το ύψος της ως άνω μειώσεως, καθόσον η επίδικη σύμβαση καθίστατο οικονομικά ασύμφορη γι' αυτόν...
Μετά τις άκαρπες διαπραγματεύσεις η εναγομένη εταιρεία απέστειλε στον ενάγοντα την από 28.1.2011 επιστολή της με την οποία κατήγγειλε με βάσει το προαναφερόμενο άρθρο 5 παρ.1 του επίμαχου ιδιωτικού συμφωνητικού την επίδικη σύμβαση έργου, πριν από το χρόνο λήξεως της (31.12.2011) αναφέροντας αυτολεξεί: "Αναφερόμαστε στο μεταξύ μας από 24.6.2008 Συμφωνητικό Παροχής Υπηρεσιών Καθαρισμού όπως αυτό τροποποιηθέν ισχύει.
Με την παρούσα σας γνωρίζουμε ότι ασκούμε το προβλεπόμενο στο άρθρο 5.1. της παραπάνω σύμβασης σχετικό δικαίωμα μας και καταγγέλλουμε αυτήν. Τα αποτελέσματα της καταγγελίας θα επέλθουν σε 15 ημέρες από τη λήψη της παρούσας.". Από την άνω γραμματική διατύπωση της επιστολής προκύπτει ότι, η δήλωση βουλήσεως της εργοδότριας-εκκαλούσας-εναγομένης εταιρείας, περί καταγγελίας της επίμαχης συμβάσεως έργου, σύμφωνα με την πρόβλεψη του ως άνω όρου του άρθρου 5 παρ.1 του επίμαχου ιδιωτικού συμφωνητικού είναι ρητή και η βούλησή της για έλλειψη δέσμευσης της στο μέλλον από την επίμαχη σύμβαση έργου, δηλώνεται με σαφήνεια και ως εκ τούτου ελλείψει αμφιβολίας ή κενού ή ασάφειας περί της αληθούς εννοίας της άνω δηλώσεως βουλήσεώς της, δεν συντρέχει λόγος, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, προσφυγής στους ερμηνευτικούς κανόνες, που εισάγουν οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της εκ μέρους της εργοδότριας-εναγομένης εταιρείας καταγγελίας της επίδικης συμβάσεως και της αποδέσμευσής της για το μέλλον εκ των απορρεουσών από την επίδικη σύμβαση υποχρεώσεών της.
Άλλωστε και η εκκαλούσα εναγομένη εταιρεία δεν αμφισβητεί με τους λόγους της εφέσεώς της, την διαλαμβανόμενη στην ανωτέρω επιστολή της σαφή και χωρίς κενά και αμφίβολα σημεία, δήλωση βουλήσεώς της περί καταγγελίας της λειτουργούσης επίδικης συμβάσεως, και ούτε προβάλλει προς αντίκρουση της αγωγής, την αναφερόμενη στη μείζονα σκέψη ένσταση περί μη καταγγελίας με την ως άνω επιστολή της συμβάσεως αλλά περί υπαναχωρήσεως σύμφωνα με το άρθρο 686 εδ.α' του ΑΚ.
Ωστόσο, με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου της εφέσεως, επαναφέρει τον πρωτοδίκως προβαλλόμενο ισχυρισμό της περί του ότι, αφού προέβη στην καταγγελία της συμβάσεως σύμφωνα με την ως άνω συμβατική πρόβλεψη του όρου 5.1 του προαναφερομένου ιδιωτικού συμφωνητικού, δεν τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 700 του ΑΚ και εν πάση περιπτώσει ο ανωτέρω συμβατικός όρος καθιερώνει απόκλιση από την ρύθμιση του άρθρου 700 ΑΚ, αφού αντικαθιστά το καθιερούμενο από το εν λόγω άρθρο δικαίωμα καταγγελίας με συμβατικό δικαίωμα καταγγελίας, χωρίς όμως και να προβλέπει το άρθρο 5.1 του ιδιωτικού συμφωνητικού και την οριζόμενη στη διάταξη του άρθρο 700 εδάφ.
β' του ΑΚ, καταβολή στον ενάγοντα εργολάβο της συμφωνημένης αμοιβής του για το χρονικό διάστημα μετά την καταγγελία και μέχρι της λήξης του συμφωνημένου χρόνου της σύμβασης. Ο λόγος αυτός ελέγχεται απορριπτέος, κατά μεν το πρώτο σκέλος του, προεχόντως ως αλυσιτελής, καθόσον στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι υφισταμένης συμβατικής πρόβλεψης περί καταγγελίας της συμβάσεως, δεν τυγχάνει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 700 του ΑΚ, και ιδίως η διάταξη του εδάφ.
β', που προβλέπει ότι εάν γίνει καταγγελία οφείλεται στον εργολάβο η συμφωνημένη αμοιβή, ενώ, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα πρόταση, η εφαρμογή αυτής της διάταξης, ως ενδοτικού δικαίου διάταξη, μόνον με αντιθέτου περιεχομένου συμφωνία, μπορεί να αποκλεισθεί, κατά δε το δεύτερο σκέλος του, ως αβάσιμος, καθόσον με τον επικαλούμενο όρο 5.1 του ιδιωτικού συμφωνητικού, που ανταποκρίνεται στην αυτονομία της βουλήσεως των μερών, ο οποίος έχοντας το προπαρατιθέμενο περιεχόμενο είναι σαφής και ως εκ τούτου, ελλείψει αμφιβολίας ή κενού, δεν συντρέχει λόγος προσφυγής στους ερμηνευτικούς κανόνες προς διαπίστωση της αληθούς εννοίας, της δηλώσεως βουλήσεως των συμβληθέντων-διαδίκων, δεν αποκλείσθηκε το προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 700 εδ.β' του ΑΚ δικαίωμα του εργολάβου-ενάγοντος προς λήψη ολόκληρης της συμφωνημένης αμοιβής και αντιστοίχως δεν απαλλάχθηκε η εργοδότρια-εναγομένη εταιρεία από την υποχρέωσή της περί καταβολής της συμφωνημένης εργολαβικής αμοιβής ούτε περιορίσθηκε η υποχρέωση αυτή σε ορισμένο ποσό ή ποσοστό, δεδομένου ότι οι διατυπωθείσες στον όρο αυτό, αντιθέτου περιεχομένου, με τη διάταξη του άρθρου 700 ΑΚ, συμφωνίες, δεν αφορούν το ανωτέρω ζήτημα αλλά ανάγονται αποκλειστικά και μόνον:
α) στα δικαιούμενα πρόσωπα προς άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας, αφού προβλέπει ότι η καταγγελία μπορεί να γίνει από "οποιοδήποτε από τα συμβαλλόμενα μέρη" και όχι μόνον από τον εργοδότη κατά τα οριζόμενα στη ως άνω διάταξη, β) στον τρόπο ασκήσεως αυτής, αφού προβλέπει ότι ασκείται με επιστολή, ενώ σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην μείζονα σκέψη, η εν λόγω καταγγελία χωρίς την εν λόγω συμβατική πρόβλεψη θα μπορούσε να ασκηθεί και σιωπηρώς και γ) στον χρόνο επελεύσεως των αποτελεσμάτων της ασκούμενης καταγγελίας, αφού προβλέπει ότι αυτά "αρχίζουν μετά την πάροδο ενός μήνα από τη λήψη της επιστολής" ενώ, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 700 ΑΚ, δεν τέθηκε κανένας χρονικός περιορισμός στην επέλευση των αποτελεσμάτων της καταγγελίας και εντεύθεν έπεται ότι αρχίζουν αφότου περιέλθει η δήλωση βουλήσεως περί καταγγελίας στον αντισυμβαλλόμενο.
Επομένως τυγχάνει εν προκειμένω εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 700 εδαφ. β' του ΑΚ και κατ' αρχήν έχει δικαίωμα ο ενάγων-εργολάβος να αξιώσει την συμφωνημένη αμοιβή και η εναγομένη - εργοδότρια εταιρεία έχει αντίστοιχη υποχρέωση προς καταβολή αυτής. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού αντικατέστησε, σύμφωνα με το άρθρο 534 ΚΠολΔ, τις αιτιολογίες της πρωτοδίκου αποφάσεως, απέρριψε, ως αβάσιμο, το σχετικό λόγο εφέσεως με τον οποίο η αναιρεσείουσα παραπονείτο κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου για την κρίση της ότι κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 700 εδαφ.
β' του ΑΚ, ο ενάγων εργολάβος και ήδη αναιρεσίβλητος έχει δικαίωμα να αξιώσει τη συμφωνηθείσα αμοιβή του, για το μετά την επίμαχη καταγγελία χρονικό διάστημα από 16.2.2011 μέχρι 31.12.2011, την οποία και μετ' αφαίρεση όσων αυτός εξοικονόμησε από την ματαίωση της συμβάσεως της επιδίκασε. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 700 ΑΚ, με το να δεχθεί ότι ο εργολάβος δικαιούται την αμοιβή του , αν καταγγελθεί η σύμβαση της εργολαβίας πριν από τη λήξη της και στην περίπτωση που το δικαίωμα καταγγελίας προβλέπεται και συμβατικά , πέραν των όσων ορίζονται στο ως άνω άρθρο 700 ΑΚ, ορθά δε δεν προήλθε στην εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 Α.Κ., προκειμένου να ερμηνεύσει τη δικαιοπρακτική βούληση των μερών, όπως αυτή εκφράσθηκε στο από 24.6.2008 ιδιωτικό συμφωνητικό και ειδικότερα στον όρο 5 αυτού, αφού δεν διαπίστωσε κενό ή κάποια αμφιβολία στο τι πραγματικά θέλησαν τα μέρη, ώστε αυτή να έχει ανάγκη ερμηνείας, κατ` εφαρμογή των διατάξεων των εν λόγω άρθρων, αλλά, όπως δέχθηκε, σαφώς με τη συμφωνία αυτή δεν αποκλείσθηκε το προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 700 εδ.
β' του ΑΚ δικαίωμα του εργολάβου- ενάγοντος προς λήψη ολόκληρης της συμφωνημένης αμοιβής και αντιστοίχως δεν απαλλάχθηκε η εργοδότρια-εναγομένη εταιρεία από την υποχρέωσή της περί καταβολής της συμφωνημένης εργολαβικής αμοιβής ούτε περιορίσθηκε η υποχρέωση αυτή σε ορισμένο ποσό ή ποσοστό, και ότι οι διατυπωθείσες στον όρο αυτό, αντιθέτου περιεχομένου, με τη διάταξη του άρθρου 700 ΑΚ, συμφωνίες, δεν αφορούν το ανωτέρω ζήτημα αλλά ανάγονται αποκλειστικά και μόνον:
α) στα δικαιούμενα πρόσωπα προς άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας, αφού προβλέπει ότι η καταγγελία μπορεί να γίνει από "οποιοδήποτε από τα συμβαλλόμενα μέρη" και όχι μόνον από τον εργοδότη κατά τα οριζόμενα στη ως άνω διάταξη, β) στον τρόπο ασκήσεως αυτής, αφού προβλέπει ότι ασκείται με επιστολή, ενώ σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην μείζονα σκέψη, η εν λόγω καταγγελία χωρίς την εν λόγω συμβατική πρόβλεψη θα μπορούσε να ασκηθεί και σιωπηρώς και γ) στον χρόνο επελεύσεως των αποτελεσμάτων της ασκούμενης καταγγελίας, αφού προβλέπει ότι αυτά "αρχίζουν μετά την πάροδο ενός μήνα από τη λήψη της επιστολής" ενώ, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 700 ΑΚ, δεν τίθεται κανένας χρονικός περιορισμός στην επέλευση των αποτελεσμάτων της καταγγελίας και εντεύθεν έπεται ότι αρχίζουν αφότου περιέλθει η δήλωση βουλήσεως περί καταγγελίας στον αντισυμβαλλόμενο.
Επομένως ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παραβιάσεως του άρθρου 700 ΑΚ και των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών , όπως αυτοί προσδιορίζονται από τα άρθρα 173 και 200 του ΑΚ είναι αβάσιμος.
Kατά την διάταξη του άρθ. 559 αριθ.1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ο ως άνω λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός εφαρμοσθεί, αν και κατά τις παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπάρχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αντίθετα, όταν αυτός δεν εφαρμοσθεί, μολονότι κατά τις ίδιες παραδοχές συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές ή εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλ.
με εσφαλμένη εφαρμογή (oλ ΑΠ 31/2009, 7/2006, ΑΠ 939/2013). Eξ άλλου κατά την έννοια της διατάξεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Ο λόγος αυτός είναι δυνατό να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση για έλλειψη νομίμου βάσεως, αλλά στην πραγματικότητα υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, παραβιάσθηκε, εκ πλαγίου, κανόνας δικαίου, να πλήττει την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε ο λόγος αναίρεσης θα απορριφθεί ως απαράδεκτος, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, γιατί πλήττει την ανέλεγκτη, περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 177/2014, 1021/2013, ΑΠ 609/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες της ευθείας και εκ πλαγίου παραβιάσεως της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 700 εδ. 2 ΑΚ, με την ειδικότερη αιτίαση, ότι ενώ πρότεινε με σχετική ένσταση πρωτοδίκως να εκπέσει από την αμοιβή που δικαιούται ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, η δαπάνη του εργατικού κόστους, που εξοικονόμησε από τη ματαίωση της σύμβασης, η οποία εν όψει του ότι στην ένδικη σύμβαση, μεταξύ άλλων προβλεπόταν η υποχρέωση του αναιρεσιβλήτου να διαθέτει συγκεκριμένο αριθμό εργαζομένων, απασχολουμένων με συγκεκριμένο ωράριο, έπρεπε να υπολογιστεί σύμφωνα με τις προβλέψεις των οικείων συλλογικών συμβάσεων εργασίας, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο υπολόγισε αυτό με βάση τις χαμηλότερες αποδοχές, που πράγματι κατέβαλε ο αναιρεσίβλητος στους εργαζομένους του κατά τη διάρκεια λειτουργίας της σύμβασης, το δε Εφετείο επικύρωσε την θέση αυτή του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου απορρίπτοντας το σχετικό λόγο εφέσεως με την αιτιολογία ότι "ο λόγος αυτός εφέσεως υπό το ως άνω περιεχόμενο του, είναι απορριπτέος προεχόντως ως αλυσιτελής, καθόσον στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι η εξοικονομηθείσα δαπάνη από τη ματαίωση της συμβάσεως που αφορά τις αμοιβές του εργατικού προσωπικού, το οποίο ο ενάγων χρησιμοποίησε προς εκτέλεση της επίδικης συμβάσεως μισθώσεως, είναι η προσδιορισθείσα με βάσει τις περί εργατικής νομοθεσίας διατάξεις, την οποία είχε κατά νόμο υποχρέωση ο ενάγων να καταβάλει και ανεξαρτήτως εάν κατά παράβαση του νόμου δεν κατέβαλε, ενώ πράγματι η εξοικονομηθείσα δαπάνη συνίσταται στην πραγματική δαπάνη στην οποία υποβλήθηκε ο ενάγων κατά τη διάρκεια της σύμβασης για το εργατικό του προσωπικό, την οποία πλέον δεν θα καταβάλει, λόγω της ματαίωσης της σύμβασης, ανεξαρτήτως εάν αυτή υπολειπόταν της οριζόμενης από την εργατική νομοθεσία δαπάνης.
Άλλωστε, στον ως άνω εξεταζόμενο λόγο έφεσης δεν προβάλλεται αιτίαση ότι το Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων δέχθηκε ως πραγματικό κόστος του εργατικού προσωπικού που εξοικονομήθηκε από τον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 47.005,30 ευρώ (το οποίο αφαιρέθηκε από το συνολικό ποσό της συμφωνηθείσας αμοιβής των 91.696,50 ευρώ) μολονότι τούτο υπολείπεται εκείνου που κατά το χρονικό διάστημα λειτουργίας της επίδικης συμβάσεως, είχε πράγματι δαπανήσει ο ενάγων, για τη μισθοδοσία του εργατικού δυναμικού, ώστε να αποτελέσει η εν λόγω κρίση σχετικά με τον προσδιορισμό του ύφους του πραγματικού κόστους, αντικείμενο έρευνας ως προς την ορθή εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, που τέθηκε υπό την κρίση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου".
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι προπαντός απαράδεκτος, διότι υπό την επίφαση των πλημμελειών από τους αριθμούς 1 και 19 του ΚΠολΔ, προσβάλλεται στην ουσία η εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο, η οποία είναι ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττηθείσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 26.1.2015, με αριθ. εκθέσεως καταθέσεως 19/29.1.2015, αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." κατά του Δ. Θ., περί αναιρέσεως της υπ` αριθ. 2099/2014 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Δεκεμβρίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Ιανουαρίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ