Legislator Case Law & Legislation
882/2013 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against final judgment for failure to apply specific civil law provisions.

Case Number 882/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the final judgment of the Athens Court of Appeal. The appellant argued that the lower court failed to apply Article 364 of the Penal Code regarding defamation, while the court found the lower court correctly interpreted civil law provisions applicable to the case. The court ruled that the lower court properly assessed the facts and rejected the appeal on all grounds.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1), 559(8), 559(14) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal based on the non-application of substantive law is admissible only if the lower court relied on insufficient evidence or required more than the law demands for the creation of the right in question.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure appeal admissibility substantive law application defamation civil liability final judgment enforcement

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure
Article 559(14) of the Code of Civil Procedure
Article 527(1) of the Code of Civil Procedure
Article 364 of the Penal Code
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 882 / 2013 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 882/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Μιχαήλ Αυγουλέα, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 1 Απριλίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "ΠΛΕΓΜΑ - ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗ Ε.Π.Ε" και τον διακριτικό τίτλο "ΚΕΚ - ΠΛΕΓΜΑ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σταύρο Γκούμα, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Τ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Οικονόμου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19 Μαρτίου 2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου ως και την από 7 Μαρτίου 2008 ομοία της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5155/2009 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 1657/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16 Μαΐου 2011 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Μιχαήλ Αυγουλέας, ανέγνωσε την από 21 Μαρτίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθ. 1657/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου του στην δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναιρέσεως για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέσθηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο αγωγή.

Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά δηλαδή περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 8 και 14 του ΚΠολΔ.

Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωση και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σ' αυτήν ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας τα εκτιθέμενα για τη θεμελίωση και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σ' αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.

Η έκθεση δε στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξιώσεως, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξιώσεως που θεμελιώνεται επ' αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 681 ΑΚ, με τη σύμβαση έργου ο ένας συμβαλλόμενος, αποκαλούμενος εργολάβος, αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει το έργο, και ο έτερος, αποκαλούμενος εργοδότης, να καταβάλει τη συμφωνημένη αμοιβή. Κατά την εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως από δικονομική άποψη, με την έννοια του ορισμένου, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, της αγωγής, ο ενάγων για την καταβολή της αμοιβής εργολάβος οφείλει να επικαλεστεί στο δικόγραφο αυτής τη σύμβαση, το έργο που συμφωνήθηκε, το είδος και το ύψος της αμοιβής και ότι εκτέλεσε προσηκόντως την υποχρέωση που τον βαρύνει με την παράδοση του έργου.

Ως έργο νοείται κάθε τελικό αποτέλεσμα της εργασίας και δραστηριότητας του εργολάβου στο οποίο απέβλεψαν τα μέρη της σύμβασης, ενώ ως παράδοση του έργου νοείται η εκπλήρωση της κύριας υποχρέωσης του εργολάβου, που συνίσταται στην εκτέλεση του έργου και στην προσπόρισή του στον εργοδότη, δηλαδή η περιέλευση του έργου στη σφαίρα εξουσίασης του εργοδότη, με την προϋπόθεση ότι το έργο είναι αυτό που συμφωνήθηκε και όχι εντελώς διαφορετικό, διότι τότε δεν θεωρείται ότι ο εργολάβος προεκπλήρωσε την παροχή του, ώστε να δικαιούται κατά το άρθρ. 694 ΑΚ της συμφωνημένης αμοιβής του (ΑΠ 346/2010).

Η αμοιβή, μπορεί κατά την κατάρτιση της σύμβασης να ορισθεί κατ" αποκοπή, κατά μονάδα, επί τη βάσει προϋπολογισμού, απολογιστικώς, χρονικώς, σε ποσοστά ή και να καταλειφθεί ακαθόριστη ως προς το ποσό και τον τρόπο υπολογισμού της. Εάν συμφωνήθηκε το σύστημα καθορισμού της αμοιβής κατά χρονικές μονάδες που αναφέρονται στη χρονική έκταση του αποτελέσματος και ειδικότερα στον προσδιορισμό αντί ορισμένου ποσού ανά ώρα μέχρι την ολοκλήρωση του έργου, προκειμένου να εξαχθεί η συνολική αμοιβή του εργολάβου, μετά την εκτέλεση του έργου ή τμήματος αυτού, πολλαπλασιάζεται ο αριθμός των ωρών που απαιτήθηκαν για την εκτέλεσή του με το συμφωνηθέν ανά ώρα ποσόν.

Καταβάλλεται δε η αμοιβή σύμφωνα με το άρθρο 694 του ΑΚ, κατά την παράδοση του έργου, εκτός αν η παράδοση τούτου συμφωνήθηκε κατά τμήματα, που καθένα αποτελεί και αυτοτελές έργο, οπότε καταβάλλεται με την παράδοση κάθε τμήματος ή αυτοτελούς έργου. Επομένως η αγωγή, με την οποία ο εργολάβος ενάγει τον εργοδότη για την καταβολή της αμοιβής του, είναι ορισμένη κατά τις παραπάνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και το άρθρ. 216 ΚΠολΔ, όταν σ' αυτήν περιγράφεται το έργο που συμφωνήθηκε, προσδιορίζεται το είδος και το ύψος της οφειλόμενης αμοιβής και αναφέρεται ότι το έργο εκτελέσθηκε με τον προσήκοντα τρόπο και παραδόθηκε στον εργοδότη.

Στην προκειμένη περίπτωση με την ένδικη από 19-3-2007 αγωγή του, ο αναιρεσίβλητος ιστορεί τα εξής: Δυνάμει συμβάσεων που καταρτίσθηκαν μεταξύ αυτού και της εναγομένης το καλοκαίρι του 2003 και στις 23-2-2004, η τελευταία του ανέθεσε τη σύνταξη και συγγραφή, των αναλυτικά αναφερομένων σ' αυτήν δέκα (10) προγραμμάτων "συνεχιζόμενης επαγγελματικής κατάρτισης ανέργων" και δώδεκα (12) προγραμμάτων "ενδοεπιχειρησιακής κατάρτισης εργαζομένων" στο θεματικό πεδίο "Διοίκηση - Οικονομία", το συντονισμό κατάρτισης για την υλοποίηση αυτών, καθώς και την εκπαίδευση - διδασκαλία των μετεχόντων σε αυτά.

Ότι η αμοιβή του για το παραπάνω έργο συμφωνήθηκε σε ποσοστό 1,5% επί του εγκεκριμένου προϋπολογισμού για τη σύνταξη και συγγραφή κάθε πρωτότυπου προγράμματος, σε ποσοστό 0,75% επί του εγκεκριμένου προϋπολογισμού για τη σύνταξη και συγγραφή κάθε επαναλαμβανόμενου προγράμματος, σε 7,30 ευρώ για κάθε ώρα συντονισμού ανά πρόγραμμα και σε 44,02 ευρώ για κάθε ώρα διδασκαλίας ανά πρόγραμμα, ποσά τα οποία θα καταβάλλονταν σ' αυτόν ταυτόχρονα με την καταβολή στην εναγομένη από το Ελληνικό Δημόσιο, στο οποίο θα υποβάλλονταν για έγκριση, της γ' δόσης της προβλεπόμενης χρηματοδότησης.

Ότι σε εκτέλεση των ανωτέρω συμφωνηθέντων συνέταξε και συνέγραψε τα προαναφερόμενα προγράμματα, τα οποία εγκρίθηκαν από το Υπουργείο Εργασίας και ανατέθηκε στην εναγομένη η υλοποίηση τους, περαιτέρω δε υλοποιήθηκαν, με τη συμμετοχή του στο συντονισμό κατάρτισης και στην εκπαίδευση των καταρτιζομένων, τα μεν πρώτα στην Αθήνα, στην Πάτρα και στο Αλιβέρι κατά το χρονικό διάστημα από 23-3-2004 μέχρι και τους πρώτους μήνες του έτους 2005, τα δε δεύτερα σε διάφορες επιχειρήσεις κατά το χρονικό διάστημα από την άνοιξη του 2005 έως το φθινόπωρο του ίδιου έτους.

Ότι, αν και, κατά τα ανωτέρω, εκτέλεσε το συμφωνηθέν έργο και παρέδωσε τούτο στην εναγομένη, η οποία και εισέπραξε την γ' δόση της προβλεπόμενης χρηματοδότησης, εν τούτοις αυτή αρνείται να του καταβάλει μέρος της συμφωνηθείσης αμοιβής του, ανερχομένη α) για τη σύνταξη και συγγραφή των δέκα προγραμμάτων "συνεχιζόμενης επαγγελματικής κατάρτισης ανέργων", στο ποσό των 14.101,74 ευρώ, β) για τη σύνταξη και συγγραφή των δώδεκα προγραμμάτων "ενδοεπιχειρησιακής κατάρτισης εργαζομένων", στο ποσό των 3.675,15 ευρώ, γ) για το συντονισμό των προγραμμάτων "συνεχιζόμενης επαγγελματικής κατάρτισης ανέργων στο ποσό των 25.659,70 ευρώ (3515 ώρες Χ 7,30 ευρώ), δ) για το συντονισμό των προγραμμάτων "ενδοεπιχειρησιακής κατάρτισης εργαζομένων", στο ποσό των 6.132 ευρώ (840 ώρες Χ 7,30 ευρώ) και ε) για διδασκαλία στα τελευταία προγράμματα, στο ποσό των 5.280 ευρώ (120 ώρες Χ 44 ευρώ), και συνολικά στο ποσό των 54.848,39 ευρώ, έναντι του οποίου του κατέβαλε το συνολικό ποσό των 16.187,93 ευρώ, όπως ειδικότερα όλα τα ανωτέρω κονδύλια και καταβολές αναλύονται στην αγωγή.

Με βάση το παραπάνω ιστορικό ζητεί να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει νομιμοτόκως το ποσό των 38.660,43 ευρώ, που συνιστά τη διαφορά μεταξύ της οφειλομένης και της καταβληθείσης σ' αυτόν αμοιβής. Η αγωγή, με το ως άνω περιεχόμενο και αίτημά της περιέχει όλα τα προβλεπόμενα από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΚΠολΔ στοιχεία, που θεμελιώνουν τη νομική βασιμότητά της στις διατάξεις των άρθρων 681 και 694 του ΑΚ, μεταξύ των οποίων και η εκτέλεση και παράδοση στην εναγομένη του ανατεθέντος στον ενάγοντα έργου.

Επομένως, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε την ένδικη αγωγή νόμιμη, ως προς το παραπάνω αίτημά της, ορθώς εκτίμησε το περιεχόμενο της στηρίζοντας αυτήν στις προπαρατεθείσες διατάξεις και δεν αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία για την νομική θεμελίωσή της, από εκείνα που οι εν λόγω διατάξεις απαιτούν.

Ούτε όμως παρέλειψε να κηρύξει παρά το νόμο απαράδεκτο, αφού σαφώς εκτίθενται στην αγωγή όλα εκείνα τα στοιχεία που απαιτούνται προς θεμελίωση της υποχρέωσης της εναγομένης προς καταβολή στον ενάγοντα της συμφωνηθείσας αμοιβής, μεταξύ των οποίων και η εκτέλεση και παράδοση στην εναγομένη του ως άνω έργου.

Αρκούσε δε ως προς το τελευταίο η αναφορά στην αγωγή ότι ο ενάγων συνέταξε και συνέγραψε τα προαναφερόμενα προγράμματα, τα οποία εγκρίθηκαν από το Υπουργείο Εργασίας και ανατέθηκε στην εναγομένη η υλοποίησή τους, περαιτέρω δε υλοποιήθηκαν, με τη συμμετοχή του στο συντονισμό κατάρτισης και στην εκπαίδευση των καταρτιζομένων, κατά τους ειδικότερα αναφερόμενους χρόνους και ότι για την εκτέλεση αυτού του έργου έλαβε η εναγομένη από το αρμόδιο Υπουργείο την προβλεπόμενη χρηματοδότηση, περιστατικά τα οποία συνιστούν το απαιτούμενο προς στήριξη του αιτήματος της αγωγής στοιχείο της εκτέλεσης και παράδοσης του έργου.

Επομένως, ο αντίθετος πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, από το άρθρο 559 αριθ. 1, 8 και 14 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

2. Από τις διατάξεις των άρθρων 111 § 2, 118 εδ. δ' και 216 § 1 εδ. β του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής, πρέπει, μεταξύ των άλλων, να περιέχει και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, ώστε να μπορεί ο εναγόμενος να αμυνθεί και το δικαστήριο να κρίνει τη νομιμότητά της και να διεξαγάγει τις αναγκαίες αποδείξεις.

Η ακριβής περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, ως στοιχείο της ιστορικής βάσεως της αγωγής, συντελείται με την παράθεση στο αγωγικό δικόγραφο όλων των πραγματικών περιστατικών, που είναι, κατά νόμον, αναγκαία για τη θεμελίωση του εκάστοτε αξιουμένου με την αγωγή δικαιώματος. Τέλος, προκειμένης αγωγής χρηματικής ικανοποιήσεως, ένεκα ηθικής βλάβης εταιρίας, συνεπεία τελεσθείσης εις βάρος της αδικοπραξίας, συνισταμένης στην υπό του εναγομένου εν γνώσει ή από υπαίτια άγνοια υποστήριξη ή διάδοση αναληθών (δυσφημιστικών) ειδήσεων, που εκθέτουν σε κίνδυνο την πίστη και το μέλλον της (άρθρα 920, 932 ΑΚ) και προσβάλλουν παράλληλα την προσωπικότητά της (άρθρα 57, 59, 914 ΑΚ), αρκεί για το ορισμένο αυτής, από απόψεως περιγραφής του αντικειμένου της διαφοράς, η αναφορά στο αγωγικό δικόγραφο της υπαίτιας και παράνομης αδικοπρακτικής σε βάρος της εταιρίας συμπεριφοράς του εναγομένου, ήτοι η υπ αυτού υποστήριξη ή διάδοση, εν γνώσει της αναληθείας τους, ή από υπαίτια άγνοιά του, αναληθών ειδήσεων, που έθεσαν σε κίνδυνο την πίστη και το μέλλον της εναγούσης εταιρίας.

Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα (εταιρία περιορισμένης ευθύνης) με την ένδικη από 07-03-2008 αγωγή της, που συνεκδικάσθηκε με την προηγούμενη, ζήτησε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει εν προκειμένω, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ιστορούσα ότι ο εναγόμενος στα πλαίσια εκτέλεσης της καταρτισθείσης μεταξύ τους συμβάσεως έργου, εκ προθέσεως τη δυσφήμησε προκαλώντας σε βάρος της επεισόδια, όπως τον Απρίλιο του 2004, ότε είχε έντονο διαπληκτισμό με τον υπεύθυνο του παραρτήματος Αλιβερίου ενώπιον μαθητών και συνεργατών της, επιδεικνύοντας συνεχή εριστική συμπεριφορά προς τον υπέύθυνο του λογιστηρίου της και το γενικό διευθυντή της ενώπιον στελεχών της, εκφραζόμενος απαξιωτικά εις βάρος στελεχών της το Φεβρουάριο του 2006 κατά την κοπή της πρωτοχρονιάτικης πίτας, καταγγέλλοντάς την στις δημόσιες αρχές που την εποπτεύουν με ψευδείς, εν γνώσει της αναληθείας τους διαδόσεις και τέλος ασκώντας σε βάρος της την από 20-3-2007 αίτηση περί λήψεως ασφαλιστικών μέτρων, στην οποία ισχυρίσθηκε εν γνώσει του ψευδώς ότι αυτή (ενάγουσα) είναι ελαττωμένης περιουσιακής κατάστασης, δηλαδή αφερέγγυα και αναξιόχρεη, προσβάλλοντας έτσι σε μεγάλο βαθμό την εμπορική της πίστη, την επαγγελματική της υπόσταση και το εμπορικό της μέλλον, με συνέπεια να υποστεί ηθική βλάβη.

Υπό τα εκτιθέμενα στην ιστορική βάση της ένδικης αγωγής πραγματικά περιστατικά, προς στήριξη του για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης αιτήματος, αυτή, ήταν ορισμένη μόνο κατά το μέρος που γίνεται επίκληση κατά τα ανωτέρω της από 20-3-2007 αίτησης ασφαλιστικών μέτρων και των περιεχομένων σ' αυτήν εν γνώσει της αναληθείας τους από τον εναγόμενο αναληθών ειδήσεων και διαδόσεων που έθεσαν σε κίνδυνο την πίστη και το μέλλον της εναγούσης εταιρίας.

Ως προς τα λοιπά όμως περιστατικά που η ενάγουσα στηρίζει το ίδιο αίτημα της αγωγής της, αυτή είναι αόριστη, αφού δεν γίνεται αναφορά των συγκεκριμένων απαξιωτικών και δυσφημιστικών διαδόσεων καθώς και των ψευδών ειδήσεων που ο εναγόμενος επικαλέσθηκε εν γνώσει της αναληθείας τους εις βάρος της ενάγουσας ενώπιον των μαθητών, συνεργατών και πελατών της, ούτε ποιο ήταν το περιεχόμενο των καταγγελιών του προς τις εποπτεύουσες την ενάγουσα αρχές, στοιχεία που ήταν αναγκαία για τον προσδιορισμό και τη θεμελίωση του αξιουμένου με την αγωγή δικαιώματος.

Το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση έκρινε ορισμένη την αγωγή κατά το μέρος που είχε έρεισμα στο πρώτο από τα ως άνω περιστατικά, ενώ κατά το μέρος που είχε αυτή έρεισμα στα τελευταία απέρριψε αυτήν λόγω ποσοτικής αοριστίας. Με την κρίση του αυτή δεν έσφαλε με το να κηρύξει παρά το νόμο απαράδεκτο και ο εκ του αριθμού 14 εδαφ.

α' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δεύτερος λόγος, κατά το δεύτερο αυτού μέρος, όπως εκτιμάται, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

3. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.

ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία.

Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο δε αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, η εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που ενδιαφέρει εν προκειμένω, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: "Ο ενάγων είναι καθηγητής Οικονομικών και επιχειρησιακής έρευνας, η δε εναγομένη είναι Κέντρο Επαγγελματικής Κατάρτισης (ΚΕΚ) πιστοποιημένο από το Εθνικό Κέντρο Επαγγελματικής Κατάρτισης (ΕΚΕΠΙΣ) ως ΚΕΚ εθνικής εμβέλειας, μεταξύ δε των άλλων, έχει ως σκοπό, τη συμμετοχή στους διαγωνισμούς που προκηρύσσονται από το Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, τις περιφέρειες και τον ΟΑΕΔ για την ανάληψη και υλοποίηση προγραμμάτων, στα πλαίσια Κοινοτικού Πλαισίου Στήριξης, συγχρηματοδοτούμενων από την Ευρωπαϊκή Ένωση και από εθνικούς πόρους.

Με τη με αριθμό 192651/18-122003 απόφαση του Υπουργού Εργασίας και την από 9-2-2004 συναφθείσα εν συνεχεία σχετική σύμβαση ανάθεσης έργου, εγκρίθηκε και ανατέθηκε στην εναγομένη η υλοποίηση υποέργου του έργου με τίτλο "Κατάρτιση ανέργων σε πιστοποιημένα κέντρα επαγγελματικής κατάρτισης 2004 - 2006". Στο εν λόγω υποέργο περιλαμβάνονταν τα ακόλουθα προγράμματα κατάρτισης στο θεματικό πεδίο "Διοίκηση -Οικονομία": 1) Ανάπτυξη δεξιοτήτων πωλήσεων, 2) ειδικός εμπορίας διαφήμισης και προώθησης προϊόντων, 3) μηχανογραφημένη λογιστική και τεχνικές κοστολόγησης για στελέχη επιχειρήσεων, 4) ποσοτικές μέθοδοι διοίκησης και έρευνας αγοράς, 5) τεχνικές πώλησης σε καταστήματα υπόδησης - ένδυσης και καλλυντικών, 6) λογιστικές εφαρμογές στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, 7) τεχνικές προγραμματισμού και οργάνωσης της εργασίας σε ατομικό επίπεδο γραφείου επιχειρήσεων, 8) γραμματείς διοίκησης, 9) ανάπτυξη δεξιοτήτων πώλησης και βασικά χαρακτηριστικά Η/Υ και προϊόντων software και 10) ειδικός εμπορίας διαφήμισης και προώθησης προϊόντων.

Περαιτέρω, με τη με αριθμό 172675/1-3-2004 απόφαση του Υπουργού Εργασίας και την από 27-5-2005 συναφθείσα εν συνεχεία σχετική σύμβαση ανάθεσης έργου, εγκρίθηκε και ανατέθηκε στην εναγομένη η υλοποίηση υποέργου του έργου με τίτλο "κατάρτιση εργαζομένων επιχειρήσεων του ιδιωτικού τομέα σε πιστοποιημένα ΚΕΚ". Στο εν λόγω υποέργο περιλαμβάνονταν τα ακόλουθα προγράμματα κατάρτισης με θεματικό πεδίο "Διοίκηση -Οικονομία": 1) Διεθνή λογιστικά πρότυπα (1-50 άτομα), 2) Διεθνή λογιστικά πρότυπα (άνω των 51 ατόμων), 3) Εσωτερικός έλεγχος (1 -50 άτομα), 4) Εσωτερικός έλεγχος (άνω των 51 ατόμων), 5) Τεχνικές κοστολόγησης (1 - 50 άτομα), 6) Management για στελέχη εμπορικών επιχειρήσεων (άνω των 51 ατόμων), 7) Γραμματειακή υποστήριξη διοικητικών στελεχών (1-50 άτομα), 8) Γραμματειακή υποστήριξη διοικητικών στελεχών (άνω των 51 ατόμων), 9) Προγραμματισμός οργάνωσης εργασίας γραφείων επιχειρήσεων (1 - 50 άτομα), 10) Εμπορία-Διαφήμηση και προώθηση προϊόντων (1 - 50 άτομα), 11) Ανάπτυξη δεξιοτήτων πωλήσεων (1 - 50 άτομα) και 12) Προγραμματισμός οργάνωσης εργασίας γραφείων επιχειρήσεων (1 -50 άτομα).

Όλα τα ανωτέρω εγκριθέντα προγράμματα, τόσο της κατάρτισης των ανέργων, όσο και της κατάρτισης των εργαζομένων σε επιχειρήσεις, είχαν υποβληθεί από την εναγομένη. Δυνάμει της από 23-12-2004 συμβάσεως και της επαναληφθείσης, για τυπικούς λόγους, από 23-12-2005 όμοιας τέτοιας, η εναγομένη ανέθεσε στον ενάγοντα έναντι αμοιβής το συντονισμό των ενεργειών κατάρτισης για την υλοποίηση των προαναφερομένων προγραμμάτων, και την εκπαίδευση - διδασκαλία των μετεχόντων σε αυτά.

Ειδικότερα, κατά τις συμβάσεις αυτές, τα καθήκοντα - υποχρεώσεις του, ως "εκπαιδευτικού υπευθύνου" κα στη συνέχεια "συντονιστή ενεργειών κατάρτισης" ήταν να εξασφαλίζει έγκαιρα τα απαιτούμενα εποπτικά μέσα για την υλοποίηση των προγραμμάτων σε συνεργασία με το Δ/ντή Κατάρτισης και τον υπεύθυνο συντήρησης, να συμβάλει στην εξεύρεση και συντονισμό εκπαιδευτών, να προτείνει και διαθέτει τις απαιτούμενες σημειώσεις, εγχειρίδια, βιβλία και ερωτηματολόγια εξετάσεων, να εφαρμόζει το σύστημα αξιολόγησης εκπαιδευτών και εκπαιδευομένων, να συμμετέχει στις προκαταρκτικές διαδικασίες, την επιλογή και την κατάρτιση ανέργων, να συμμετέχει στην σύνταξη των απολογισμών των υλοποιηθέντων προγραμμάτων και στην υποβολή αιτήσεων νέων τέτοιων, να σχεδιάζει νέα προγράμματα εντός του θεματικού πεδίου ευθύνης του, να συμμετέχει στις επιστημονικές ομάδες των Ε.Π.

του Γ'ΚΠΣ, να υλοποιεί τις οδηγίες του Δ/ντή Κατάρτισης για ικανοποίηση ειδικών αναγκών εκπαίδευσης των πελατών της εναγομένης στα ενδοεπιχειρησιακά προγράμματα και να συντονίζει τους εμπλεκόμενους εκπαιδευτές, να επισκέπτεται τους πελάτες της εναγομένης και να τους βοηθά στον καθορισμό των αναγκών εκπαίδευσης ή στη σύνταξη νέων προγραμμάτων σύμφωνα με τις απαιτήσεις τους, να εισηγείται στο Δ/ντή κατάρτισης την εφαρμογή νέων προγραμμάτων, να συνεργάζεται αρμονικά με τα υπόλοιπα τμήματα της εναγομένης, και ειδικά με το τμήμα Σύνδεσης - Προώθησης στην Απασχόληση και να συμβάλει στην προσπάθεια επαγγελματικής αποκατάστασης των καταρτιζομένων.

Ως αμοιβή του ενάγοντος για την εκτέλεση του παραπάνω έργου συμφωνήθηκε: α) για τη συγγραφή και σύνταξη κάθε πρωτοτύπου προγράμματος, ποσοστό 1,5% επί του εγκεκριμένου προϋπολογισμού του προγράμματος, β) για τη συγγραφή και σύνταξη κάθε επαναλαμβανόμενου προγράμματος, ποσοστό 0,75% επί του εγκεκριμένου προϋπολογισμού του προγράμματος, γ) για κάθε ώρα συντονισμού ανά πρόγραμμα κατάρτισης ΣΕΚ (συνεχιζόμενης επαγγελματικής κατάρτισης) και ΠΕΠ (περιφερειακά επιχειρηματικά προγράμματα), 7,30 ευρώ ανά ώρα κατάρτισης, θεωρητικής και πρακτικής, εκτός των ωρών διδασκαλίας που αναλάμβανε να πραγματοποιεί ο ίδιος και δ) για κάθε ώρα διδασκαλίας σε προγράμματα ΣΕΚ και ΠΕΠ, που πραγματοποιεί ο ίδιος ως επιστημονικός υπεύθυνος, το ποσό που αντιστοιχεί στη μέγιστη επιλέξιμη δαπάνη, όπως αυτή καθορίζεται από τη με αρ. 112809/18-62002 απόφαση Υπουργών Οικονομίας και Εργασίας, ήτοι 44,02 ευρώ ανά ώρα.

Για τις υπόλοιπες περιπτώσεις προγραμμάτων, εκτός ΣΕΚ και ΠΕΠ (π.χ. ενδοεπιχειρησιακά), η αμοιβή του θα καθοριζόταν, κατά περίπτωση μετά από σχετική συμφωνία του με την εναγομένη. Σύμφωνα με τον όρο αυτό, οι διάδικοι, στη συνέχεια, συμφώνησαν προφορικά ότι η αμοιβή του ενάγοντος, ως προς τα ενδοεπιχειρησιακά προγράμματα, θα είναι η παραπάνω συμφωνηθείσα για τα προγράμματα ΣΕΚ και ΠΕΠ, με τη μόνη διαφορά, ότι για τον υπολογισμό της αμοιβής συντονισμού των προγραμμάτων αυτών θα λαμβάνονταν υπόψη οι ώρες συντονισμού μόνο της θεωρητικής και όχι και της πρακτικής κατάρτισης.

Συμφωνήθηκε επίσης, ότι η ανωτέρω αμοιβή του ενάγοντος θα καταβάλονταν σ' αυτόν από την εναγομένη ταυτόχρονα με την καταβολή στην τελευταία της γ' δόσης της προβλεπόμενης χρηματοδότησης. Η υλοποίηση των ανωτέρω προγραμμάτων πραγματοποιήθηκε, με τη συμμετοχή του ενάγοντος ως συντονιστή και εκπαιδευτή, των μεν προγραμμάτων "συνεχιζόμενης επαγγελματικής κατάρτισης ανέργων" (ΣΕΚ) στην Αθήνα, στην Πάτρα και στο Αλιβέρι, κατά το χρονικό διάστημα από 23-3-2004 μέχρι και τους πρώτους μήνες του 2005, των δε προγραμμάτων "ενδοεπιχειρησιακής κατάρτισης" στους ίδιους ως άνω τόπους σε διάφορες επιχειρήσεις κατά το χρονικό διάστημα από την άνοιξη του 2005 έως το φθινόπωρο του ίδιου έτους.

Αντίθετα, κατά το διάστημα της συνεργασίας των διαδίκων, ο ενάγων δεν ασχολήθηκε με τη συγγραφή και υλοποίηση άλλων προγραμμάτων "συνεχιζόμενης επαγγελματικής κατάρτισης" καθότι δεν υπήρξαν αντίστοιχες προσκλήσεις - προκηρύξεις διαγωνισμών, ενώ, αν και συνέταξε πλείστα περιφερειακά επιχειρηματικά προγράμματα (ΠΕΠ), εν τούτοις ουδέν εξ αυτών εγκρίθηκε.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων, κατά την εκτέλεση - υλοποίηση των προαναφερομένων προγραμμάτων παρείχε στην εναγομένη α) 509 ώρες διδασκαλίας στα προγράμματα συνεχιζόμενης επαγγελματικής κατάρτισης, για τις οποίες δεν αιτείται αμοιβή με την ένδικη αγωγή του, β) 3515 ώρες για συντονισμό των ίδιων ως άνω προγραμμάτων, για τις οποίες η αμοιβή του ανέρχεται σε 25.659,50 ευρώ (3.515 Χ 7,30 ευρώ), γ) 840 ώρες για το συντονισμό των ενδοεπιχειρησιακών προγραμμάτων, για τις οποίες η αμοιβή ανέρχεται σε 6.132 ευρώ (840 Χ 7,30 ευρώ) και δ) 120 ώρες διδασκαλίας στα ενδοεπιχειρησιακά προγράμματα, για τις οποίες η αμοιβή ανέρχεται σε 5.280 ευρώ (120 Χ 44 ευρώ), κονδύλιο το οποίο δεν πλήττεται με την έφεση της εναγομένης.

Έναντι της ως άνω συνολικά αιτούμενης αμοιβής του (37.071,50 ευρώ) η εναγομένη του έχει καταβάλει το συνολικό ποσό των 16.187,96 ευρώ, ήτοι 7.731,96 ευρώ στις 23-12-2004, 3.535 ευρώ στις 7-12-2005, 1.465 ευρώ στις 23-12-2005, 1.056 ευρώ το 2005 και 2.400 ευρώ το 2006, και επομένως του οφείλει ακόμη το ποσό των 20.883,54 ευρώ (37.071,50 - 16.187,96), το οποίο αρνείται να του καταβάλει, αν και εισέπραξε την γ' δόση της προβλεπόμενης χρηματοδότησης και παρά τις επανειλημμένες προς τούτο οχλήσεις του.

Αντίθετα, δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων, κατόπιν προφορικής συμφωνίας του με την εναγομένη το καλοκαίρι του 2003, συνέταξε και συνέγραψε τα προαναφερόμενα 10 προγράμματα συνεχιζόμενης επαγγελματικής κατάρτισης ανέργων και 12 προγράμματα ενδοεπιχειρησιακής κατάρτισης, ώστε να δικαιούται αναλόγου προς τούτο αμοιβής, αφού αυτά υποβλήθηκαν από την εναγομένη προς έγκριση στον αρμόδιο φορέα, πριν την υπογραφή της ένδικης σύμβασης, ήτοι με καταληκτική ημερομηνία την 21-7-2003 τα πρώτα και την 2-9-2003 τα δεύτερα.

Κατ' εκείνο δε τον χρόνο ο ενάγων συνδεόταν με σύμβαση ανάθεσης έργου, ως εκπαιδευτικός υπεύθυνος, με το ΚΕΚ DELTA SINGULAR, σύμφωνα με σχετικό όρο της οποίας (σύμβασης) του είχε απαγορευθεί η οποιοδήποτε μορφής συνεργασία σε άλλο ΚΕΚ ... . Περαιτέρω, η εναγομένη ισχυρίζεται, ότι ο ενάγων δεν ολοκλήρωσε και δεν παρέδωσε σ' αυτήν το έργο που του ανέθεσε, όπερ αποδεικνύεται από το γεγονός ότι με την από 9-11-2006 επιστολή του κατήγγειλε τη μεταξύ τους σύμβαση.

Πράγματι ο ενάγων με την από 9-11-2006 εξώδικη δήλωσή του προς την εναγομένη, κατήγγειλε τη μεταξύ τους σύμβαση, για το λόγο ότι αν και της είχε καταβληθεί από τους αρμόδιους φορείς η προβλεπόμενη χρηματοδότηση για την υλοποίηση - εκτέλεση των επίδικων προγραμμάτων, εν τούτοις δεν του απέδιδε την συμφωνηθείσα αμοιβή του.

Η σύμβαση όμως αυτή είχε ορισμένη χρονική διάρκεια, ήτοι μέχρι την ημερομηνία λήξης του Γ' Κ.Π.Σ., καθώς και των τυχόν παρατάσεων που ήθελε προκύψουν, προέβλεπε δε, όπως έχει ήδη προαναφερθεί, την ανάθεση στον ενάγοντα της υλοποίησης και άλλων εκπαιδευτικών προγραμμάτων, που θα υποβάλλονταν από την εναγομένη και θα εγκρίνονταν από τους αρμόδιους φορείς.

Με την ανωτέρω όμως καταγγελία του ενάγοντος λύθηκε η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση για το μέλλον, είχε δε την έννοια, όπως με σαφήνεια προκύπτει από το περιεχόμενο του άνω εξωδίκου, της απαγόρευσης στην εναγομένη να υποβάλει εφεξής προγράμματα προς έγκριση, στα οποία θα εμφανίζεται ο ενάγων, ως συντονιστής ενεργειών κατάρτισης, και να χρησιμοποιεί, για τον ίδιο λόγο, το βιογραφικό του σημείωμα, δοθέντος μάλιστα και του ότι επρόκειτο να προκηρυχθούν νέα τέτοια προγράμματα και ήταν προϋπόθεση η γνωστοποίηση στο φορέα του εκπαιδευτικού υπεύθυνου υλοποίησής τους, καθώς και της εκπαιδευτικής εμπειρίας του.

Η υλοποίηση, επομένως, των ενδίκων προγραμμάτων, αποτέλεσμα στο οποίο απέβλεψαν οι συμβαλλόμενοι διάδικοι, και το οποίο επιτεύχθηκε, ήτοι το αυτοτελές έργο σε σχέση με την υλοποίηση άλλων στο μέλλον τέτοιων, ουδόλως δε εξαρτήθηκε ή καταβολή γι' αυτά αμοιβής του ενάγοντος από την τυχόν εκτέλεση στο μέλλον άλλων τέτοιων προγραμμάτων ... ".

Με βάση τις παραπάνω παραδοχές του το Εφετείο, απέρριψε τις αντίθετες συνεκδικαζόμενες εφέσεις των διαδίκων, κατά το μέρος που προσβάλλονταν με αυτές οι διατάξεις της απόφασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ως προς την ένδικη αγωγή του αναιρεσίβλητου, επικυρώνοντας έτσι κατά τούτο την τελευταία. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 681 και 694 του ΑΚ, τις οποίες δεν παραβίασε, αφού τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, ιδία ως προς την εκτέλεση και παράδοση στην εναγομένη του επίδικου έργου πληρούσαν το πραγματικό των διατάξεων αυτών και την υπαγωγή τους στις τελευταίες, εντεύθεν δε δικαιολογούσαν την παραδοχή της ένδικης αγωγής.

Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης. Εξάλλου, από τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 681 και 694 του ΑΚ τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων.

Ειδικότερα, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις καταλήγει το Εφετείο στο πόρισμα ως προς την εκτέλεση και παράδοση στην εναγομένη του επίδικου έργου με τη συμμετοχή του ως συντονιστή και εκπαιδευτή, στα προαναφερόμενα προγράμματα "συνεχιζόμενης επαγγελματικής κατάρτισης ανέργων" και "ενδοεπιχειρησιακής κατάρτισης", διά της πραγματοποιήσεως των παραπάνω ωρών διδασκαλίας και συντονισμού στα προγράμματα αυτά, ώστε να δικαιούται το υπόλοιπο της συμφωνηθείσας ανά ώρα αμοιβή του, ενόψει του ότι είχε πληρωθεί και ο όρος καταβολής αυτής, δηλαδή η χρηματοδότηση της εναγομένης και με την τρίτη δόση από τους αρμόδιους φορείς, που της είχαν αναθέσει την εκτέλεση των προγραμμάτων αυτών.

Δεν συνιστά δε ενδοιασμό και ανεπάρκεια αιτιολογιών αναφορικά με την ολοκλήρωση και παράδοση από τον ενάγοντα του επίδικου έργου, ώστε να δικαιούται τη συμφωνηθείσα αμοιβή του το γεγονός ότι αυτός κατάγγειλε την ένδικη σύμβαση στις 9-11-2006, αφού κατά το χρόνο αυτό, όπως δέχεται το Εφετείο, είχε εκτελεσθεί από τον ενάγοντα το επίδικο έργο, με την περάτωση του οποίου είχε συμφωνηθεί η καταβολή της συνολικής αμοιβής του γι' αυτό, και δεν απαιτείτο καμιά περαιτέρω ενέργεια εκ μέρους του.

Η κατά τα άνω δε καταγγελία είχε το νόημα της διακοπής της συνεργασίας των διαδίκων για το μέλλον, εφόσον ανατίθεντο στην εναγομένη προς εκτέλεση άλλα συναφή προγράμματα από τους αρμόδιους φορείς. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του αρθρ. 559 του ΚΠολΔ, κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης.

Εξάλλου, ο ίδιος ως άνω λόγος αναιρέσεως (τρίτος), κατά τις εις αυτόν περιλαμβανόμενες αιτιάσεις από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 19 και 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ότι υπάρχει εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 681 και 694 του ΑΚ και έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια και αντιφατικότητα των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν το ως άνω κρίσιμο ζήτημα της εκτέλεσης και παράδοσης από τον ενάγοντα του επίδικου έργου, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, αφού, κατά τα προεκτιθέμενα, ως προς το παραπάνω ζήτημα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, με τον ίδιο δε λόγο, κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου του οποίου δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του αρθρ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των αναφερόμενων στο αναιρετήριο επιχειρημάτων της αναιρεσείουσας, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

4. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 559 αρ.20 και 561 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο θεσπιζόμενος με την πρώτη απ" αυτές λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου αποδεικτικού εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε διαγνωστικό λάθος, όταν δηλαδή αποδίδει στο αποδεικτικό, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 339 και 432 επ. ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχόμενο διαφορετικό από εκείνο που πράγματι έχει, και στη συνέχεια καταλήγει, στηριζόμενο αποκλειστικά ή κυρίως σε αυτό, σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, σχετικά με πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι δε και όταν έχει απλώς συνεκτιμήσει το έγγραφο αυτό μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το τελευταίο κατά το σχηματισμό του πορίσματος του ως προς την ύπαρξη ή όχι του αποδεικτέου γεγονότος. Δεν ιδρύεται, επίσης, ο παραπάνω λόγος, στην περίπτωση που το δικαστήριο από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση των πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, σύμφωνα με την δεύτερη των άνω διατάξεων.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, προβάλλεται κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο παραμόρφωσε την από 22-3-2004 σύμβαση έργου που καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων, με το να δεχθεί α) ότι οι διάδικοι εν συνεχεία του όρου 4.2 της σύμβασης αυτής συμφώνησαν προφορικά ότι η αμοιβή του ενάγοντος, ως προς τα ενδοεπιχειρησιακά προγράμματα, θα είναι η ίδια με αυτή που συμφωνήθηκε για τα προγράμματα ΣΕΚ και ΠΕΠ, ενώ στον όρο αυτό προβλέπεται ότι "για τις υπόλοιπες περιπτώσεις προγραμμάτων εκτός ΣΕΚ και ΠΕΠ (π.χ.

ενδοεπιχειρησιακά) οι αμοιβές θα καθορίζονται κατά περίπτωση μετά από σχετική συμφωνία μεταξύ των συμβαλλομένων μερών οι οποίες θα αποτελούν προσαρτήματα στην παρούσα σύμβαση" και β) ότι ισχύει γενικά σε όλες τις περιπτώσεις ωρών διδασκαλίας των προγραμμάτων ΣΕΚ και ΠΕΠ χρόνος καταβολής της αμοιβής του ενάγοντος η καταβολή στην εναγόμενη της γ' δόσης της χρηματοδότησης από τον αρμόδιο φορέα, παρά την αντίθετη άποψη που διατύπωσε σε σχετικό ισχυρισμό του, με αποτέλεσμα να παραμορφώσει το παραπάνω έγγραφο ως προς το πραγματικό περιεχόμενο του από το οποίο κυρίως κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, προκειμένου να καθορίσει την αμοιβή του ενάγοντος.

Από την προσβαλλόμενη όμως απόφαση προκύπτει, αφενός μεν (και κυρίως) ότι το Εφετείο, προς συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, αναφορικά με τον καθορισμό της αμοιβής του ενάγοντος ως προς τα ενδοεπιχειρησιακά προγράμματα ΣΕΚ και ΠΕΠ, καθώς και ως προς το χρόνο καταβολής της αμοιβής του ενάγοντος για την εκτέλεση των προγραμμάτων αυτών, συνεκτίμησε το ανωτέρω έγγραφο (σύμβαση έργου) μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά στοιχεία (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), αφετέρου δε δεν παραμόρφωσε το περιεχόμενο του ανωτέρω εγγράφου, το οποίο παραθέτει στην απόφασή του όπως ακριβώς έχει, αλλά απέδωσε σ' αυτό νόημα διαφορετικό από αυτό που θεωρεί ορθό η αναιρεσείουσα.

Τα παραπάνω, όμως, κατά τα προεκτεθέντα, δεν ιδρύουν τον εκ του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως. Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος.

5. Από τις διατάξεις των άρθρων 520, 525 και 527 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι οι ενστάσεις ή αντενστάσεις του εκκαλούντος εναγομένου εφόσον είχαν προταθεί και απορριφθεί πρωτοδίκως και αποβλέπουν στην εξαφάνιση της πρωτόδικης αποφάσεως, προτείνονται μόνο με το δικόγραφο της εφέσεως ή των προσθέτων λόγων της (σε όσες διαδικασίες οι πρόσθετοι λόγοι εφέσεως ασκούνται μόνο με ιδιαίτερο δικόγραφο).

Ένσταση συνιστά και η κατά τα άρθρα 416 και 417 ΑΚ απόσβεση της ενοχής με καταβολή, και όταν η καταβολή γίνεται σε άλλον αν ο δανειστής την εγκρίνει ή εφόσον ωφελείται απ' αυτήν. Εξάλλου, ο λόγος από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν ο ισχυρισμός που αποτελεί πράγμα, έχει προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση κατά τρόπο παραδεκτό και είναι νόμιμος, ασκεί δε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Όπως προκύπτει από το συνδυασμό της παραπάνω διάταξης με εκείνη του άρθρου 335 ΚΠολΔ, για την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης, πρέπει ο ισχυρισμός ή τα πραγματικά γεγονότα, προς απόδειξη των οποίων προσκομίστηκαν, με επίκληση, τα αποδεικτικά μέσα που φέρονται ότι δεν λήφθηκαν υπόψη, να έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαφορετικά, αν αυτά προσκομίστηκαν προς απόδειξη απαραδέκτων ή αλυσιτελών ισχυρισμών, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται.

Εξάλλου, για να ιδρυθεί, ο από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αυτός, προϋποτίθεται ότι το δικαστήριο ερεύνησε την ουσία της υποθέσεως και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, ώστε δεν ιδρύεται αυτός αν το δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ή τον ισχυρισμό ως απαράδεκτο, αόριστο, μη νόμιμο ή δεν ερεύνησε καθόλου αυτόν διότι είχε ασκηθεί απαραδέκτως.

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 9 περ. α' του ΚΠολΔ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε. Ως αίτηση για την οποία επιδικάσθηκε κάτι που δεν ζητήθηκε νοείται η αίτηση δικονομικής προστασίας που συνδέεται με τις από το άρθρο 106 του ΚΠολΔ, καθιερούμενες αρχές της ελεύθερης διάθεσης του αντικειμένου της δίκης και της συζήτησης.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση, ότι, παρά το γεγονός ότι αυτή προέβαλε νόμιμα τόσο ενώπιον του πρωτοβαθμίου όσον και ενώπιον του, τον ισχυρισμό περί εξοφλήσεως της επίδικης απαίτησης διά της καταβολής στον ενάγοντα τμηματικά του συνολικού ποσού των 41.628,90 ευρώ, εκ των οποίων 38.055,96 ευρώ στον ίδιο σε μετρητά, με επιταγές που εισέπραξε και εμβάσματα και 3.572,94 ευρώ στο ΙΚΑ, προς εξόφληση ασφαλιστικών εισφορών που βάρυναν τον ενάγοντα, επ' ωφελεία και για λογαριασμό του, το Εφετείο ερεύνησε την ένστασή της αυτή μόνο κατά το μέρος των καταβολών που έγιναν στον ίδιο και την έκανε κατά ένα μέρος δεκτή, ενώ την περί εξοφλήσεως ένστασή της ως προς τις καταβολές που έγιναν στο ΙΚΑ επ' ωφελεία του, δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της αυτό.

Ο λόγος αυτός της αναίρεσης, από τον αριθμό 8 περ. β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι ο παραπάνω ισχυρισμός σε ότι αφορά τις καταβολές που έγιναν στο ΙΚΑ, δεν προτάθηκε παραδεκτά στο Εφετείο (όπως έγινε για τις καταβολές προς τον ίδιο τον ενάγοντα), δηλαδή δεν προτάθηκε από την ητηθείσα εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα με λόγο έφεσης ή πρόσθετο λόγο έφεσης, όπως έπρεπε, αλλά με τις προτάσεις της, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των ως άνω δικογράφων.

Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα έγγραφα, τα οποία νόμιμα προσκόμισε και επικαλέστηκε η αναιρεσείουσα για την απόδειξη της περί εξοφλήσεως ένστασής της και με τις καταβολές που έκανε στο ΙΚΑ επ' ωφελεία του ενάγοντος, είναι απαράδεκτος, αφού, για την έρευνα του παραδεκτού του, έπρεπε το Εφετείο να είχε εισέλθει στην έρευνα κατ' ουσίαν του σχετικού ισχυρισμού και όχι να είχε παραλείψει να τον εξετάσει, όπως εν προκειμένω.

Ομοίως, απαράδεκτος είναι ο ίδιος λόγος αναιρέσεως και κατά το τέταρτο μέρος του, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο, κατά το ως άνω μέρος της περί εξοφλήσεως ένστασης η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, αφού το Εφετείο δεν ερεύνησε τον ισχυρισμό αυτό, προϋπόθεση η οποία απαιτείται για την ίδρυση του λόγου αυτού.

Τέλος, όπως προκύπτει από την ένδικη αγωγή του αναιρεσίβλητου, το περιεχόμενο της οποίας αναφέρεται στην πρώτη σκέψη της παρούσης, ο τελευταίος ζήτησε να του επιδικασθεί το συνολικό ποσό των 38.660,43 ευρώ για τις αναφερόμενες στην αγωγή αιτίες. Ειδικότερα δε για τα κονδύλια α) συντονισμού των προγραμμάτων "συνεχιζόμενης επαγγελματικής κατάρτισης ανέργων ζήτησε το ποσό των 25.659,70 ευρώ (3515 ώρες Χ 7,30 ευρώ), β) συντονισμού των προγραμμάτων "ενδοεπιχειρησιακής κατάρτισης εργαζομένων", το ποσό των 6.132 ευρώ (840 ώρες Χ 7,30 ευρώ) και γ) για διδασκαλία στα τελευταία προγράμματα, το ποσό των 5.280 ευρώ και συνολικά 37.071,70 ευρώ.

Με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτό, κατά τα προεκτεθέντα, ότι οφείλονται στον ενάγοντα α) 3515 ώρες για συντονισμό των ίδιων ως άνω προγραμμάτων, για τις οποίες η αμοιβή του ανέρχεται σε 25.659,50 ευρώ (3.515 Χ 7,30 ευρώ), β) 840 ώρες για το συντονισμό των ενδοεπιχειρησιακών προγραμμάτων, για τις οποίες η αμοιβή ανέρχεται σε 6.132 ευρώ (840 Χ 7,30 ευρώ) και γ) 120 ώρες διδασκαλίας στα ενδοεπιχειρησιακά προγράμματα, για τις οποίες η αμοιβή ανέρχεται σε 5.280 ευρώ (120 Χ 44 ευρώ) και συνολικά 37.071,70 ευρώ, μετά δε την μερική παραδοχή της ενστάσεως εξοφλήσεως της εναγομένης κατά το ποσό των 16.187,96 ευρώ, δέχθηκε ότι πρέπει να επεδικασθεί στον ενάγοντα το ποσό των 20.883,54 ευρώ (37.071,50 - 16.187,96).

Επομένως, το Εφετείο, δεν επεδίκασε στον ενάγοντα κανένα ποσόν πέραν των αιτηθέντων, και ο ίδιος ως άνω λόγος αναιρέσεως (πέμπτος), κατά το τρίτο μέρος του, από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

6. Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ. β' του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, κατά τον οποίο αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν, προς τις οποίες εξομοιώνονται και οι αποδείξεις που προσκομίστηκαν απαράδεκτα, για είναι ορισμένος, πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρονται, α) οι αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν και τις οποίες έλαβε υπόψη το δικαστήριο της ουσίας, β) ο λόγος για τον οποίο οι εν λόγω αποδείξεις δεν έπρεπε να ληφθούν υπόψη, γ) ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου το δικαστήριο έλαβε υπόψη τις αποδείξεις αυτές και δ) η επίδραση που είχε ο ισχυρισμός αυτός στο διατακτικό της απόφασης.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον από την ως άνω διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ. β' του ΚΠολΔ έβδομο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο αναιρέσεως αποδίδεται η πλημμέλεια ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης και τα 87 αποδεικτικά μέσα που ο αναιρεσίβλητος επικαλέσθηκε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ενώ ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου επικαλέσθηκε παραδεκτά με τις προτάσεις του μόνο τα 28 από τα 87 αυτά αποδεικτικά μέσα, δηλαδή έλαβε υπόψη του και τα αποδεικτικά μέσα που δεν επικαλέσθηκε.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι προεχόντως αόριστος και ως εκ τούτου απαράδεκτος, αφού δεν προσδιορίζεται στο αναιρετήριο η ταυτότητα των εγγράφων εκείνων, που χωρίς να επικαλεσθεί ο αναιρεσίβλητος παραδεκτά ενώπιον του Εφετείου λήφθηκαν υπόψη από το τελευταίο, ούτε εκτίθεται ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου λήφθηκαν υπόψη τα αποδεικτικά αυτά στοιχεία και η επίδραση που είχε ο ισχυρισμός αυτός στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.

7. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 270 παρ. 1 και 2 και 524 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, στη δευτεροβάθμια δίκη επί εφέσεως κατ' αποφάσεως μονομελούς πρωτοδικείου, η οποία είχε εκδοθεί κατά διαδικασία, στην οποία είχε εφαρμοστεί η διάταξη του άρθρου 270 παρ.2 εδ. β' ΚΠολΔ, λαμβάνονται υπόψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου και συνεπώς και άκυρα, για οποιοδήποτε λόγο, έγγραφα.

Τέτοια έγγραφα είναι, μεταξύ άλλων, και τα ανυπόγραφα ή αυτά που δεν προκύπτει ο εκδότης τους, τα οποία επιτρεπτώς λαμβάνονται υπόψη κατά την ως άνω διαδικασία, και δεν ιδρύεται ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 11 εδαφ.α' ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως. Επομένως ο από τον αριθμό 11α του άρθρου 559 ΚΠολΔ έβδομος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος αναιρέσεως, ότι το Εφετείο, δικάζοντας επί εφέσεως κατ' αποφάσεως μονομελούς πρωτοδικείου, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία του άρθρου 270 παρ. 2 εδ.

β' ΚΠολΔ, έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο που ο νόμος δεν επιτρέπει και συγκεκριμένα, ιδιωτικό έγγραφο που τιτλοφορείται από τον αναιρεσίβλητο "αντίγραφο λογιστικού πίνακα αμοιβών μου, συνταχθέντα και παραδοθέντα από την εφεσίβλητη, τον οποίο σημειωτέον μόνον αυτή μπορούσε να τον συντάξει", στο οποίο δεν εμφαίνεται ποιος είναι ο συντάκτης του και δεν φέρει ιδιόχειρη υπογραφή του εκδότη, ούτε φέρει αντί γι' αυτήν (υπογραφή) άλλο σημάδι του εκδότη νόμιμα επικυρωμένο ή επιβεβαιωμένο, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

8. Κατά τη διάταξη του άρθρου 57 του ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, ενώ αξίωση αποζημίωσης σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται, κατά δε το άρθρο 59 ΑΚ και στην περίπτωση του άρθρου 57 ΑΚ, το δικαστήριο με την απόφασή του, ύστερα από αίτηση που έχει προσβληθεί και αφού έχει λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επιπλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί.

Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα, και σε οτιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις. Με τις διατάξεις αυτές καθιερώνεται αντικειμενική ευθύνη του προσβάλλοντος ως προς την άρση της προσβολής, ενώ για την αξίωση αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης απαιτείται η παράνομη προσβολή να είναι και υπαίτια.

Τέτοιο προστατευόμενο έννομο αγαθό είναι και η τιμή και η υπόληψη κάθε ανθρώπου. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 914 ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, ενώ κατά το άρθρο 932 ΑΚ, σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Αποκατάσταση της ηθικής βλάβης μπορούν να ζητήσουν και τα νομικά πρόσωπα, αν με την εις βάρος τους αδικοπραξία προσβλήθηκε η εμπορική τους πίστη, η επαγγελματική τους υπόληψη και γενικά το εμπορικό τους μέλλον. Για να γεννηθεί η αξίωση από την προσβολή της προσωπικότητας κατά τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 920 και 932 του ΑΚ, θα πρέπει η προσβολή να είναι παράνομη, να αντίκειται δηλαδή σε διάταξη που απαγόρευε συγκεκριμένη έκφανση αυτής, είναι δε αδιάφορο, σε ποιο τμήμα του δικαίου βρίσκεται η διάταξη που απαγορεύει την προσβολή.

Έτσι, η προσβολή μπορεί να προέλθει και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως η εξύβριση, ή απλή και συκοφαντική δυσφήμηση , όπως αυτές προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 361, 362 και 363 του ΠΚ. Από τις τελευταίες διατάξεις ΠΚ, με τις οποίες προβλέπονται και τιμωρούνται τα κατά της τιμής διαπραττόμενα αδικήματα με τη βασική τριπλή διάκριση της εξύβρισης, δυσφήμησης και συκοφαντικής δυσφήμησης, συνάγεται ότι μ' αυτές προστατεύονται μόνο τα φυσικά πρόσωπα, τα οποία είναι φορείς του εννόμου αγαθού της τιμής που θεμελιούται επί της ηθικής αξίας αυτού, καθώς και της υπολήψεως που θεμελιούται επί της κοινωνικής αξίας αυτού, σε αντίθεση με τα νομικά πρόσωπα και τις εν γένει κάθε είδους ομάδες, που δεν είναι φορείς αυτών των εννόμων αγαθών και συνεπώς δεν μπορούν να προσβληθούν κατά την τιμή και την υπόληψη τους.

Ο Ποινικός Κώδικας, όπου έκρινε σκόπιμο, προέβλεψε την προστασία ομάδων προσώπων, έναντι προσβολών της τιμής αυτών (ως π.χ. στο άρθρο 157 § 3 ΠΚ). Ειδικά, όμως, προκειμένου περί εταιριών που έχουν αποκτήσει νομική προσωπικότητα, ο Ποινικός Κώδικας με το άρθρο 364 έκρινε άξιες προστασίας μόνο τις ανώνυμες εταιρίες, αλλά και η προστασία αυτή είναι περιορισμένη, αφού παρέχεται μόνο όταν προσβάλλεται η οικονομική όψη της τιμής της εταιρίας.

Για τις λοιπές εταιρίες δεν γίνεται λόγος. Επομένως απομένει η προστασία που παρέχουν οι ως άνω διατάξεις των άρθρων, του αστικού δικαίου (57, 59, 914, 919, 920, 932 ΑΚ) και επίσης η προστασία που παρέχει το άρθρο 12 ν. 146/1914 "περί αθεμίτου ανταγωνισμού". Κατά τη διάταξη του άρθρου 920 ΑΚ, όποιος γνωρίζοντας ή υπαίτια αγνοώντας, υποστηρίζει ή διαδίδει αναληθείς ειδήσεις που εκθέτουν σε κίνδυνο την πίστη, το επάγγελμα ή το μέλλον άλλου, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει.

Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι προϋποθέσεις για την εφαρμογή της είναι: α) υποστήριξη ή διάδοση αναληθών ειδήσεων. Ως "υποστήριξη" νοείται ο ισχυρισμός των ειδήσεων ενώπιον τρίτων με επιχειρηματολογία υπέρ της αλήθειας τούτων, ενώ ως "διάδοση" νοείται η απλή ανακοίνωση των ισχυρισμών. Η υποστήριξη ή η διάδοση των ειδήσεων μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο και μέσο, δηλαδή γραπτώς ή προφορικώς, προς ένα ή περισσότερα πρόσωπα.

Ως ειδήσεις νοούνται οι πληροφορίες που αναφέρονται σε οποιαδήποτε περιστατικά, σχέσεις ή καταστάσεις, οι οποίες, κατά το χρόνο της υποστηρίξεως ή διαδόσεως, εκθέτουν σε κίνδυνο ένα από τα περιοριστικώς αναφερόμενα στη διάταξη αγαθά, δηλαδή την πίστη, το επάγγελμα ή το μέλλον του θιγομένου. Οι υποστηριζόμενες ή διαδιδόμενες ειδήσεις πρέπει να είναι σαφείς και συγκεκριμένες και να αναφέρονται σε ορισμένα γεγονότα, επιπλέον δε να αποδεικνύονται και αναληθείς, με την έννοια να μην αληθεύει εξ ολοκλήρου το σχετικό γεγονός ή να παρουσιάζεται αυτό παραποιημένο.

Αν το σχετικό γεγονός αληθεύει, δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της ως άνω διατάξεως, είναι όμως δυνατό να συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 919 ΑΚ. β) Γνώση ή υπαίτια άγνοια της αναλήθειας. Δηλαδή αυτός που υποστηρίζει ή διαδίδει τις αναληθείς ειδήσεις πρέπει να γνωρίζει ή υπαιτίως (από αμέλεια) να αγνοεί την αναλήθεια αυτών.

Το στοιχείο αυτό ανταποκρίνεται στην έννοια του πταίσματος και με τις δύο γνωστές μορφές (330 ΑΚ), δηλαδή του δόλου (γνώση της αναλήθειας) και της αμέλειας (άγνοια της αναλήθειας, επειδή δεν καταβλήθηκε η απαιτούμενη στις συναλλαγές επιμέλεια). Πρόθεση του διαδίδοντος να προξενήσει βλάβη στον θιγόμενο δεν απαιτείται.

Η ζημία του βλαπτομένου πρέπει να προήλθε αιτιωδώς από τη διάδοση ή την υποστήριξη των αναληθών ειδήσεων, γ) Κίνδυνος για την πίστη, το επάγγελμα ή το μέλλον του προσώπου. Οι διαδιδόμενες αναληθείς ειδήσεις πρέπει επιπλέον να εκθέτουν αιτιωδώς και πραγματικώς σε κίνδυνο ένα από τα περιοριστικώς διαλαμβανόμενα στο πιο πάνω άρθρο αγαθά του φυσικού ή νομικού προσώπου.

Δεν αρκεί η διαπίστωση ότι αφηρημένως είναι ικανές να εκθέσουν σε κίνδυνο τα εν λόγω αγαθά. Ως πίστη του προσώπου νοείται η καλή γνώμη και υπόληψη την οποία έχουν τρίτοι σχετικά με την οικονομική και επαγγελματική κατάσταση του φυσικού ή νομικού προσώπου. Ως μέλλον αυτού νοείται η οικονομική και επαγγελματική βελτίωση.

Η πίστη, το μέλλον ή το επάγγελμα ενός προσώπου θεωρείται ότι βρίσκονται σε κίνδυνο, όταν δημιουργούνται δυσμενείς παραστάσεις σε τρίτους και ειδικότερα σ' εκείνους με τους οποίους σχετίζεται κοινωνικά, οικονομικά ή επαγγελματικά και δ) Ζημία. Τελευταία, λοιπόν, προϋπόθεση για την ύπαρξη αξιώσεως από το άρθρο 920 ΑΚ, είναι η απόδειξη ζημίας, η οποία προκαλείται αιτιωδώς από την έκθεση σε κίνδυνο ενός από τα πιο πάνω αγαθά.

Η ίδια προστασία θα μπορούσε να παρασχεθεί και με βάση το άρθρο 914 ΑΚ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 57, 59 ΑΚ, αλλά η ρύθμιση του θέματος κρίθηκε αναγκαία, ώστε να μην δημιουργηθούν αμφισβητήσεις για το αν τα προστατευόμενα από τη διάταξη του άρθρου 920 ΑΚ αγαθά, αποτελούν ή όχι εκφάνσεις του δικαιώματος επί της προσωπικότητας.

Σε κάθε περίπτωση πάντως, με βάση το άρθρο 920 ΑΚ ο θιγόμενος (φυσικό ή νομικό πρόσωπο) μπορεί να ζητήσει χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη από την αδικοπραξία κατ' άρθρο 932 ΑΚ. Ειδικώς, τα νομικά πρόσωπα μπορούν να ζητήσουν χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης αν με την αδικοπραξία προσβλήθηκε η εμπορική τους πίστη, η επαγγελματική τους υπόληψη και γενικώς το εμπορικό τους μέλλον.

Τέλος, γίνεται δεκτό ότι από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 57, 59, 299, 914 και 932 ΑΚ συνάγεται ότι σε περίπτωση προσβολής της φήμης νομικού προσώπου από παράνομη και υπαίτια πράξη του προσβάλλοντος, δύναται να επιδικασθεί χρηματική ικανοποίηση, αν εξαιτίας της προσβολής αυτής επήλθε οποιαδήποτε βλάβη της φήμης.

Για την επιδίκαση της χρηματικής ικανοποιήσεως αρκεί οποιοδήποτε είδος υπαιτιότητας. Οι όροι δε παροχής χρηματικής ικανοποιήσεως κατ' άρθρο 59 ΑΚ εξομοιώνονται προς εκείνους της αποζημίωσης. Η αξίωση αυτή αποκλείεται όταν η πράξη έγινε για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον, οπότε δεν είναι παράνομη, δηλαδή, στην περίπτωση συνδρομής κάποιας από τις προβλεπόμενες στο άρθρ. 367§1 ΠΚ προϋποθέσεις, που αίρουν τον άδικο χαρακτήρα της πράξης του δράστη τόσο ως ποινικό όσο και ως αστικό αδίκημα.

Τούτο διότι, οι διατάξεις των άρθρ. 361-367 ΠΚ εφαρμόζονται αναλογικά για την ενότητα της έννομης τάξης και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου. Σύμφωνα με την ως άνω διάταξη (παρ. 1 του άρθρου 367 ΠΚ), ο άδικος χαρακτήρας των πράξεων και εκδηλώσεων, κατ` αρχήν, αίρεται και όταν αυτή γίνεται για την εκτέλεση νομίμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή σε ανάλογες περιπτώσεις.

Έτσι, υπό περιστάσεις, υπάρχει δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή άσκηση δικαιώματος σε δυσμενείς κρίσεις και εκδηλώσεις σε σχέση με δικόγραφα, ενώπιον των Δικαστηρίων ή με εκδηλώσεις εξώδικες κατά τη διάρκεια της δικαστικής αντιδικίας και ενόψει αυτής, που τείνουν σε ενίσχυση των απόψεων του διαδίκου μέρους που συμμετέχει σε αυτές.

Νόμιμο καθήκον δε, είναι εκείνο που πηγάζει από τον νόμο και παρέχει δικαίωμα στον φορέα να ενεργήσει, εντός όμως των προδιαγεγραμμένων ορίων. Κατ` εξαίρεση, όμως, το αποτέλεσμα αυτό δεν επέρχεται, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 367, και παραμένει η ευθύνη, όταν από τον τρόπο της εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη προκύπτει σκοπός εξύβρισης, που κατευθύνεται ειδικώς σε προσβολή της τιμής άλλου, με αμφισβήτηση της ηθικής ή κοινωνικής αξίας του προσώπου του και περιφρόνηση αυτού.

Ειδικός σκοπός εξύβρισης υπάρχει στον τρόπο εκδήλωσης της προσβλητικής συμπεριφοράς, όταν αυτός δεν ήταν κατ` αντικειμενική κρίση αναγκαίος για την ακριβή και πρέπουσα απόδοση των στοχασμών του προσβολέα, ο οποίος μολονότι τελούσε σε επίγνωση τούτου, χρησιμοποίησε τον τρόπο αυτό για να προσβάλει την τιμή και την υπόληψη του άλλου.

Στο πλαίσιο εφαρμογής της πιο πάνω διάταξης του αρθρ. 367 παρ. 1 του Π.Κ. το δικαστήριο υποχρεούται να ελέγχει κατά προτεραιότητα τον χαρακτηρισμό των φράσεων ως συκοφαντικών, απλώς δυσφημιστικών ή ότι ενέχουν σκοπό εξύβρισης. Εάν αποφανθεί αρνητικά, αναφορικά με την συκοφαντική δυσφήμιση, η οποία υπάγεται στην παρ. 2 του άρθρου 367 ΠΚ, αφού, η συκοφαντική δυσφήμιση, ως προσβάλλουσα την προσωπικότητα σε βαθμό μη ανεκτό, δεν εξοβελίζεται έναντι της κριτικής ή νομίμων καθηκόντων, θα προχωρήσει περαιτέρω και θα σταθμίσει τα προβαλλόμενα ως απλή δυσφήμιση ή εξύβριση.

Οι διατάξεις του άρθρου 367 ΠΚ, όπως πιο πάνω αναφέρθηκε, για την ενότητα της έννομης τάξης εφαρμόζεται αναλογικά και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, όπως αυτός οριοθετείται από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 57-59 και 914 επ. ΑΚ, ώστε όταν αίρεται ο άδικος χαρακτήρας αυτών, αποκλείεται και το στοιχείο του παράνομου της επιζήμιας συμπεριφοράς, ως όρος της αντίστοιχης αδικοπραξίας του αστικού δικαίου.

Από τα ως άνω, προκύπτει ότι στο πλαίσιο εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 367 παρ. 1 του Π.Κ. η συνδρομή δικαιολογημένου ενδιαφέροντος (όπως η διαφύλαξη- προστασία δικαιώματος) στο πρόσωπο του δράστη, η οποία αποτελεί λόγο άρσης του αδίκου χαρακτήρα των πράξεων του, παρέχει βάση αυτοτελούς ισχυρισμού (ένστασης), με την οποία αποκρούεται η αξίωση του παθόντος για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης συνεπεία απλής δυσφήμισης ή εξύβρισης και, επομένως, αποτελεί "πράγμα" υπό την έννοια του αριθ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ., τον οποίο το δικαστήριο της ουσίας δεν μπορεί να λάβει υπόψη αυτεπαγγέλτως, αλλά μόνο αν προταθεί από τον εναγόμενο.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 527 παρ. 1 του ΚΠολΔ ο εφεσίβλητος εναγόμενος μπορεί να προτείνει το πρώτο στην κατ' έφεση δίκη πραγματικούς ισχυρισμούς, που συντελούν σε υπεράσπισή του κατά της εφέσεως και που δεν προτάθηκαν πρωτοδίκως, ανεξάρτητα από το αν αποτελούν ένσταση καταλυτική ή διακωλυτική του δικαιώματος που κρίθηκε ότι δεν υπάρχει ή παρακωλυτική της ασκήσεώς του.

Στην περίπτωση αυτή και αν ευδοκιμήσει ο σχετικός ισχυρισμός δεν εξαφανίζεται η εκκαλούμενη απόφαση αλλά απορρίπτεται η έφεση. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Δεν ιδρύεται όμως ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη ισχυρισμό παραδεκτώς προταθέντα. Για τη βασιμότητα δε του ανωτέρω λόγου αναιρέσεως επισκοπείται και το δικόγραφο της αγωγής, των προτάσεων ή της εφέσεως.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, που συνεκδίκασε την προαναφερόμενη αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας εταιρίας περιορισμένης ευθύνης κατά του ήδη αναιρεσιβλήτου (μαζί με την αγωγή του τελευταίου), με την οποία η πρώτη ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλει το αναφερόμενο ποσό ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη από τη διάδοση των αναφερόμενων σ' αυτήν (αγωγή) αναληθών ειδήσεων που εξέθεσαν σε κίνδυνο την πίστη, το επάγγελμα και το μέλλον της στον ευρύτερο κύκλο με τον οποίο συνεργάζεται, προσβάλλοντας παράλληλα την προσωπικότητά της με τα όσα ψευδή και δυσφημιστικά διέδωσε σε βάρος της, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: "...

ότι ο ενάγων-εναγόμενος (ήδη αναιρεσίβλητος) άσκησε εναντίον της εναγομένης-ενάγουσας (ήδη αναιρεσείουσας) την από 20-3-2007 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την οποία κοινοποίησε σ' αυτήν στις 29-3-2007, με την οποία, επικαλούμενος ότι αυτή είναι ελαττωμένης περιουσιακής καταστάσεως, ζητούσε να διαταχθεί η συντηρητική κατάσχεση κάθε κινητής και ακίνητης περιουσίας της προς εξασφάλιση της ένδικης αμοιβής του.

Η συζήτηση της εν λόγω αίτησης, κατά την ορισθείσα προς τούτο δικάσιμο της 4ης -6-2007, ματαιώθηκε. Ο περιεχόμενος στην αίτηση αυτή ισχυρισμός του εναγομένου ότι η ενάγουσα είναι ελαττωμένης περιουσιακής κατάστασης πράγματι αποτελεί γεγονός, που μπορούσε να βλάψει την εμπορική πίστη και το εμπορικό μέλλον αυτής.

Ανεξαρτήτως όμως της αλήθειας ή αναλήθειας του άνω γεγονότος, ο εναγόμενος πίστευε δικαιολογημένα ότι η ενάγουσα είναι ελαττωμένης περιουσιακής κατάστασης, αφού αυτή δεν ανταποκρινόταν στις επανειλημμένες οχλήσεις του για την καταβολή της αμοιβής του, και το ισχυρίσθηκε με την παραπάνω αίτησή του, όχι με δόλο ή σκοπό να βλάψει την εμπορική πίστη ή να προσβάλει οποιοδήποτε άλλο στοιχείο της νομικής της προσωπικότητας, αλλά προκειμένου να στοιχειοθετήσει, κατ' άρθρο 682 παρ. 1, 688 παρ. 1 εδ.

α' και 707 επ. ΚΠολΔ, την εναντίον της αίτηση για συντηρητική κατάσχεση των περιουσιακών της στοιχείων, ασκώντας έτσι δικαίωμα που παρείχε ο νόμος για την προστασία του δικαιώματος του προς εξασφάλιση της ένδικης αξίωσής του, χωρίς να υπερβεί το επιβαλλόμενο αντικειμενικά μέτρο για την άσκηση του. Επομένως, συντρέχει εν προκειμένω, νόμιμος λόγος που αίρει τον άδικο χαρακτήρα της πράξης του, ήτοι της δυσφήμησης της ενάγουσας, γι' αυτό και πρέπει, όπως, κατά παραδοχή, ως βασίμου, του παραδεκτά προβαλλομένου απ' αυτόν το πρώτον στην παρούσα δίκη σχετικού ισχυρισμού του, ως εφεσίβλητου, προς υπεράσπιση κατά της εφέσεως της ενάγουσας (άρθρο 527 παρ. 1 ΚΠολΔ), απορριφθεί η εξ αδικοπραξίας, κριθείσα ως ορισμένη και νόμιμη, βάση της υπ' αριθ. 2649/2008 αγωγής, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν".

Με τις κρίσεις του αυτές, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και ειδικότερα τις διατάξεις για την άρση του αδίκου χαρακτήρα των πράξεων του εναγόμενου, καθόσον τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά ανταποκρίνονταν στο πραγματικό των κανόνων αυτών, οι οποίοι, όπως αναφέρθηκε στη μείζονα σκέψη, εφαρμόζονται, για την ενότητα της έννομης τάξης αναλογικά και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, ανεξαρτήτως αν ο φορέας του προσβαλλόμενου δικαιώματος είναι και υποκείμενο των ποινικών διατάξεων, που προαναφέρθηκαν.

Ούτε άλλωστε, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, το δικαστήριο της ουσίας, για να καταλήξει στις ως άνω κρίσεις του, εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 364 ΠΚ, αντιθέτως κατηγορηματικά απέκλεισε την εφαρμογής της, με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη του. Η αξιολόγηση από την προσβαλλόμενη απόφαση του ισχυρισμού του εναγομένου ως γεγονότος που μπορούσε να βλάψει την εμπορική πίστη και το εμπορικό της μέλλον, "...

ήτοι δυσφημιστικού", χρησιμοποιείται ως προσδιοριστικό στοιχείο και μόνο του παρανόμου του ισχυρισμού και δεν συνιστά παραδοχή περί συνδρομής και εφαρμογής των όρων του άρθρου 364 ΠΚ. Επομένως ο έκτος λόγος της κρινόμενης αίτησης, κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Περαιτέρω, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων του φακέλου της δικογραφίας, προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος, ως εφεσίβλητος στην έφεση της αναιρεσείουσας και προς υπεράσπισή του, με τις προτάσεις στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, εκτός από την άρνηση των αγωγικών ισχυρισμών της τελευταίας υποστήριξε ότι τα όσα αναφέρονται στην επίμαχη αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, καταχωρήθηκαν "στα πλαίσια του δικαιολογημένου ενδιαφέροντος της προασπίσεως των εννόμων συμφερόντων μου και όχι επί σκοπώ διαδόσεως ...".

Ενόψει αυτών, ο σχετικός ισχυρισμός, περί άρσεως του αδίκου των πράξεων του αναιρεσίβλητου, προτάθηκε παραδεκτώς και νομίμως στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το οποίο τον δέχτηκε ως νόμιμο και κατ' ουσίαν βάσιμο. Έτσι λοιπόν το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν. Κατά συνέπεια, ο έκτος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, από τον αριθ. 8 α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Ενόψει όλων αυτών, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση, και να επιβληθεί σε βάρος της αναιρεσείουσας, ως ηττηθείσας διαδίκου, η δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 16-5-2011 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 1657/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε στις 20 Απριλίου 2013. Και Δημοσιεύτηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 13 Μαΐου 2013

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ