Legislator Case Law & Legislation
718/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to vague grounds and failure to cite specific Article 559 grounds.

Case Number 718/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by the widow and her children against the Thessaloniki Water and Sewage Company. The appellants argued that the lower court misapplied the 1955 law, but the court found their grounds for appeal were too vague and did not specify which statutory grounds under Article 559 of the Code of Civil Procedure were violated. Consequently, the appeal was declared inadmissible, the security was forfeited, and the appellants were ordered to pay the defendants' legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 74, 80, 81, 82, 558, 559, 110, 576 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the grounds are vague and fail to specify the exact statutory grounds under Article 559.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal vague grounds Article 559 Code of Civil Procedure legal costs procedural defect security forfeiture

Cited Legislation

AI generated
Article 74 of the Code of Civil Procedure
Article 80 of the Code of Civil Procedure
Article 81 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 82 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 110 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 576 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 180, 183 and 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 718 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 718/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Αναστασία Περιστεράκη, Λάμπρο Καρέλο, Ανθή Γκάμαρη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 22 Ιανουαρίου 2020 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων:1. Δ. Π. χήρας Γ., το γένος Π. Μ., κατοίκου ... 2.Π. Π. του Γ., 3Ε. Π. του Γ., κατοίκων ... που εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο Χρυσάνθη Κόφτη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσίβλητων: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΥΔΡΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΑΕ" που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Αθανάσιο Κατσάνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ, 2. ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ε.Υ.Α.Θ. ΠΑΓΙΩΝ " (Εταιρεία Ύδρευσης Αποχέτευσης Θεσσαλονίκης Παγίων) που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Ελένη Τσιροπούλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-3-2009 αγωγή των αναιρεσειόντων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκε με την από 12-11-2010 προσεπίκληση της 1ης αναιρεσίβλητης και την από 27-6-2011 πρόσθετη παρέμβαση του 2ου αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκαν στο ως άνω. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 20505/2013 οριστική ίδιου Δικαστηρίου, 1352/2016 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 19-11-2018 αίτησή τους .

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 74, 80 , 81 παρ. 3, 82 παρ 3 και 558 ΚΠολΔ συνάγεται ότι η αναίρεση δεν απευθύνεται κατά του προσθέτως παρεμβάντος στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, αφού δεν είναι κύριος διάδικος, εκτός αν κατά τη δίκη εκείνη, ανέλαβε το δικαστικό αγώνα, οπότε κατέστη κύριος διάδικος ή η αναίρεση αφορά την πρόσθετη παρέμβαση, πρέπει όμως να επιδίδεται σ' αυτόν η κλήση προς συζήτηση της αναίρεσης για να ενημερώνεται για την εξέλιξη της δίκης που ανοίγεται με την άσκηση του ενδίκου αυτού μέσου , χωρίς την κλήτευση του οποίου παραβιάζεται η θεμελιώδης δικονομική αρχή της εκατέρωθεν ακρόασης, που καθιερώνεται με το άρθρο 110 παρ. 2 ΚΠολΔ και δημιουργείται απαράδεκτο τη συζήτησης της αναίρεσης (άρθρο 576 παρ. 3 ΚΠολΔ), εφόσον δεν παραστεί κατ' αυτήν (ΑΠ 424/2017,ΑΠ 23/2017).

Τυχόν δε σχετική απεύθυνση της αίτησης αναίρεσης και εναντίον του προσθέτως παρεμβάντος εκτιμάται ως κλήση αυτού στη δίκη (ΑΠ 949/2017,ΑΠ 475/2016). Στην προκείμενη περίπτωση η αίτηση αναίρεσης των εναγόντων-εκκαλούντων απευθύνεται και κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης "Ε.Υ.Α.Θ ΠΑΓΙΩΝ" νπδδ, η οποία είχε ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο υπέρ της ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης "Ε.Υ.Α.Θ ΑΕ" και εναγομένης στη δίκη εκείνη, μετά από προσεπίκληση της τελευταίας για παρέμβαση, παραστάθηκε δε και στο Εφετείο ως δεύτερη εφεσίβλητη κατά τη συζήτηση της έφεσης των ήδη αναιρεσειόντων, ενώ δεν έπρεπε να στραφεί και κατ' αυτής , σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, αφού αυτή δεν ανέλαβε το δικαστικό αγώνα, ούτε οι λόγοι αναίρεσης αφορούν την πρόσθετη παρέμβαση .

Πλην όμως, το γεγονός αυτό εκτιμάται ως κλήση αυτής στην προκείμενη δίκη, κατά τα προεκτεθέντα, στην οποία πράγματι κλητεύθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα να παραστεί κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο από τους επισπεύδοντες τη συζήτηση της υπόθεσης αναιρεσείοντες , παραστάθηκε δε νομότυπα και κατέθεσε και προτάσεις.

Κατά τις διατάξεις του άρθρου 577 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της' αναίρεσης και, αν αυτή δεν έχει ασκηθεί νόμιμα ή λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπάγγελτα. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 566 παρ. 1 ΚΠολΔ, το έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να περιέχει τα στοιχεία που προβλέπονται από τα άρθρα 118 έως 120 του ίδιου Κώδικα, δηλαδή, τα στοιχεία κάθε δικογράφου και να αναφέρει τους λόγους αναίρεσης, ήτοι τα παράπονα κατά της προσβαλλόμενης απόφασης.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 ή στο άρθρο 560 ΚΠολΔ, θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.

Πρέπει δε να περιέχει έστω και έναν ορισμένο λόγο αναίρεσης, από εκείνους που αναφέρονται περιοριστικά ως άνω στο άρθρο 559 ή, αν πρόκειται για απόφαση του Ειρηνοδικείου ή του Πρωτοδικείου που δίκασε κατ' έφεση, στο άρθρο 560 ΚΠολΔ. Ο λόγος αναίρεσης είναι ορισμένος, όταν εκτίθενται με σαφήνεια τα, κατά τον αναιρεσείοντα, δεδομένα στοιχεία της περιπτωσιολογίας, τα οποία συγκροτούν το σφάλμα, που αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, ώστε να αποβαίνει εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της.

Συμπλήρωση του λόγου αναίρεσης με παραπομπή στο δικόγραφο της έφεσης ή στις προτάσεις του αναιρεσείοντος στο Εφετείο ή στον Άρειο Πάγο δεν είναι δυνατή (ΟλΑΠ 20/2005) 22/129V32A996). Επίσης, η συμπλήρωση αυτή δεν επιτρέπεται ούτε με παραπομπή στην προσβαλλόμενη απόφαση, που υπάρχει στη δικογραφία, διότι, πλην άλλων, ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να γνωρίζει ποιες από τις παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας είναι αυτές που, κατά τον αναιρεσείοντα, συνιστούν το αναιρετικό σφάλμα και έτσι μπορεί να επιλεγούν τέτοιες που δεν το συνιστούν και να απορριφθεί για το λόγο αυτό η αναίρεση, ενώ αν επιλέγονταν άλλες που είχε επισημάνει ο αναιρεσείων, χωρίς όμως να τις αναφέρει στο αναιρετήριο, ενδεχομένως να ήταν διαφορετικό το αποτέλεσμα.

Η θέση αυτή είναι απόλυτα σύμφωνη και με το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, γιατί διασφαλίζει την αρχή της δίκαιης δίκης, που το άρθρο αυτό αξιώνει, αφού συμβάλλει στην αποτελεσματικότητα του δικαιώματος πρόσβασης καθενός στα δικαστήρια, που κατοχυρώνει και το Σύνταγμα (άρθρα 8 παρ. 1, 20 παρ. 1) και το οποίο μπορεί να ικανοποιηθεί μόνο με την άσκηση ορισμένης, σύμφωνα με το νόμο, προσφυγής, η οποία θα επιτρέπει, λόγω του ορισμένου του περιεχομένου της, την παροχή από το δικαστήριο της αιτούμενης έννομης προστασίας και γι' αυτό τα όσα απαιτεί ο νόμος, ώστε να θεωρηθεί ορισμένο το δικόγραφο της προσφυγής, μορφή της οποίας είναι και η αναίρεση, δεν δυσχεραίνουν, αλλά διευκολύνουν την πρόσβαση στα δικαστήρια για παροχή έννομης προστασίας, αφού έτσι συγκεκριμενοποιείται το είδος της προστασίας αυτής (ΟλΑΠ 20/2005).

Ειδικότερα, η διατύπωση του αναιρετικού λόγου συνίσταται στην περιγραφή των σφαλμάτων της προσβαλλομένης απόφασης, που αποτελούν τις νόμιμες προϋποθέσεις για την συνδρομή ενός από τους αναιρετικούς λόγους του άρθρου 559 ή του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με την αναφορά του αριθμού ή των αριθμών των λόγων αναίρεσης των παραπάνω άρθρων 559 ή 560 ΚΠολΔ για τους οποίους ψέγει, με τα όσα αποδίδει, την προσβαλλόμενη απόφαση (ΑΠ 100/2019,ΑΠ 563/2019), ενώ εξάλλου για το ορισμένο του λόγου δεν αρκεί η απλή μνεία του αριθμού του άρθρου που τον προβλέπει, ούτε η επανάληψη του κειμένου της σχετικής διάταξης χωρίς προσδιορισμό κατά τα ως άνω των αναγκαίων στοιχείων που απαιτούνται κατ' αυτήν για να στοιχειοθετηθεί ο συγκεκριμένος λόγος (ΑΠ 563/2019).

Η αοριστία του αναιρετηρίου έχει ως συνέπεια την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης ως νομικά αβάσιμης, αν η αοριστία αφορά στην περιγραφή του λόγου αναίρεσης και ως απαράδεκτης σε κάθε άλλη περίπτωση (ΑΠ 100/2019) Ειδικά δε 1) Για να είναι ορισμένος ο από τον αριθμό Ια του άρθρου 559 ή του άρθρου 560 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, πρέπει να καθορίζονται, μεταξύ άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, και μάλιστα ενάριθμα (ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 763/2018) και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου και στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή( τα πραγματικά περιστατικά που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 9/2016) τα οποία (πραγματικά περιστατικά) πρέπει να αναφέρονται με πληρότητα δηλαδή στο σύνολο τους και όχι επιλεκτικά και αποσπασματικά (ΟλΑΠ 28/1998), εάν δε απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη να αναφέρεται με πληρότητα η ιστορική βάση της αγωγής που απορρίφθηκε ως μη νόμιμη (ΟλΑΠ 28/1998). 2) Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 16α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια ότι το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο, πρέπει να καθορίζεται στο αναιρετήριο με σαφήνεια το αντικείμενο της δίκης που προηγήθηκε, τα ζητήματα που κρίθηκαν σ' αυτή με δύναμη δεδικασμένου σε συσχετισμό με το αντικείμενο της μεταγενέστερης δίκης και οι παραδοχές του δικαστηρίου με τα πραγματικά περιστατικά που προσδιορίζουν την πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης, καθώς επίσης ότι ο αναιρεσείων επικαλέστηκε το δεδικασμένο στο δικαστήριο της ουσίας και ο ισχυρισμός ρητα απορρίφθηκε (ΑΠ 1324/2013).

Στην προκείμενη περίπτωση με την κρινόμενη από 19-11 -2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 1352/2016 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με αυτήν απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη έφεση των αναιρεσειόντων κατά της 20505/2013 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία είχε απορριφθεί ως μη νόμιμη αγωγή τους, αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου, με βάση την έκτακτη χρησικτησία, στρεφόμενη κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης, αφού συνεκδικάστηκε με ασκηθείσα από την τελευταία προσεπίκληση της δεύτερης αναιρεσίβλητης και πρόσθετη παρέμβαση της τελευταίας υπέρ της πρώτης που απορρίφθηκε ως απαράδεκτη μετά την απόρριψη ως μη νόμιμης της αγωγής.

Με την αίτηση αναίρεσης οι αναιρεσείοντες, με τους επί μέρους λόγους αναίρεσης (πρώτο έως τέταρτο) αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις ακόλουθες πλημμέλειες, αφού στην αρχή εκθέτουν "ότι με την από 18-3-2009 αγωγή τους ζήτησαν να αναγνωρισθούν κύριοι του περιγραφόμενου ακινήτου" και "ότι η 20505/2013 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, έκρινε εσφαλμένα τα πραγματικά περιστατικά, καθώς επίσης εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο, με συνέπεια να απορρίψει την αγωγή μας,....επί δε της έφέσεώς μας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 1352/2016 απόφαση, η οποία απέρριψε την έφεσή μας".

Ειδικότερα 1) με τον πρώτο λόγο αναίρεσης αποδίδουν στην προσβαλλόμενη πλημμέλειες από τον αριθ. 1 και 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι "εσφαλμένα δέχθηκε ότι δεν ισχύει η διάταξη του άρθρου 1072 ΑΚ, όταν η εγκατάλειψη της κοίτης είναι αποτέλεσμα τεχνικών έργων σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 15 του Ν. 550/1915,που αναφέρεται όμως σε "υδραυλικά έργα", ότι "οι διατάξεις του νόμου αυτού δεν ισχύουν στην περίπτωσή τους....όπου η αποξήρανση της κοίτης του χειμάρρου δεν οφείλεται σε κατασκευή έργου αποξήρανσης γαιών , αλλά οφείλεται σε τεχνικό έργο εκτροπής κοίτης χειμάρρου ", ότι "μετά την αποξήρανση του χειμάρρου ....

η επίδικη έκταση έχασε το δημόσιο και κοινόχρηστο χαρακτήρα και έχει καταστεί ιδιωτική από το 1954, ανήκουσα στους ιδιοκτήτες των παραποτάμιων ακινήτων....έναντι των οποίων χρησιδεσπόσαμε" και ότι "δεν ισχύουν στην περίπτωσή τους οι διατάξεις του ν.550/1915 προκύπτει ιδίως από την ΑΠ 403/1972 απόφαση "που δέχθηκε ότι οι διατάξεις αυτές ....δεν άγουν εις διάφορον λύσιν (ότι δηλαδή πρόκειται για δημόσια έκταση) παρά μόνο όταν και όπου πρόκειται περί γαιών αποξηραινομένων....κατ' ακολουθίαν έργων κλπ εκτελουμένων και κατ' εφαρμογή του νόμου, ουχί δε και συνεπεία άλλων δημοσίων τεχνικών έργων,ως οδοποιητικών

", και ότι "εσφαλμένα έτσι δεν εφήρμοσε το νόμο και δεν έλαβε υπόψη το δεδικασμένο που είχε δημιουργήσει η ΑΠ 403/1972 απόφαση". 2) με το δεύτερο λόγο αποδίδουν στην προσβαλλόμενη πλημμέλεια ότι "κατά εσφαλμένη ερμηνεία της κείμενης νομοθεσίας δέχεται ότι η διάταξη του άρθρου 15 του ν. 550/1915 διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 53 του Εις.ΝΑΚ ...

που σε κάθε περίπτωση δεν ισχύει στην περίπτωσή μας, και ότι χρησιδεσπόσαμε έναντι των παραποτάμιων ιδιοκτητών από το 1958, ενώ ο ν. 117/1975 δεν έχει αναδρομική ισχύ". 3) με τον τρίτο λόγο αποδίδουν στην προσβαλλόμενη πλημμέλεια ότι "σιγή απέρριψε τον ισχυρισμό μας κατά τον οποίο με το νδ 787/1970 συστάθηκε ο Οργανισμός Αποχετεύσεως Θεσσαλονίκης, νπδδ, πλην όμως με το ΠΑ 157/1997 το νομικό αυτό πρόσωπο μετατράπηκε σε ΑΕ, με συνέπεια και αν ακόμη το επίδικο ανήκε στην ιδιοκτησία της πρώτης αναιρεσίβλητης με την μετατροπή της σε ΑΕ περιήλθε στους αναιρεσείοντες με έκτακτη χρησικτησία" και 4) με τον τέταρτο λόγο αποδίδουν στην προσβαλλόμενη πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, "διότι εσφαλμένα....απέρριψε το αίτημά μας να αναγνωρισθούμε κύριοι του επίδικου ακινήτου...με έκτακτη χρησικτησία, ...εφαρμόζοντας την εσφαλμένη ερμηνεία του ν. 550/1955, ...που δεν ίσχυε στην περίπτωσή μας".

Με το περιεχόμενο αυτό οι ως άνω λόγοι αναίρεσης είναι προεχόντως αόριστοι και, συνακόλουθα, απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, όπως ορθά επισημαίνεται και από τη δεύτερη αναιρεσίβλητη με τις προτάσεις της.

Ειδικότερα, α) ο πρώτος λόγος κατά το πρώτο σκέλος και ο τέταρτος λόγος από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αόριστοι, προεχόντως ,διότι δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο, εάν η αγωγή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη και στην μεν πρώτη περίπτωση, δεν αναφέρεται η ιστορική βάση της αγωγής που απορρίφθηκε ως μη νόμιμη και μάλιστα με πληρότητα, δηλαδή^ τα πραγματικά περιστατικά που είχαν επικαλεσθεί οι αναιρεσείοντες στην αγωγή για τη θεμελίωσή της, στη δε δεύτερη περίπτωση, δεν αναφέρονται οι επί της ουσίας κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή^ τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε με βάση τα οποία εκείνο κατέληξε στην απόρριψη της αγωγής ως κατ' ουσίαν αβάσιμης και υπό τα οποία συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη για το ορισμένο των λόγων αυτών, β) ο πρώτος λόγος , κατά το δεύτερο σκέλος από τον αριθ. 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αόριστος , διότι δεν διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, ιδίως ,το αντικείμενο της δίκης που προηγήθηκε και μεταξύ ποιών διαδίκων, το ζήτημα που κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου σε συσχετισμό με το αντικείμενο της μεταγενέστερης δίκης, καθώς επίσης και ότι οι αναιρεσείοντες επκαλέστηκαν το δεδικασμένο στο δικαστήριο της ουσίας και ο ισχυρισμός απορρίφθηκε και γ) οι δεύτερος και τρίτος λόγοι αναίρεσης , είναι αόριστοι, προεχόντως, διότι δεν διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο οι αριθμοί ή ο αριθμός των λόγων αναίρεσης του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για τους οποίους οι αναιρεσείοντες ψέγουν με τα όσα αποδίδουν την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού δεν υπάγουν τα όσα με την αναίρεσή τους αποδίδουν στην απόφαση σε κάποιον από τους αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης (ενώ μάλιστα δεν αναφέρεται και το άρθρο 559 ΚΠολΔ, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη.

Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης στο σύνολο της, να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ , όπως ισχύει και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, που παρέστησαν με διαφορετικό πληρεξούσιο δικηγόρο και κατέθεσαν χωριστά προτάσεις (η δεύτερη κληθείσα με την ιδιότητα που προεκτέθηκε στην αρχή της παρούσας), κατά το νόμιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 180, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19-11-2018 αίτηση των Δ. Π. κλπ. για αναίρεση της 1352/2016 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποίαν ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ για καθένα από αυτούς.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Μαΐου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ