Legislator Case Law & Legislation
949/2017 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against lower court's property co-ownership ruling due to lack of evidence regarding document consideration.

Case Number 949/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the municipality's appeal against the Second Instance Court's judgment regarding the co-ownership of a road. The appellant argued the lower court failed to consider specific administrative documents and pending lawsuits submitted by the municipality. The court rejected this claim, stating the lower court's explicit finding that all documents were reviewed and weighed created no reasonable doubt about their consideration.

Legislator headnote

AI generated

Articles 82, 110, 81, 20 of the Code of Civil Procedure; Article 561 of the Code of Civil Procedure: An appeal based on the failure of a lower court to consider specific evidence is inadmissible if the appealed judgment explicitly states that such evidence was reviewed and evaluated, thereby precluding a review of the evidence assessment.

Keywords

AI generated
appeal admissibility evidence assessment co-ownership dispute municipal liability procedural defect

Cited Legislation

AI generated
Article 82 of the Code of Civil Procedure
Article 110 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 81 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 20 paragraph 1 of the Constitution
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 561 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 180 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 22 paragraphs 1 and 3 of Law 3693/1957

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 2/2008
Supreme Court Case 14/2005

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 949 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 949/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 3η Μαΐου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ (ΟΤΑ) με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ..." που εδρεύει στο ..., και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικού διαδόχου του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "...", που παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Γεωργίου Γαρδικιώτη. Των αναιρεσίβλητων: 1. Κ.-Ε. Μ., δικηγόρου, κατοίκου ..., 2.Κ.-Ε. Π., συζ. Κ.-Ε. Μ., κατοίκου ... που παραστάθηκαν ο 1ος αυτοπροσώπως και μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Σεραφείμ Τσούκου, η 2η δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Κ.-Ε. Μ..

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 30-8-2006, αγωγή της ήδη 2ης αναιρεσίβλητης, την από 10-11-2006 αγωγή των αναιρεσίβλητων και την από 3-7-2008 πρόσθετη παρέμβαση, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου και συνεκδικάσθηκαν.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 35/2009 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου, 146/2014 του Εφετείου Ναυπλίου.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείον με την από 6-11-2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη, ανέγνωσε την από 2-11-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσίβλητων ζήτησαν να απορριφθεί, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή στο άρθρο 82 ΚΠολΔικ ορίζεται ότι, ο προσθέτως παρεμβαίνων έχει δικαίωμα να διενεργήσει όλες τις διαδικαστικές πράξεις που επιτρέπονται στη δίκη, προς το συμφέρον εκείνου για την υποστήριξη του οποίου ασκήθηκε η παρέμβαση και έχει την υποχρέωση να δεχθεί τη δίκη στη θέση που βρίσκεται κατά το χρόνο της παρέμβασης του. "Αποφάσεις και δικόγραφα που επιδίδονται στους κυρίους διαδίκους πρέπει να επιδίδονται και σε εκείνον που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση".

Εξάλλου κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 110 παρ. 2 ΚΠολΔικ "οι διάδικοι έχουν δικαίωμα να παρίστανται σε όλες τις συζητήσεις της υπόθεσης, ακόμη και όταν γίνονται κεκλεισμένων των θυρών και πρέπει για το σκοπό αυτό να καλούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 81 παρ. 3 ΚΠολΔικ "ο παρεμβαίνων καλείται στις επόμενες διαδικαστικές πράξεις από το διάδικο που επισπεύδει τη δίκη, σε περίπτωση δε πρόσθετης παρέμβασης έχει δικαίωμα να προτείνει την έλλειψη της κλήτευσης και ο διάδικος για την υποστήριξη του οποίου ασκήθηκε η παρέμβαση".

Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος που ορίζει ότι "καθένας έχει δικαίωμα της παροχής έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ’ αυτά τις απόψεις του" και το άρθρο 558 ΚΠολΔικ, σαφώς προκύπτει, ότι κατά του κυρίως παρεμβαίνοντος στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, δεν απευθύνεται κατ’ αρχήν η αναίρεση, γιατί αυτός δεν είναι κύριος διάδικος, ο προσθέτως παρεμβάς όμως, πρέπει να καλείται στη συζήτηση της αναίρεσης.

Σε αντίθετη περίπτωση η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους τους διαδίκους (άρθρ. 576 παρ. 3 ΚΠολΔικ) - ΑΠ 23/2017- Εξάλλου κατά το άρθρο 6Α του διατάγματος της 26.6/10.7.1994, που προστέθηκε με το άρθρο 46 παρ. 3 του Ν. 4306/2014 "περί κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου" "1. Η επίδοση από το Ελληνικό Δημόσιο ή οποιοδήποτε ΝΠΔΔ κάθε ενδίκου βοηθήματος και κάθε ενδίκου μέσου, οποιασδήποτε κλήσης προς συζήτηση της υποθέσεως, οποιασδήποτε δικαστικής προσωρινής διαταγής, για οποιαδήποτε υπόθεση, σε οποιονδήποτε βαθμό ή στο πλαίσιο της αναιρετικής δίκης, ενώπιον οποιουδήποτε πολιτικού ή διοικητικού δικαστηρίου δύναται να γίνει:

α) στους αντιδίκους ή στον αντίκλητό τους, β) στον δικηγόρο ο οποίος τους εκπροσώπησε κατά την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης ή έχει υπογράψει το τελευταίο δικόγραφο, που αφορά την υπόθεση, στην τελευταία δηλωθείσα κατά τις κείμενες διατάξεις, διεύθυνσή της. Ο δικηγόρος στην περίπτωση του προηγουμένου εδαφίου θεωρείται αντίκλητος και για κάθε μεταγενέστερη επίδοση, εκτός εάν ο διάδικος κατά περίπτωση, γνωστοποίησε με δήλωση στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ή την έδρα του ΝΠΔΔ, το διορισμό νέου πληρεξουσίου ή αντικλήτου.

Ο δικηγόρος ή ο αντίκλητος οφείλει να παραδίδει αμελλητί το επιδιδόμενο δικόγραφο. Επιδόσεις που έχουν διενεργηθεί κατά τα αναφερόμενα στο προηγούμενο εδάφιο θεωρούνται νόμιμες και για εκκρεμείς σε οποιοδήποτε στάδιο υποθέσεις". Από τη διάταξη αυτή, που εφαρμόζεται επί των ΟΤΑ ως ΝΠΔΔ και που κατά το περιεχόμενο και τα αποτελέσματά της ως προς την ιδιότητα του πληρεξουσίου δικηγόρου και ως αντικλήτου ταυτίζεται με το άρθρο 143 παρ. 1 ΚΠολΔικ και όπως τούτο έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 2 του Ν. 4335/2015 και ισχύει από 1.1.2016 (η ένδικη αναίρεση ασκήθηκε στις 9.11.2015 και επ’ αυτής δεν εφαρμόζεται η αντικ.

διάταξη - άρθρ. 24 και 12 ΕισΝΚΠολΔικ-) προκύπτει ότι ο δικαστικός πληρεξούσιος που διορίστηκε κατά τον τύπο του άρθρου 96 του ΚΠολΔικ, είναι αυτοδικαίως και αντίκλητος για την επίδοση του ασκηθέντος κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως ενδίκου μέσου, καθώς και για την παραλαβή της κλήσεως για τη συζήτησή του.

Τέλος από τη μνεία στη δικαστική απόφαση (στο προεισαγωγικό τμήμα της) ότι για κάποιον από τους διαδίκους παρέστη ο αναφερόμενος σ’ αυτήν πληρεξούσιος δικηγόρος του (ή ότι παρέστη "μετά" του δικηγόρου του) και η στο κύριο σώμα της (απόφασης) βεβαίωση ότι το δικαστήριο δίκασε κατ’ αντιμωλία των διαδίκων, παρέχει πλήρη απόδειξη για το διορισμό εκείνου ως δικαστικού πληρεξουσίου, εφόσον για δίκες που αφορούν το Δημόσιο δεν έχει γίνει η αναφερόμενη στο άρθρο 6Α του παραπάνω διατάγματος γνωστοποίηση ή για τις λοιπές δίκες, εφόσον ο δικηγόρος δεν έχει νομίμως παραιτηθεί ή αντικατασταθεί και γνωστοποιηθεί τούτο στους λοιπούς διαδίκους (άρθρα 100, 102 και 143 παρ. 1 ΚΠολΔικ) - ΑΠ 560/2016, ΑΠ 757/2016.

Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης προκύπτει ότι στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ασκήθηκε υπέρ του εναγομένου αναιρεσείοντος (και του μη όντος διαδίκου στην παρούσα στάση της δίκης ... Α. Κ. η από 3.7.2998 πρόσθετη παρέμβαση για την αποτελούσα αντικείμενο της αναίρεσης από 16.11.2006 αγωγή των αναιρεσιβλήτων, η οποία πρόσθετη παρέμβαση συνεκδικάσθηκε με την αγωγή (καθώς και με άλλη αγωγή των αναιρεσιβλήτων κατά του προαναφερθέντος ...

της οποίας η συζήτηση αναβλήθηκε - ανεστάλει) και εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 35/2009 απορριπτική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ενώ μετά από άσκηση εφέσεως, που απευθύνθηκε και κατά των προσθέτων παρεμβάντων, εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, με την οποία εκ των πραγμάτων, η πρόσθετη παρέμβαση απορρίφθηκε κατ’ ουσία μετά την παραδοχή της έφεσης των εναγόντων, ήτοι των αντιδίκων εκείνων υπέρ των οποίων είχε ασκηθεί.

Επομένως οι προσθέτως παρεμβάντες έπρεπε να κληθούν κατά τη συζήτηση της ένδικης από 6.11.2015 αναίρεσης κατά της υπ’ αριθμ. 146/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, που ασκήθηκε (κατατέθηκε) νόμιμα και εμπρόθεσμα (επίδοση 1.10.2016 κατάθεση 9.11.2016) σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ 1, 2, 4 και 552 επ.

ΚΠολΔικ. Αυτοί πράγματι είχαν κληθεί με την επίδοση αντιγράφου της ένδικης αναιρέσεως, καθώς και πρακτικού αναβολής της συζήτησης για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας αποφάσεως δικάσιμο, για την οποία και έγινε αναβολή από την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 16.11.2016. Η εν λόγω κλήτευση προκύπτει από τις υπ’ αριθμ. .../31.3.2017 και .../3.4.2011 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Ναυπλίου Γ.

Τ. του Η.. Η επίδοση έγινε στον πληρεξούσιο των προσθέτως παρεμβούντων δικηγόρο, ήτοι τον δικηγόρο Ναυπλίου Π. Ι. Γ., ο οποίος εφόσον τους εκπροσώπησε κατά την ενώπιον του Εφετείου δίκη, όπως τούτο προκύπτει από το προεισαγωγικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, είναι αυτοδικαίως και αντίκλητός τους, για την παραλαβή του προαναφερθέντος και ασκηθέντος από ΝΠΔΔ (ΟΤΑ) ενδίκου μέσου και της κλήσεώς του για συζήτηση, δεδομένου ότι δεν προκύπτει παραίτηση ή αντικατάσταση του εν λόγω πληρεξουσίου, ενώ δεν ήταν απαραίτητη στις εκθέσεις επιδόσεως η ονομαστική αναφορά και των 114 προσθέτως παρεμβάντων, αφού αυτοί αναφέρονται στην επιδοθείσα στον εν λόγω πληρεξούσιο δικηγόρο τους μετά από σχετικής παραγγελία, αναιρεσιβαλλομένη (άρθρο 143 παρ. 1 όπως ίσχυε προ του Ν. 4335/2015 και 96 ΚΠολΔικ) - βλ.

υπ’ αριθμ. .../31.3.2017 έκθεση επιδόσεως του προαναφερθέντος δικαστικού επιμελητή. Με τις παραπάνω επιδόσεις καλύπτεται ο σκοπός του νόμου για κλήση των προσθέτως παρεμβάντων, μολονότι δεν έχει μεσολαβήσει κατάθεση οικείας κλήσεως στο δικαστήριο, ούτε στο δικόγραφο της αναιρέσεως αναφέρεται η δικονομική αυτή υποχρέωση του αναιρεσείοντος Δήμου.

Εξάλλου το δικόγραφο της αναιρέσεως δεν απευθύνεται εναντίον των προσθέτως παρεμβαινόντων αφού αυτοί δεν είναι διάδικοι, ενώ τυχόν σχετική απεύθυνση εκτιμάται ως κλήση (ΑΠ 1337/2015),τα δε αντιθέτως ως προς τα στοιχεία του δικογράφου υποστηριζόμενα από τους αναιρεσίβλητους είναι αβάσιμα. Ενόψει τούτων, εφόσον δηλαδή κλήθηκαν οι μη παρασταθέντες προσθέτως παρεμβάντες η συζήτηση θα προχωρήσει παραδεκτά.

Επειδή κατά τα άρθρα 58 παρ. 1 εδ. α’ και 72 παρ. 1 εδ. γ και ιε του Ν. 3852/7.6.2010 περί "Νέας Αρχιτεκτονικής της Αυτοδιοίκησης - Πρόγραμμα Καλλικράτης", που κατά το άρθρο 286 αυτού, ισχύουν από 1.1.2011 και εφαρμόζονται στην προκειμένη περίπτωση "ο ... εκπροσωπεί το Δήμο στα δικαστήρια και σε κάθε δημόσια αρχή - άρθρο 58 παρ. 1 εδ.

α’ ". "Η Οικονομική Επιτροπή είναι όργανο παρακολούθησης και ελέγχου της Οικονομικής λειτουργίας του Δήμου. Ειδικότερα έχει τις ακόλουθες αρμοδιότητες ....γ) αποφασίζει για την άσκηση όλων των ενδίκων βοηθημάτων και ενδίκων μέσων - άρθρο 72 παρ. 1 εδ. γ - αποφασίζει για την πρόσληψη πληρεξουσίου δικηγόρου και για την ανάκληση της πληρεξουσιότητάς του, σε όσους Δήμους είτε δεν έχουν προσληφθεί δικηγόροι με μηνιαία αντιμισθία, είτε αυτοί που έχουν προσληφθεί δεν έχουν δικαίωμα να παρίστανται σε ανώτατα δικαστήρια,- άρθρο 72 παρ. 1 εδ.

ιε- Κατά το άρθρο 58 παρ. 2 του ιδίου νόμου ορίζεται ότι κατ’ εξαίρεση, όταν δημιουργείται άμεσος και προφανής κίνδυνος ή απειλείται άμεση ζημία των δημοτικών συμφερόντων από την αναβολή λήψης απόφασης, ο ... μπορεί να αποφασίσει για θέματα που ανήκουν στην αρμοδιότητα της Οικονομικής ή της Επιτροπής ποιότητας αυτής.

Στην περίπτωση αυτή οφείλει να υποβάλει προς έγκριση τη σχετική απόφαση του κατά την επόμενη συνεδρίαση της αντίστοιχης επιτροπής". Περαιτέρω σύμφωνα με το άρθρο 73 του ΚΠολΔικ, η έλλειψη της διαδικαστικής αυτής προϋπόθεσης ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, σε κάθε στάση της δίκης, γιατί η τήρηση της διατάξεως του άρθρου 72 παρ. 1 εδ.

γ του Ν. 3852/2010, που αποσκοπεί στην όσο το δυνατό αποτροπή διεξαγωγής ανώφελων δικών ανάγεται στη δημόσια τάξη. Στην προκειμένη περίπτωση προσκομίζεται η υπ’ αριθμ. ....11.2015 απόφαση της Οικονομικής Επιτροπής του αναιρεσείοντος ..., με την οποία εγκρίνεται η υπ’ αριθμ. ....11.2015 απόφαση του ... της, με την οποία αυτός και κατά την παρεχομένη από την παραπάνω διάταξη του άρθρου 58 παρ. 2 του Ν. 3854/2010 εξουσία και ένεκα της επικειμένης συμπληρώσεως της προθεσμίας προς άσκηση της ένδικης αναιρέσεως, διόρισε πληρεξούσιο δικηγόρο για την άσκηση και την εκδίκαση της.

Ενόψει τούτου είναι παραδεκτή η άσκηση της ένδικης αναίρεσης, ενώ προσέτι ο εν λόγω διορισθείς πληρεξούσιος δικηγόρος έχει διορισθεί από τον… και σύμφωνα με την κατά το άρθρο 58 παρ. 1 εδ. α του ιδίου νόμου, εκπροσωπευτική του … εξουσία του (του ...) και ως δικαστικής πληρεξούσιας του Δήμου κατά το άρθρο 96 παρ. 1 του ΚΠολΔικ., όπως τούτο προκύπτει από το προσκομιζόμενο οικείο πληρεξούσιο (υπ’ αριθμ. ....11.2015 πληρεξούσιο του συμβ/φου ...

Α. Σ. του Β.). Ενόψει τούτων η ένδικη αναίρεση είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 571 και 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔικ). Επειδή κατά τη διάταξη του αριθμού 4 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων.

Υπέρβαση δικαιοδοσίας υπάρχει, όταν τα πολιτικά δικαστήρια επιλαμβάνονται υπόθεσης, που κατά νόμο ανήκει στη δικαιοδοσία άλλου δικαστηρίου (ποινικού ή διοικητικού) ή των διοικητικών αρχών ή σε διαιτησία (Ολ ΑΠ 16/2002, Ολ ΑΠ 5//1995). Ο λόγος αυτός της αναίρεσης αφορά τη δημόσια τάξη και συνεπώς ιδρύεται και αν ακόμη δεν έγινε σχετική επίκληση της έλλειψης δικαιοδοσίας ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας (Ολ ΑΠ 20/2008).

Εξάλλου με τα άρθρα 94 παρ. 1, 2 του Συντάγματος και 1 παρ. 1 και 2 στοιχείο του Ν. 1406/1983 ορίζεται αντιστοίχως "Στο Συμβούλιο της Επικρατείας και τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές... Στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές...". "Υπάγονται στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας που δεν έχουν μέχρι σήμερα υπαχθεί σ’ αυτήν.

Στις διαφορές αυτές περιλαμβάνονται ιδίως αυτές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας που αφορά την ευθύνη του Δημοσίου, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων Δημοσίου Δικαίου προς αποζημίωση, σύμφωνα με τα άρθρα 105 και 106 του ΕισΝΑΚ". Επίσης με τα άρθρα 104, 105 εδ. α ΕισΝΑΚ, 914 ΑΚ ορίζεται αντιστοίχως, ότι "Για πράξεις και παραλείψεις των οργάνων του δημοσίου που ανάγονται στις έννομες σχέσεις του ιδιωτικού δικαίου ή σχετικές με την ιδιωτική του περιουσία, το Δημόσιο ευθύνεται κατά τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα για τα νομικά πρόσωπα". "Για παράνομες πράξεις των οργάνων του Δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που του έχει ανατεθεί, το Δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός εάν η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος". "Όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει".

Από τις διατάξεις αυτές, συνδυαζόμενες με τη διάταξη του άρθρου 71 ΑΚ, προκύπτει ότι μπορεί μεν να δημιουργηθεί ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση κατά το άρθρο 105 ΕισΝΑΚ και από υλική πράξη οργάνου του, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του και συνεπώς να δημιουργηθεί εντεύθεν διοικητική διαφορά υπαγόμενη στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων, μόνον όμως όταν η πράξη αυτή ενέχει άσκηση δημόσιας εξουσίας, είτε γιατί εντάσσεται σε έννομη σχέση του δημοσίου δικαίου μεταξύ κράτους και πολίτη, την οποία πραγματώνει η επ’ ευκαιρία της οποίας τελείται, είτε γιατί συνιστά καθ’ αυτή δραστηριότητα που αναπτύσσεται υπό καθεστώς νομοθετικής υπεροχής έναντι των πολιτών, που αρμόζει αποκλειστικά στο κράτος ή στα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, ως φορείς δημόσιας εξουσίας.

Αντίθετα αν η υλική πράξη δεν συνδέεται αιτιωδώς με έννομη σχέση του Δημοσίου Δικαίου μεταξύ κράτους και πολίτη, ούτε καλύπτεται καθεαυτή από εξαιρετική νομοθετική ρύθμιση, δημιουργική σχέσεως υπεροχής έναντι των πολιτών, αλλά με τη διαχείριση της ιδιωτικής του περιουσίας, τότε η πηγάζουσα από αυτή ευθύνη του δημοσίου προς αποζημίωση θεμελιώνεται αναγκαίως στις διατάξεις του ιδιωτικού δικαίου και συνεπώς η ανακύπτουσα διαφορά είναι ιδιωτική.

Εξ’ ετέρου κατά τη διάταξη του άρθρου 106 ΕισΝΑΚ οι διατάξεις του προηγούμενου άρθρου (105) εφαρμόζονται και για την ευθύνη των Δήμων, των Κοινοτήτων ή των άλλων νομικών προσώπων Δημοσίου Δικαίου για πράξεις ή παραλείψεις αυτών που βρίσκονται στην υπηρεσία τους (ΑΕΔ 21/2005, ΑΠ 599/2013). Τέτοια ιδιωτική διαφορά μεταξύ Δήμου και ιδιώτη γεννάται συνεπώς και από την μεταξύ τους αντιδικία για το αν το συγκεκριμένο ακίνητο είναι κοινόχρηστο και συνεπώς ανήκει στην περιουσία του Δήμου ή όχι, αφού η προκύπτουσα διαφορά δεν συνδέεται αιτιωδώς με έννομη σχέση του Δημοσίου Δικαίου μεταξύ κράτους και πολίτη, ούτε καλύπτεται από εξαιρετική νομοθετική ρύθμιση δημιουργικής σχέσης υπεροχής του Δήμου έναντι των πολιτών, αλλά έχει σχέση με τη διαχείριση της ιδιωτικής περιουσίας του Δήμου.

Στην προκειμένη περίπτωση με την σωρευόμενη αγωγή αποζημιώσεως για αποκατάσταση ηθικής βλάβης, που αποτελεί αντικείμενο της αναίρεσης οι ενάγοντες αναιρεσίβλητοι επικαλούνται παράνομες ενέργειες του εκπροσωπούντος τον αναιρεσείοντα Δήμο, ... του, οι οποίες είχαν σχέση με την προάσπιση κοινόχρηστης κατά τον εναγόμενο Δήμο, οδού.

Επομένως η διαφορά ως αφορώσα σε αντιδικία του Δήμου με ιδιώτη ως προς την κοινοχρησία ή όχι ακινήτου πράγματος και εντεύθεν ανήκοντος ή όχι στο Δήμο, έχει σχέση με τη διαχείριση της ιδιωτικής του περιουσίας ως ... και όχι ως ..., μη υφισταμένου συνδέσμου με έννομη σχέση δημοσίου δικαίου και συνακόλουθα υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων.

Επομένως το Εφετείο, που έκρινε ομοίως και κατά παραδοχή οικείου λόγου εφέσεως των εκκαλούντων- αναιρεσιβλήτων εξαφάνισε την εκκαλουμένη κατά το μέρος που αφορούσε τον αναιρεσείοντα και είχε απορρίψει την αγωγή για έλλειψη δικαιοδοσίας και την δίκασε στην ουσία της, δεν υπερέβη την δικαιοδοσία του και γι’ αυτό ο υποστηρίζων τα αντίθετα και από τη διάταξη του αριθμού 4 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ πρώτος λόγος της αναιρέσεως, ή κατά τον αναιρεσείοντα πλημμέλεια του οποίου παραδεκτά υποβάλλεται το πρώτον στον ΑΠ, ως προκύπτουσα από την ίδια την προσβαλλομένη και ως αφορώσα την δημόσια τάξη (άρθρ. 562 2β και γ ΚΠολΔικ) πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Επειδή κατά άρθρο 559 αρ. 8 εδ. β ΚΠολΔικ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής είναι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο.

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, έστω και αν η απόρριψη δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (Ολ ΑΠ 23/2003). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ) το Εφετείο μετά από συνεκτίμηση των νομίμων ενώπιον του επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά ως προς την σωρευόμενη στο από 10.11.2006 δικόγραφο αγωγή αποζημιώσεως, για χρηματική ικανοποίηση των εναγόντων - αναιρεσιβλήτων κατά του αναιρεσείοντος Δήμου, ως προς την οποία (αγωγή), όπως έχει ήδη αναφερθεί και κατά το μέρος που αφορούσε τον αναιρεσείοντα Δήμο, είχε γίνει δεκτή η έφεση των εναγόντων αναιρεσιβλήτων, είχε εξαφανισθεί κατά το κεφάλαιο της αυτό η εκκαλουμένη και δικάσθηκε εκ νέου η εν λόγω σωρευθείσα αγωγή: "Οι ενάγοντες είναι σύζυγοι και κάτοικοι ....

Αυτοί θέλοντας να κατασκευάσουν εξοχική κατοικία, με το .../28-6-2005 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της συμ/φου Αθηνών Α. Ζ. - Μ., που μεταγράφηκε νόμιμα, αγόρασαν κατά κυριότητα και κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος από τον Κ. Δ. και τη θυγατέρα του Γ. Δ. ένα αγροτεμάχιο με τριάντα ελαιόδεντρα, το οποίο βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του Δημοτικού Διαμερίσματος ...

του πρώτου εναγομένου τότε ... και ήδη ... …. Το ακίνητο αυτό κατά ακριβή καταμέτρηση του τοπογράφου μηχανικού Θ. Μ., που περιέχεται στο από μηνός Μαρτίου 2005 τοπογραφικό διάγραμμά του, που είναι ενσωματωμένο στο ανωτέρω συμβόλαιο, έχει εμβαδόν 4.494,75 τ.μ. και συνορεύει βόρεια με ρέμα και πέραν αυτού με ιδιοκτησία Β.

Α., νότια με ιδιοκτησίες Ν. Λ. και Μ. Κ., ανατολικά με αιγιαλό αμμώδη ακτή ..., νοτιοδυτικά με ιδιοκτησία Η. Δ. και με αγροτικό δρόμο και δυτικά-βορειοδυτικά με ιδιοκτησία κληρονόμων Δ. Σ.. Το ακίνητο αυτό είναι άρτιο και οικοδομήσιμο γιατί βρίσκεται μεν εκτός των ορίων του παρακειμένου οικισμού των ..., αλλά το εμβαδόν του υπερβαίνει τα 4 στρέμματα και είναι έντονα κατωφερές από δυτικά προς ανατολικά, αφού αποτελεί το τελευταίο ακίνητο που βρίσκεται στην πλαγιά βουνού πριν αυτή καταλήξει ανατολικά στην ακτή του ....

Από το ακίνητο αυτό και από τυχαίες κάθε φορά διελεύσεις διέρχονταν οι κάτοικοι των ... για να μεταβούν στην ακτή του ..., οι δε διελεύσεις αφ’ ενός μεν μέχρι το έτος 1960 ήταν σπάνιες, αφ’ ετέρου δε γίνονταν από όποιο σημείο του ακίνητου των εναγόντων τους εξυπηρετούσε κάθε φορά με αποτέλεσμα να μην έχει σχηματισθεί συγκεκριμένη δίοδος και να μην έχει λάβει συνεπώς κοινόχρηστο χαρακτήρα με την αμνημονεύτων χρόνων αρχαιότητα, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο εναγόμενος Δήμος, όπως τούτο ιδίως αποδεικνύεται από τις αεροφωτογραφίες των ετών 1945 και 1960 που κανένα μονοπάτι δεν εμφανίζουν μέσα στο ακίνητο.

Το έτος 1959 με έξοδα της κοινότητας ... κατασκευάστηκε βρύση στην ακτή ... και σταδιακά με την αύξηση του βιοτικού επιπέδου των κατοίκων της κοινότητας αυτής και τη σταδιακή και συνεχή ανάπτυξη του τουρισμού, οι μεταβάσεις στην ακτή τόσο των κατοίκων των ..., όσο και επισκεπτών της περιοχής άρχισαν να αυξάνονται, πάντα δε αυτές γίνονταν από δυο ή τρεις διαδρομές εντός του ανωτέρω ακινήτου που δεν ταυτίζονται με την σχηματισμένη κατά την άσκηση της αγωγής δίοδο (μονοπάτι), όπως αυτή εμφανίζεται στο ανωτέρω τυπογραφικό διάγραμμα.

Το έτος 1986 ο εκ των δικαιοπαρόχων των εναγόντων Κ. Δ. και άλλοι ιδιοκτήτες αγροτικών ακινήτων στην περιοχή, με συμφωνία τους παραχώρησαν εδαφικά τμήματα ακινήτων τους και έτσι κατασκευάστηκε δρόμος πλάτους 4 μέτρων για οχήματα, ο οποίος (άλλοτε ακολουθώντας το προϋπάρχον μονοπάτι και άλλοτε όχι) ξεκινάει από την επαρχιακή, οδό ...

και καταλήγει στη δυτική πλευρά του ακινήτου που αγόρασαν οι ενάγοντες, σχηματίζοντας και μικρό πλάτωμα εντός του. Στη συνέχεια με την ανοχή και των δικαιοπαρόχων των εναγόντων, οι οποίοι σε κάθε περίπτωση δεν μπορούσαν να αρνηθούν τις διελεύσεις των λουομένων προκειμένου αυτοί να μεταβούν στην ακτή (άρθρα 23, 24 Ν.1337/1983) οι διελεύσεις άρχισαν σιγά - σιγά να γίνονται από συγκεκριμένη διαδρομή και έτσι σταδιακά σχηματίστηκε το μονοπάτι κυμαινομένου πλάτους 1-1,5 μέτρου που εμφανίζεται στο ανωτέρω τοπογραφικό διάγραμμα να ξεκινάει από το τέλος του αγροτικού δρόμου, να διασχίζει κάθετα το ακίνητο των εναγόντων στο μέσον περίπου αυτού και να καταλήγει στην ακτή.

Οι ενάγοντες θέλοντας να οικοδομήσουν εξοχική οικία στο ακίνητο τους υπέβαλαν αίτηση της δευτέρας τούτων στην Πολεοδομία ..., οποία εξέδωσε στο όνομα αυτής την ... άδεια διώροφης οικοδομής με υπόγειο. Περαιτέρω οι ενάγοντες, επειδή η οικοδομή μπορούσε να τοποθετηθεί μόνο στο κεντρικό τμήμα του όλου ακινήτου τους, από το οποίο διήρχετο το ανωτέρω μονοπάτι προς την ακτή, απευθύνθηκαν στον εναγόμενο Δήμο και επανέφεραν προς αυτόν πρόταση του δικαιοπαρόχου τους Κ.

Δ. συνοδευόμενη από σχετική μελέτη και τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου - μηχανικού Χ. Μ., να μεταφερθεί με δαπάνες τους το μονοπάτι βορειότερα έξω από το χώρο κατασκευής της οικίας τους, έχοντας σταθερό πλάτος 1,50 μέτρου. Κατά τη σχετική συνεδρίαση του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου ο δεύτερος εναγόμενος ...

αυτού Α. Κ. αρνήθηκε την προσφορά και απαίτησε δρόμο πλάτους 2,5 μέτρων, τον οποίο θα μεταβίβαζαν κατά κυριότητα στο Δήμο. Οι ενάγοντες αρνήθηκαν και με δαπάνες τους κατασκεύασαν το νέο μονοπάτι κατά τη μελέτη του Χ. Μ.. Στις 12-1-2006 κοινοποιήθηκε στο ... η ανωτέρω οικοδομική άδεια και ο ανωτέρω ... επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον ενάγοντα και τον εκβίασε απειλώντας τον αφού του είπε "αν δεν μου ανοίξεις δρόμο 2,5 μέτρα πλάτος σπίτι δεν κτίζεις".

Παράλληλα ο ίδιος έκανε καταγγελία στο Πολεοδομικό ... αναφέροντας μεταξύ άλλων ότι η κατασκευή της οικίας έχει τοποθετηθεί πάνω σε κοινόχρηστο δρόμο, η οποία απορρίφθηκε από την ανωτέρω υπηρεσία με το ...-2-2006 έγγραφο της, στο οποίο αναφέρει ότι δεν υπάρχει δρόμος στο ακίνητο των εναγόντων, το οποίο εμφανίζεται ενιαίο από το έτος 1905, άλλο δε θέμα είναι η εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 23 και 24 Ν. 1337/83 που εξασφαλίζουν την πρόσβαση των πεζών προς την παραλία.

Παρά την απάντηση αυτή ο ... Α. Κ. έδωσε εντολή σε εργάτη με την τοποθέτηση μικρών πασσάλων και κόκκινης πλαστικής κορδέλας επ’ αυτών, να χαράξει δρόμο πλάτους 1,80 έως 2,00 μέτρων, ακολουθώντας εν μέρει το μονοπάτι και επίσης έδωσε εντολή σε τοπογράφο - μηχανικό να εισέλθει στο ακίνητο των εναγόντων και να το μετρήσει.

Στη συνέχεια, μετά την έκδοση της 3/2006 απόφασης της Εισαγγελέως Πρωτοδικών Ναυπλίου, που απέρριψε αίτηση ασφαλιστικών μέτρων νομής του εναγομένου Δήμου κατά της δεύτερης ενάγουσας, όταν οι ενάγοντες άρχισαν τις εκσκαπτικές εργασίες στο ακίνητο τους για να ξεκινήσουν την κατασκευή της οικίας τους, ο ανωτέρω ...

άρχισε και πάλι να εκβιάζει τους ενάγοντες ότι αν δεν παραχωρήσουν στο Δήμο κατά κυριότητα δρόμο πλάτους 2,5 μέτρων θα κλείσει την αγροτική οδό έξω από το ακίνητο των εναγόντων, ώστε να εμποδιστεί η είσοδος του, εκσκαπτικού μηχανήματος, απειλή την οποία και πραγματοποίησε, αφού με πρόθεση προκάλεσε σε αγνώστους κατοίκους της περιοχής την απόφαση να τοποθετήσουν αυτοί πέτρες στον αγροτικό δρόμο λίγο πριν φθάσει αυτός στο ακίνητο των εναγόντων.

Οι ανωτέρω υλικές πράξεις του ... του εναγομένου Δήμου (απόπειρα εκβίασης με απειλή παράνομης πράξης και αυτοδικία κατ’ εξακολούθηση) που τελέστηκαν στα πλαίσια των καθηκόντων του ως ..., σε αντιδικία του εναγομένου Δήμου με τους ενάγοντες, είναι παράνομες και υπαίτιες (με πρόθεση τελεσθείσες) πράξεις, που στρέφονται κατά των εναγόντων.

Αυτοί από τις πράξεις αυτές δοκίμασαν εντονότατη θλίψη και στεναχώρια, αφού οι πράξεις αυτές κατέτειναν και στην αποτροπή κατασκευής της εξοχικής οικίας τους και συνεπώς υπέστησαν ηθική βλάβη για την αποκατάσταση της οποίας πρέπει να αναγνωρισθεί ότι ο εναγόμενος Δήμος υποχρεούται να τους καταβάλει νομιμοτόκως το ποσόν των 2.500 ευρώ σε καθένα τούτων, ποσόν που κρίνεται εύλογο ενόψει της έντασης του δόλου του Α.

Κ., των ανωτέρω συνθηκών τέλεσης της αδικοπραξίας από αυτόν και ιδίως της συμβιβαστικής στάσης των εναγόντων (οι οποίοι ακόμα και αν θεωρηθεί ότι στο μονοπάτι είχε αποκτηθεί δουλεία διόδου υπέρ συγκεκριμένων κατοίκων της περιοχής έχουν ασφαλώς κατά τα άρθρα 281, 1136, 1188 και 1191 Α.Κ. το δικαίωμα να ζητήσουν τη μετατόπιση βορειότερα αυτής) και της οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης των διαδίκων, από τους οποίους ο πρώτος ενάγων είναι δικηγόρος γεννημένος το έτος 1959, η δεύτερη ενάγουσα είναι φαρμακοποιός γεννημένη το έτος 1960 και ο πρώτος εναγόμενος είναι μικρός περιφερειακός Δήμος με περιορισμένα έσοδα.

Συνεπώς η αγωγή αναγνώρισης της υποχρέωσης του εναγομένου Δήμου, που ευθύνεται για τις παράνομες πράξεις του ... του να καταβάλει χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης πρέπει να γίνει δεκτή". Με βάση τις παραδοχές το Εφετείο δέχθηκε ως κατά ένα μέρος ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή και αναγνώρισε την υποχρέωση του εναγομένου αναιρεσείοντος Δήμου να καταβάλλει, ως χρηματική ικανοποίηση, στους ενάγοντες για την ηθική βλάβη που υπέστησαν από την περιγραφόμενη παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του ενεργήσαντος, στα πλαίσια των καθηκόντων του ..., για την αδικοπρακτική συμπεριφορά του οποίου αυτός (Δήμος) ενέχεται κατά τα άρθρα 105, 106 ΕισΝΑΚ και 71 ΑΚ.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως και κατ’ εκτίμηση του εκτενούς περιεχομένου του, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από την παραπάνω διάταξη του αριθμού 8 εδ. β του άρθρου 559 ΚΠολΔικ. πλημμέλεια κατά την οποία το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την πρωτοδίκως υποβληθείσα από τον αναιρεσείοντα Δήμο και νομίμως, κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔικ, επαναφερθείσα στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο από το άρθρο 281 ΑΚ ένσταση του γενικού δόλου (...), κατά την οποία ο επίδικος δρόμος κατά το διερχόμενο από το ακίνητο των εναγόντων - αναιρεσιβλήτων τμήμα, έχει καταστεί κοινόχρηστος, γιατί ήταν από τους ιδιοκτήτες του εκτεθειμένος για πολλά χρόνια στην κοινή χρήση.

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον όπως προκύπτει από το προεκτεθέν περιεχόμενό της απόφασης, η επίμαχη ένσταση λήφθηκε υπόψη και εκ των πραγμάτων απορρίφθηκε, καθόσον γίνεται δεκτό ότι η ένδικη δίοδος, κυμαινόμενου πλάτους 1-1,5 μέτρου, ξεκινούσε από την εξικινουμένη μέχρι τη δυτική πλευρά του ακινήτου των εναγόντων αγροτική οδό και αφού διέσχιζε τούτο κάθετα και στο μέσον του περίπου, κατέληγε στη θάλασσα, είχε σχηματισθεί μετά το 1986 με την ανοχή του εκ των δικαιοπαρόχων των εναγόντων Κ.

Δ. και στη συνέχεια των ιδίων, οι οποίοι (ενάγοντες) θέλοντας να ανοικοδομήσουν επί του ακινήτου τους, με τη νόμιμα εκδοθείσα υπ’ αριθμ. ... οικοδομική άδεια της Πολεοδομίας ..., κατασκεύασαν, με δαπάνες τους, νέο μονοπάτι. Ήτοι κατά της παραδοχής της προσβαλλομένης η ένδικη δίοδος δεν είχε, με την ανοχή των ιδιοκτητών της τεθεί στην κοινή χρήση επί τόσο μέχρι την άσκηση της αγωγής (2006) χρόνο, ώστε να δημιουργήσει στους χρήστες της και δημότες του εναγομένου Δήμου, την πεποίθηση ότι είναι κοινόχρηστη, ώστε η εν συνεχεία διεκδίκησή της από τους συνιδιοκτήτες της να στοιχειοθετεί την επικαλούμενη ένσταση της ....

Επομένως η ένσταση αυτή με τις εκ των πραγμάτων αντίθετες παραδοχές της προσβαλλομένης προς εκείνες που στοιχειοθετούν το πραγματικό της λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε. Ενόψει τούτων ο ερευνώμενος δεύτερος λόγος της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί. Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ του ΚΠολΔικ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.

Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 και ιδίου κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, που επιδρούν δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεως (Ολ ΑΠ 2/2008), οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομισθέντα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από τον διάδικο.

Καμιά ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ’ είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη (έγγραφα, μάρτυρες, ένορκες βεβαιώσεις κ.λ.π.). Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμα αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τον τρόπο αναμφίβολο (Ολ ΑΠ 2/2008) ή κατ’ άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (Ολ ΑΠ 14/2005) ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως, αποδίδεται, στην προσβαλλομένη απόφαση, η από την παραπάνω διάταξη του άρθρου 559 ΚΠολΔικ πλημμέλεια, κατά την οποία το Εφετείο, κατά το σχηματισμό του δικαστικού του πορίσματος ως προς την κοινοχρησία της ένδικης διόδου και ως προς την αρτιότητα και το οικοδομήσιμο του ακινήτου των εναγόντων, δεν έλαβε υπόψη του τα ακόλουθα έγγραφα:

α) την υπ’ αριθμ. 2/2007 απόφαση ασφαλιστικών μέτρων του Ειρηνοδικείου Πρασιών, β) την περί προστασίας της προσωπικότητας εκκρεμή αγωγή ενώπιον του ίδιου Ειρηνοδικείου, 28 κατοικιών των ... και την υπέρ αυτών πρόσθετη παρέμβαση του αναιρεσείοντος Δήμου, γ) την υπ’ αριθμ. 7/2007 απόφαση του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Ναυπλίου, δ) την υπ’ αριθμ. 5/2008 απόφαση του Εισαγγελέα Εφετών Ναυπλίου, ε) την υπ’ αριθμ.

πρωτ. .../23.11.2004 πράξη του ... και στ) το υπ’ αριθμ. πρωτ. .../14.9.2007 έγγραφο του Πολεοδομικού Γραφείου .... Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος γιατί από την προσβαλλομένη απόφαση και ιδιαίτερα από την περιεχομένη σ’ αυτήν βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη τα έγγραφα "που νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι", σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν γεννιέται καμιά, απολύτως, αμφιβολία, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, τα οποία και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις για τη στήριξη, ως προς τα παραπάνω ζητήματα, του αποδεικτικού του πορίσματος.

Οι αιτιάσεις του ερευνώμενου λόγου, περί του ότι διαφορετική εκτίμηση των εγγράφων αυτών, θα οδηγούσε το δικαστήριο σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από το εξαχθέν, οδηγεί σε έλεγχο της προσβαλλομένης αποφάσεως, για πλημμελή ή κακή εκτίμηση των αποδείξεων και συνακόλουθα σε επανεκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης, ήτοι σε αποτέλεσμα που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τη θεμελιώδη επιλογή του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔικ.

Ενόψει τούτων και ο λόγος αυτός, καθώς και η αναίρεση, στο σύνολό της, πρέπει να απορριφθούν, ενώ ο αναιρεσείων Δήμος λόγω της ήττας του (άρθρ. 183, 176 και 180 παρ. 1 ΚΠολΔικ) πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, η οποία θα είναι μειωμένη, σύμφωνα με το επί Δήμων εφαρμοζόμενο άρθρο 22 παρ. 1 και 3 του Ν. 3693/1957 και όπως τούτο ισχύει μετά την υπ’ αριθμ. .../ 8.12.1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β’ 11/20.1.1993), που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 6.11.2015 αίτηση του ΝΠΔΔ (ΟΤΑ) με την επωνυμία "..." (ως καθολικού διαδόχου του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "...") κατά των Κ. Ε. Μ. του Δ. και Κ. Ε. Π., συζ. Κ.-Ε. Μ., για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 146/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) Ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Μαΐου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Ιουνίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ