Supreme Court allows appeal against taking inadmissible witness testimony from a party's own representative in labor dispute.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appellant's appeal regarding the admissibility of evidence in a labor dispute against a bank. The lower court relied on an oath-based statement given by the appellant's own legal representative, who was a party to the case at the time of testimony. The court ruled that such testimony is legally inadmissible because a party cannot act as a witness to their own case, rendering the evidence void.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 no. 11 para. a' KPolD; A party or their legal representative cannot serve as a witness in their own case, and the court cannot rely on such inadmissible evidence to found an appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 715 / 2013 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 715/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ. συζ. Ι. Μ., το γένος Σ. Μ., κατοίκου …, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Βασιλακάκι
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Τ ΒΑΝΚ Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρεία" (πρώην "ΑΣΠΙΣ ΒΑΝΚ Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρεία"), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευφημία Μητσοπούλου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-12-2006 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 30363/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2505/2008 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2-12-2011 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 24-10-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και την απόρριψη των λοιπών λόγων αυτής.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθ. 559 αριθ. 11 περ. α' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη μη επιτρεπόμενα από το νόμο αποδεικτικά μέσα. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθ. 62, 64 § 2, 339, 409 §§ 1 και 2, 410 και 415 έως 420 ΚΠολΔ και 61, 65, 67 και 70 ΑΚ συνάγεται ότι δεν μπορεί να είναι μάρτυρας, αφού δεν είναι τρίτος και δεν μπορεί γι' αυτό να έχει (καταρχήν τουλάχιστον) την αντικειμενικότητα του τρίτου, ο διάδικος και, για την ταυτότητα του λόγου, ο αντιπρόσωπος ανικάνου φυσικού προσώπου, ο νόμιμος εκπρόσωπος διαδίκου νομικού προσώπου ή το μέλος της διοίκησης αυτού.
Τούτο συνάγεται κυρίως από το ως άνω άρθ. 415 ΚΠολΔ που προβλέπει ως αποδεικτικό μέσο την εξέταση των διαδίκων ή των νομίμων εκπροσώπων των εκ των διαδίκων νομικών προσώπων ή των μελών της διοίκησής τους, η εξέταση, όμως, αυτή δεν αποτελεί μαρτυρία, αλλά ίδιο (επώνυμο) αποδεικτικό μέσο, καθόσον υπό την αντίθετη εκδοχή θα ήταν δυνατό να εξετάζεται το ίδιο πρόσωπο ως μάρτυρας και στην συνέχεια ως διάδικος ή ως εκπρόσωπος ή ως μέλος της διοίκησης διαδίκου νομικού προσώπου, λύση προδήλως άτοπη.
Κατά συνέπεια η ένορκη κατάθεση ως μάρτυρα του ίδιου του διαδίκου ή του νομίμου εκπροσώπου νομικού προσώπου είναι ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 374/2011, 1335/2008, 615/2008, 329/2008). Τα ανωτέρω, για την ταυτότητα του λόγου, ισχύουν και επί ενόρκων βεβαιώσεων ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου κατά το άρθ. 671 § 1 ΚΠολΔ, με τις οποίες ο ενόρκως βεβαιών τρίτος καταθέτει ό,τι γνωρίζει για τα αποδεικτέα πραγματικά περιστατικά.
Άρα ένορκη βεβαίωση ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου του ίδιου του διαδίκου ή του νομίμου εκπροσώπου διαδίκου νομικού προσώπου είναι ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο. Η έννομη αυτή συνέπεια προϋποθέτει την ύπαρξη της ιδιότητας του διαδίκου φυσικού προσώπου ή του εκπροσώπου διαδίκου νομικού προσώπου κατά τον χρόνο της ένορκης βεβαίωσης, που αποτελεί και τον κρίσιμο χρόνο για τον χαρακτηρισμό της ένορκης βεβαίωσης (ή κατάθεσης) ως ανυπόστατης (ΑΠ 1010/2009, 248/2009, 1492/2006, 1361/2005, 814/2005) και επομένως ένορκη βεβαίωση (ή κατάθεση) διαδίκου ή εκπροσώπου διαδίκου νομικού προσώπου εξακολουθεί ν' αποτελεί ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο και ανεπίτρεπτα λαμβάνεται υπόψη, όταν ο ενόρκως βεβαιών ήταν διάδικος κατά τον χρόνο της βεβαίωσης, έστω και αν απώλεσε μετά ταύτα την ιδιότητα αυτήν, στα πλαίσια της αυτής δίκης, καθόσον εξακολουθεί και τότε να υφίσταται ο δικαιολογητικός λόγος της απαγόρευσης λήψης υπόψη της ένορκης βεβαίωσης αυτού, η έλλειψη δηλ.
αντικειμενικότητας αυτού κατά τον κρίσιμο εκείνον χρόνο. Βέβαια κατά την διάταξη του άρθ. 671 § 1 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται κατ' άρθ. 674 § 2 του ίδιου Κώδικα και στην κατ' έφεση δίκη, το δικαστήριο κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών λαμβάνει υπόψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου.
Η απόκλιση, όμως, αυτή δεν εκτείνεται τόσο, ώστε να παρέχεται η εξουσία στο δικαστήριο να λαμβάνει υπόψη του κατά την διαδικασία αυτήν και ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα. Επομένως, η από το δικαστήριο λήψη υπόψη αυτών θεμελιώνει τον από τον αριθ. 11 περ. α' του άρθ. 559 ΚΠολΔ προβλεπόμενο αναιρετικό λόγο, άσχετα από το αν είχε προηγουμένως προβληθεί ή όχι σχετική εναντίωση του αντιδίκου αυτού που τα προσκομίζει, αφού πρόκειται για ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 882/2009, 615/2008, 329/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση η ένδικη από 14-12-2006 αγωγή της αναιρεσείουσας ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία, κατ' επιτρεπτή επισκόπηση αυτής (άρθ. 561 § 2 ΚΠολΔ), ζητούσε την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας από την αναιρεσίβλητη (ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΑSPIS BANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", που τροποποιήθηκε σε "Τ ΒΑΝΚ ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", τελούσα ήδη υπό ειδική εκκαθάριση) κ.λπ., εστρέφετο (πλην της αναιρεσίβλητης τράπεζας) και κατά της Ζ.
Λ. κ.λπ. ως νόμιμης εκπροσώπου της ως άνω τράπεζας. Κατά την έρευνα της υπόθεσης σε δεύτερο βαθμό, ύστερ' από την άσκηση έφεσης από την ήδη αναιρεσίβλητη τράπεζα κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία η αγωγή έγινε δεκτή ως προς την αναιρεσίβλητη τράπεζα και απορρίφθηκε ως προς την προαναφερομένη Ζ.
Λ. κ.λπ., το Εφετείο Θεσσαλονίκης με την προσβαλλομένη 2505/2008 απόφασή του και όπως απ' αυτήν προκύπτει απέρριψε, μετ' εξαφάνιση κατά τούτο της πρωτόδικης απόφασης, την αγωγή της αναιρεσείουσας και ως προς την αναιρεσίβλητη τράπεζα, λαμβάνοντας υπόψη για τον σχηματισμό του σχετικού αποδεικτικού του πορίσματος κατά την ρητή και ειδική περί τούτου μνεία στην αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του "και την υπ' αριθ…/8-3-2007 ένορκη βεβαίωση της Ζ.
Λ. ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, η οποία....., ενώ ορθά δεν λήφθηκε υπόψη πρωτόδικα γιατί τότε η ως άνω ήταν διάδικος....., τώρα νόμιμα λαμβάνεται υπόψη, καθόσον τώρα η ως άνω δεν είναι διάδικος...", ανυπόστατο δηλ. αποδεικτικό μέσο, αφού η ως άνω κατά τον κρίσιμο χρόνο της ένορκης βεβαίωσης ήταν διάδικος (εναγομένη).
Επομένως, πρέπει κατά παραδοχή ως βασίμου του συναφούς πρώτου λόγου αναίρεσης από την ως άνω διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 11 περ. α' ΚΠολΔ, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών, ν' αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση, που χρειάζεται διευκρίνιση, προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση, το οποίο μπορεί να συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθ. 580 § 3 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή τελικά ισχύει μετά την αντικατάστασή της και με το άρθ. 65 § 1 ν. 4139/2013) και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 2505/2008 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Απριλίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Απριλίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ