Legislator Case Law & Legislation
615/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal claiming lower court ignored evidence or ruled beyond appeal request.

Case Number 615/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by Angelakis Industrial and Poultry A.E. against the Athens Court of Appeal's decision. The appellant argued the lower court failed to consider specific evidence and ruled on issues not raised during the appeal. The court found that the lower court had explicitly noted and considered all submitted documents, including witness testimonies and employment records, and that the appellant had implicitly requested the award of overtime pay in their appeal arguments. Consequently, the court rejected the claims that the lower court erred by ignoring evidence or exceeding the scope of the appeal.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559(8) & 559(11) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the court of first instance considered all proposed evidence and if the appellant implicitly requested the disputed relief in their appeal arguments.

Keywords

AI generated
Article 559 Code of Civil Procedure consideration of evidence scope of appeal arguments implied request for relief dismissal of appeal

Cited Legislation

AI generated
Art. 559(8) of the Code of Civil Procedure
Art. 559(11) of the Code of Civil Procedure
Art. 561(2) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 615 / 2008 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 615/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ηλία Γιαννακάκη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΓΕΛΑΚΗΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΠΤΗΝΟΤΡΟΦΙΚΗ Α.Ε.", [ως αυτή υφίσταται στην ανωτέρω εταιρική μορφή κατόπιν συγχώνευσης και απορρόφησης από αυτή της Ετερόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "......... Ε.Ε." (ΦΕΚ 447/22-01-2003 ΤΑΕ ΚΑΙ ΕΠΕ)] που εδρεύει στη Χαλκίδα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αντιγόνη Κουκά. Του αναιρεσίβλητου:Ψ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιλτιάδη Καρπέτα, με δήλωση του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ., ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/1/2002 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδος. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 22/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 41/2005 και 120/2006 του Εφετείου Αθηνών (Μεταβατική έδρα Χαλκίδας). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12/1/2007 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρήστος Αλεξόπουλος, ανέγνωσε την από 13/2/2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αναιρέσεως. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τα διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα", κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συνθέτουν την ιστορική βάση και, άρα, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως καθώς και οι κύριοι και πρόσθετοι λόγοι εφέσεως που αφορούν σε αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς. Αντίθετα, δεν αποτελούν "πράγματα" η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ή τα πραγματικά επιχειρήματα, ήτοι οι πραγματικοί ισχυρισμοί προς ενδυνάμωση ή αποδυνάμωση των απόψεων κάποιου διαδίκου, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως. Τέλος, ο ανωτέρω, από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, αναιρετικός λόγος δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε τυπικό ή ουσιαστικό λόγο.

Εν προκειμένω, με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, η αναιρεσείουσα (εναγόμενη) ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΑΓΓΕΛΑΚΗΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΠΤΗΝΟΤΡΟΦΙΚΗ ΑΕ", υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, αποδίδει στο Εφετείο την αιτίαση ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του τον προβληθέντα κατά την έκκλητη δίκη ισχυρισμό τη περί ελλείψεως παθητικής νομιμοποιήσεώς της, για το λόγο όχι τόσο η αγωγή, όσο και η έφεση και η κλήση του αναιρεσιβλήτου (ενάγοντος - εκκαλούντος) εστρέφετο κατά της ετερόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "........ ΕΕ". Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ανωτέρω για έλλειψη παθητικής νομιμοποιήσεως ισχυρισμό της αναιρεσείουσας και τον απέρριψε ως αβάσιμο, δεχθέν ότι, μετά την κάταρξη της δίκης, η αρχικώς εναγόμενη - εφεσίβλητη, ως άνω ετερόρρυθμη εταιρία συγχωνεύθηκε, δι' απορροφήσεως, με την αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρία, η οποία, κατά συνέπεια, ως καθολική διάδοχος εκείνης, νομιμοποιείται παθητικά προς συνέχιση της δίκης.

Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται και όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 62, 64 παρ. 2, 339, 409 παρ. 1-2, 410, 415 - 420 ΚΠολΔ και 61, 65, 67, 70 Α.Κ. συνάγεται ότι δεν μπορεί να είναι μάρτυρας, αφού δεν είναι τρίτος και δεν μπορεί γι' αυτό να έχει την αντικειμενικότητα του τρίτου, ο διάδικος και, για την ταυτότητα του λόγου, ο νόμιμος εκπρόσωπος διαδίκου νομικού προσώπου ή το μέλος της διοικήσεως αυτού. Τούτο συνάγεται ιδίως από το άρθρο 415 ΚΠολΔ, που προβλέπει ως αποδεικτικό μέσο την εξέταση των διαδίκων ή των νομίμων εκπροσώπων των διαδίκων νομικών προσώπων ή των μελών της διοικήσεώς τους, καθόσον η εξέταση αυτή δεν αποτελεί μαρτυρία, αλλ' ίδιο αποδεικτικό μέσο, το οποίο επιτρέπεται όταν τα πραγματικά γεγονότα δεν αποδείχθηκαν καθόλου ή αποδείχθηκαν ατελώς από τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα. Υπό την αντίθετη εκδοχή, είναι δυνατό να εξετάζεται το ίδιο πρόσωπο ως μάρτυρας και στη συνέχεια ως διάδικος ή ως εκπρόσωπος ή μέλος της διοικήσεως διαδίκου νομικού προσώπου, λύση προδήλως άτοπη.

Συνεπώς, η ένορκη κατάθεση ως μάρτυρα του ίδιου του διαδίκου ή του νομίμου εκπροσώπου ή του μέλους της διοικήσεως του διαδίκου νομικού προσώπου είναι ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο. Εξάλλου, κατά το άρθρο 671 παρ. 1α ΚΠολΔ, το δικαστήριο, που δικάζει κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, λαμβάνει υπόψη για τη μόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος κατά την περί αυτού βεβαίωσή του και αποδεικτικά μέσα τα οποία δεν πληρούν τους όρους του νόμου.

Η απόκλιση όμως αυτή δεν εκτείνεται τόσο, ώστε να παρέχεται η εξουσία στο δικαστήριο να λαμβάνει υπόψη κατά την ως άνω ειδική διαδικασία και ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα. Απ' όλα τα ανωτέρω παρέπεται ότι η μη λήψη υπόψη αυτών από το δικαστήριο δεν θεμελιώνει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, ανεξάρτητα αν είχε προβληθεί οποτεδήποτε προηγουμένως ή όχι σχετική εναντίωση του αντιδίκου εκείνου που το προσκομίζει, αφού πρόκειται περί ανυποστάτων αποδεικτικών μέσων.

Επομένως, το Εφετείο, που δίκασε κατά την προαναφερόμενη ειδική διαδικασία και δεν έλαβε υπόψη για τη προσβαλλόμενη απόφαση, και την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα ανταποδείξεως ........, που ήταν νόμιμος εκπρόσωπος της αρχικώς εναγόμενης ως άνω ετερόρρυθμης εταιρίας αλλά και της καθολικής διαδόχου της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας, δεν υπέπεσε στην ανωτέρω πλημμέλέια, διότι το μη ληφθέν υπόψη αποδεικτικό αυτό μέσο ήταν ανυπόστατο.

Κατά συνέπεια, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ, αποδίδει στο Εφετείο την ως άνω αιτίαση, είναι αβάσιμος.

Από το άρθρο 1 παρ. 2 του Ν. 435/76 προκύπτει ότι η απασχόληση του μισθωτού κατά το μέρος που υπερβαίνει το ανώτατο όριο διάρκειας της εργασίας κατά τη μονάδα του χρόνου, που έχει ορισθεί με διάταξη νόμου ή με κανονιστική διοικητική πράξη κατά νόμιμη εξουσιοδότηση, συνιστά, εφόσον δεν συντρέχουν οι όροι του άρθρου 3 του ΝΔ 515/70 ή άλλη νόμιμη εξαίρεση, παράνομη υπερωρία, για την οποία ο μισθωτός έχει τις απαιτήσεις που αναφέρονται σε αυτή.

Περαιτέρω, με την υπ' αριθμ. 25/83 απόφαση του ΔΔΔΔ Αθηνών, καθιερώθηκε η εβδομάδα των πέντε εργασίμων ημερών για τους εργαζόμενους στις βιομηχανικές επιχειρήσεις, εφόσον απασχολούν πάνω από 50 εργαζόμενους. Εξάλλου, με το άρθρο 6 της από 14.2.84 εθνικής γενικής συλλογικής συμβάσεως εργασίας, που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως με την απόφαση του Υπουργού Εργασίας 11770/20.2.84 (ΦΕΚ Β', 81), η εβδομαδιαία διάρκεια της εργασίας των μισθωτών ορίσθηκε σε 40 ώρες, για την αμοιβή δε της απασχολήσεως πέρα από το συμβατικό αυτό εβδομαδιαίο ωράριο και έως τη συμπλήρωση του νομίμου ανωτάτου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας, δηλαδή της υπερεργασίας, γίνεται παραπομπή στο άρθρο 9 της 1/82 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Αθηνών, που κυρώθηκε με το άρθρο 29 του Ν. 1346/83.

Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι: α) ως προς τη συνδρομή υπερεργασίας υπό την ανωτέρω έννοια κριτήριο αποτελεί όχι η ημερήσια, αλλά η εβδομαδιαία απασχόληση του μισθωτού και μάλιστα εκείνη που πραγματοποιείται κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας και όχι κατά Κυριακές ή άλλες ημέρες αναπαύσεως, για τις οποίες υφίσταται αυτοτελής νομοθετική πρόνοια, και συνεπώς ο απασχολούμενος υπό καθεστώς πέντε εργασίμων ημερών εβδομαδιαίως πραγματοποιεί υπερεργασία για την οποία δικαιούται την οικεία αμοιβή (ωρομίσθιο επαυξανόμενο κατά 25%), αν η απασχόλησή του υπερβαίνει κατά τις ημέρες αυτές το συμβατικό όριο των 40 ωρών, β) ως προς τη συνδρομή υπερωριακής εργασίας, στην οποία αφορούν οι παροχές του άρθρου 1 του άνω Ν. 435/76, λαμβάνεται υπόψη όχι η εβδομαδιαία, αλλά η ημερήσια εργασία, υπό την έννοια ότι υφίσταται υπερωριακή εργασία όταν ο μισθωτός της προκείμενης κατηγορίας απασχολείται πέρα των οκτώ ωρών ημερησίως (ή πέρα των εννέα ωρών υπό τους όρους του άρθρου 6 της από 26.2.75 εθνικής γενικής συλλογικής συμβάσεως εργασίας, που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο του Ν. 133/75), έστω και αν με την υπεραπασχόληση αυτή δεν πραγματοποιείται υπέρβαση του οριζόμενου από το νόμο ανωτάτου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας, αφού δεν χωρεί συμψηφισμός της επιπλέον ημερήσιας εργασίας με τις ολιγότερες ώρες εργασίας άλλης ημέρας.

Η υπερωριακή αυτή εργασία αμείβεται ανάλογα με το χαρακτηρισμό της ως νόμιμης ή παράνομης. Ειδικώς, επί πενθημέρου, η πέρα των 45 ωρών και μέχρι τη συμπλήρωση των 48 ωρών τρίωρη κάθε εβδομάδα (48-45=3 ώρες) εργασία θεωρείται ως επιτρεπτή νόμιμη υπερωριακή εργασία (κατ' άρθρο 6 παρ. 2 εδ. β' της από 26.2.75 ΕΓΣΣΕ Ν. 133/75), που δεν συμψηφίζεται στα επιτρεπόμενα όρια υπερωριακής απασχολήσεως και αμείβεται σύμφωνα με το άρθρο 1 του Ν. 435/76, δηλαδή με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο αυξημένο κατά 25%.

Η δε παράνομη εργασία, δηλαδή χωρίς την τήρηση των προϋποθέσεων του ΝΔ 515/70, αμείβεται σύμφωνα με το ανωτέρω άρθρο 1 παρ. 2 του Ν. 435/76 (δηλαδή με αποζημίωση βάσει των διατάξεων του αδικαιολογήτου πλουτισμού, άρθρο 904 επ. ΑΚ) και την προσαύξηση 100% του καταβαλλομένου ωρομισθίου. Από 1-4-2001, μετά το ν. 2874/2000, η υπερεργασία καταργείται και η απασχόληση πέρα των 40 ωρών και μέχρι 43 εβδομαδιαίως θεωρείται ως ιδιόρρυθμη υπερωρία, νόμιμη και επιτρεπτή, η οποία αμείβεται με το επιβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 50% (παρ. 2 και 4 του άρθρου 4).

Υπερωρία συνιστά η απασχόληση πέραν των 43 ετών εβδομαδιαίως, καθώς και η απασχόληση πέραν των 9 ωρών ημερησίως για τους μισθωτούς με πενθήμερο. Αν η υπερωρία είναι παράνομη, για κάθε ώρα τέτοιας απασχολήσεως, ο μισθωτός δικαιούται αποζημίωση ίση με το 250% του καταβαλλομένου ωρομισθίου (δηλαδή προσαύξηση 150% του ωρομισθίου), σύμφωνα με την παρ. 5 του ίδιου άρθρου.

Τέλος, ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν περιγράφονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοσθέντος κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων, όχι όμως όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναχθέντος από αυτές και με σαφήνεια διατυπωμένου αποδεικτικού πορίσματος.

Η θεμελίωση του τελευταίου λόγου προϋποθέτει ελλείψεις σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όπως είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συνθέτουν την ιστορική βάση και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως. Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν αλλά πλήρεις αιτιολογίες.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά κρίση ανέλεγκτη, τα ακόλουθα: Ο αναιρεσίβλητος (ενάγων) στις ...... προσελήφθη από την αναιρεσείουσα (εναγόμενη), με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως εργάτης, με ειδικότητα παραγωγής φυραματοποιείου στις εγκαταστάσεις εκτροφής, παχύνσεως πουλερικών, εμπορίας και επεξεργασίας λοιπών ζωοτροφών που διατηρεί η αναιρεσείουσα στη Νέα Αρτάκη Ευβοίας.

Στις 1-10-2001, η τελευταία προέβη σε έγγραφη καταγγελία της εργασιακής του συμβάσεως και του κατέβαλε ως αποζημίωση το ποσό των 298.059 δραχμών (874,71 ευρώ). Καθ' όλη τη διάρκεια της απασχολήσεώς του, ο αναιρεσίβλητος, ο οποίος εργαζόταν στον παλαιό μύλο της αναιρεσείουσας, όπου γίνονται όλες οι εργασίες οι σχετικές με την παρασκευή φυραμάτων, εργάστηκε έξι ημέρες την εβδομάδα (από Δευτέρα έως και Σάββατο) από τις 8.00 π.μ.

έως τις 19,00 μ.μ., ήτοι έντεκα ώρες ημερησίως. Περαιτέρω, με την υπ' αριθμ. 25/83 απόφαση του Δ.Δ.Δ.Δ. Αθηνών καθιερώθηκε υποχρεωτικά η εφαρμογή της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας για τους εργαζομένους στις βιομηχανικές επιχειρήσεις, εφόσον απασχολούν πάνω από 50 εργαζόμενους. Στη ρύθμιση αυτή υπάγονται και τα πτηνοτροφεία - βιομηχανικές επιχειρήσεις, όπως η αναιρεσείουσα, η οποία απασχολεί περίπου 220 εργαζόμενους.

Κατά συνέπεια, η οποιαδήποτε συμφωνία για απασχόληση του προσωπικού το Σάββατο είναι άκυρη, η εργασία κατά την ημέρα αυτή είναι παράνομη και ο εργαζόμενος μπορεί να αξιώσει αμοιβή σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, οι δε ώρες εργασίας δεν μπορούν να προστεθούν στις εργάσιμες ημέρες της ίδιας εβδομάδας εργασίας του, γιατί η εργασία κατά το Σάββατο ρυθμίζεται αυτοτελώς και συνεπώς δεν λαμβάνεται υπόψη για τη θεμελίωση αξιώσεων υπερεργασίας, αλλά λαμβάνεται υπόψη αυτοτελώς μόνον για την θεμελίωση αξιώσεων υπερωριακής απασχολήσεως κατά την ημέρα αυτή.

Έτσι ο αναιρεσίβλητος παρείχε πραγματική εργασία 11 ώρες κάθε ημέρα, από Δευτέρα έως και Σάββατο, για ολόκληρη την επίδικη χρονική περίοδο. Κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-1997 έως 31-1-2001, ο αναιρεσίβλητος εργαζόταν συνολικά 55 ώρες τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας, από τις οποίες 40 ώρες ήταν το κανονικό ωράριό του, 5 ώρες ήταν υπερεργασία, αμειβομένη με το ωρομίσθιο, προσαυξημένο κατά 25%, 3 ώρες ήταν ιδιότυπη υπερωρία, αμειβομένη ομοίως και 7 ώρες ήταν παράνομη υπερωρία, αμειβομένη με το ωρομίσθιο, προσαυξημένο κατά 100%.

Η ενδεκάωρη εργασία του Σαββάτου δεν συναριθμείται με την απασχόληση των εργασίμων ημερών για τον προσδιορισμό της εβδομαδιαίας απασχολήσεως του αναιρεσιβλήτου και δεν αποτελεί υπερεργασία, αλλά αποτελεί παράνομη υπερωρία κατά το μέρος που υπερβαίνει το ημερήσιο ωράριο των οκτώ ωρών, ήτοι κατά 3 ώρες.

Από την 1-4-2001, οπότε με το άρθρο 4 του Ν. 2874/2000, καταργήθηκε η υποχρέωση του μισθωτού για υπερεργασιακή απασχόληση (5 ωρών), πέραν του συμβατικού ωραρίου των 40 ωρών την εβδομάδα, και διατηρήθηκε η υποχρέωση αυτού για ιδιόρρυθμη υπερωριακή απασχόληση τριών ωρών πέραν του συμβατικού εβδομαδιαίου ωραρίου, 40 ώρες ήταν το κανονικό ωράριο, 3 ώρες (41-43) ήταν ιδιόρρυθμη υπερωριακή απασχόληση, αμειβόμενη με αμοιβή ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο, προσαυξημένο κατά 50% και 12 ώρες (44-45) ήταν παράνομη υπερωρία, για την οποία οφείλεται αποζημίωση ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 150%, για κάθε ώρα παράνομης υπερωρίας.

Στη συνέχεια το Εφετείο επιδίκασε στον αναιρεσίβλητο: α) για το χρονικό διάστημα από 1-1-1997 έως 31-3-2001 ως αμοιβή για υπερεργασία 5 ωρών εβδομαδιαίως και για ιδιότυπη υπερωρία 3 ωρών εβδομαδιαίως τα αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση χρηματικά ποσά, προσαυξάνοντας το νόμιμο ωρομίσθιο κατά 25%, β) για το χρονικό διάστημα από 1-4-2001 έως 30-9-2001 ως αμοιβή για ιδιόρρυθμη υπερωρία 3 ωρών εβδομαδιαίως τα αναφερόμενα στην απόφαση χρηματικά ποσά, προσαυξάνοντας το ωρομίσθιο κατά 50%, γ) για το χρονικό διάστημα από 1-1-1997 έως 31-3-2001, ως αμοιβή για παράνομη υπερωριακή απασχόληση 10 ωρών εβδομαδιαίως (περιλαμβανομένων και των 3 ωρών του Σαββάτου), τα αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση χρηματικά ποσά, τα οποία θα κατέβαλε η αναιρεσείουσα σε άλλον εργαζόμενο, για να εξασφαλίσει υπηρεσίες ίσης ποιοτικής και ποσοτικής αξίας με εκείνες που παρείχε ο αναιρεσίβλητος, προσαυξάνοντας το νόμιμο ωρομίσθιο κατά 100% και δ) για το χρονικό διάστημα από 1-4-2001 έως 3-9-2001 ως αμοιβή για παράνομη υπερωριακή εργασία 12 ωρών εβδομαδιαίως, τα αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση χρηματικά ποσά, προσαυξάνοντας το ωρομίσθιο κατά 150%.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παρεβίασε εκ πλαγίου τις πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις - αφού διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο - ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των διατάξεων αυτών. Επομένως, οι τρίτος και πέμπτος λόγοι αναιρέσεως, που απορρέουν από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, με τους οποίους προβάλλεται έλλειψη νόμιμης βάσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, είναι αβάσιμοι.

Όπως συνάγεται από τα άρθρα 335, 338, 340 και 346 ΚΠολΔ το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό πόρισμα, αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.

Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως. Αυτός θεμελιώνεται όχι μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη του και τα έγγραφα, τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά και όταν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως δεν καθίσταται απόλυτα βέβαιο, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα ή ορισμένα από τα έγγραφα αυτά.

Εξάλλου, οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, οι οποίες λαμβάνονται υπόψη κατά τη διαδικασία του άρθρου 681Α του ΚΠολΔ, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 671 παρ. 1 εδ. γ' ΚΠολΔ, αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο σε σχέση με τα έγγραφα και πρέπει να μνημονεύονται ειδικά στην απόφαση, ενώ η μη λήψη τους υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ αν αυτές είχαν προσκομισθεί και είχε γίνει νόμιμη επίκλησή τους.

Στην προκείμενη περίπτωση, στην προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από την επισκόπησή της, το Εφετείο, αφενός μνημονεύει ρητά και ειδικά ότι προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ως προς τη μερική παραδοχή της αγωγής του αναιρεσιβλήτου έλαβε υπόψη του, μεταξύ άλλων, την 726/2004 ένορκη βεβαίωση, του μάρτυρα ......, που λήφθηκε νόμιμα και προσκομίσθηκε με επίκληση απ' αυτή (αναιρεσείουσα) και αφετέρου βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη του και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.

Από τη βεβαίωση αυτή, αλλά και από τις αιτιολογίες της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει, χωρίς καμία αμφιβολία, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του όλα τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο αποδεικτικά έγγραφα και ειδικότερα: 1) τον από .... πίνακα ωρών εργασίας, 2) τον από .... πίνακα ωρών εργασίας, 3) τον από ..... πίνακα ωρών εργασίας, 4) τον από .....

πίνακα ωρών εργασίας, 5) τον από ... πίνακα ωρών εργασίας, 6) τον από ..... πίνακα ωρών εργασίας, 7) τον από ....... πίνακα ωρών εργασίας, 8) τον πίνακα στοιχείων ταυτότητας εργαζομένων των ετών 2000 και 2001 και 9) την κατάσταση του συνόλου των νεοσσών προς εκτροφή των ετών 2000 και 2001 και κατά συνέπεια ο εκ του άρθρου 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ περί του αντιθέτου τέταρτος λόγος της αναιρετικής αιτήσεως είναι αβάσιμος.

Ο από τον αριθμ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν, περίσταση η οποία συντρέχει και όταν το κατ' έφεση δικάζον δικαστήριο επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν με την έφεση ή αντέφεση.

Εν προκειμένω, η αναιρεσείουσα, με τον έκτο λόγο αναιρέσεως, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 9 ΚΠολΔ, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι επιδίκασε στον αναιρεσίβλητο περισσότερα από όσα με την έφεσή του ζήτησε και συγκεκριμένα αμοιβή για παράνομη υπερωρία κατά την ημέρα του Σαββάτου, και τούτο διότι, αν και το σχετικό αγωγικό του κονδύλιο είχε απορριφθεί πρωτοδίκως, δεν εζητείτο με την έφεση του αναιρεσιβλήτου η επιδίκαση τέτοιας αμοιβής. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της εφέσεως του αναιρεσιβλήτου (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), ο τελευταίος αυτός, με τον τρίτο λόγο της εφέσεώς του, παρεπονείτο ρητά και ειδικά για την απόρριψη του ανωτέρω αγωγικού κεφαλαίου του, ζητώντας την εξαφάνιση της πρωτόδικης αποφάσεως και την επιδίκασή του και επομένως, κατά το αντίστοιχο μέρος της, η υπόθεση είχε μεταβιβαστεί στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το οποίο είχε εντεύθεν την εξουσία να ερευνήσει αυτό και να προέλθει στην επιδίκαση αμοιβής για την ανωτέρω αιτία.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12-1-2007 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΓΕΛΑΚΗΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΠΤΗΝΟΤΡΟΦΙΚΗ ΑΕ" περί αναιρέσεως της 120/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών (Μεταβατική Έδρα Χαλκίδας). Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε επτακόσια (700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Μαρτίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Μαρτίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ