Legislator Case Law & Legislation
711/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal due to contradictory grounds and error of fact outside appellate review scope.

Case Number 711/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the bank's appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision rejecting the bank's complaint. The appellant argued the lower court ignored a specific document and misinterpreted its content regarding loan repayment funds. The court rejected these claims as contradictory and found the lower court's factual assessment of the document was not subject to appellate review.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(11γ), 559(20) of the Code of Civil Procedure; Contradictory grounds of appeal regarding the same document are inadmissible, and errors of fact in interpreting evidence fall outside the scope of appellate review.

Keywords

AI generated
contradictory grounds of appeal inadmissible appeal error of fact appellate review scope interpretation of evidence

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 118 and 556 of the Code of Civil Procedure
Article 559(20) of the Code of Civil Procedure
Article 561(2) of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 711 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 711/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη και Μαρί Δεργαζαριάν - Εισηγήτρια Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "....", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σωτήριο Ναούμ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "....", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Τσιμπληνίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., στην οποία αναφέρει ότι παρίσταται για την ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "...", η οποία έχει καταστεί καθολική διάδοχος της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...."

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-01-2009 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6112/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 1213/2013 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 11-10-2013 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρί Δεργαζαριάν ανέγνωσε την από 25-10-2021 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με τη κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα με αριθμό 1213/2013 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσία η έφεση της εκκαλούσας-ανακόπτουσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθ. 6112/2011 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία είχε απορριφθεί η ανακοπή της αναιρεσείουσας. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και, συνεπώς, είναι παραδεκτή [άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ], πρέπει δε να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 και 556 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο δικόγραφο της αναίρεσης πρέπει να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι αναίρεσης, οι οποίοι και δεν πρέπει να αντιφάσκουν μεταξύ τους. Αν υπάρχει αντίφαση, γεγονός που συμβαίνει και όταν προβάλλεται με το αναιρετήριο ο λόγος από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ότι το εφετείο δεν έλαβε υπόψη κάποιο έγγραφο, και στη συνέχεια ο λόγος από τον αριθμό 20 του ίδιου άρθρου, ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού, ο δεύτερος λόγος απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 580/2019, ΑΠ 2264/2013, ΑΠ 579/2007).

Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολ ΑΠ 2/2008, ΑΠ 15/2021, ΑΠ 420/2020).

Κατά το άρθρο 559 αριθμός 11 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά τον νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Με τη διάταξη του αρ. 11β` και γ` που αποτελεί εκδήλωση της αρχής της συζητήσεως (άρθρο 106 ΚΠολΔ), διασφαλίζεται η συμμόρφωση προς τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, ώστε να λαμβάνονται υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι και μόνον αυτά.

Ο λόγος, όμως, είναι αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολογήσεως εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη.

Ωστόσο, ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν, παρά τη διαβεβαίωση της προσβαλλομένης απόφασης ότι έλαβε υπόψη όλα τα προσκομισθέντα και επικληθέντα αποδεικτικά μέσα, ο Άρειος Πάγος, συνεκτιμώντας και το αιτιολογικό της προσβαλλομένης απόφασης, καταλήγει ότι δεν καθίσταται οπωσδήποτε βέβαιο ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη το συγκεκριμένο αποδεικτικό έγγραφο, το οποίο, αν το είχε λάβει υπόψη, θα είχε καταλήξει σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα (ΑΠ 180/2017).

Επίσης, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ, πρέπει να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο το αποδεικτικό μέσο που παράνομα λήφθηκε ή δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο, ο λόγος για τον οποίο έπρεπε ή δεν έπρεπε να ληφθεί υπόψη και ο ισχυρισμός που αποδείχτηκε ή που θα αποδεικνυόταν από το εν λόγω αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 988/2021).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα: "Δυνάμει της υπ' αριθ. 2239/31-7-2008 κατασχετήριας έκθεσης ακίνητης περιουσίας του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, Ι. Μ., με επίσπευση της....ανακόπτουσας και νυν εκκαλούσας ανώνυμης εταιρίας (αναιρεσείουσας) με την επωνυμία "....", εκπλειστηριάσθηκαν στις 15-10-2008, ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης, Μαρίας Άτσαλα δύο (2) ακίνητα, ιδιοκτησίας, κατά πλήρη κυριότητα, της οφειλέτριας, Μ.

Κ. του Γ. και συγκεκριμένα α) ένα αυτοτελές και διηρημένο διαμέρισμα που βρίσκεται στο ισόγειο όροφο της οικοδομής με πρόσοψη στην οδό ... εμβαδού 94 τ.μ., και β) ένα αυτοτελές και διηρημένο διαμέρισμα που βρίσκεται στον 2° όροφο της οικοδομής με πρόσοψη στην οδό ..., εμβαδού μικτού 57,70 τ.μ. Κατά τον διενεργηθέντα πλειστηριασμό αναγγέλθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα:

α) η ανακόπτουσα, ως ενυπόθηκη δανείστρια για ποσό 114.031,23 ευρώ, από αξίωση που απορρέει από την υπ' αριθ. 23490/2008 Διαταγή Πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε δυνάμει των υπ' αριθ. 3130/001/19-9-052006 και 3130/008/19-05-2006 συμβάσεων στεγαστικού - επισκευαστικού δανείου, που καταρτίσθηκαν ανάμεσα στην ανακόπτουσα-εκκαλούσα "....

και στην πιστούχο Μ. Κ. του Γ., σύμφωνα με τις οποίες συμβάσεις χορηγήθηκε στην τελευταία έντοκο δάνειο, συνολικού ποσού 110.000 ευρώ, και β) η καθ' ης η ανακοπή - εφεσίβλητη (αναιρεσίβλητη) με την επωνυμία "..." ως ενυπόθηκη δανείστρια για ποσό 43.457,80 ευρώ, από αξίωση που απορρέει από την υπ' αριθμό 27838/2008 Διαταγή Πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε δυνάμει της υπ' αριθμ. .../26- 11-2004 συμβάσεως στεγαστικού δανείου, που καταρτίσθηκε ανάμεσα στην καθ' ης η ανακοπή εφεσίβλητη και την Μ.

Κ. του Γ. (πιστούχο), σύμφωνα με την οποία σύμβαση χορηγήθηκε στην τελευταία έντοκο στεγαστικό δάνειο, συνολικού ποσού 44.000 ευρώ. Τα ανωτέρω ακίνητα κατακυρώθηκαν στον υπερθεματιστή Γ. Ν. και το πλειστηρίασμα που επιτεύχθηκε ανήλθε στο ποσό των 69.100 ευρώ για το πρώτο ακίνητο και στο ποσό των 44.100 για το δεύτερο ακίνητο, ήτοι συνολικά σε 113.200 ευρώ και για το σκοπό αυτό συντάχθηκε η υπ' αριθ. .../15-10-2008 έκθεση πλειστηριασμού της πάνω συμβολαιογράφου.

Επειδή το πλειστηρίασμα δεν αρκούσε για την ικανοποίηση των δανειστών η συμβολαιογράφος συνέταξε τον ανακόπτοντα (ορθό: ανακοπτόμενο) με αριθμό .../8-12/80 πίνακα κατάταξης, στον οποίο, αφού αφαιρέθηκαν τα έξοδα, συνολικού ύψους 2.884,01 ευρώ για το πρώτο ακίνητο και 1.840,62 ευρώ για το δεύτερο ακίνητο, κατέταξε σε ολόκληρο το υπόλοιπο προς διανομή πλειστηρίασμα α) προνομιακά και τυχαία την καθ' ης η ανακοπή-εφεσίβλητη για ποσό 44.140,53 ευρώ, για την πλήρη ικανοποίηση της απαίτησής της, την οποία είχε εξασφαλίσει με εγγραφή πρώτης προσημείωσης επί του υπό στοιχείο α' των εκπλειστηριασθέντων ακινήτων, β) προνομιακά και τυχαία την ανακόπτουσα και ήδη εκκαλούσα για ποσό 22.075,46 ευρώ για μερική ικανοποίηση της απαίτησής της, την οποία είχε εξασφαλίσει με εγγραφή δεύτερης προσημείωσης υποθήκης επί του στοιχείο α' των εκπλειστηριασμένων ακινήτων, και γ)προνομιακά και τυχαία την ανακόπτουσα και νυν εκκαλούσα για ποσό 42.859,38 ευρώ, για μερική ικανοποίηση της απαίτησής της, την οποία είχε εξασφαλίσει με εγγραφή δεύτερης προσημείωσης υποθήκης επί του υπό στοιχείο β' των εκπλειστηριασθέντων ακινήτων.

Η Μ. Κ. με την υπ' αριθ. .../26-11-04 σύμβαση στεγαστικού δανείου και το από 26-11-2004 προσάρτημα αυτής, έλαβε από την καθ' ης η ανακοπή εφεσίβλητη "...", έντοκο στεγαστικό δάνειο, ύψους 44.000 ευρώ. Σύμφωνα με τον όρο 3 της συμβάσεως αυτής ανοίχθηκε ο υπ' αριθ. ... 48 καταθετικός λογαριασμός από τον οποίο την πρώτη (1η) εργάσιμη ημέρα κάθε μήνα γινόταν οι αναλήψεις των δόσεων του δανείου, τα ποσά των οποίων κατατίθεντο σε πίστωση του υπ' αριθμ. ...

λογαριασμού, που ανοίχθηκε για την εξυπηρέτηση της ως άνω δανειακής σύμβασης. Η οφειλέτρια, Μ. Κ., επειδή ήθελε να εξοφλήσει το υπόλοιπο της οφειλής της από την παραπάνω δανειακή σύμβαση, υπέβαλε στις 19-1-2007, στην καθ' ης η ανακοπή, αίτηση για πρόωρη εξόφληση της οφειλής της, που ανερχόταν κατά το χρονικό εκείνο σημείο (19-1-2007) σε 40.516,59 ευρώ, πλην όμως λόγω της αδράνειάς της να εξοφλήσει την οφειλή της, η διαδικασία αυτή της πρόωρης εξόφλησης δεν ολοκληρώθηκε.

Λόγω μη εμπρόθεσμης καταβολής των δόσεων μηνών Νοεμβρίου 2007 έως και Μαΐου 2008 που είχαν καταστεί ληξιπρόθεσμες, η καθ' ης η ανακοπή - εφεσίβλητη κατήγγειλε με την από 2-6-2008 εξώδικη καταγγελία της την ένδικη σύμβαση δανείου, στη συνέχεια κάλεσε την οφειλέτρια να της καταβάλλει συνολικά το ποσό των 40.981,65 ευρώ (για απαίτηση, τόκους και έξοδα), λόγω δε της άρνησης της τελευταίας εξέδωσε σε βάρος της την υπ' αριθ. 27.838/2008 διαταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

Προς εξασφάλιση της ως άνω αρχικής απαίτησης, η καθ' ης είχε εγγράψει στις 14-12-2004, συναινετική προσημείωση υποθήκης, αξίας 57.200 ευρώ, στο υπό στοιχείο α' ακίνητο της οφειλέτριας, ήτοι στο ισόγειο διαμέρισμα, εμβαδού 94 τ.μ. επί της οδού Ζάκα 79, ιδιοκτησίας της δανειολήπτριας Μ. Κ.. Στις 8-6-2006 η ανακόπτουσα και νυν εκκαλούσα, κατόπιν αιτήσεως της Μ.

Κ. (οφειλέτριας) προκειμένου η τελευταία να εξοφλήσει την οφειλή της, προς την καθ' ης η ανακοπή - εφεσίβλητη, εξέδωσε την υπ' αριθ. 0007999220 τραπεζική επιταγή, ποσού 42.160,23 ευρώ, πληρωτέα από αυτή (ανακόπτουσα), σε διαταγή της καθ' ης η ανακοπή, η ως άνω δε επιταγή στη συνέχεια οπισθογραφήθηκε στην οφειλέτρια Μ.

Κ., η οποία την κατέθεσε στον υπ' αριθ. ... καταθετικό λογαριασμό που τηρούσε η καθ' ης η ανακοπή - εφεσίβλητη, όπως τούτο προκύπτει από την κίνηση του παραπάνω λογαριασμού. Σύμφωνα με το άρθρο 14 του προσαρτήματος της δανειακής σύμβασης: "για την πληρωμή των οφειλόμενων δόσεων του δανείου, των τόκων και των λοιπών από την παρούσα σύμβαση οφειλών, ο οφειλέτης παρέχει ανέκκλητα στην τράπεζα, την πληρεξουσιότητα, την εντολή και το δικαίωμα να προβαίνει μόνη, κατά τις ημερομηνίες του άρθρου 1 του παρόντος προσαρτήματος, σε απευθείας ανάληψη των ποσών των αντίστοιχων δόσεων από τον υπ' αριθ. ...

λογαριασμό που έχει ανοίξει αποκλειστικά και μόνο για τον σκοπό αυτό και τηρεί στην τράπεζα". Επίσης, σύμφωνα με τον όρο 16 του προσαρτήματος στην ως άνω σύμβαση: "πρόωρη μερική ή ολική αποπληρωμή του δανείου μπορεί να γίνει με τους ακόλουθους όρους και προϋποθέσεις (...), (γ) πρόωρη αποπληρωμή (μερική ή ολική) γίνεται μόνο μετά από σχετικό έγγραφο αίτημα που ο οφειλέτης πρέπει να υποβάλει σε οποιοδήποτε κατάστημα της τράπεζας προ τριάντα (30) ημερών από την επιθυμητή ημερομηνία καταβολής (δ) Ολική πρόωρη αποπληρωμή:

Μετά το κατά το παραπάνω (υπό γ) σχετικό αίτημα, η τράπεζα υπολογίζει το προς καταβολή από τον οφειλέτη ποσό, το οποίο συντίθεται από τους δεδουλευμένους τόκους μέχρι την ημερομηνία της καταβολής, την αποζημίωση της τράπεζας του άρθρου 17 του παρόντος προσαρτήματος και το ανεξόφλητο κεφάλαιο. Σε περίπτωση που παρέλθει άπρακτη η κατά τα παραπάνω ημερομηνία καταβολής, ολική πρόωρη εξόφληση μπορεί να γίνει μόνο μετά από επανάληψη της ίδιας διαδικασίας".

Με βάση τα παραπάνω η ως άνω κατάθεση της τραπεζικής επιταγής δεν συνιστά προσήκουσα καταβολή της οφειλής που διατηρεί η οφειλέτρια έναντι της καθ' ης η ανακοπή, σύμφωνα με τους όρους της ένδικης σύμβασης, καθόσον η κατάθεση χρημάτων σε καταθετικό λογαριασμό δεν συνεπάγεται την παρακράτηση του χρηματικού αυτού ποσού από την τράπεζα που τηρεί τον λογαριασμό, αλλά γεννά την υποχρέωση της τελευταίας, να αποδώσει στον καταθέτη την αγοραστική τους δύναμη, όποτε ο τελευταίος το ζητήσει.

Έτσι με την κατάθεση του ποσού των 42.610,23 ευρώ στον υπ' αριθ... καταθετικό λογαριασμό της καθ' ης και νυν εφεσίβλητης, η τελευταία δεν δικαιούταν να το αναλάβει ως ικανοποίηση της απαίτησης της και από την υπ' αριθ. .../26-11-04 σύμβαση δανείου, αφού από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι η ανακόπτουσα και νυν εκκαλούσα είχε χορηγήσει ρητώς στην καθ' ης η ανακοπή και νυν εφεσίβλητη, σχετική εξουσιοδότηση προς τούτο, ούτε εξάλλου τηρήθηκε ο 16ος όρος του προσαρτήματος της ένδικης συμβάσεως, καθόσον τριάντα ημέρες από την κατάθεση της αίτησης της Μ.

Κ. (οφειλέτριας) δεν ανευρέθηκε στον καταθετικό της λογαριασμό το σύνολο του οφειλόμενου στην καθ' ης ποσού, ύψος 40.516,59 ευρώ, αλλά το ποσό των 38.208,06 ευρώ, το έλλειμμα δε αυτό είχε ως αποτέλεσμα, βάσει των όρων της συμβάσεως να καταστεί αδύνατη η αποπληρωμή της δανειακής σύμβασης. Μάλιστα δε ο εν λόγω καταθετικός λογαριασμός στις 21-1-2008, μετά από σταδιακές αναλήψεις χρηματικών ποσών από την οφειλέτρια Μ.

Κ. χωρίς όμως να καταβάλει αυτά στην εφεσίβλητη για την εξόφληση του δανείου της, εμφάνιζε λογιστικό υπόλοιπο 1.341,55 ευρώ. Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω η απαίτηση της καθ' ης η ανακοπή και νυν εφεσίβλητης δεν εξοφλήθηκε και ορθώς η επί του πλειστηριασμού υπάλληλος κατέταξε την καθ' ης η ανακοπή στον προσβαλλόμενο πίνακα κατάταξης προνομιακά και τυχαία, υπό τον όρο της τελεσίδικης επιδίκασης της απαίτησής της, για το ποσό των 44.140,53 ευρώ, κατά μερικό αποκλεισμό της απαιτήσεως της ανακόπτουσας - εκκαλούσας.

Τα δε ισχυριζόμενα από την ανακόπτουσα και νυν εκκαλούσα ότι η καθ' ης η ανακοπή και νυν εφεσίβλητη "μπορούσε εγκαίρως να αναλάβει τα χρήματα τα οποία κατέθεσε στο λογαριασμό της Μ. Κ. χωρίς κανένα λόγο, χωρίς σύμβαση, χωρίς υποχρέωση, χωρίς να τα οφείλει", πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα, αφού μόνο για συγκεκριμένο λόγο αυτή μπορούσε να κάνει ανάληψη χρημάτων από τον ως άνω καταθετικό λογαριασμό της οφειλέτριας και αφορούσαν τις δόσεις του δανείου, τα ποσά των οποίων κατέθεσε σε πίστωση του υπ' αριθ. ...

λογαριασμού που ανοίχθηκε για την εξυπηρέτηση της ως άνω δανειακής σύμβασης. Το πρωτόδικο Δικαστήριο που έκρινε ομοίως δεχόμενο ότι δεν έλαβε χώρα προσήκουσα εξόφληση της οφειλής της καθ' ης η ανακοπή και απέρριψε την ανακοπή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, ορθώς εκτίμησε τις αποδείξεις, τα δε αντίθετα υποστηριζόμενα από την εκκαλούσα με τους δύο λόγους εφέσεως που αναφέρονται και οι δύο στην κακή εκτίμηση των αποδείξεων, πρέπει να απορριφθούν ως κατ' ουσίαν αβάσιμοι".

Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσής της η αναιρεσείουσα αιτιάται ότι η προσβαλλομένη υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπ' όψη αποδεικτικό μέσο που αυτή προσκόμισε και επικαλέσθηκε, ήτοι το έγγραφο που τιτλοφορείται "αίτηση πρόωρης εξόφλησης στεγαστικού δανείου", με ημερομηνία (διορθωμένη) 19-01-2007, έχει δε το ακόλουθο περιεχόμενο: "Μεταφορά δανείου σε άλλη Τράπεζα (λόγω μη ικανοποίησης για συμπληρωματικό δάνειο).

Περαιτέρω στο έγγραφο εκτίθενται οι παρατηρήσεις του συμβούλου στέγης (υπαλλήλου της αναιρεσίβλητης): "Τα χρήματα είναι διαθέσιμα ήδη στον λογαριασμό εξυπηρέτησης για την εξόφληση του παραπάνω δανείου από τον Ιούνιο του 2006, προϊόν μεταφοράς του δανείου της "..." ύστερα από αρνητική έγκριση της Τράπεζάς μας για συμπληρωματικό δάνειο".

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον από τη σχετική βεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλομένη απόφασή του, ότι στην περί πραγμάτων κρίση του κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη, μεταξύ άλλων, και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, σε συνδυασμό και με τις αιτιολογίες της απόφασης, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και το παραπάνω φερόμενο ως αγνοηθέν αποδεικτικό μέσο.

Με βάση τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης προκύπτει σαφώς ότι αυτή έλαβε υπόψη το έγγραφο αυτό, αφού γίνεται σχετική αναφορά περί υποβολής από την οφειλέτρια της από 19-1-2007 αίτησης για πρόωρη εξόφληση της οφειλής, πλην όμως, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, το Δικαστήριο δέχθηκε "ότι μόνο για συγκεκριμένο λόγο η αναιρεσίβλητη μπορούσε να κάνει ανάληψη χρημάτων από τον ως άνω καταθετικό λογαριασμό της οφειλέτριας και αφορούσε τις δόσεις του δανείου".

Συνεπώς, οι σχετικές παρατηρήσεις του υπαλλήλου της αναιρεσίβλητης, ότι δηλαδή "Τα χρήματα είναι διαθέσιμα ήδη στον λογαριασμό εξυπηρέτησης για την εξόφληση του παραπάνω δανείου από τον Ιούνιο του 2006", δεν είχαν καμμία έννομη επιρροή, εφόσον, κατά τις ομοίως ανέλεγκτες παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, δεν υφίστατο εντολή της οφειλέτριας προκειμένου η αναιρεσίβλητη να προβεί στην εκταμίευση ολοκλήρου του κατατεθέντος, κατά τα άνω, ποσού.

Περαιτέρω η αναιρεσείουσα με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, προβάλλει την από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του αναφερομένου στον αμέσως προηγούμενο λόγο αναίρεσης εγγράφου, που είχε προσκομισθεί με επίκληση ενώπιόν του, ήτοι του εγγράφου της από 19-1-2007 αίτησης για πρόωρη εξόφληση της οφειλής της, με τις "ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΣΥΜΒΟΥΛΟΥ ΣΤΕΓΗΣ-Τα χρήματα είναι διαθέσιμα ήδη στον λογαριασμό εξυπηρέτησης για την εξόφληση του παραπάνω δανείου από τον Ιούνιο του 2006, προϊόν μεταφοράς το δανείου της στην ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ύστερα από αρνητική έγκριση της Τράπεζάς μας για συμπληρωματικό δάνειο", διότι δέχτηκε, ότι περιέχει περιστατικά και στοιχεία προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει και έτσι κατέληξε σε εσφαλμένο πόρισμα.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, γιατί είναι αντιφατικός έναντι του ίδιου λόγου αναίρεσης κατά το οικείο μέρος του, με το οποίο προβάλλεται, όπως ήδη προαναφέρθηκε, η από το άρθρο 559 αριθ. 11γ ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια της μη λήψης υπόψη από το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του τού ίδιου αμέσως πιο πάνω εγγράφου.

Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός αναίρεσης, είναι αβάσιμος, καθ` όσον το Εφετείο δεν υπέπεσε, ως προς το έγγραφο αυτό, σε διαγνωστικό λάθος, αλλά, αφού ορθώς το ανέγνωσε, μετά από συνεκτίμηση του περιεχομένου του με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, οδηγήθηκε σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που η αναιρεσείουσα θεωρεί ορθό, οπότε πρόκειται για αιτίαση αναφερομένη στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο, συμφώνως και προς τα αναφερόμενα στην αμέσως προηγηθείσα νομική σκέψη.

Από το επιτρεπτώς κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκοπούμενο κρίσιμο αυτό έγγραφο (όπως το περιεχόμενο αυτού αναφέρεται στην αίτηση αναίρεσης), προκύπτει ότι, το Εφετείο ανέγνωσε το έγγραφο αυτό προσηκόντως, πλην όμως, και χωρίς να στηρίζει την ανέλεγκτη κρίση του αποκλειστικά στο έγγραφο αυτό, κατέληξε στο επιζήμιο για την αναιρεσείουσα πόρισμα "ότι μόνο για συγκεκριμένο λόγο η αναιρεσίβλητη μπορούσε να κάνει ανάληψη χρημάτων από τον ως άνω καταθετικό λογαριασμό της οφειλέτριας και οι οποίες αφορούσαν τις δόσεις του δανείου", ενώ αντίθετα η τελευταία δεν έδωσε ποτέ εντολή να προβεί η αναιρεσίβλητη στην εκταμίευση όλου του ποσού που είχε αρχικά κατατεθεί στον ως άνω λογαριασμό προς ολοσχερή εξόφληση της οφειλής της προς αυτήν από τη σύμβαση δανείου .

Κατόπιν των ανωτέρω εκτεθέντων, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά το άρθρο 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παράβολου, που καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα, στο Δημόσιο Ταμείο. Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά της, να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό (άρθρα 176, 183, 191 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 11-10-2013 αίτηση της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "..." για αναίρεση της υπ' αριθ. 1213/2013 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παράβολου που καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Μαρτίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Απριλίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ