Legislator Case Law & Legislation
580/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds and free evaluation of evidence in civil case.

Case Number 580/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by the appellants against the Third Instance Court of Lamia. The appellants argued procedural defects and errors in the free evaluation of evidence regarding criminal judgments and contract terms. The court rejected these claims because the appeal was procedurally inadmissible for challenging substantive findings and because the free evaluation of evidence cannot be reviewed on appeal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 294, 296, 297 of the Code of Civil Procedure; Article 559(12) and 559(19) of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if it challenges the substantive assessment of evidence or the free evaluation of evidence by the lower court, as such assessments are not subject to appellate review.

Keywords

AI generated
appeal admissibility free evaluation of evidence substantive judgment procedural defect civil procedure code

Cited Legislation

AI generated
Articles 294, 296 and 297 of the Code of Civil Procedure
Article 573(1) of the Code of Civil Procedure
Article 495(1) of the Code of Civil Procedure
Article 118 of the Code of Civil Procedure
Article 559(12) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 580 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 580 /2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αβροκόμη Θούα - Εισηγήτρια, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Κυριάκο Οικονόμου και Αναστασία Περιστεράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ν. Κ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο και 2) Ό. Β. του Β., τέως συζύγου Ν. Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Ασημακόπουλο. Του αναιρεσιβλήτου: Θ. Γ. Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Μάντεση - Θανάσουλα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-3-2006 αγωγή, την από 26-10-2006 ανακοπή και τους από 2-11-2006 πρόσθετους λόγους ανακοπής των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 14/2008 του ίδιου Δικαστηρίου, 294/2010 μη οριστική και 117/2014 οριστική του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 3-11-2014 αίτησή τους και η δεύτερη αναιρεσείουσα με τους από 2-10-2018 πρόσθετους αυτής λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αβροκόμη Θούα ανέγνωσε την από 2-11-2018 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων αυτής. Ο πληρεξούσιος της δεύτερης αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των πρόσθετων αυτής λόγων, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 294, 296 και 297 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ. 1 και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι η παραίτηση, ολική ή μερική, από το δικόγραφο του ενδίκου μέσου που έχει ασκηθεί, άρα και από το δικόγραφο της αναίρεσσης (άρθρο 495 παρ. 1 του ΚΠολΔ), μπορεί να γίνει ή με προφορική δήλωση, προτού αρχίσει η προφορική συζήτηση της υπόθεσης, ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτούμενου.

Ως δικόγραφο δε νοείται κάθε έγγραφο που συντάσσεται από το διάδικο ή το δικαστικό πληρεξούσιο του, για την πιστοποίηση της διαδικαστικής πράξης παραίτησης, δηλαδή και η εξώδικη δήλωση η οποία, κατ' αρθ. 118 του ΚΠολΔ, επιδίδεται από το δηλούντα διάδικο στον αντίδικο του (Ολ.ΑΠ4/2012,ΑΠ 138/2014). Στην προκειμένη περίπτωση, φέρονται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου η ασκηθείσα στις 3 Νοεμβρίου 2014 αίτηση αναίρεσης των Ν.

Κ. (που δεν εμφανίστηκε ούτε εκπροσωπήθηκε νόμιμα όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε κατά τη σειρά εγγραφής της στο πινάκιο) και της Ο. Β. και οι με το από 2 Οκτωβρίου 2018 ασκηθέντες πρόσθετοι λόγοι της τελευταίας . Όπως όμως προκύπτει από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από τους λοιπούς διαδίκους, από 19 Νοεμβρίου 2014 εξώδικη δήλωση του πρώτου των αναιρεσειόντων, Ν.

Κ., η οποία επιδόθηκε στον αναιρεσίβλητο την 1 Δεκεμβρίου 2014,σύμφωνα με τη επισημείωση στο έγγραφο της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Λαμίας Ν. Κ., ο ανωτέρω Ν. Κ. παραιτήθηκε από το δικόγραφο της ασκηθείσας κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Επομένως, αυτή, πρέπει να θεωρηθεί ως μη ασκηθείσα, όσον αφορά τον ανωτέρω αναιρεσείοντα (αρθρ.295παρ.1,299ΚΠολΔ).

Κατά τα λοιπά, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση ως προς την δεύτερη των αναιρεσειόντων, Ό. Β., η αναίρεση της οποίας πρέπει να συνεκδικαστεί με τους πρόσθετους αυτής λόγους, λόγω της μεταξύ τους συνάφειας(αρθρ.246ΚΠολΔ).

Σύμφωνα με το άρθρο 1033 ΑΚ, για τη μεταβίβαση κυριότητας ακινήτου, απαιτείται συμφωνία μετά του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ' αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία. Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο, που υποβάλλεται σε μεταγραφή. Για τη μεταβίβαση, με τον παράγωγο αυτό τρόπο της κυριότητας ακινήτου, αποτελεί προϋπόθεση, το να ήταν κύριος εκείνος που συμφώνησε τη μεταβίβασή της.

Περαιτέρω κατά άρθρο 202 ΑΚ αν με την δικαιοπραξία εξαρτήθηκε η ανατροπή των αποτελεσμάτων της από γεγονός μελλοντικό και αβέβαιο (αίρεση διαλυτική), μόλις συμβεί το γεγονός αυτό, παύει η ενέργεια της δικαιοπραξίας και επανέρχεται αυτοδικαίως η προηγούμενη κατάσταση. Ενόψει της διάταξης αυτής, ο διαλυτικός όρος που περιέχεται στη σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης της κυριότητας ακινήτου, σύμφωνα με τον οποίο, σε περίπτωση που ο αγοραστής, ο οποίος ανέλαβε την υποχρέωση για ορισμένη ενέργεια μέσα σε τακτή προς τούτο προθεσμία, δεν προέβη στην εκπλήρωση αυτής, θα εκπίπτει από κάθε δικαίωμά του που απορρέει από την πώληση και το πωληθέν θα καθίσταται αναγόραστο και θα επιστρέφει χωρίς άλλη διατύπωση στην κυριότητα του πωλητή, συνιστά διαλυτική αίρεση, υπό την οποία τελεί όχι μόνο η κατά το άρθρο 1033 ΑΚ συμφωνία για τη μεταβίβαση της κυριότητας, αλλά και η ενοχική δικαιοπραξία η οποία αποτελεί, κατά την παραπάνω διάταξη, τη νόμιμη αιτία της μεταβίβασης.

Όταν η διαλυτική αυτή αίρεση πληρωθεί, γιατί πέρασε άπρακτη η προθεσμία μέσα στην οποία όφειλε ο αγοραστής να ενεργήσει, τότε, κατά τη βούληση των μερών που σαφώς εκφράστηκε και είναι σύμφωνη με τα οριζόμενα στην παραπάνω διάταξη του άρθρου 202 ΑΚ, ανατρέπεται η όλη σύμβαση τόσο κατά την ενοχική, όσο και κατά την εμπράγματη ενέργειά της, με την έννοια ότι παύει αυτή να ισχύει μόλις επέλθει το αιρετικό γεγονός και επανέρχεται αυτοδικαίως η προηγούμενη κατάσταση, άρα και η κυριότητα στον πωλητή, χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε άλλη ενέργειά του.

Από το συνδυασμό των πιο πάνω διατάξεων συνάγεται ότι στη σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης κάποιου

ακινήτου, που χρειάζεται να γίνει με συμβολαιογραφικό έγγραφο που υποβάλλεται σε μεταγραφή, για να επέλθει η έννομη συνέπεια της μεταβίβασης της κυριότητας μπορεί να προστεθεί και ειδικός όρος (διαλυτικός),κατά τον οποίο αν δεν πληρωθεί ολοσχερώς και εμπροσθέσμως από τον αγοραστή το πιστωθέν τίμημα που συμφωνήθηκε ή και μερικές δόσεις αυτού, εφόσον συμφωνήθηκε να καταβληθεί σε περιοδικές δόσεις, αυτοδικαίως και χωρίς άλλη προειδοποίηση η κυριότητα του πωληθέντος ακινήτου επανέρχεται στον πωλητή, ο δε αγοραστής εκπίπτει από τα δικαιώματά του από τη σύμβαση πώλησης.

Εξάλλου, επί πώλησης ακινήτου η μη τήρηση του τύπου ως προς μέρος του τιμήματος, όπως στην περίπτωση που το τελευταίο συμφωνήθηκε μεγαλύτερο από το αναγραφόμενο στο συμβόλαιο, επιφέρει ακυρότητα της σύμβασης για το επιπλέον τίμημα, χωρίς να επηρεάζει το κύρος της πώλησης του ακινήτου, όπως αυτή εμφανίζεται στο συμβόλαιο (ΑΠ389/2017).Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 158, 159, 166, 180, 181, 361, 369, 513 και 1033 ΑΚ προκύπτει ,ότι όπου ο νόμος απαιτεί την τήρηση τύπου για την κατάρτιση της δικαιοπραξίας, ο τύπος απαιτείται για ολόκληρο το περιεχόμενο της και προκειμένου για ακίνητο πρέπει να καλύπτει τόσο την μεταβιβαστική της κυριότητάς του εμπράγματη σύμβαση όσο και την ενοχική της πώλησής του ως προς όλα τα ουσιώδη στοιχεία της, δηλαδή ως προς το πράγμα και το τίμημα.

Όμως η μη τήρηση του τύπου ως προς μέρος του τιμήματος ακινήτου, όπως στην περίπτωση που αυτό συμφωνήθηκε μεγαλύτερο από αυτό που εικονικά (άρθρ. 138 ΑΚ) αναγράφεται στο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, δεν καθιστά άκυρη την όλη σύμβαση, αλλά άκυρη είναι μόνον η συμφωνία για το εκτός συμβολαίου επιπλέον τίμημα, όπως αυτό συνάγεται από τη διάταξη του άρθρ. 13§3 του ν. 1587/1950, κατά την οποία: "Το αντέγγραφον εξ ου προκύπτει ότι συνεφωνήθη ή κατεβλήθη τίμημα μεγαλύτερον του αναγραφέντος εν τω συμβολαίω και εν τη δηλώσει του φόρου του παρόντος νόμου, είναι άκυρον και δεν δύναται να προσαχθεί και να ληφθή υπ' όψει υπό του Δικαστηρίου και υφ" οιασδήποτε ετέρας Αρχής".

Με τη διάταξη, δηλαδή, αυτή ρητά περιορίσθηκε η ακυρότητα της πώλησης ακινήτου μόνο στην άτυπη συμφωνία για καταβολή τιμήματος μεγαλύτερου από το αναγραφόμενο στο συμβόλαιο χωρίς κατά τα λοιπά να επηρεάζεται το κύρος της πώλησης από το αναγραφόμενο στο συμβόλαιο εικονικό τίμημα (ΑΠ 543/1996).Η διάταξη, όμως, αυτή δεν απαγορεύει την επίκληση της άκυρης, για το επί πλέον, μη αναγραφόμενο στο τίμημα του ακινήτου, συμφωνίας, όταν από την επίκληση και την απόδειξη αυτής δικαιολογείται έννομο συμφέρον(ΑΠ249/2009) .

Η απόδειξη της συμφωνίας αυτής δεν επιτρέπεται να γίνει με τη χρήση αντεγγράφου, το οποίο από την ίδια παραπάνω διάταξη χαρακτηρίζεται ως άκυρο και απαγορευμένο αποδεικτικό μέσο, όμως τα λοιπά αποδεικτικά μέσα είναι επιτρεπτά και η απόδειξη της συμφωνίας δεν συνιστά ανεπίτρεπτη απόδειξη κατά του περιεχομένου του αγοραπωλητήριου συμβολαίου ή τροποποιητικής αυτού συμφωνίας, αφού δεν αμφισβητείται το περιεχόμενο του, όπως εξωτερικά έχει, αλλά η σπουδαιότητα των δικαιοπρακτικών δηλώσεων των μερών ως προς το πράγματι συμφωνηθέν ύφος του τιμήματος, γι' αυτό και δεν ισχύουν οι περιορισμοί των άρθρ. 164 ΑΚ και 393,438, 441 ΚΠολΔ (Α656/2014,801/2010 ).Περαιτέρω, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 106,108, 338 § 1 και 559 αριθ. 11 περίπτ.

β ΠολΔ, η προσαγωγή των αποδεικτικών μέσων, ακόμη και όταν διατάχθηκε από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως, κατά το άρθρο 107 του ίδιου κώδικα, γίνεται με πρωτοβουλία και επιμέλεια των διαδίκων, οι οποίοι, επομένως, αφού μπορούν να μη προσκομίσουν ή να μην επικαλεστούν ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα που ο νόμος επιτρέπει για την απόδειξη κρίσιμων πραγματικών γεγονότων, μπορούν και να συμφωνήσουν τη μη χρησιμοποίηση, δηλαδή τη μη προσαγωγή κι επίκληση, των αποδεικτικών αυτών μέσων στις μεταξύ τους δίκες.

Η ίδια περίπτωση συντρέχει και όταν συμφωνείται η χρήση ορισμένου μόνον αποδεικτικού μέσου, οπότε αποκλείονται τα υπόλοιπα. Η συμφωνία αυτή είναι άκυρη αν το αποδεικτικό μέσο που καθορίζεται ως αποκλειστικό είναι απρόσφορο να παράσχει την οικεία απόδειξη, πράγμα που συμβαίνει και όταν υφίσταται εξαρχής αντικειμενική αδυναμία απόκτησης ή προσαγωγής του στο δικαστήριο.

Διότι τότε η συμφωνία αντίκειται στα χρηστά ήθη και στη δημόσια τάξη, και ειδικότερα στους κανόνες αφενός των άρθρων 179 περιπτ. α του Αστικού Κώδικα και 5 § 1 του Συντάγματος και, αφετέρου, των άρθρων 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 εδ. α της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (κυρ.

ν.δ. 53/19.9.1974), αφού δεσμεύει υπέρμετρα την ελευθερία του συμβαλλομένου (και δυνάμει διαδίκου)να αξιώσει την παροχή από το αρμόδιο δικαστήριο δίκαιης και αποτελεσματικής έννομης προστασίας, η οποία προϋποθέτει δυνατότητα του ενδιαφερομένου όχι να προσφύγει απλώς στο δικαστήριο, ασκώντας αγωγή ή αλλο ένδικο βοήθημα, αλλά και να προσκομίσει σ' αυτό όσα αποδεικτικά μέσα είναι απαραίτητα για τη διάγνωση της διαφοράς (Ολ.ΑΠ27/1993).

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, γίνεται δεκτό, ότι στα πλαίσια της ελευθερίας των συμβάσεων, την οποία καθιερώνει η διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ, οι συμβαλλόμενοι έχουν τη δυνατότητα με εξώδικες δικονομικές συμβάσεις, οι οποίες υπό τις προαναφερθείσες προϋποθέσεις, είναι έγκυρες, να καθορίζουν ότι ορισμένο κρίσιμο για τις σχέσεις τους γεγονός αποδεικνύεται αποκλειστικά και μόνο με ορισμένο μέσο, είτε αυτό προβλέπεται ως αποδεικτικό μέσο από την διάταξη του άρθρου 339 ΚΠολΔ ή τις υπόλοιπες διατάξεις του Κώδικα αυτού ή άλλου νόμου, είτε όχι (ΑΠ 1778/2014,1746/2013).

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 416 και 422 ΑΚ συνάγεται ότι, ο εναγόμενος οφειλέτης προς πληρωμή ορισμένου χρέους και ισχυριζόμενος απόσβεση αυτού με καταβολή αρκεί να αποδείξει την καταβολή αυτή, χωρίς να είναι ανάγκη να αποδείξει και ότι η εν λόγω καταβολή αφορά το επίδικο χρέος. Ο δανειστής, αμυνόμενος, δικαιούται, κατ' αντένσταση, να ισχυριστεί ότι η προβαλλόμενη από τον οφειλέτη καταβολή δεν αφορά στο επίδικο, αλλά σε άλλο χρέος του προς αυτόν.

Στην τελευταία περίπτωση, εφόσον ο οφειλέτης αρνείται την ύπαρξη του άλλου χρέους, ο δανειστής είναι υποχρεωμένος ν' αποδείξει τα παραγωγικά του χρέους αυτού γεγονότα, ο δε οφειλέτης ν' αποκρούσει την αντένσταση προβάλλοντας, κατ' επανένσταση, και αποδεικνύοντας, ότι η καταβολή έγινε για την εξόφληση του επίδικου χρέους με βάση το μονομερή καθορισμό του εξοφλητέου (από τα περισσότερα) χρέους βάσει της διάταξης του αρθρ. 422 ΑΚ (ΑΠ1221/2017,315/2017).Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 Κ.ΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 10/2011,7/2006).Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παράβαση (ΑΠ24/2015). ).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559αριθ.19ΚΠολΔ,αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας),ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του(ανεπαρκής αιτιολογία),ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση ,όταν αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή του, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ολΑΠ 15/2006).

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων, και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ861/1984). Δηλαδή, αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε(ΑΠ74/2016).

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από τον αριθ. 19 του άρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ2095/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που ενδιαφέρει την αναιρετική διαδικασία, τα ακόλουθα:" : Ο εκκαλών Θ. Π. (εναγόμενος, καθού η ανακοπή και αντενάγων)(ήδη αναιρεσίβλητος) ήταν κύριος ενός ελαιοκτήματος στη θέση "..." της κτηματικής περιφέριας δ.δ. ... του νομού ….συνολικής εκτάσεως 22.000 τ.μ., με 403 συνολικά ελαιόδενδρα ηλικίας περίπου 50 ετών. Το πωλούσε και ενδιαφέρθηκαν για την αγορά του οι ενάγοντες, (ήδη αναιρεσείοντες), οι οποίοι επειδή είναι κάτοικοι ... εκπροσωπήθηκαν στις διαπραγματεύσεις από τον πατέρα της δεύτερης Β. Β., με τον οποίο άλλωστε ο πωλητής είναι ομοχώριος και διατηρούσε άριστες κοινωνικές και φιλικές σχέσεις. Τα μέρη κατέληξαν σε συμφωνία στις αρχές Ιανουαρίου 2006 και ανέθεσαν τη σύνταξη

του πωλητηρίου συμβολαίου στη συμβολαιογράφο Μ. Β.- Τ.. Η αντικειμενική αξία του ελαιοκτήματος ήταν 22.140 ευρώ. Οι συμβαλλόμενοι έδωσαν εντολή στη συμβολαιογράφο να αναγράφει στο συμβόλαιο ως τίμημα ποσό ίσο με την ανωτέρω αντικειμενική αξία του κτήματος, όπως και έγινε. Ωστόσο, για το αληθές ύφος του συμφωνηθέντος τιμήματος υπάρχει εξαιρετικά μεγάλη αντίθεση στις θέσεις των διαδίκων.

Ο πωλητής ισχυρίζεται ότι το συνολικό τίμημα συμφωνήθηκε στο ποσό των 58.000 ευρώ που αντιστοιχούσε και στην αγοραία αξία του κτήματος, αφού κάθε ελαιόδενδρο την εποχή εκείνη είχε αξία 150 ευρώ περίπου. Ότι από το συμφωνημένο τίμημα εκείνο το μέρος που αντιστοιχούσε στην αντικειμενική του αξία (22.140 ευρώ) και θα αναγραφόταν στο συμβόλαιο, θα πιστωνόταν για ένα μήνα, ενώ το υπόλοιπο (35.860 ευρώ), το οποίο δεν θα φαινόταν στο συμβόλαιο, θα έπρεπε να καταβληθεί σε μετρητά πριν από τη σύνταξη του συμβολαίου.

Υποστηρίζει επίσης ότι τελικά ο πληρεξούσιος των αγοραστών, προσποιούμενος ότι τα παιδιά του δεν του είχαν αποστείλει διατραπεζικά το εκτός συμβολαίου μέρος του τιμήματος, μέχρι την ώρα της συντάξεως του συμβολαίου, του ζήτησε να του επιτρέψει την καταβολή και αυτού του μέρους σε λίγες ημέρες μετά τη σύνταξη του συμβολαίου.

Ότι ενόψει των καλών τους σχέσεων τον εμπιστεύθηκε και του χορήγησε άτυπα την προθεσμία αυτή, χορηγώντας του τον αριθμό του τραπεζικού του λογαριασμού, στον οποίο έπρεπε να καταθέσει το εξωτίμημα των 35.860 ευρώ. Εξ αντιθέτου, οι αγοραστές ισχυρίζονται ότι το πραγματικό τίμημα ήταν αυτό της αντικειμενικής αξίας των 22.140 ευρώ, το οποίο άλλωστε αντιστοιχούσε και στην αγοραία αξία του κτήματος.

Εν τέλει για την αγοραπωλησία αυτή καταρτίστηκε μεταξύ των μερών (οι αγοραστές αντιπροσωπεύθηκαν από τον πληρεξούσιο του Β. Β.) το υπ' αριθ. …55/27.1.2006 πωλητήριο συμβόλαιο της ανωτέρω συμβολαιογράφου. Στο συμβόλαιο αυτό περιλαμβάνονται οι εξής όροι: Για το τίμημα των 22.140 ευρώ χορηγήθηκε στους αγοραστές προθεσμία καταβολής η 15η Φεβρουαρίου 2006.

Τέθηκε δε και η εξής διαλυτική αίρεση: Εάν οι αγοραστές δεν κατέβαλαν το τίμημα εντός προθεσμίας 30 ημερών από 15.2.2006, η μεταβίβαση θα ήταν πλέον άκυρη και το συμβόλαιο ανίσχυρο, ενώ η κυριότητα του πωληθέντος πράγματος θα επέστρεφε στον πωλητή αυτοδίκαια. Ορίσθηκε επίσης ότι μόλις γίνει η εξόφληση του τιμήματος ο πωλητής υποχρεούται να υπογράφει ενώπιον της συμβολαιογράφου πράξη εξόφλησης και κατάργησης της διαλυτικής αίρεσης για να μεταγραφεί, ενώ αν αρνηθεί θα μπορούν να πράξουν τα ίδια οι αγοραστές με αυτοσύμβαση υπό την προϋπόθεση ότι θα καταθέσουν στη συμβολαιογράφου τα έγγραφα που αποδεικνύουν την εξόφληση και τα οποία προσδιορίζονται περιοριστικά (εξοφλητική απόδειξη, γραμμάτια ΤΠκΔ).

Και τούτο διότι τα μέρη στα πλαίσια του ανωτέρω συμβολαίου κατάρτισαν και μία άλλη σύμβαση αποδεικτικού χαρακτήρα, εμπεριεχόμενη στο συμβόλαιο, σύμφωνα με την οποία "την εξόφληση του πιστωμένου τιμήματος αποδείχνει αποκλειστικά: α) εξοφλητική απόδειξη του πωλητή και β) γραμμάτιο του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων, κάθε δε άλλο μέσο απόδειξης αποκλείεται, ακόμα και αυτός ο όρκος".

Η ανωτέρω σύμβαση δεν συνιστά μεν αναγκαίο περιεχόμενο της συμβάσεως πωλήσεως (αφού γι' αυτήν αρκεί η συνομολόγηση του τιμήματος), πλην όμως είναι μία έγκυρη και δεσμευτική για τα μέρη δικονομική σύμβαση αποδεικτικού μάλιστα χαρακτήρα..... Επομένως, με βάση τη συμφωνία αυτή, οι αγοραστές για να εξασφαλίσουν την αναγκαία (για την βεβαίωση της καταργήσεως της διαλυτικής αίρεσης) έγγραφη απόδειξη της καταβολής του τιμήματος του συμβολαίου, θα έπρεπε να καταβάλλουν το τίμημα στον πωλητή και να λάβουν την έγγραφη απόδειξή του ή αν αρνούνταν ,να παρακαταθέσουν το σχετικό ποσό στο ΤΠκΔ, προσκομίζοντας το γραμμάτιο της παρακαταθέσεως.

Ενώ έτσι είχαν τα πράγματα, οι αγοραστές την 9η Φεβρουάριου 2006 προέβησαν σε δύο συνεχόμενες και αλληλοδιάδοχες καταθέσεις συνολικού ποσού 35.900 ευρώ (η μία 22.140 ευρώ και η άλλη 13.760 ευρώ) στον τραπεζικό λογαριασμό του πωλητή στην ..., τον οποίο εκείνος είχε γνωστοποιήσει,...., με ιδιόχειρο σημείωμα στον πληρεξούσιο τους Β.

Β.. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του πωλητή, το σημείωμα αυτό δόθηκε πριν την σύνταξη του συμβολαίου, όταν ο πληρεξούσιος των αγοραστών του ανακοίνωσε ότι δεν είχαν "έλθει" τα χρήματα για την προκαταβολική δόση του εξωτιμήματος, με σκοπό να κατατεθεί σ' αυτόν το εκτός συμβολαίου μέρος του τιμήματος ύφους 35.860 ευρώ.

Ο πωλητής υποστηρίζει επίσης ότι θεώρησε πως οι καταβολές αυτές λόγω του συνολικού ύψους τους (35.900 ευρώ), ποσό κατά 40 ευρώ μεγαλύτερο από το εκτός συμβολαίου (35.860 ευρώ), αφορούσαν την εξόφληση του εξωτιμήματος, όπως είχαν συμφωνήσει, προσαυξημένο όπως πίστεψε κατά 40 ευρώ λόγω τη καθυστέρησης. Οι αγοραστές όμως ισχυρίζονται ότι με την (πρώτη) κατάθεση του μερικότερου ποσού των 22.140ευρώ εξοφλήθηκε το αναγραφόμενο στο συμβόλαιο τίμημα των 22.140ευρώ, το οποίο ήταν και το μοναδικό οφειλόμενο.

Περαιτέρω, ισχυρίζονται ότι η προσκομιδή του παραστατικού της Τράπεζας για την κατάθεση αυτή αποτελεί νόμιμη απόδειξη της εμπρόθεσμης εξοφλήσεως του τιμήματος, άρα και της ματαιώσεως της προαναφερόμενης διαλυτικής αιρέσεως, ώστε ο πωλητής να υποχρεούται να προσέλθει στη συμβολαιογράφο για τη σύνταξη της πράξεως καταργήσεως αυτής.

Και θεωρούν το αποδεικτικό αυτό στοιχείο επαρκές διότι ισχυρίζονται ότι η προαναφερόμενη αποδεικτική σύμβαση, που προέβλεπε αυστηρά περιοριστικό τρόπο αποδείξεως της καταβολής, τροποποιήθηκε με άτυπη σύμβαση μεταξύ του πωλητή και του πληρεξουσίου τους αμέσως μετά τη σύνταξη και υπογραφή του συμβολαίου και εντός του συμβολαιογραφικού γραφείου με πρωτοβουλία μάλιστα του ίδιου του πωλητή που ζήτησε η καταβολή να γίνει διατραπεζικά χάριν εξυπηρετήσεώς του, δίνοντας σε γραπτό σημείωμά του τον αριθμό του λογαριασμού του.

Έτσι ανακύπτουν δύο κρίσιμα ζητήματα για την αλήθεια της υποθέσεως: Πρώτον, ποίο ήταν το συμφωνημένο τίμημα και συγκεκριμένα αν είχε συμφωνηθεί πέρα από το αναγραφέν στο συμβόλαιο και άλλο επί πλέον ποσό. Και δεύτερον, αν πράγματι η ανωτέρω, επιτρεπτή και νόμιμη...., δικονομική αποδεικτική σύμβαση τροποποιήθηκε από τα μέρη άτυπα σε ελάχιστο μάλιστα χρόνο μετά την τυπική και με επισημότητα συνομολόγησή της.

Αναφορικά με το αληθές ύφος του συμφωνηθέντος τιμήματος, είναι βέβαιο ότι αυτό δεν περιοριζόταν μόνο στο ύφος της αντικειμενικής αξίας (22.140 ευρώ). Άλλωστε είναι εξαιρετικά ασύνηθες στις κτηματικές συναλλαγές να συμφωνείται τίμημα ακριβώς ίσο με την αντικειμενική του αξία. Το σύνηθες είναι ότι τα μέρη αποβλέπουν και έχουν ως κριτήριο την αγοραία αξία, ενώ η συμφωνία για το τίμημα γίνεται σε στρογγυλοποιημένο ποσό (λ.χ. 22.000 ευρώ).

Καθίσταται δε εν προκειμένω βέβαιο ότι υπήρξε και εκτός συμβολαίου συμφωνημένο (έστω και ακύρως λόγω μη τηρήσεως του τύπου) τίμημα από το γεγονός ότι οι αγοραστές στις καταθέσεις που έκαναν στον τραπεζικό λογαριασμό του πωλητή την 9η Φεβρουάριου 2006, δεν κατάθεσαν μόνο 22.140 ευρώ, όσο το τίμημα που ισχυρίζονται ότι συμφωνήθηκε, αλλά συνολικά 35.900 ευρώ , δηλαδή 13.760 ευρώ επί πλέον.

Αν δεν οφείλονταν το ποσό αυτό στον πωλητή, φυσικά δεν θα το εισήγαγαν στο λογαριασμό του. Για να δικαιολογήσουν την επί πλέον αυτή καταβολή, οι αγοραστές ισχυρίζονται ότι ο πωλητής ήλθε δύο ημέρες αργότερα μετά τη σύνταξη του συμβολαίου, δηλαδή την 29η Ιανουαρίου 2006, στο σπίτι τους στις Ράχες και αξίωσε επί πλέον τίμημα (πέραν των κατ' αυτούς συμφωνηθέντος ποσού των 22.140 ευρώ) απειλώντας ότι θα καταφύγει στα δικαστήρια για ακύρωση του συμβολαίου γιατί μετά τη σύνταξή του αντιμετώπισε "γκρίνια" και απειλές από τη σύζυγο του και τον πεθερό του εξ αιτίας του ότι πώλησε το κτήμα στην αντικειμενική του αξία.

Ισχυρίζονται επίσης ότι για να αποφύγουν τις δικαστικές διαμάχες συμφώνησαν μαζί του να του δώσουν επί πλέον του συμφωνηθέντος και άλλες 13.000 ευρώ, ποσό που αυτός τους ζήτησε για να είναι ικανοποιημένος. Για το λόγο αυτό, εξηγούν, έγινε η κατάθεση του επιπλέον ποσού. Ωστόσο δεν εξηγούν γιατί κατέθεσαν όχι 13.000 ευρώ που συμφώνησαν αλλά 13.760 ευρώ.

Την καταβολή αυτή μάλιστα αποσιωπούν επιμελώς στα υπό κρίση εισαγωγικά δικόγραφά τους. Η δικαιολογία τους αυτή, την οποία πρόβαλαν απολογούμενοι και στα εναντίον τους ποινικά δικαστήρια ελάχιστα πειστική είναι. Όχι μόνο δεν επιβεβαιώνεται από κάποια τρίτη αξιόπιστη πηγή αλλά μένει ανεξήγητο γιατί έσπευσαν με τόση ευκολία και προθυμία να δώσουν στον πωλητή τους χωρίς καμία υποχρέωση το καθόλου ευκαταφρόνητο ποσό των 13.000 ευρώ ως (επάνω)τίμημα μετά την συντέλεση της μεταβιβάσεως.

Είναι λοιπόν πέραν πάσης αμφιβολίας ότι υπήρξε συμφωνία για επί πλέον των 22.140 ευρώ τίμημα που δεν θα αναγράφονταν στο συμβόλαιο για φορολογικούς λόγους. Το επί πλέον αυτό τίμημα ήταν τόσο ώστε το σύνολο (αναγραφέν και μη) να προσεγγίζει την αγοραία αξία του πωλουμένου κτήματος, αφού καμία ανάγκη δεν είχε ο πωλητής να το πωλήσει κάτω από την αξία αυτή.

Η δε αγοραία αξία του προσέγγιζε το ποσό των 50.000 ευρώ. Το ότι ο πωλητής δεν μερίμνησε να συνταχθεί ένα, έστω άκυρο, ιδιωτικό συμφωνητικό για πραγματικό τίμημα, δικαιολογείται από την εμπιστοσύνη που έδειξε στον πληρεξούσιο των αγοραστών λόγω των καλών και φιλικών τους σχέσεων, εξ αιτίας άλλωστε και των οποίων δεν αξίωσε την προ του συμβολαίου καταβολή του εξωτιμήματος ώστε να είναι κατοχυρωμένος από την ακυρότητά του αλλά καλόπιστα ενεργώντας παρέσχε και γι' αυτό χρόνο πιστώσεως.

Περαιτέρω, αναφορικά με τον ισχυρισμό των αγοραστών ότι η προαναφερόμενη αποδεικτική σύμβαση, που προέβλεπε αυστηρά περιοριστικό τρόπο αποδείξεως της καταβολής, τροποποιήθηκε με άτυπη σύμβαση μεταξύ του πωλητή και του πληρεξουσίου τους αμέσως μετά τη σύνταξη και υπογραφή του συμβολαίου και εντός του συμβολαιογραφικού γραφείου με πρωτοβουλία μάλιστα του ίδιου του πωλητή που ζήτησε η καταβολή να γίνει διατραπεζικά χάριν εξυπηρετήσεώς του, δίνοντας σε γραπτό σημείωμά του τον αριθμό του λογαριασμού του, το δικαστήριο, ενόψει και του ότι υπήρξε τελικά επί πλέον τίμημα εκτός συμβολαίου, η καταβολή του οποίου δικαιολογούσε τη χορήγηση του σημειώματος του τραπεζικού λογαριασμού από τον πωλητή, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι δεν υπήρξε τέτοια τροποποιητική συμφωνία για το τίμημα των 22.140 ευρώ που αφορούσε η εν λόγω αποδεικτική σύμβαση.

Είτε πριν τη σύνταξη του συμβολαίου παραδόθηκε το σημείωμα αυτό (όπως υποστηρίζει ο πωλητής) είτε αμέσως μετά την ολοκλήρωση και υπογραφή του συμβολαίου (όπως υποστηρίζουν οι αγοραστές), η χορήγησή του έγινε με σκοπό να γίνει σ' αυτό η κατάθεση του εκτός συμβολαίου τιμήματος, όπως και έγινε. Επομένως δεν αφορούσε το τίμημα του συμβολαίου και δεν έθιγε τη συμφωνία για τον τρόπο αποδείξεως της καταβολής του.

Εξαιρετικά δύσκολα μπορεί να γίνει αποδεκτό ότι ο πωλητής, αν και με τη συμβουλή και προτροπή του συμπαρισταμένου στην υπογραφή του συμβολαίου δικηγόρου του, όπως άλλωστε δέχονται και οι αγοραστές, αξιώθηκε απ' αυτόν (δικηγόρο) να τεθούν στο συμβόλαιο οι πράγματι εξασφαλιστικοί όροι της διαλυτικής αιρέσεως και της αυστηρής αποδείξεως του γεγονότος της καταβολής, το οποίο διαφορετικά κατά τις συνήθεις δικονομικούς κανόνες θα μπορούσε να αποδειχθεί με κάθε αποδεικτικό μέσο και μάρτυρες, εν τούτοις ελάχιστα λεπτά μετά τη συνομολόγησή των εξασφαλιστικών αυτών όρων παραιτήθηκε και μάλιστα άτυπα από τον συμφωνημένο τρόπο αποδείξεως της καταβολής, προτείνοντας άλλον τρόπο καταβολής και αποδείξεως που σίγουρα ήταν ο πλέον επισφαλής γι' αυτόν, αφού μία τραπεζική κατάθεση στο λογαριασμό του δεν θα μπορούσε να καταδείξει καθαρά τί αφορούσε:

Το τίμημα του συμβολαίου ή το εκτός αυτού (μετά βεβαιότητος όπως αναφέρθηκε) συμφωνημένο; Ο παριστάμενος στο συμβόλαιο δικηγόρος του πωλητή που αξίωσε (όπως και οι αγοραστές λέγουν) τους εξασφαλιστικούς όρους είναι βέβαιο ότι θα παρενέβαινε και θα απέτρεπε μία τέτοια επιβλαβή τροποποίηση, άτυπα μάλιστα.

Η σε βάρος των συμφερόντων του πωλητή ως άνω προφορική τροποποίηση των όρων του συμβολαίου που υποστηρίζουν οι αγοραστές φαίνεται ως δυσεξήγητη επί πλέον και από το γεγονός ότι έγινε σε ελάχιστο χρόνο αφότου είχε αναγνωσθεί και υπογραφεί το συμβόλαιο και όσο ακόμα η συμβολαιογράφος και ο δικηγόρος του πωλητή ήσαν στο γραφείο, οπότε ευχερώς μπορούσαν να προβούν στη διόρθωση και επαναδιατύπωση του αποδεικτικού αυτού όρου.

Σύμφωνα λοιπόν με τα προαναφερόμενα, εφόσον η εμπεριεχόμενη στο πωλητήριο συμβόλαιο αποδεικτική σύμβαση ουδόλως καταργήθηκε ή τροποποιήθηκε αλλά είναι έγκυρη και ισχυρή, ο μόνος δικονομικά επιτρεπτός τρόπος αποδείξεως του γεγονότος της καταβολής του εγκύρου τιμήματος των 22.140 ευρώ είναι αυτός που συμφωνήθηκε: "α) εξοφλητική απόδειξη του πωλητή και β) γραμμάτιο του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων".

Μόνο με την προσκομιδή ενός τέτοιου αποδεικτικού μέσου (εφόσον βέβαια η καταβολή έγινε στην συμφωνημένη μηνιαία προθεσμία) αποδεικνύεται η εξόφληση και καταργείται η συμφωνηθείσα διαλυτική αίρεση. Οι ενάγοντες δεν επικαλούνται ούτε προσκομίζουν ένα τέτοιο αποδεικτικό μέσο, ενώ κατά τα προαναφερόμενα η προσκομιδή του παραστατικού της τράπεζας για την καταβολή ποσού 22.140 ευρώ, καταβολή την οποία ο πωλητής απέκρουσε με τις από 15.2.2006 και 21.3.2006 εξώδικες δηλώσεις του προς αυτούς, δεν είναι ικανή προς απόδειξη του ως άνω κρίσιμου γεγονότος της εξοφλήσεως του τιμήματος των 22.140 ευρώ.

Επομένως,...

μη αποδεικνυομένης της εξοφλήσεως επήλθε πλήρωση της αιρέσεως και η κυριότητα του πωληθέντος επανήλθε αυτοδίκαια στον εναγόμενο πωλητή... Ακολούθως, ο πωλητής ζήτησε και έλαβε από τη συμβολαιογράφο απόγραφο εκτελεστό του συμβολαίου και στις 25.10.2006 κοινοποίησε στους αγοραστές και ανακόπτοντες αντίγραφο του απογράφου με επιταγή προς απόδοση της νομής του ενδίκου ελαιοκτήματος.

Οι ανακόπτοντες ισχυρίζονται ότι τόσο το απόγραφο, όσο και η επιταγή πρέπει να ακυρωθούν διότι το τίμημα εξοφλήθηκε και η αίρεση καταργήθηκε. Οι ισχυρισμοί τους αυτοί είναι ουσιαστικά αβάσιμοι. Η ποινική πλευρά της υπόθεσης είχε την ακόλουθη εξέλιξη: Μετά από έγκληση του πωλητή ασκήθηκε ποινική δίωξη κατά των αγοραστών και του πληρεξουσίου τους για από κοινού απάτη, απάτη επί δικαστηρίου, ψευδορκία και ηθική αυτουργία σε ψευδορκία.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Λαμίας δεχόμενο ότι το τίμημα συνολικά συμφωνήθηκε στο ποσό των 58.000 ευρώ, κήρυξε ενόχους για την απάτη επί δικαστηρίου και την ψευδορκία, ενώ τους κήρυξε αθώους για την κοινή απάτη. Το Τριμελές Εφετείο Λαμίας μετά από έφεση τους κήρυξε αθώους και για τις πράξεις αυτές, δεχόμενο ότι συμφωνήθηκε και εκτός συμβολαίου τίμημα το οποίο υπολόγισε σε 13.760 ευρώ, διότι έκρινε ότι δεν αποδείχθηκε με πλήρη δικανική πεποίθηση για συμφωνία 58.000 ευρώ, το οποίο θεώρησε ότι εξοφλήθηκε με τις δύο ως άνω τραπεζικές καταθέσεις.

Το ως άνω πόρισμα της τελευταίας αυτής ποινικής απόφασης κατ' αρχήν δεν δεσμεύει την πολιτική δίκη...Ωστόσο, αν και τα κρίσιμα ζητήματα σε κάθε μία διαφέρουν, αφού εν προκειμένω ενδιαφέρει αν και με ποίο αποδεικτικό μέσο επιτρεπτά αποδεικνύεται η εξόφληση του τιμήματος του συμβολαίου για να θεωρηθεί περαιτέρω η διαλυτική αίρεση ως πληρωθείσα ή μη, μπορούν και από τις ανωτέρω ποινικές αποφάσεις να εξαχθούν τεκμήρια για τα ανωτέρω ζητήματα".Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο, στη συνέχεια, αφού έκανε δεκτή την έφεση του αναιρεσίβλητου κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου που είχε κρίνει αντιθέτως, απέρριψε την αγωγή, την ανακοπή εκτέλεσης και τους πρόσθετους αυτής λόγους, που είχαν ασκήσει οι αναιρεσείοντες, με τα οποία, επικαλούμενοι την εμπρόθεσμη εξόφληση του τιμήματος και την εξ αυτής κατάργηση της διαλυτικής αίρεσης ζητούσαν να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος σε ανάλογου περιεχομένου δήλωση ενώπιον της συμβολαιογράφου ,να αναγνωρισθούν επίσης συγκύριοι του πωληθέντος σ'αυτούς με το επίδικο συμβόλαιο ακινήτου και να ακυρωθεί η επισπευδόμενη από τον αναιρεσίβλητο εκτέλεση βάσει του προαναφερθέντος απογράφου του συμβολαίου ,ενώ, δεχόμενο την ασκηθείσα με τις προτάσεις ανταγωγή του τελευταίου ,ανεγνώρισε ότι η διαλυτική αίρεση από την οποία είχε εξαρτηθεί το κύρος του προαναφερθέντος πωλητηρίου συμβολαίου, πληρώθηκε και η πώληση ανατράπηκε, με αποτέλεσμα η κυριότητα του πωληθέντος ελαιοκτήματος να επανέλθει στον αναιρεσίβλητο πωλητή.

Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, δεν παραβίασε κατ' αποτέλεσμα τις διατάξεις των άρθρων 179, του ΑΚ, 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 εδ. α της ΕΣΔΑ (κυρ. Ν.Δ. 53/1974) όσον αφορά το ουσιαστικού δικαίου ατομικό δικαίωμα για την παροχή δίκαιης δίκης και αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, δεχόμενο ότι ήταν έγκυρη και δεσμευτική η μεταξύ των διαδίκων καταρτισθείσα δικονομική αποδεικτική σύμβαση για απόδειξη της εξόφλησης από τους αναιρεσείοντες αγοραστές του αναφερόμενου στο πωλητήριο συμβόλαιο πιστωμένου τιμήματος αποκλειστικά με εξοφλητική απόδειξη του αναιρεσίβλητου-πωλητή ή με γραμμάτιο του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων, αποκλειομένου κάθε άλλου μέσου απόδειξης ακόμη και του όρκου.

Τούτο διότι, τα συμφωνηθέντα μεταξύ των διαδίκων αποκλειστικά αποδεικτικά μέσα, αποτελούν, κατ'αντικειμενική κρίση και σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, πρόσφορα μέσα απόδειξης καταβολών προς εξόφληση χρηματικών απαιτήσεων και δεν συνιστούν υπέρμετρη δέσμευση της ελευθερίας των οφειλετών αναιρεσειόντων για την επιδίωξη δίκαιης και αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, ώστε να θεωρηθούν απρόσφορα για την εξασφάλιση αυτής της προστασίας, με αποτέλεσμα η μεταξύ των διαδίκων καταρτισθείσα αποδεικτική σύμβαση να μην αντίκειται στα χρηστά ήθη, ούτε στη δημόσια τάξη.

Επομένως, όσα περί του αντιθέτου υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, με τον πρώτο, υπό στοιχεία Α και Α.1 και (κατ'εκτίμηση) πέμπτο, υπό στοιχείο Ε4 και Ε5 λόγους αναίρεσής τους ,για αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559αριθμ.1ΚΠολΔ είναι αβάσιμα. Επισημαίνεται ότι, δεν υφίσταται παραδοχή στην προσβαλλόμενη απόφαση περί αποδεικτικής σύμβασης μεταξύ των διαδίκων η οποία να απαγορεύει την ανταπόδειξη ,ούτε η αναιρετικώς ανέλεγκτη παραδοχή της ότι το από 9.2.2006 έγγραφο της Τράπεζας αφορά στην μερική εξόφληση του εκτός του συμβολαίου συμφωνηθέντος τιμήματος, συνιστά "αποκλεισμό"της ανταπόδειξης και η περιλαμβανόμενη στους ίδιους προαναφερθέντες αναιρετικούς λόγους αιτίαση για την ίδια αναιρετική πλημμέλεια λόγω παράβασης με αυτή των προαναφερθεισών διατάξεων με την κρίση της περί της εγκυρότητας της μεταξύ τους αποδεικτικής σύμβασης με την οποία απαγορευόταν η ανταπόδειξη, είναι αλυσιτελής, εφόσον στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση.

Περαιτέρω, δεχόμενο ΤΟ Εφετείο, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ότι η καταβολή εκ μέρους των αναιρεσειόντων των 22.140 ευρώ, δεν αφορούσε την εξόφληση του αναγραφομένου στο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο τιμήματος,( η εξόφληση του οποίου και μόνο θα απέτρεπε την πλήρωση της τεθείσας στο ίδιο συμβόλαιο διαλυτικής αίρεσης μεταβίβασης της κυριότητας στους αναιρεσείοντες), αλλά του επιπλέον αυτού συμφωνηθέντος από τους διαδίκους και μη αναγραφέντος στο συμβόλαιο εξωτιμήματος, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 158, 159, 180, 181, 361, 369, 416, 422, 513, 1033ΑΚ.

Επομένως, όσα περί του αντιθέτου υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, με τους έκτο, όγδοο και ένατο πρόσθετους λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559αριθμ.1ΚΠολΔ είναι αβάσιμα. Επισημαίνεται ότι η κατ'επίκληση της ίδιας αναιρετικής πλημμέλειας από την αναιρεσείουσα, με τον έκτο πρόσθετο λόγο, της έλλειψης εννόμου συμφέροντος του αναιρεσίβλητου για την επικαλούμενη συμφωνία καταβολής εκτός συμβολαίου από τους αναιρεσείοντες, επί πλέον και μη αναγραφομένου στο συμβόλαιο, τιμήματος, επειδή δεν υφίσταται αξίωση αδικαιολόγητου πλουτισμού, είναι αβάσιμη ως στηριζόμενη στην εσφαλμένη προϋπόθεση της ύπαρξης εννόμου συμφέροντος μόνο σε περίπτωση τέτοιας αξίωσης.

Αντιθέτως ή επικαλούμενη από τον αναιρεσίβλητο εξόφληση του εκτός συμβολαίου συμφωνηθέντος τιμήματος, με την καταβολή από τους αναιρεσείοντες του ανωτέρω ποσού των 22.140ευρώ,καθιστά προφανές το έννομο του συμφέρον.

Με τον τρίτο υπό στοιχεία Γ και Γ1 λόγο της κρινόμενης αίτησης, η αναιρεσείουσα, κατ'επίκληση της αναιρετικής πλημμέλειας από το άρθρο 559αριθμ.1ΚΠολΔ,μέμφεται το Εφετείο, ότι με την χρησιμοποίηση από αυτό των ιδιωτικών γνώσεων των δικαστών που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση προσέβαλαν το δικαίωμά της για παροχή δίκαιης δίκης από αμερόληπτο δικαστήριο, εφαρμόζοντας εσφαλμένα τις διατάξεις των άρθρων 20 του Συντάγματος και 6 παρ.1α της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) που κυρώθηκε με με το ν.δ/γμα 53/1974.0 λόγος αυτός στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και είναι αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από το προεκτεθέν περιεχόμενο της απόφασης, οι επικαλούμενες για την θεμελίωσή του αιτιολογίες, σύμφωνα με τις οποίες"αναφορικά με το αληθές ύφος του συμφωνηθέντος τιμήματος, είναι βέβαιο ότι αυτό δεν περιοριζόταν μόνο στο ύφος της αντικειμενικής αξίας....Άλλωστε είναι εξαιρετικά ασύνηθες στις κτηματικές συναλλαγές να συμφωνείται τίμημα ακριβώς ίσο με την αντικειμενική του αξία.

Το σύνηθες είναι ότι τα μέρη αποβλέπουν και έχουν ως κριτήριο την αγοραία αξία, ενώ η συμφωνία για το τίμημα γίνεται σε στρογγυλοποιημένο ποσό (λ.χ.22.000ευρώ). Καθίσταται δε εν προκειμένω βέβαιο ότι υπήρξε και εκτός συμβολαίου συμφωνημένο έστω και ακύρως λόγω μη τηρήσεως του τύπου τίμημα από το γεγονός ότι οι αγοραστές στις καταθέσεις που έκαναν στον τραπεζικό λογαριασμό του πωλητή την 9'1 Φεβρουαρίου 2006;δεν κατέθεσαν μόνο 22.140 ευρώ, όσο το τίμημα που ισχυρίζονται ότι συμφωνήθηκε, αλλά συνολικά 35.900 ευρώ, δηλαδή 13.760 ευρώ επί πλέον",συνιστούν επιχειρήματα για την ενίσχυση του μη υποκείμενου σε αναιρετικό έλεγχο αποδεικτικού του πορίσματος για το ύφος του συμφωνηθέντος μεταξύ των διαδίκων τιμήματος.

Το αποδεικτικό πόρισμα εξάλλου της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το επίμαχο ζήτημα της μη απόδειξης από την αναιρεσείουσα της εξόφλησης του πιστωθέντος αναγραφομένου στο συμβόλαιο τιμήματος των 22.140 ευρώ, με τα έγγραφα που είχαν συμφωνηθεί ως αποκλειστικά μέσα απόδειξης αυτής, με την περιλαμβανόμενη σε αυτό δικονομική αποδεικτική σύμβαση ,η οποία και δεν καταργήθηκε, ούτε τροποποιήθηκε, και το ότι με το ανωτέρω καταβληθέν από την αναιρεσείουσα ποσό, εξοφλήθηκε το συμφωνηθέν, επιπλέον του αναγραφόμενου στο συμβόλαιο, τίμημα, με αποτέλεσμα να πληρωθεί η περιεχόμενη στο ίδιο συμβόλαιο διαλυτική αίρεση, έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί αναφέρονται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια, χωρίς ενδοιαστικές κρίσεις και αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των προαναφερθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων.

Επομένως, όσα περί του αντιθέτου υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559αριθμ.19ΚΠολΔ, για έλλειψη αιτιολογίας, του ανωτέρω αποδεικτικού πορίσματος, με παράθεση αποσπασματικών και επιλεκτικών παραδοχών αυτού, με τους δεύτερο υπό στοιχείο Β, κατά το οικείο μέρος του και πέμπτο, υπό στοιχεία Ε1,Ε2,Ε3 και Ε4 (κατά το οικείο μέρος του) αναιρετικούς λόγους, είναι αβάσιμα.

Επίσης, αβάσιμα είναι και όσα περί του αντιθέτου ισχυρίζεται σχετικά, με τους πρώτο, τρίτο, έκτο και ένατο πρόσθετους λόγους αναίρεσης. Εξάλλου, οι περιλαμβανόμενες στον ίδιο ανωτέρω πέμπτο, υπό στοιχείο Ε2, αναιρετικό λόγο από το άρθρο, κατ'εκτίμηση, 559αριθμ.19ΚΠολΔ αιτιάσεις ,με τις οποίες η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο για μη επαρκή θεμελίωση της προσβαλλόμενης απόφασης, για προσωπικού χαρακτήρα, απρόσφορες και μη στηρίζουσες το διατακτικό αιτιολογίες, σε σχέση με την μη απόδειξη της μεταγενέστερης τροποποιητικής της περιεχόμενης στο συμβόλαιο δικονομικής αποδεικτικής σύμβασης, η οποία(κατά την αιτίαση της) διαψεύδονται από το περιεχόμενο της από 9.2.2006 καταβολής ποσού 22.140ευρώ, είναι απαράδεκτες, εφόσον με την κατ'επίφαση επίκληση της αναιρετικής από το άρθρο 559αριθμ.19ΚΠολΔ πλημμέλειας, η αναιρεσείουσα επιχειρεί να πλήξει την αναιρετικώς ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του Εφετείου.

Περαιτέρω, η περιλαμβανόμενη στον προαναφερθέντα πέμπτο, υπό στοιχείο Ε3,αναιρετικό από το άρθρο, κατ'εκτίμηση, 559αριθμ.19ΚΠολΔ λόγο αιτίαση, κατά την οποία, η αναφορά του Εφετείου, ότι "ο παριστάμενος στο συμβόλαιο δικηγόρος του πωλητή που αξίωσε (όπως και οι αγοραστές λέγουν) τους εξασφαλιστικούς όρους είναι βέβαιο ότι θα παρενέβαινε και θα απέτρεπε μία τέτοια επιβλαβή τροποποίηση, άτυπα μάλιστα .Η σε βάρος των συμφερόντων του πωλητή ως άνω προφορική τροποποίηση των όρων του συμβολαίου που υποστηρίζουν οι αγοραστές φαίνεται ως δυσεξήγητη επί πλέον και από το γεγονός ότι έγινε σε ελάχιστο χρόνο αφότου είχε αναγνωσθεί και υπογραφεί το συμβόλαιο και όσο ακόμα η συμβολαιογράφος και ο δικηγόρος του πωλητή ήσαν στο γραφείο, οπότε ευχερώς μπορούσαν να προβούν στη διάρθρωση και επαναδιατύπωση του αποδεικτικού αυτού όρου",δεν αποδείχθηκε ,ούτε στηρίζει το πόρισμα του Εφετείου για μη κατάργηση ή τροποποίηση της περιεχόμενης στο πωλητήριο συμβόλαιο αποδεικτικής σύμβασης, είναι απαράδεκτη.

Προεχόντως, διότι με αυτή εκτός του ότι δεν πλήττεται παραδοχή της απόφασης, αλλά επιχείρημα του δικαστηρίου στο πλαίσιο της κατάστρωσης του δικανικού του συλλογισμού, με τον οποίο κατέληξε στο σαφές αποδεικτικό πόρισμα περί μη κατάργησης ή τροποποίησης της επίμαχης αποδεικτικής σύμβασης, επιχειρείται η μη επιτρεπόμενη, στο παρόν στάδιο επανάκριση της ουσίας της υπόθεσης.

Η αναφερόμενη στην απόφαση περικοπή, την οποία απομονώνει η αναιρεσείουσα "χωρίς καμμία υποχρέωση",η οποία αποτελεί τμήμα της φράσης της "...μένει ανεξήγητο γιατί έσπευσαν (οι αγοραστές) με τόση ευκολία και προθυμία να δώσουν στον πωλητή τους χωρίς καμία υποχρέωση το καθόλου ευκαταφρόνητο ποσό των 13.000 ευρώ ως (επάνω)τίμημα μετά τη συντέλεση της μεταβιβάσεως",δεν αποτελεί παραδοχή της προσβαλλόμενης, αλλά αιτιολογία στο πλαίσιο του αποδεικτικού της συλλογισμού για τη διαμόρφωση του σαφούς αποδεικτικού της πορίσματος, περί ύπαρξης συμφωνίας για επιπλέον, των 22.140 ευρώ, τίμημα, μη αναγραφόμενο στο συμβόλαιο.

Επομένως, εκτός του ότι δεν υφίσταται αντίφαση μεταξύ της φράσης αυτής με την παραδοχή της απόφασης για συμφωνία και εκτός συμβολαίου τιμήματος, δεν πλήττεται παραδεκτά και με τον από το άρθρο 559αριθμ.19ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο. Για τον ίδιο λόγο, δεν υφίσταται αντίφαση μεταξύ της προαναφερθείσας φράσης και της παραδοχής του Εφετείου, ότι είτε πριν την υπογραφή του συμβολαίου είτε μετά από αυτή δόθηκε στην αναιρεσείουσα το σημείωμα με τον τραπεζικό λογαριασμό του πωλητή, χορηγήθηκε προκειμένου να γίνει σε αυτό η κατάθεση του εκτός συμβολαίου τιμήματος.

Επομένως, όσα περί του αντιθέτου υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, με τον πέμπτο, υπό στοιχείο Ε, λόγο της κρινόμενης αίτησης για αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559αριθμ.19ΚΠολΔ είναι απαράδεκτα. Η περιλαμβανόμενη στον ίδιο λόγο αιτίαση περί αναπόδεικτων και στερούμενων αξίας παραδοχών και αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, είναι απαράδεκτη, διότι με επίφαση την ανωτέρω (από το άρθρο 559αριθμ.19ΚΠολΔ) αναιρετική πλημμέλεια πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του Εφετείου.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 γ1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα τα οποία οι διάδικοι νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίστηκαν από τους διαδίκους, αρκεί δηλαδή η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο (ΟλΑΠ2/2008).

Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ (ΑΠ600/2016).Από το συνδυασμό δε, των διατάξεων των άρθρων 118 και 556 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο δικόγραφο της αναίρεσης πρέπει να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι αναίρεσης, οι οποίοι και δεν πρέπει να αντιφάσκουν μεταξύ τους.

Αν υπάρχει αντίφαση, γεγονός που συμβαίνει και όταν προβάλλεται με το αναιρετήριο ο λόγος από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη κάποιο έγγραφο, και στη συνέχεια ο λόγος από τον αριθμό 20 του ίδιου άρθρου, ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού, ο δεύτερος λόγος απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ2264/2013, 579/2007).

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμ.20 του άρθρου 559ΚΠολΔ,για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο της ουσίας, είτε κάνοντας εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου αποδεικτικού εγγράφου, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, είτε παραλείποντας την ανάγνωση κρίσιμων περικοπών ή φράσεων αυτού, αποδίδει σ'αυτό περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιέχει και ακολούθως, με βάση μόνο αυτό ή κυρίως αυτό, καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα για πράγματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της απόφασής του.

Αντίθετα, δεν υπάρχει παραμόρφωση εγγράφου, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υποπίπτει σε διαγνωστικό σφάλμα ως προς το περιεχόμενο του εγγράφου και, αξιολογώντας τα περιστατικά που πράγματι περιέχονται σ'αυτό, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ο αναιρεσείων ορθό, οπότε πρόκειται για εκτίμηση αποδείξεων που δεν ελέγχονται αναιρετικά.

Επίσης, δεν θεμελιώνεται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, όταν δεν έχει ουσιώδη επίδραση στο αποδεικτικό του πόρισμα ή όταν το δικαστήριο της ουσίας στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα σε συνεκτίμηση και άλλων αποδεικτικών μέσων, χωρίς να εξαίρει τη βαρύτητα του σχετικού εγγράφου στη διαμόρφωση της γνώμης του ως προς την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟλΑΠ2/2008).

Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559αριθμ.11γ,μέμφεται το Εφετείο,:

1)με τους δεύτερο, υπό στοιχεία Β,Β1,τέταρτο υπό στοιχείο Δ, έκτο υπό στοιχείο ΣΤ, έβδομο υπό στοιχεία Ζ,Ζ1,Ζ2,Ζ3,Ζ4,Ζ5,Ζ6 και όγδοο, υπό στοιχεία Η,Η2,Η3,Η4,Η5,Η6 και Η7λόγους της κρινόμενης αίτησης της, ότι δεν έλαβε υπόψη τα εξής κρίσιμα για την απόδειξη της τροποποίησης της αποδεικτικής σύμβασης και της εξόφλησης του συμφωνηθέντος για την αγοραπωλησία τιμήματος, αποδεικτικά στοιχεία, που είχε νόμιμα επικαλεστεί ενώπιον του, ήτοι: ,

α)την έγγραφη εντολή του αναιρεσίβλητου να καταθέσουν το τίμημα του συμβολαίου στον ...7228 λογαριασμό της Τράπεζας ...

β)την απόδειξη κατάθεσης στην ανωτέρω Τράπεζα του ποσού των 22.140 ευρώ,

γ)την 1346/2011απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λαμίας,

δ)την 30/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας και

ε) την ένορκη κατάθεση του μάρτυρά της Β. Β.. Επίσης, η αναιρεσείουσα, με τους τέταρτο και έβδομο πρόσθετους λόγους, κατ'επίκληση της ίδιας αναιρετικής πλημμέλειας, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για μη λήψη υπόψη των ανωτέρω υπό στοιχεία β και δ αποδεικτικών εγγράφων. Οι λόγοι είναι αβάσιμοι, αφού τόσο από τη ρητή διαβεβαίωση της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι έλαβε υπόψη τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων και όλα τα έγγραφα που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται, όσο και από το περιεχόμενο και τις αιτιολογίες της ,με τις οποίες μάλιστα κάνει ρητή αναφορά των ανωτέρω ,υπό στοιχεία, α έως και δ αποδεικτικών μέσων, καθίσταται απολύτως βέβαιο, ότι το Εφετείο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε για την κατάρτιση του αποδεικτικού του πορίσματος.

Ειδικά δε για τις ποινικές αποφάσεις, τις συνεκτίμησε, εξήγαγε και από αυτές τεκμήρια, χωρίς να προβεί σε οποιαδήποτε ερμηνεία ως προς τους λόγους της ποινικής απαλλαγής της αναιρεσείουσας, ούτε να αποφανθεί, καθ'οιονδήποτε τρόπο για την ποινική ενοχή της, ώστε να ανακύπτει ζήτημα αμφισβήτησης του παραγόμενου από αυτές τεκμηρίου αθωότητάς της για τις πράξεις για τις οποίες κατηγορήθηκε, επισημαίνοντας(και ορθά) ότι το κρίσιμο ζήτημα που διαφοροποιεί την κριθείσα από αυτό υπόθεση, από την έχουσα το ίδιο αντικείμενο ποινική, είναι η δευσμευτική καταρτισθείσα μεταξύ των διαδίκων αποδεικτική σύμβαση.

Με τον δεύτερο, υπό στοιχείο Β1, λόγο της κρινόμενης αίτησης, η αναιρεσείουσα, σωρευτικά με την αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559αριθμ.11γ (για μη λήφη υπ όφη των ανωτέρω με στοιχεία α και β εγγράφων) επικαλείται πλημμέλεια και από το άρθρο 559 αριθμ.20ΚΠολΔ,αποδίδοντας στο Εφετείο, ότι με την παραδοχή πως δεν συνάγεται από το περιεχόμενο τους η τροποποίηση της αποδεικτικής σύμβασης και η εξόφληση του αναφερομένου στο συμβόλαιο τιμήματος, παρεμόρφωσε το περιεχόμενο τους. Ο λόγος είναι απαράδεκτος, προεχόντως διότι αντιφάσκει προς τον προηγούμενο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 11γ ΚΠολΔ, που αναφέρεται στη μη λήψη υπόψη των ίδιων αποδείξεων, αλλά και διότι η προβαλλόμενη αιτίαση αναφέρεται, όχι στην εσφαλμένη ανάγνωση των αποδεικτικών εγγράφων, αλλά στην ανεπίδεκτη αναιρετικού ελέγχου εκτίμηση του περιεχομένου τους, με βάση το οποίο το Εφετείο κατέληξε σε αντίθετο συμπέρασμα από αυτό που οι αναιρεσείοντες θεωρούν ορθό. Με τον έβδομο, υπό στοιχείο Ζ4, λόγο της κρινόμενης αίτησης

εξάλλου, η αναιρεσείουσα επικαλείται επικουρικά με την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ.11γ ΚΠολΔ (για μη λήψη υπόψη των ανωτέρω υπό στοιχεία γ και δ ποινικών αποφάσεων), πλημμέλεια και από το άρθρο 559 αριθμ.20ΚΠολΔ, προσάπτοντας στο Εφετείο παραμόρφωση αυτών, και συγκεκριμένα μη ορθή ανάγνωση του συνόλου της, εξαιτίας της οποίας δεν συνήγαγαν τα ορθά κατ'αυτήν τεκμήρια.

Ο λόγος είναι απαράδεκτος, εφόσον η προβαλλόμενη με αυτό αιτίαση αφορά όχι σε λανθασμένη ανάγνωση των επίμαχων αποφάσεων, αλλά σε (μη ελεγχόμενη αναιρετικά) διαφορετική από τη θεωρούμενη ως ορθή από την αναιρεσείουσα εκτίμησή τους από το δικαστήριο της ουσίας. Περαιτέρω, και η επικαλούμενη με το δεύτερο πρόσθετο αναιρετικό λόγο ίδια από το άρθρο 559αριθμ.20ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, της μη ορθής ανάγνωσης της αναφερόμενης στο …55/27-1-2006 συμβόλαιο αποδεικτικής συμφωνίας των διαδίκων της εξόφλησης του πιστωμένου τιμήματος, επειδή δέχθηκε ότι σε αυτή περιλαμβανόταν η προσκομιδή του γραμματίου παρακατάθεσης του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων, σε περίπτωση άρνησης της είσπραξης του τιμήματος από τον πωλητή, κάτι που δεν αναγραφόταν ,είναι αβάσιμη, εφόσον το Εφετείο, ορθά ανέγνωσε το περιεχόμενο της δικονομικής σύμβασης των διαδίκων, η δε αναφορά του στην εκ του νόμου προϋπόθεση της νομότυπης παρακατάθεσης του τιμήματος στο ανωτέρω Ταμείο δεν συνιστά εσφαλμένη ανάγνωση αυτού.

Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμ.8ΚΠολΔ για λήψη ή μη υπόψη προταθέντος και έχοντος ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης πράγματος,προϋποθέτει πράγμα παραδεκτώς προταθέν, αφού διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν επιτρέπεται να το λάβει υπόψη."Πράγματα" δε, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντέστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος καθώς και οι κύριοι ή πρόσθετοι λόγοι έφεσης που αφορούν αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή μη έχοντα αυτοτέλεια επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.ΑΠ3/1997,ΑΠ851/2015)Ό λόγος δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014, ΑΠ 1418/2013), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (Ολ.ΑΠ 11/1996).Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα", κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως, η επίκληση των αποδεικτικών μέσων και του περιεχομένου των αποδείξεων(ΑΠ579/2007).Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με το δεύτερο, υπό στοιχείο Β2,λόγο της κρινόμενης αίτησης, κατ'επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559αριθμ.8ΚΠολΔ,μέμφεται το Εφετείο, ότι δεν έλαβε υπόψη την επικληθείσα με την αγωγή της και επαναφερθείσα ενώπιον του με τις προτάσεις της τροποποίηση της δικονομικής σύμβασης περί του τρόπου καταβολής του τιμήματος μεταξύ των διαδίκων.

Ο λόγος είναι αβάσιμος, εφόσον, όπως από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης προκύπτει, ο ανωτέρω ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο και απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμος. Εξάλλου, οι πέμπτος, υπό στοιχείο Ε4, και όγδοος, υπό στοιχείο Η3,αναιρετικοί λόγοι, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες επικαλούμενοι την ίδια από το άρθρο 559αριθμ.8ΚΠολΔ πλημμέλεια, μέμφονται το Εφετείο για τη μη λήψη υπόψη των ήδη προαναφερθέντων(υπό στοιχεία α έως και ε αποδεικτικών στοιχείων) είναι απαράδεκτοι.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την τροποποίηση του με το άρθρο 17 του ν. 2915/2001, συντρέχει λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο δέχθηκε ως αληθινά πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής καθιερώνεται ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι' αυτά (ΑΠ 104/2014).

Δεν ιδρύεται, όμως, ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο της ουσίας, μετά από την εκτίμηση των προσκομισθέντων και αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, καταλήξει, έστω και σε εσφαλμένη περί των πραγμάτων κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, κατ' άρθρο 562 παρ.1 ΚΠολΔ (ΑΠ 717/2016); ούτε απαιτείται να αξιολογούνται τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα ούτε να αναφέρεται σε ποιο συγκεκριμένο μέσο στηρίζεται καθεμία από τις πραγματικές παραδοχές του (ΑΠ45/2014, 259/2007).Στην προκειμένη περίπτωση, με τους τέταρτο υπό στοιχείο Δ, έβδομο υπό στοιχείο Ζ6 και όγδοο υπό στοιχείο Η7 λόγο της κρινόμενης αίτησης, η αναιρεσείουσα, κατ'επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559αριθμ.10ΚΠολΔ,μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, διότι δεν έλαβε υπόψη την απόδειξη της Τράπεζας για την κατάθεση του ποσού των 22.140 ευρώ,ούτε προέβη σε αναλυτική εξειδίκευση και αξιολόγηση των ποινικών αποφάσεων και της μαρτυρικής κατάθεσης του μάρτυρος τους Β.

Β.. Οι ανωτέρω λόγοι είναι απαράδεκτοι ,διότι με επίφαση την αναιρετική από το άρθρο 559αριθμ.10ΚΠολΔ πλημμέλεια, οι αναιρεσείοντες επιχειρούν να πλήξουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του Εφετείου.

Περαιτέρω:

1)η με τον δεύτερο, υπό στοιχείο Β1 αναιρετικό λόγο επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559αριθμ.1 και 19 ,διότι το Εφετείο δεν αντελήφθη το ειδικό και συγκεκριμένο περιεχόμενο των προαναφερθέντων με στοιχεία α και β αποδεικτικών εγγράφων, <σε συνδυασμό και με το άρθρο 432ΚΠολΔ>, είναι απαράδεκτη, αφενός μεν, λόγω αοριστίας, αφού δεν εκτίθεται ποιες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου (αφού η 432ΚΠολΔ είναι δικονομικού) παρεβίασε και σε τι συνίσταται η παραβίαση, αφετέρου δε, διότι με την επίφαση της ανωτέρω αναιρετικής πλημμέλειας πλήττεται η επί της ουσίας ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων,2)η με τον πέμπτο, υπό στοιχείο Ε4, αναιρετικό λόγο επίκληση πλημμέλειας και από το άρθρο 559αριθμ.14ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, εφόσον οι αναιρεσείοντες δεν εκθέτουν περιστατικά δικονομικής ακυρότητας που να την θεμελιώνουν,3)η με τον ίδιο αναιρετικό λόγο επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559αριθμ.19ΚΠολΔ και διότι οι αιτιολογίες και σκέψεις της προσβαλλόμενης απόφασης είναι παντελώς αβάσιμες, είναι απαράδεκτη, διότι επιχειρείται να πληγεί η επί της ουσίας κρίση του Εφετείου,4) με τους έβδομο υπό στοιχείο Ζ4και Ζ5 ,όγδοο υπό στοιχείο Η3 αναιρετικούς λόγους και πέμπτο πρόσθετο λόγο της κρινόμενης αίτησης η αναιρεσείουσα επικαλείται πλημμέλεια και από το άρθρο 559αριθμ.19ΚΠολΔ,επειδή η προσβαλλόμενη απόφαση παρέλειψε να συνεκτιμήσει και να προσδιορίσει τα προκύπτοντα από τις ποινικές αποφάσεις τεκμήρια ,με αποτέλεσμα να στερείται της αναγκαίας επαρκούς αιτιολογίας.

Οι λόγοι, εκτός του ότι είναι απαράδεκτοι, αφού και πάλι πλήττεται, κατ'επίφαση ,της από το άρθρο 559αριθμ.19ΚΠολΔ πλημμέλειας η επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων, είναι και αβάσιμοι, αφού για την πληρότητα της αιτιολογίας δεν ήταν αναγκαία η εξειδίκευση και αναλυτική παράθεση των τεκμηρίων που προκύπτουν από τις εν λόγω αποφάσεις.

Ο λόγος αναίρεσης, που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 12 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται, αν παραβιάστηκαν οι ορισμοί του νόμου, που καθιερώνουν κατ' εξαίρεση ορισμένη αποδεικτική δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Όταν τα αποδεικτικά αυτά μέσα εκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο κατά τον κανόνα που θέτει το άρθρο 340 του Κ.Πολ.Δ., δεν ελέγχεται αναιρετικά τέτοια εκτίμηση (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ) και δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης(ΑΠ 109/2008) Κατά συνέπεια, ο όγδοος, υπό στοιχείο Η3 κύριος και έκτος πρόσθετος λόγοι αναίρεσης(κατά το σχετικό του μέρος),με τους οποίους η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559αριθμ.12ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι δεν απέδωσε την πρέπουσα βαρύτητα αντίστοιχα, στις ποινικές αποφάσεις(με την έννοια ότι δεν συντάχθηκε με αυτές) και στο αναγραφόμενο στο συμβόλαιο ύφος του τιμήματος(με την έννοια ότι αυτό και μόνο έπρεπε να δεχθεί ως συμφωνηθέν)πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, διότι οι αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων εκτιμώνται ελεύθερα, ενώ η απόδειξη μεγαλύτερου από το αναγραφόμενο στο συμβόλαιο τιμήματος, δεν συνιστά απόδειξη κατά του περιεχομένου αυτού, ούτε απαιτείται η προσβολή του ως πλαστού.

Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο(αρθρ.495παρ.3ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η τελευταία λόγω της ήττας της στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου (αρθρ.176,183ΚΠολΔ) κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Θεωρεί ως μη ασκηθείσα την από 3 Νοεμβρίου 2014 αίτηση του Ν. Κ. για αναίρεση της 117/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας.

Απορρίπτει την ίδια ανωτέρω αίτηση και τους από 2 Οκτωβρίου 2018 πρόσθετους λόγους της Ό. Β. για αναίρεση της προαναφερθείσας απόφασης.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων(2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Ιανουαρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 28 Μαΐου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ