Legislator Case Law & Legislation
710/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding vague contract terms and inadmissible review of non-appealable rulings.

Case Number 710/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Third Instance Court's decision regarding a construction contract dispute. The appellant argued that the lower court failed to address specific claims about contract vagueness and incorrectly calculated legal costs. The court rejected these arguments, ruling that the appeal was procedurally inadmissible due to insufficient grounds and that certain cost rulings were not subject to appellate review.

Legislator headnote

AI generated

Articles 176, 178, 179 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the grounds are insufficient or if the challenged ruling concerns a matter not subject to appellate review, such as the discretionary allocation of litigation costs based on the principle of the loser pays.

Keywords

AI generated
procedural inadmissibility contract vagueness litigation costs allocation appellate review limits principle of loser pays insufficient grounds appeal construction contract dispute

Cited Legislation

AI generated
Article 166 of the Civil Code
Articles 349 and 351 of the Civil Code
Articles 176, 178, and 179 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 1, number 14 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 1, number 1 of the Code of Civil Procedure
Article 495, paragraph 4 of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 710 / 2018 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 710/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη - Εισηγητή, Αλτάνα Κοκκοβού, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Αγγελική Τζαβάρα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Φεβρουαρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ε. Σ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αλεξάνδρα Σιούλη και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Ομόρρυθμης Τεχνικής Εταιρείας με την επωνυμία "..." που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Α. Κ. του Ι., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Ιωάννη Χορηδά και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7/1/2009 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου και τις από 16/1/2009 και 20/2/2009 αγωγές του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3302/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1723/2016 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 24/11/2016 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 166 ΑΚ προκύπτει ότι για να είναι δεσμευτικό και έγκυρο το προσύμφωνο και να γεννά υποχρέωση των συμβαλλομένων για την κατάρτιση της οριστικής σύμβασης, που θέλησαν τα μέρη, πρέπει να περιέχει επαρκώς τα ουσιώδη στοιχεία της μελλοντικής αυτής σύμβασης (ΑΠ 772/2014). Ειδικότερα, δε, προκειμένου για προσύμφωνο ανέγερσης πολυκατοικίας με τη μεταβίβαση ποσοστών οικοπέδου με το σύστημα της αντιπαροχής, με το οποίο αφ' ενός μεν αναλαμβάνεται υποχρέωση ανταλλαγής παροχών, που κάθε μία φέρει τα χαρακτηριστικά διαφορετικής σύμβασης και αφ' ετέρου η μια από τις ανταλλασσόμενες παροχές (εκείνη του εργολάβου - κατασκευαστή) έχει επίσης μικτό χαρακτήρα, ουσιώδη στοιχεία αυτού (προσυμφώνου) είναι ο ακριβής καθορισμός των εκατέρωθεν παροχών (μεταβίβαση ποσοστού οικοπέδου, αντιπαροχή, εργολαβικό αντάλλαγμα κ.λ.π.) και όλοι γενικά οι όροι και συμφωνίες, με τους οποίους πρόκειται να πραγματοποιηθεί η μελλοντική κατασκευή και πώληση των διαμερισμάτων της πολυκατοικίας, αφού το σύνολο των στοιχείων αυτών συνιστά το εν λόγω προσύμφωνο, διαφορετικά, είναι αόριστο και συνεπώς άκυρο.

Επομένως, είναι δυνατόν να παραμείνουν αρρύθμιστοι μόνο οι τυχόν δευτερεύοντες και συνήθεις όροι της συμβάσεως (ΑΠ 581/2013, ΑΠ 2041/2013). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 349 και 351 του ΑΚ, συνάγεται, ότι ο δανειστής γίνεται υπερήμερος, εάν δεν αποδέχεται την προσφερόμενη σ' αυτόν παροχή καθώς και εάν, μολονότι προσκλήθηκε από τον οφειλέτη, δεν προβαίνει στην απαιτουμένη πράξη, ή σύμπραξη, χωρίς την οποία ο οφειλέτης δεν μπορεί να εκπληρώσει την παροχή, συνέπεια δε της υπερημερίας αυτού (δανειστή) είναι, ότι ο οφειλέτης να δικαιούται, κατά τη διάταξη του άρθρου 358 του ΑΚ, να απαιτήσει από τον υπερήμερο δανειστή, καθετί, που χρειάστηκε να δαπανήσει επιπλέον για την ατελεσφόρητη προσφορά της παροχής καθώς και για τη φύλαξη και τη συντήρησή της κατά τη διάρκεια της υπερημερίας.

Για την ύπαρξη δε υπερημερίας του δανειστή, σε αντίθεση με όσα ορίζονται με τη διάταξη του άρθρου 336 του ΑΚ, δεν προσαπαιτείται συνδρομή πταίσματος αυτού, ήτοι ο δανειστής γίνεται υπερήμερος "ανεξάρτητα υπαιτιότητάς του. Οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται και επί συμβάσεως μισθώσεως έργου,"που δανειστής είναι ο εργοδότης, όσον αφορά την υποχρέωση της πράξεως ή συμπράξεως του τελευταίου, της οποίας οι συνέπειες ρυθμίζονται αποκλειστικά από τις παραπάνω διατάξεις, ώστε δεν μπορεί με βάση αυτές να αξιωθεί άλλη αποζημίωση, όπως το αρνητικό της συμβάσεως διαφέρον ή το διαφυγόν κέρδος του οφειλέτη ( ΑΠ 1504/2005, ΑΠ 1012/1998).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι, ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 179, 495/2013, ΑΠ 2119/2014, ΑΠ 632/15).

Με τους πρώτο και τρίτο λόγους της αναιρέσεως προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα η, από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι η προσβαλλομένη απόφαση, κατ' εσφαλμένη εφαρμογή των, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων των άρθρων 166, 349, 351 και 358 ΑΚ δέχθηκε την κατ' αυτού ασκηθείσα και επί των ως άνω διατάξεων θεμελιωθείσα, από 7.1.2009, αγωγή της αναιρεσιβλήτου δεχθείσα, με ελλιπή αιτιολογία της ελάσσονος προτάσεως του νομικού της συλλογισμού που αναφέρεται στο πραγματικό των εφαρμοσθέντων ως άνω κανόνων δικαίου, αφενός την εγκυρότητα του μεταξύ αυτού, ως εργοδότη, και της αναιρεσιβλήτου, ως εργολάβου, καταρτισθέντος, από 17.1.2007, "εργολαβικού προσυμφώνου μεταβιβάσεως ποσοστών εξ αδιαιρέτου οικοπέδου", και αφετέρου την κατάφαση συνδρομής των από τις παραπάνω διατάξεις (349, 351 ΑΚ) προβλεπομένων, για την περιέλευση αυτού, ως δανειστή, σε κατάσταση υπερημερίας, προϋποθέσεων.

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή (άρθρ. 561 §2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι, αυτή, μετ' εκτίμηση των εκατέρωθεν προσκομισθεισών αποδείξεων δέχθηκε, αναφορικά με τα κρίσιμα για την έκβαση της δίκης ως άνω ζητήματα, τ' ακόλουθα: "Στις 17.1.2007 οι διάδικοι συνήψαν το υπ' αριθ.

….2/17.01.2007 προσύμφωνο μεταβιβάσεως ποσοστών εξ αδιαιρέτου οικοπέδου και εργολαβικό συμβόλαιο της συμβολαιογράφου, Α. Δ. Β., δυνάμει του οποίου ο εναγόμενος - ενάγων (αναιρεσείων) Ε. Σ., ανέθεσε στην ενάγουσα - εναγομένη, (αναιρεσίβλητη) ομόρρυθμη εταιρεία, με την επωνυμία "....", που δραστηριοποιείται στην κατασκευή οικοδομών, την ανέγερση, με το σύστημα της αντιπαροχής διώροφης οικοδομής γραφείων - καταστημάτων.

Ειδικότερα, συμφωνήθηκε, ότι η εργολάβος εταιρεία θα προέβαινε στην εκτέλεση, με δικές της δαπάνες, ευθύνη και επιμέλεια, ολόκληρου του έργου ανέγερσης, κατασκευής και αποπεράτωσης της οικοδομής, η οποία θα αποτελούνταν: α) από τέσσερα (4) συνολικά καταστήματα στον ισόγειο όροφο και τέσσερα (4) συνολικά γραφεία στον πρώτο πάνω από το ισόγειο όροφο, ως αυτοτελείς και ανεξάρτητες, οριζόντιες ιδιοκτησίες και β) από ιδιόχρηστους, κοινόχρηστους και κοινόκτητους χώρους, πράγματα και εγκαταστάσεις, θα διέπονταν από τις διατάξεις του Ν. 3741/1929 και των άρθρων 1002 και 1117 του ΑΚ, σε συνδυασμό με το ΝΔ 1024/1971 και από τις διατάξεις του Κανονισμού, ο οποίος θα καταρτιζόταν αργότερα.

Οι ανωτέρω ιδιοκτησίες θα κατασκευάζονταν, βάσει των ισχυόντων πολεοδομικών κανονισμών και: 1ο των από 10.01.2007 σχεδιαγραμμάτων της αρχιτέκτονος - μηχανικού, Ε. Ε. Σ., στα οποία εμφαίνονται: α) η κάτοψη του ισογείου ορόφου και β) η κάτοψη του πρώτου (Α') ορόφου και 2) του από 10.01.2007 πίνακα κατανομής ποσοστών της ίδιας μηχανικού.

Στο άρθρο 1 του ανωτέρω συμβολαίου (σελ. 11 αυτού) αναφέρεται, ότι "....Όλα τα παραπάνω σχεδιαγράμματα, ο πίνακας αναλογιών και η γενική συγγραφή υποχρεώσεων, αφού σημάνθηκαν νόμιμα και υπογράφηκαν από τους συμβαλλομένους και εμένα τη Συμβολαιογράφο, προσαρτώνται στο παρόν και αποτελούν ουσιώδες και αναπόσπαστο τμήμα του.....

Ως εργολαβικό αντάλλαγμα για τα έξοδα κατασκευής και αποπεράτωσης της οικοδομής και ειδικότερα για τις ιδιοκτησίες, που θα περιέρχονταν στον οικοπεδούχο μαζί με τους κοινόχρηστους χώρους, μέρη, πράγματα και εγκαταστάσεις αυτών, που αντιστοιχούσαν στα ποσοστά εξ αδιαιρέτου ολοκλήρου του οικοπέδου, που θα παρακρατούσαν από αυτόν, συμφωνήθηκε η υποχρέωση του τελευταίου να μεταβιβάσει προς την εργολάβο ή προς τρίτους, που εκείνη θα υποδείκνυε, κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή, ποσοστό 649,60/1000 εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου και ειδικότερα:

α) την οριζόντια ιδιοκτησία Κατάστημα 1, του ισογείου ορόφου, επιφάνειας 115,72 τ.μ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 178,36/1000 εξ αδιαιρέτου, β) την οριζόντια ιδιοκτησία Κατάστημα 4 του ισογείου ορόφου, επιφάνειας 85,46 τ.μ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 131,72/1000 εξ αδιαιρέτου, γ) την οριζόντια ιδιοκτησία Γραφείο 1 του πρώτου πάνω από το ισόγειο ορόφου, επιφάνειας 81,15 τ.μ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 125,08/1000 εξ αδιαιρέτου, δ) την οριζόντια ιδιοκτησία Γραφείο 3 του πρώτου πάνω από το ισόγειο ορόφου, επιφάνειας 49,28 τ.μ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 75,95/1000 εξ αδιαιρέτου, ε) την οριζόντια ιδιοκτησία Γραφείο 4 του πρώτου πάνω από το ισόγειο ορόφου, επιφάνειας 89,85 τ.μ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 138,49/1000 εξ αδιαιρέτου.

Ο οικοπεδούχος συμφωνήθηκε, ότι θα παρακρατούσε τα υπόλοιπα 350,40/1000 εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου και ειδικότερα: α) την οριζόντια ιδιοκτησία Κατάστημα 2 του ισογείου ορόφου, επιφάνειας 74,84 τ.μ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 121,52/1000 εξ αδιαιρέτου, β) την οριζόντια ιδιοκτησία Κατάστημα 3 του ισογείου ορόφου, επιφάνειας 87,30 τ.μ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 134,56/1000 εξ αδιαιρέτου και γ) την οριζόντια ιδιοκτησία Γραφείο 2 του πρώτου πάνω από το ισόγειο ορόφου, επιφάνειας 61,20 τ.μ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 94,32/1000 εξ αδιαιρέτου.

Η μεταβίβαση των προαναφερόμενων ποσοστών εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου συμφωνήθηκε να γίνει οποτεδήποτε το ζητούσε η εργολάβος εταιρία. Περαιτέρω, στο άρθρο 12 του προαναφερθέντος προσυμφώνου προβλέφθηκε, ότι η εταιρεία ήταν υποχρεωμένη εντός εξήντα (60) ημερών από την ημέρα κατάρτισης αυτού να καταθέσει πλήρη φάκελο για την έκδοση άδειας κατεδάφισης της ισογείου παλαιάς οικίας, που υπήρχε στο οικόπεδο, καθώς και για την έκδοση άδειας οικοδομής, ενώ εντός δεκαπέντε (15) μηνών από την έκδοση της τελευταίας άδειας, θα έπρεπε να έχει περατώσει και παραδώσει τις ιδιοκτησίες του οικοπεδούχου, έτοιμες προς χρήση, καθώς και τους εν γένει κοινόχρηστους χώρους της οικοδομής.

Εάν δεν ήταν συνεπής στην τήρηση των προθεσμιών αυτών, ήταν υποχρεωμένη να του καταβάλει ως ποινική ρήτρα τα ποσά των είκοσι ευρώ (20,00) για κάθε ημέρα καθυστέρησης παράδοσης εκάστης οριζόντιας ιδιοκτησίας και πέντε ευρώ (5,00) για κάθε ημέρα καθυστέρησης παράδοσης των κοινόκτητων και κοινόχρηστων χώρων, έργων, πραγμάτων ή εγκαταστάσεων και για χρονικό διάστημα καθυστέρησης έως έξι (6) μηνών, σε περίπτωση δε μεγαλύτερης καθυστέρησης όφειλε να καταβάλει, ως ποινική ρήτρα, το διπλάσιο των ανωτέρω ποσών, ενώ επιφυλασσόταν το δικαίωμα του οικοπεδούχου να την κηρύξει έκπτωτη (άρθρο 13).

Εξάλλου, συνομολογήθηκε, ότι μέχρι την αποπεράτωση του έργου κατασκευής του κτιριακού συγκροτήματος και την παράδοση των οριζοντίων ιδιοκτησιών στον οικοπεδούχο, η εργολάβος ήταν υποχρεωμένη είτε να καταβάλει σ' αυτόν το ποσό των τετρακοσίων (400,00) ευρώ μηνιαίως για την κάλυψη των στεγαστικών του αναγκών ή να του παραχωρήσει διαμέρισμα της ιδιοκτησίας της για το ίδιο διάστημα (άρθρο 12).

Από όσα προαναφέρθηκαν συνάγεται, ότι στο προκείμενο προσύμφωνο περιέχονται όλα τα απαραίτητα για την εγκυρότητά του στοιχεία της μέλλουσας να καταρτισθεί οριστικής συμβάσεως, καθώς αναφέρονται σε αυτό το έργο, που επρόκειτο να κατασκευασθεί, με περιγραφή των επιμέρους οριζόντιων ιδιοκτησιών από τις οποίες θα αποτελούνταν, το εργολαβικό αντάλλαγμα, οι ιδιοκτησίες που θα λάμβανε έκαστος συμβαλλόμενος με περιγραφή τους, ως προς την επιφάνεια και την κάλυψη του οικοπέδου σε ποσοστά εξ αδιαιρέτου, ο τρόπος μεταβίβασης των ποσοστών του οικοπέδου και ο χρόνος αποπεράτωσης του έργου.

Πρέπει να σημειωθεί, ότι το εμβαδόν, ο όγκος και οι διαστάσεις των ιδιοκτησιών αναφέρονται, στα από 10.01.2007 σχεδιαγράμματα της μηχανικού Ε. Σ. και στον με την ίδια ημερομηνία πίνακα κατανομής ποσοστών της ανωτέρω μηχανικού, που υπογράφηκαν από τους διαδίκους και επισυνάπτονται στο επίδικο προσύμφωνο (άρθρο 1 του συμβολαίου).

Περαιτέρω, αποδείχθηκε, ότι η εργολάβος εταιρεία, συνεπής προς την αναληφθείσα με το επίδικο προσύμφωνο υποχρέωσή της, προέβη στην έκδοση τόσο της υπ' αριθμ. …7/23.05.2007 άδειας κατεδάφισης ισογείου κτίσματος όσο και της υπ' αριθμ. …0/23.05.2007 άδειας ανέγερσης οικοδομής γραφείων - καταστημάτων. Μετά την έκδοση των ανωτέρω αδειών, ενημέρωσε σχετικά με τον αντισυμβαλλόμενό της, προκειμένου αυτός να αποχωρήσει από την παλαιά οικία, που βρισκόταν εντός του οικοπέδου και στην οποία κατοικούσε με τη μητέρα του, προκειμένου να αρχίσουν οι εργασίες κατεδάφισης και ανοικοδόμησης.

Όμως εκείνος, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις εκ μέρους της εταιρείας, δεν εγκατέλειπε την οικία του, αλλά συνέχισε να διαμένει σε αυτή. Για το λόγο τούτο, η εργολάβος εταιρεία επέδωσε σε αυτόν, στις 21-09-2007, την από 25-07-2007 εξώδικη διαμαρτυρία - πρόσκληση - δήλωσή της (βλ. την υπ' αριθμ. 4642/21.09.2007 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών, Α Π.

Κ.), με την οποία τον καλούσε να αποχωρήσει από την οικία του. Επειδή δε, αυτός δεν συμμορφώθηκε, του απηύθυνε μεταγενέστερα, ήτοι στις 14.11.2007, και την από 08.11.2007 ομοίου περιεχομένου εξώδικη διαμαρτυρία - πρόσκληση - δήλωσή της (βλ. την υπ' αριθμ. 4812/14.11.2007 έκθεση επιδόσεως του ιδίου ως άνω δικαστικού επιμελητή).

Ωστόσο δεν αποδείχθηκε, ότι η μη αποχώρηση του οικοπεδούχου από την οικία και το οικόπεδο, κατά το δεδομένο χρονικό διάστημα, οφειλόταν σε δυστροπία του ή στο γεγονός, ότι μετάνιωσε και δεν επιθυμούσε, πλέον, την ανέγερση της οικοδομής. Ειδικότερα, προέκυψε, ότι η υπογραφή του επιδίκου προσυμφώνου έγινε στο πλαίσιο γενικότερης συμφωνίας μεταξύ των συμβαλλομένων μερών βάσει της οποίας η εταιρεία, εκτός από την ανάληψη της υποχρέωσης ανέγερσης της επίδικης οικοδομής, προέβη και στην αγορά, δυνάμει του υπ' αριθμ.

….3/18.1.2007 συμβολαίου της συμβολαιογράφου, Αγγελικής Δ. Β., ενός αγροτεμαχίου, της ιδιοκτησίας της μητέρας του οικοπεδούχου, που βρίσκεται στη θέση "…..", ..., εντός της ζώνης των πεντακοσίων (500) μέτρων από το όριο του οικισμού ….., στην κτηματική περιφέρεια του Δήμου ….. και επί της επαρχιακής οδού ..., με τον αριθμό ….

εκτάσεως 6.868,60 τ.μ., αντί του αναγραφόμενου στο συμβόλαιο τιμήματος των 64.178,49 ευρώ και πραγματικού τιμήματος 300.000,00 ευρώ, το οποίο δεν αρνήθηκε ο Ε. Σ.. Μάλιστα, την ίδια ημέρα υπογραφής του ανωτέρω υπ' αριθμ. …3/18.1.2007 συμβολαίου η εταιρεία υπέγραψε και την από 18.1.2007 δήλωσή της, με την οποία αναγνώρισε, ότι όφειλε το ποσό των 85.822,00 ευρώ.

Το ποσό αυτό αποτελούσε τμήμα του τιμήματος της προαναφερθείσας αγοραπωλησίας, γεγονός που η εταιρεία δεν αρνείται, θα το εισέπραττε δε, ο Ε. Σ. και για το λόγο τούτο, η εταιρεία υποσχέθηκε να το καταβάλει σε αυτόν, το αργότερο έως την 5η Αυγούστου 2007. Προς εξασφάλιση της καταβολής, η εταιρεία αποδέχθηκε αυθημερόν συναλλαγματική εκδόσεώς του, ποσού 85.822,00 ευρώ και λήξεως την, ως άνω, ημερομηνία (5.8.2007).

Όμως, επειδή η τελευταία δεν του κατέβαλε το οφειλόμενο ανωτέρω ποσό ο οικοπεδούχος αμφέβαλε για τη φερεγγυότητά της, με συνέπεια να αναβάλλει το χρόνο αποχώρησής του από την οικία και το οικόπεδο και ταυτόχρονα να μεταθέτει χρονικά και την έναρξη των εργασιών ανέγερσης της οικοδομής. Βέβαια, η εργολάβος εταιρεία διατείνεται, ότι δεν προέβαινε στην πληρωμή της συναλλαγματικής, προκειμένου να πιέσει τον οικοπεδούχο να εκπληρώσει την υποχρέωσή του από το προσύμφωνο, καθόσον είχε υποβληθεί σε σημαντικές δαπάνες για την έκδοση των αδειών κατεδάφισης της παλαιάς οικίας και ανέγερσης της οικοδομής και το έργο παρέμεινε ανεκτέλεστο.

Μάλιστα, προκειμένου να αποδείξει τη μη σύμπραξη του οικοπεδούχου για την εκτέλεση του έργου, προσκόμισε μετ' επικλήσεως το από 13.7.2007 "ιδιωτικό συμφωνητικό", ισχυριζόμενη, ότι της το απέστειλε ο ανωτέρω, υπογεγραμμένο από τον ίδιο, ζητώντας από αυτήν να αποδεχθεί την παράταση του χρόνου παραμονής του στην εντός του οικοπέδου παλαιά οικία μέχρι τις 31.5.2008, πρόταση, την οποία η εταιρεία δεν αποδέχθηκε, με συνέπεια να μην υπογράψει και το σχετικό έγγραφο.

Όμως, όταν κατόπιν αιτήσεως του Ε. Σ., εκδόθηκε σε βάρος της, δυνάμει της ανωτέρω συναλλαγματικής, η υπ' αριθμ. 8974/29.9.2008 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αυτή υποχρεώθηκε να καταβάλει το οφειλόμενο ποσό των 85.822,00 ευρώ, στον οικοπεδούχο. Μετά την καταβολή, δεν υπήρχε πλέον οποιοδήποτε κώλυμα για την έναρξη των εργασιών ανοικοδόμησης, αφού η εταιρεία είχε εκπληρώσει την, ως άνω, υποχρέωσή της, που είχε συμφωνηθεί, ως προϋπόθεση για την εκτέλεση του επιδίκου προσυμφώνου.

Κατόπιν τούτου, ο οικοπεδούχος όφειλε να αποχωρήσει από την παλαιά οικία, που βρισκόταν εντός του οικοπέδου και να το παραχωρήσει στην εργολάβο εταιρεία, ήτοι όφειλε να συμπράξει προκειμένου η τελευταία να μπορέσει να προβεί στην έναρξη των εργασιών ανέγερσης της οικοδομής. Εφόσον λοιπόν, ο Ε. Σ. δεν συνέπραξε, κατέστη υπερήμερος δανειστής, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στη νομική σκέψη της παρούσας, δεδομένου ότι από το κείμενο του προσυμφώνου δεν προκύπτει, ότι αυτός είχε αναλάβει υποχρέωση αποχώρησης από το ακίνητο, ώστε η συμπεριφορά του να εκτιμηθεί ως υπερημερία οφειλέτη, και για το λόγο αυτό υποχρεούται να καταβάλει στην εργολάβο εταιρεία ό,τι εκείνη δαπάνησε για την εκτέλεση της σύμβασης (άρθρ. 351, 358 ΑΚ).

Ο ισχυρισμός του εκκαλούντος Ε. Σ., ότι δεν κατέστη υπερήμερος δανειστής καθόσον από την έκδοση της άδειας οικοδομής στις 23.5.2007 είχε παρέλθει η προθεσμία δεκαπέντε (15) μηνών για την αποπεράτωση του έργου και κατά συνέπεια, δεν είχε υποχρέωση να αποχωρήσει από την κατοικία του, δεν είναι βάσιμος, διότι ο ίδιος κατά τη διάρκεια της δεκαπεντάμηνης προθεσμίας, αρχικά ζήτησε παράταση της παραμονής του στην παλαιά οικία μέχρι τις 31.5.2008, ακολούθως δε με την από 2.7.2008 εξώδικη δήλωση - διαμαρτυρία - πρόσκλησή του, που απηύθυνε προς την εργολάβο εταιρεία, όπως προαναφέρθηκε, την κάλεσε να συμπράξει για να "καθοριστούν οι διαδικασίες για την ολοκλήρωση όσων συμφωνήθηκαν στο υπ' αριθμ.

….2/2007 προσύμφωνο εργολαβικό συμβόλαιο....", κλήση, την οποία δεν θα της απηύθυνε, εάν είχε παύσει να θεωρεί ισχυρό το επίδικο προσύμφωνο και δεν επιθυμούσε πλέον τη δέσμευσή τους από αυτό....".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του δεν υπέπεσε στην αποδιδομένη με τους παραπάνω λόγους πλημμέλεια, της εκ πλαγίου δηλ. παραβάσεως των, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων των άρθρων 166, 349, 351 ΑΚ, καθόσον έκρινε, ως ουσιαστικά βάσιμη, την κατά του αναιρεσείοντος εγερθείσα και επί των παραπάνω διατάξεων θεμελιωθείσα αγωγή της αναιρεσιβλήτου δεχθείσα, με πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία της ελάσσονος προτάσεως του νομικού συλλογισμού, που αναφέρεται στο πραγματικό των εφαρμοσθέντων ως άνω κανόνων δικαίου.

Ι) την εγκυρότητα του μεταξύ των διαδίκων καταρτισθέντος ως άνω υπ' αριθμ. …2/17.1.2007 "προσυμφώνου μεταβιβάσεως ποσοστού εξ αδιαιρέτου οικοπέδου" με την υποστηρίζουσα την παραδοχή αυτή ορθή αιτιολογία ότι: "στο ένδικο προσύμφωνο περιέχονται όλα τα απαραίτητα (ουσιώδη) για την εγκυρότητά του στοιχεία της μέλλουσας να καταρτισθεί οριστικής συμβάσεως καθώς αναφέρονται σε αυτό το έργο που επρόκειτο να κατασκευασθεί, με περιγραφή των επιμέρους οριζοντίων ιδιοκτησιών, από τις οποίες θα αποτελούνταν το εργολαβικό αντάλλαγμα, οι ιδιοκτησίες που ελάμβανε έκαστος συμβαλλόμενος με περιγραφή τους, ως προς την επιφάνεια και την κάλυψη του οικοπέδου σε ποσοστά εξ αδιαιρέτου, ο τρόπος μεταβιβάσεως των ποσοστού του οικοπέδου και ο χρόνος αποπεράτωσης του έργου", και την συμπληρώνουσα την εν λόγω αιτιολογία περαιτέρω παραδοχή ότι "το εμβαδόν, ο όγκος και οι διαστάσεις των ιδιοκτησιών αναφέρονται στα από 10.1.2007 σχεδιαγράμματα της μηχανικού Ε.

Σ. και στον με την ίδια ημερομηνία πίνακα κατανομής ποσοστών της ανωτέρω μηχανικού, που υπογράφηκαν από τους διαδίκους και επισυνάπτονται στο επίδικο προσύμφωνο (άρθρο 1) του συμβολαίου) και

ΙΙ) την περιέλευση του αναιρεσείοντος δανειστή σε υπερημερία με την υποστηρίζουσα την παραδοχή αυτή ορθή αιτιολογία της αρνήσεως αυτού να συμπράξει στην έναρξη των εργασιών ανοικοδομήσεις (στις οποίες θα προέβαινε η εργολάβος, αναιρεσίβλητη εταιρεία), δια της αποχωρήσεώς του από την εντός του οικοπέδου, επί του οποίου θα εκτελούντο οι ως άνω εργασίες, κειμένη παλαιά οικία, στην οποία διέμεινε με τη μητέρα του, για την οποία (αποχώρηση) δεν υφίστατο, δικαιολογητικός λόγος μη πραγματοποιήσεώς της, ενόψει του ότι είχε προηγηθεί η προς τον αναιρεσείοντα καταβολή από την αναιρεσίβλητη του (προς αυτού) οφειλομένου ποσού των 85.822 ευρώ, "που είχε συμφωνηθεί ως προϋπόθεση για την εκτέλεση του επιδίκου προσυμφώνου" με αποτέλεσμα, κατά τη ρητή παραδοχή της προσβαλλομένης, "Ο Ε.

Σ.", (αναιρεσείων) εφόσον δεν συνέπραξε (κατά τον προαναφερθέντα τρίτο), να καταστεί υπερήμερος δανειστής, της υπερημερίας αυτού αρχομένης όχι από την αποστολή σ' αυτόν των από 21.9.2007 και 14.11.2007 εξώδικων προσκλήσεων της αναιρεσιβλήτου, με τις οποίες η τελευταία ζητούσε την άμεση αποχώρησή του από την επί του οικοπέδου οικία, στην οποία διέμενε, αφού μέχρι τότε η αναιρεσίβλητη εργολάβος δεν είχε καταβάλει το οφειλόμενο σ' αυτόν (αναιρεσείοντα) ποσό των 85.822 ευρώ από την οποία "είχε εξαρτηθεί η εκπλήρωση του προσυμφώνου", αλλά από την επομένη της ως άνω καταβολής εφόσον κατά ρητή παραδοχή της προσβαλλομένης "δεν υπήρχε πλέον οποιοδήποτε κώλυμα για την έναρξη των εργασιών και ο οικοπεδούχος (αναιρεσείων) όφειλε να αποχωρήσει από την παλαιά οικία συμπράττουν σ' αυτήν (έναρξη των εργασιών), ενόψει του ότι ο ίδιος, "με την από 2.7.08 εξώδικη δήλωση προς την εργολάβο την κάλεσε να συμπράξει για να καθοριστούν οι διαδικασίες για την ολοκλήρωση όσων συμφωνήθηκαν στο εργολαβικό προσύμφωνο θεωρώντας ισχυρό αυτό και συνακολούθως ισχυρή και την προς σύμπραξη υποχρέωσή του, την οποία αβασίμως αρνείται.

Υπό τις πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις παραδοχές αυτές της προσβαλλομένης αποφάσεως, οι οποίες δικαιολογούν το αποδεικτικό πόρισμα, υπό την έννοια της ορθής υπαγωγής των ανελέγκτως γενομένων δεκτών ως αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στο πραγματικό των εφαρμοσθέντων ως άνω κανόνων δικαίου και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο δεν ευρίσκουν έρεισμα εφαρμογής οι προβαλλόμενες, από το αρθρ. 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αιτιάσεις οι οποίες, για το λόγο αυτό, κρίνονται απορριπτέες ως αβάσιμες.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αριθμ. 4 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, το αναιρετήριο δικόγραφο πρέπει να περιέχει κατά τρόπο σαφή και ορισμένο το λόγο αναιρέσεως, ώστε όχι μόνο να εξάγεται από αυτόν σε ποιον από τους περιοριστικά στο άρθρο 559 ίδιου Κώδικα αναφερομένους αναιρετικούς λόγους υπάγεται, αλλά και να καθορίζονται σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά τον αναιρεσείοντα, στοιχειοθετούν την πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση με βάση, όπου χρειάζεται, τις παραδοχές της, οι οποίες πρέπει επίσης να καθορίζονται στο αναιρετήριο. Ειδικότερα, για το ορισμένο της από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ προβλεπομένης αιτιάσεως συνισταμένης στην, παρά το νόμο, μη κήρυξη από το δικαστήριο του απαραδέκτου του αγωγικού δικογράφου λόγω αοριστίας, απορρέουσας από τη μη αναφορά σ' αυτό των θεμελιωτικών στοιχείων, της προς κρίση καταχθείσης δια της αγωγής, αξιώσεως του ενάγοντος, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) το ακριβές περιεχόμενο της αγωγής, β) οι σχετικές με το ορισμένο αυτού (δικογράφου) παραδοχές του δικαστηρίου και γ) επίκληση ότι ο σχετικός περί αοριστίας ισχυρισμός, που θεμελιώνει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο Εφετείο (ΑΠ 765/2008, ΑΠ 579/2015).

Κατ' ακολουθίαν αυτών ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα η, από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι, παρά το νόμο, η προσβαλλομένη απόφαση δεν απέρριψε (κήρυξε) ως απαράδεκτη την κατ' αυτού εγερθείσα ένδικη αγωγή της αναιρεσιβλήτου λόγω αοριστίας απορρέουσας από την έλλειψη εξειδίκευσης των θεμελιωτικών στοιχείων της ασκουμένης αγωγικής αξιώσεως αναφορικά με τη συνδρομή των προϋποθέσεων της αποδιδομένης σ' αυτόν (αναιρεσείοντα) υπερημερίας (δανεισμού) και το ύψος της προκληθείσης ζημιάς κρίνεται απορριπτέος, ανεξαρτήτως του απαραδέκτου, που απορρέει από την προκύπτουσα από την επισκόπηση δικογράφου της εφέσεως του αναιρεσείοντος, με την οποία ο τελευταίος παραπονέθηκε κατά της πρωτοβαθμίου αποφάσεως (3302/2014 Πολ.

Πρωτ. Αθηνώ), αφενός για την απόρριψη της με αριθμ. καταθ. 20235/2009 αγωγής του ίδιου κατά της αναιρεσιβλήτου και αφετέρου για την αποδοχή της κατ' αυτού από 7.1.2009 αγωγής της τελευταίας, μη προβολή ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου του εν λόγω, περί αοριστίας, ισχυρισμού (ΑΠ 2004/2009, ΑΠ 1401/2009) (κρίνεται απορριπτέος), ως ενδεής της επικλήσεως των απαιτουμένων, για την πληρότητα της προβαλλομένης (από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ) αιτιάσεως στοιχείων και ειδικότερα αφενός της αναφοράς του ακριβούς περιεχομένου του αγωγικού δικογράφου, το οποίο πρέπει να σημειωθεί ότι, ούτε καν περιληπτικώς διατυπώνεται στο αναιρετήριο και αφετέρου των σχετικών με το ορισμένο αυτού (δικογράφου) παραδοχών της προσβαλλομένης αποφάσεως, με αποτέλεσμα να καθίσταται, εξαιτίας των παραπάνω ελλείψεων, ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος αναφορικά με την προσβαλλομένη αιτίαση.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 176, 178κ αι 179 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η καταψήφιση του διαδίκου στη δικαστική δαπάνη του αντιδίκου του δεν έχει ανάγκη ειδικής αιτιολογίας και είναι συνέπεια της αρχής της ήττας, ενώ ο συμψηφισμός όλων ή μέρους των εξόδων της δίκης λόγω του δυσερμηνεύτου των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν απόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου που δεν ελέγχεται αναιρετικά (ΑΠ 433/2007) και επομένως η, αναφορικά με τον γενόμενο συμψηφισμό των δικαστικών εξόδων, αιτίασης του διαδίκου δεν μπορεί να θεμελιώσει του από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγο δια του οποίου ασκείται ο σχετικός αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 218/2003). Κατ' ακολουθίαν αυτών ο τέταρτος λόγος της αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα η, από το άρθρο 559 αρ. 1 και μόνο ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεως του άρθρου 179 ΚΠολΔ, η προσβαλλομένη απόφαση προέβη σε μερικό συμψηφισμό των δικαστικών εξόδων "με την ανεπαρκή αιτιολογία ότι οι εφαρμοζόμενες διατάξεις είναι δυσερμήνευτες", κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος εφόσον, κατά τα εκτιθέμενα, η σχετική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.

Κατ' ακολουθίαν όλων των ως άνω αναφερθέντων και ενόψει της μη προβολής άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει ν' απορριφθεί, στο σύνολό της, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (αρ. 495 §4 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την (από 24.11.2016 και τις αριθμ. καταθ. 984/16) αίτηση αναιρέσεως της 1723/2016 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Μαρτίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Απριλίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ