Legislator Case Law & Legislation
581/2013 AI generated

Supreme Court dismisses appeal where defendant failed to appear and lower court properly considered private contract evidence.

Case Number 581/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's judgment regarding a construction contract dispute. The appellant failed to appear at the hearing, while the appellee presented evidence of a private agreement that the lower court deemed valid. The court ruled that the lower court correctly admitted the private contract as evidence because it did not involve a sale of property, thus avoiding the invalidation rule applicable to sales contracts.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576(1), 576(2) of the Code of Civil Procedure; Article 339 of the Code of Civil Procedure; Article 13(3) of Law 1587/1950: The court may proceed ex officio if a party is absent, and evidence of a private work agreement is admissible when the case does not involve the sale of real estate.

Keywords

AI generated
appeal dismissal absence of party admissibility of evidence private contract validity construction contract dispute Code of Civil Procedure invalidation of contract

Cited Legislation

AI generated
Article 576(1), 576(2) of the Code of Civil Procedure
Article 339 of the Code of Civil Procedure
Article 13(3) of Law 1587/1950
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure
Article 559(11)(a) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 581 / 2013 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 581/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 18 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Φ. του Λ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Της αναιρεσιβλήτου: Εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ITALARCH ΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΜΕΛΕΤΩΝ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΩΝ ΚΑΙ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ Εταιρεία Περιορισμένης Ευθύνης", με τον διακριτικό τίτλο "ITALARCH ΕΠΕ", η οποία εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιχαήλ Κουράκο - Μαυρομιχάλη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28 Νοεμβρίου 2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 381/2009 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 5277/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21 Φεβρουαρίου 2012 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Αντώνιος Ζευγώλης, ανέγνωσε την από 4 Φεβρουαρίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1,2 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά την συζήτηση της υποθέσεως ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον οριζόμενο από τον νόμο τρόπο, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει την συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήσαν παρόντες οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο τον οποίον ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στην συζήτηση παρά την απουσία του κλητευθέντος.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. 4382/03-05-2012 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών, ..., αντίγραφο της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως περιέχον πράξη περί ορισμού δικασίμου και κλήση για να παραστεί κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο επεδόθη νομίμως και εμπροθέσμως στον αναιρεσείοντα με φροντίδα της επισπεύδουσας την συζήτηση αναιρεσιβλήτης, κατ' άρθρον 131 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αφού στην άνω έκθεση επιδόσεως από την συντάξασα αυτήν δικαστική επιμελήτρια βεβαιώνεται ότι "αφού δεν βρήκα τον ίδιου (αναιρεσείοντα) στην κατοικία του στην ... και στην οδό ... αρ. 12, αλλά βρήκα τη σύνοικο οικιακή βοηθό αυτού, ονόματι Μ. Τ., όπως μου δήλωσε, η οποία αρνήθηκε να παραλάβει το ανωτέρω δικόγραφο και να υπογράψει την παρούσα έκθεσή μου, γι' αυτό θυροκόλλησα αυτό στην πόρτα της ανωτέρω κατοικίας του, παρουσία της μάρτυρος Κ.-Δ. Κ., κατοίκου ...". Επομένως, εφόσον ο αναιρεσείων δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από την σειρά του πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκε με νόμιμο τρόπο, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση παρά την απουσία του.

Κατά τη διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005).

Με τον λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.

Περαιτέρω, κατά τα άρθρα 166 και 369 του ΑΚ, συμβάσεις, καθώς και προσύμφωνα που έχουν ως αντικείμενο τη σύσταση, μετάθεση, αλλοίωση ή κατάργηση εμπραγμάτων δικαιωμάτων πάνω σε ακίνητα απαιτείται να γίνονται ενώπιον συμβολαιογράφου, σε περίπτωση δε που δεν ήθελε καταρτισθεί συμβολαιογραφικό έγγραφο, η δικαιοπραξία είναι άκυρη, κατά τα άρθρα 158, 159 παρ. 1 και 180 του ΑΚ.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 681 ΑΚ, με τη σύμβαση έργου μεταξύ εργολάβου και κυρίου του έργου, ο μεν εργολάβος αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει το έργο, ο δε κύριος του έργου (εργοδότης) να του καταβάλει την εργολαβική αμοιβή. Σύμβαση έργου υπάρχει και στην περίπτωση κατά την οποία συμφωνείται μεταξύ οικοπεδούχου και τρίτου, όπως ο τελευταίος ανεγείρει επί του οικοπέδου του οικοδομή, η οποία θα διέπεται από της περί οριζοντίου ιδιοκτησίας διατάξεις, οπότε, η μεν βασική παροχή του εργολάβου συνίσταται στην κατασκευή της οικοδομής, του δε οικοπεδούχου-εργοδότη στην υποχρέωση που αναλαμβάνει να μεταβιβάσει, ως αμοιβή, στον εργολάβο ή τα πρόσωπα που αυτός θα του υποδείξει, ορισμένα ποσοστά εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου, με τις οριζόντιες ιδιοκτησίες που αντιστοιχούν σ' αυτά, παραμένοντας κύριος των υπολοίπων ποσοστών εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου, μετά των αντίστοιχων οριζόντιων ιδιοκτησιών.

Και ναι μεν για την σύμβαση μισθώσεως έργου, δεν απαιτείται να τηρηθεί ο τύπος του συμβολαιογραφικού εγγράφου, αλλά αρκεί και το ιδιωτικό έγγραφο, η συμφωνία όμως μεταξύ του οικοπεδούχου και του εργολάβου να κατασκευάσει επί του οικοπέδου του οριζόντιες ιδιοκτησίες (καταστήματα, διαμερίσματα), με το σύστημα της αντιπαροχής, κατά το οποίο θέση τιμήματος ή ανταλλάγματος για τα ποσοστά πάνω στο οικόπεδο τα οποία παραχωρούνται στον εργολάβο ή στα πρόσωπα που αυτός θα υποδείξει, πρέπει να περιβληθεί τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου, τόσον για την οριστική σύμβαση, όσον και για το προσύμφωνο, αφού πρόκειται για μετάθεση εμπραγμάτου δικαιώματος πάνω σε ακίνητο.

Αντίθετα, η σύμβαση με την οποία ο εργοδότης - οικοπεδούχος υποσχέθηκε πρόσθετη, σε χρήμα, αμοιβή, πέραν των ανταλλαγμάτων που συμφωνήθηκαν με το συμβολαιογραφικό έγγραφο και προσύμφωνο μεταβιβάσεως ποσοστών εξ αδιαιρέτου πάνω στο οικόπεδο, για την εκτέλεση του έργου της κατασκευής της οικοδομής, δεν υπόκειται στον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου, διότι αφορά αμοιβή την οποία ο οικοπεδούχος - εργοδότης υπόσχεται να καταβάλει στον εργολάβο για το έργο που ο τελευταίος ανέλαβε να εκτελέσει.

Δεν είναι, δηλαδή, η αμοιβή αυτή αντάλλαγμα για τα ποσοστά πάνω στο οικόπεδο τα οποία ο οικοπεδούχος - εργοδότης παραχωρεί στον εργολάβο, διότι το αντάλλαγμα αυτό προσδιορίσθηκε επακριβώς στο συμβολαιογραφικό εργολαβικό-προσύμφωνο και συνίσταται στη υποχρέωση του εργολάβου να κατασκευάσει τις οριζόντιες ιδιοκτησίες της αντιπαροχής του οικοπεδούχου-εργοδότη.

Συνεπώς, η, εκτός του συμβολαιογραφικού εργολαβικού προσυμφώνου, υπόσχεση καταβολής στον εργολάβο επιπλέον χρηματικής αμοιβής είναι καθαρή πρόσθετη αμοιβή μισθώσεως έργου, που έχει ως αντικείμενο παροχής ορισμένου οικονομικού αποτελέσματος, συγκείμενου από υλικά και εργασία, και όχι εμπράγματο δικαίωμα πάνω σε ακίνητο και επομένως δεν απαιτείται να περιβληθεί τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου. Για τον ίδιο ακριβώς λόγο δεν έχει εφαρμογή στην περίπτωση αυτή η διάταξη του άρθρου 13 παρ. 3 του α.ν. 1587/1950, η οποία ορίζει ότι: "Το αντίγραφο εξ ου προκύπτει ότι συνεφωνήθη ή κατεβλήθη τίμημα μεγαλύτερον του αναγραφέντος εν τω συμβολαίω και εν τη δηλώσει του φόρου του παρόντος Νόμου είναι άκυρον και δεν δύναται να προσαχθεί και να ληφθεί υπ' όψει υπό του Δικαστηρίου και υφ' οιασδήποτε ετέρας Αρχής", ακριβώς επειδή η διάταξη αυτή προϋποθέτει πώληση ακινήτου, προϋπόθεση η οποία όμως στην προκειμένη περίπτωση δεν συντρέχει.

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 5277/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: "Με το υπ' αριθ. .../20-07-2001 προσύμφωνο μεταβιβάσεως ποσοστών εξ αδιαιρέτου οικοπέδου και εργολαβικό συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Αθηνών Αικατερίνης Κώτση, που καταρτίσθηκε μεταξύ της ενάγουσας (ήδη αναιρεσίβλητης) εταιρίας υπό την επωνυμία "ITALARCH ΕΠΕ", και των συνιδιοκτητών του οικοπέδου που βρίσκεται στην Αθήνα, στα ..., επί της οδού ...

αριθ. 50, μεταξύ των οποίων και ο εναγόμενος Γ. Φ. (ήδη αναιρεσείων), κατά ποσοστό 222,22/οοο, η ενάγουσα ανέλαβε να κατασκευάσει σε αυτό, κατά το σύστημα της αντιπαροχής, πολυώροφη οικοδομή, διεπόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 1002 και 1117 του ΑΚ, του Ν. 3741/1929 και του Ν. 1024/1971 "περί οριζοντίου ιδιοκτησίας", αντί αμοιβής, η οποία, κατά τους όρους του συμβολαίου, συνίστατο στην υποχρέωση των οικοπεδούχων, μεταξύ των οποίων και του εναγομένου, να μεταβιβάσουν στην ίδια ή στους τρίτους που αυτή θα υποδείκνυε, συνολικά, τα 594/οοο εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου, μετά των αυτοτελών οριζόντιων ιδιοκτησιών που αντιστοιχούν σε αυτά.

Κατά τους όρους του συμβολαίου, εκ των υπό κατασκευή αυτοτελών οριζόντιων ιδιοκτησιών της οικοδομής, στον εναγόμενο συμφωνήθηκε να περιέλθει ως αντιπαροχή, το επί της προσόψεως της οδού ..., υπό στοιχεία Κ-α κατάστημα του ισογείου, επιφάνειας 60 τετρ. μέτρων, με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 90/οοο, και το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσεως της υπό στοιχεία Ρ-1 θέσης σταθμεύσεως αυτοκινήτου στον ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου.

Παράλληλα με το πιο πάνω εργολαβικό και την ίδια ημέρα της συντάξεώς του, δηλαδή την 20-07-2001, οι διάδικοι κατάρτισαν μεταξύ τους και υπέγραψαν και το από ιδίαν χρονολογία ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο όρισαν τα εξής: "Δυνάμει του σήμερα υπογραφέντος ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Αικατερίνης Κώτση προσυμφώνου μεταβιβάσεως εξ αδιαιρέτου οικοπέδου και εργολαβικού ανεγέρσεως πολυκατοικίας, η εταιρία "ITALARCH ΕΠΕ" ανέλαβε την, δαπάνη και ευθύνη της, ανέγερσης πολυωρόφου οικοδομής επί του, επί της οδού ...

αριθ. 50, οικοπέδου, του οποίου ο Γ. Φ. τυγχάνει συνιδιοκτήτης. Η μεταξύ των συμβαλλομένων μερών συμφωνηθείσα αντιπαροχή συνίσταται στο υπό στοιχεία Κ-α κατάστημα του ισογείου ορόφου, αρχικής επιφάνειας 22,30 τετρ. μέτρων, και στην υπό στοιχεία Ρ-1 θέση σταθμεύσεως. Προς καλύτερα εξυπηρέτηση των αναγκών του Γ.

Φ. συμφωνείται με το παρόν το ως άνω κατάστημα να είναι τελικής επιφάνειας 60 τετρ. μέτρων. Για αυτά τα 37,70 επιπλέον τετραγωνικά μέτρα συμφωνείται τίμημα δραχμών τριάντα επτά εκατομμυρίων επτακοσίων χιλιάδων (37.700.000), το οποίο τα μέρη θεωρούν δίκαιο και εύλογο και το οποίο συμφωνείται να καταβληθεί ως ακολούθως: 1) 9.000.000 δραχμές την 28-07-2001,...2) 5.000.000 δραχμές την 30-10-2001, με την προϋπόθεση της εκδόσεως της οικοδομικής άδειας και της ενάρξεως των εργασιών, 3) 10.000.000 δραχμές την 31-12-2001, με την προϋπόθεση της ενάρξεως κατασκευής του οπλισμένου σκυροδέματος του α' ορόφου, 4) 5.000.000 δραχμές την 01-03-2002, με την προϋπόθεση της ενάρξεως κατασκευής της τοιχοποιίας του α'ορόφου, 5) 4.700.000 δραχμές την 01-05-2002, με την προϋπόθεση της ενάρξεως κατασκευής των υδραυλικών και ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων του α' ορόφου και 6) 4.000.000 δραχμές την 01-06-2002 με την προϋπόθεση της ενάρξεως κατασκευής των επιχρισμάτων του α' ορόφου".

Με το ιδιωτικό αυτό συμφωνητικό, όπως από το περιεχόμενό του προκύπτει, ο εναγόμενος ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει στην ενάγουσα πρόσθετη εργολαβική αμοιβή, πέραν των ποσοστών πάνω στο οικόπεδο τα οποία με το εργολαβικό συμβόλαιο συμφωνήθηκε να της μεταβιβάσει ως εργολαβικό αντάλλαγμα, ποσού 37.700.000 δραχμών, για την εκτέλεση του συμφωνημένου έργου, δηλαδή της κατασκευής του καταστήματος της αντιπαροχής, επειδή το κατάστημα αυτό, από πλευράς επιφάνειας και θέσεώς του, ήταν μεγαλύτερης αξίας από εκείνο που αναλογούσε στο μερίδιό του πάνω στο οικόπεδο.

Τον Αύγουστο του 2003, η ενάγουσα εξετέλεσε το συμφωνημένο έργο και παρέδωσε στον εναγόμενο, πλήρως αποπερατωμένο, το πιο πάνω υπό στοιχεία Κ-α κατάστημα επιφάνειας 60 τετρ. μέτρων, και την υπό στοιχεία Ρ-1 θέση σταθμεύσεως αυτοκινήτου στον ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου, ο τελευταίος δε της μεταβίβασε τα συμφωνημένα με το εργολαβικό ποσοστά του οικοπέδου και της κατέβαλε, από την πιο πάνω συμφωνημένη με το ιδιωτικό συμφωνητικό πρόσθετη σε χρήμα εργολαβική αμοιβή της των 37.700.000 δραχμών, μόνο το ποσό των 24.000.000 δραχμών, περιστατικά τα οποία οι διάδικοι εκατέρωθεν συνομολογούν.

Εξακολουθεί δε, μετά ταύτα, να της οφείλει το υπόλοιπο της πρόσθετης σε χρήμα εργολαβικής αμοιβής εκ 13.000.000 δραχμών, το ισόποσο των οποίων σε ευρώ ανέρχεται σε 40.205. Με βάση τα πιο πάνω αποδειχθέντα ουσιώδη περιστατικά και σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, η μεταξύ των διαδίκων συμφωνία για την πρόσθετη σε χρήμα εργολαβική αμοιβή δεν χρειαζόταν να περιβληθεί τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου, διότι η αμοιβή αυτή δεν συνιστά αντάλλαγμα για τα ποσοστά που ο εναγόμενος ανέλαβε την υποχρέωση να μεταβιβάσει και πράγματι μεταβίβασε στην ενάγουσα, αλλά αμοιβή για την εκτέλεση του συμφωνημένου έργου, ούτε το πιο πάνω από 20-07-2001 ιδιωτικό, μεταξύ των διαδίκων, συμφωνητικό, στο οποίο περιελήφθη η συμφωνία αυτή, είναι άκυρο κατ' εφαρμογήν του άρθρου 13 παρ. 3 του α.ν. 1587/1950, διότι, προκειμένης συμβάσεως μισθώσεως έργου, η διάταξη αυτή δεν έχει εφαρμογή.

Επομένως, ο τρίτος λόγος της υπό κρίση εφέσεως, με τον οποίο ο εναγόμενος προβάλλει ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε νόμιμη την υπό κρίση αγωγή, αντί να την απορρίψει, κατ' αρχήν μεν ως μη νόμιμη, λόγω μη υποβολής της συμφωνίας για την πρόσθετη σε χρήμα αμοιβή στον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου και εντεύθεν ακυρότητάς της, αλλά και λόγω ακυρότητας του από 20-07-2001 ιδιωτικού εγγράφου που συνετάγη γι' αυτήν, κατ' εφαρμογήν της διατάξεως του άρθρου 13 παρ. 3 του α.ν. 1587/1950, έπειτα δε και ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν και πρέπει να απορριφθεί".

Με βάση τις παραπάνω παραδοχές του το Εφετείο, και μετά την απόρριψη και των λοιπών λόγων της εφέσεως, που δεν ενδιαφέρουν εν προκειμένω, απέρριψε την τελευταία και στο σύνολό της, επικυρώνοντας έτσι την ομοίως κρίνασα απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που είχε κάνει δεκτή την ένδικη αγωγή της αναιρεσίβλητης εταιρίας, με την οποία επιδιώκετο η επιδίκαση σ' αυτήν του υπολοίπου της αμοιβής της, ποσού 40.205 ευρώ, ενόψει της εκτέλεσης και παράδοσης στην αναιρεσείουσα, του συμφωνηθέντος μεταξύ τους, με το προαναφερόμενο ιδιωτικό συμφωνητικό, έργου.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 166, 159 παρ.1, 180, 369 του ΑΚ, και 13 παρ. 3 του ν. 1587/1950, τις οποίες δεν παραβίασε, καθόσον τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν πληρούσαν το πραγματικό των άνω διατάξεων, αλλ' αντιθέτως πληρούσαν το πραγματικό των διατάξεων των άρθρων 681 και 694 του ΑΚ και δικαιολογούσαν την παραδοχή της ένδικης αγωγής της αναιρεσίβλητης.

Ειδικότερα, δικαιολογούσαν την απόρριψη των ισχυρισμών του αναιρεσείοντος και παραδοχή της ένδικης αγωγής της αναιρεσίβλητης, οι ως άνω παραδοχές του Εφετείου ότι, η μεταξύ των διαδίκων συμφωνία για την πρόσθετη σε χρήμα εργολαβική αμοιβή δεν χρειαζόταν να περιβληθεί τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου, διότι η αμοιβή αυτή δεν συνιστούσε αντάλλαγμα για τα ποσοστά που ο εναγόμενος (αναιρεσείων) ανέλαβε την υποχρέωση να μεταβιβάσει και πράγματι μεταβίβασε στην ενάγουσα (αναιρεσίβλητη), προκειμένου να περιέλθουν σ' αυτόν, η άνω οριζόντια ιδιοκτησία και η αποκλειστική χρήση του χώρου στάθμευσης, αλλά αμοιβή για την εκτέλεση του συμφωνημένου πρόσθετου έργου, και ότι το πιο πάνω από 20-07-2001 ιδιωτικό, μεταξύ των διαδίκων, συμφωνητικό, στο οποίο περιελήφθη η συμφωνία αυτή, δεν είναι άκυρο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 13 παρ. 3 του α.ν.1587/1950, διότι, προκειμένης συμβάσεως έργου, η διάταξη αυτή δεν έχει εφαρμογή, αφού το τελευταίο προϋποθέτει πώληση ακινήτου, προϋπόθεση όμως που στην προκειμένη περίπτωση δεν συνέτρεχε.

Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του αρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης.

Ο από το άρθρο 559 αρ.11 περ.α' ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Ο νόμος (άρθρο 339 ΚΠολΔ) καθορίζει περιοριστικώς τα αποδεικτικά μέσα. Δεν επιτρέπεται η χρήση άλλων, είτε για άμεση είτε για έμμεση, δια τεκμηρίων, απόδειξη. Ο λόγος ιδρύεται επίσης αν το αποδεικτικό μέσο περιλαμβάνεται μεν στα απαριθμούμενα στο άρθρο 339 ΚΠολΔ, δεν επιτρέπεται όμως η χρήση του στη συγκεκριμένη περίπτωση λόγω της φύσεως της υποθέσεως, όπως στην περίπτωση του άρθρου 13 παρ. 3 του α.ν. 1587/1950. Η απόδειξη όμως της οφειλόμενης στην αναιρεσίβλητη εργολάβο αμοιβής για την εκτέλεση του συμφωνηθέντος με το από 20-07-2001 ιδιωτικό συμφωνητικό έργου, δεν εμπίπτει στην παραπάνω διάταξη, αφού η εφαρμογή της διάταξης αυτής προϋποθέτει πώληση ακινήτου, με επί πλέον του αναγραφομένου στο συμβόλαιο τιμήματος ή αμοιβής, προϋπόθεση όμως η οποία δεν συνέτρεχε εν προκειμένω, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην προηγούμενη σκέψη, και συνεπώς, νομίμως λήφθηκε το εν λόγω ιδιωτικό συμφωνητικό υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας. Επομένως, ο δεύτερος, από το άρθρο 559 αρ.11 περ. α' ΚΠολΔ, αντίθετος, λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος. Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21-02-2012 αίτηση του Γ. Φ. του Λ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5277/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Μαρτίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 1 Απριλίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ