Legislator Case Law & Legislation
824/2012 AI generated

Supreme Court allows appeal against labor law judgment due to failure to prove employee status and claims validity.

Case Number 824/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the Second Instance Court's judgment regarding labor claims. The appellants argued that the lower court failed to verify their employment status and the validity of their claims based on submitted documents. The Court found the lower court's reasoning insufficient as it did not address specific documents or establish a firm belief regarding the appellants' employment, necessitating a remand for further examination.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(19) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; The failure of a lower court to adequately examine submitted evidence regarding employment status and claim validity constitutes a ground for appeal, requiring remand for further adjudication.

Keywords

AI generated
labor law claims employee status verification appeal admissibility remand for retrial statute of limitations evidence insufficiency legal costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Article 498(2) of the Code of Civil Procedure
Article 15(1) of Law 2915/2001
Article 159(3) of the Code of Civil Procedure
Article 6(2) of Law 3198/1955
Articles 264(2) and 279 of the Civil Code
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 824 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 824/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Nοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Ε. Κ. του Κ., 2. Σ. Σ. του Β., 3. Α. Κ. του Γ., κατοίκων ..., 4. Η. Σ. του Ι., κατοίκου ..., 5. Α. Τ. του Ε., κατοίκου ..., 6. Σ. Μ. του Κ., κατοίκου ..., 7. Έ.-Μ. Κ. του Δ., 8. Β. Κ. του Δ. και 9. Γ. Λ. του Α., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Κοντοθανάση.

Των αναιρεσιβλήτων:1. Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΦΩΣΦΟΡΙΚΩΝ ΛΙΠΑΣΜΑΤΩΝ ΑΕ", η οποία εδρεύει στην Καβάλα και εκπροσωπείται νόμιμα, και 2. Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκαν η πρώτη από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Μιλτιάδη Καραγιάννη, ο οποίος δήλωσε την αλλαγή της επωνυμίας, λόγω συγχωνεύσεως, ως οιονεί καθολικής διαδόχου της εταιρείας "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΛΙΠΑΣΜΑΤΑ & ΧΗΜΙΚΑ ELFE ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" με τον διακριτικό τίτλο "ELFE SA" που εδρεύει στο Π.Φάληρο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, και η δεύτερη εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελένη Κρητικού, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 20-12-2002 ανακοπές, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2360/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 739/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15-2-2008 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Στυλιανή Γιαννούκου ανέγνωσε την από 4-11-2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου και τέταρτου λόγου αναιρέσεως, κατά το ως άνω μέρος τους και την απόρριψη των λοιπών.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των παραστασών αναιρεσιβλήτων την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 498 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 15 παρ. 1 του ν. 2915/2001, η προθεσμία για την κλήτευση των διαδίκων που διαμένουν στην ημεδαπή, για τη συζήτηση ενδίκου μέσου, είναι εξήντα ημέρες. Το εκπρόθεσμο της κατά το ανωτέρω άρθρο κλήτευσης του διαδίκου, ο οποίος παρέστη κατά τη συζήτηση, καθιστά άκυρη την κλήτευση του και προσβάλλει το δικαίωμα της υπεράσπισης του, μόνο υπό την προϋπόθεση του άρθρου 159 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., δηλαδή της επίκλησης προκλήσεως αντιστοίχως δικονομικής βλάβης και συγκεκριμένα περί την προπαρασκευή της υπεράσπισης, η οποία δεν μπορεί να επανορθωθεί κατ' άλλο τρόπο.

Συνεπώς, μόνο υπό την προϋπόθεση της βλάβης αυτής στοιχειοθετείται στην ανωτέρω περίπτωση η πιο πάνω ακυρότητα (Ολ.ΑΠ 2/2001, ΑΠ 360/2011). Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσίβλητες με τις έγγραφες ενώπιον του δικαστηρίου αυτού προτάσεις τους προβάλλουν το απαράδεκτο της συζήτησης της προκειμένης υπόθεσης, επικαλούμενες ότι αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση, για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (14-11-2011), επιδόθηκε σ' αυτές εκπροθέσμως, δηλαδή την 14-9-2011.

Η ως άνω ένσταση είναι νόμιμη κατ' άρθρο 498 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει σήμερα και άρθρο 568 παρ. 4 ίδιου Κώδικα, πλην όμως εξεταζόμενη περαιτέρω κατ' ουσία, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη ενόψει του ότι πρωτίστως οι αναιρεσίβλητες, δεν προβάλλουν οποιαδήποτε δικονομική τους βλάβη από το εκπρόθεσμο της εν λόγω επίδοσης, ιδίως μάλιστα σε σχέση με την προπαρασκευή της υπεράσπισης τους, η οποία δεν μπορεί να επανορθωθεί κατ' άλλο τρόπο, επί πλέον δε, παρέστησαν νομίμως και προσηκόντως, κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αντέταξαν πλήρως την υπεράσπιση και τα επιχειρήματα τους κατ' αυτής.

Κατά το άρθρο 975 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει μετά το άρθρο 31 του ν. 1545/1985 η κατάταξη των δανειστών στον πίνακα γίνεται με την εξής σειρά: "1) ... 2) ... 3) ... οι απαιτήσεις που έχουν ως βάση τους την παροχή εξαρτημένης εργασίας και ... εφόσον προέκυψαν μέσα στην τελευταία διετία πριν από την ημερομηνία ορισμού του πρώτου πλειστηριασμού.

Αποζημιώσεις λόγω καταγγελίας της σχέσης εργασίας κατατάσσονται, ανεξάρτητα από το χρόνο που προέκυψαν, στην τάξη αυτή. Έτσι διευρύνθηκε σημαντικά ο χρόνος που καλύπτεται από το προνόμιο του άρθρου 975 περ. 3 Κ.Πολ.Δ., για απαιτήσεις από παροχή εξαρτημένης εργασίας, σε διετία πριν από την ημέρα ορισμού του πρώτου πλειστηριασμού ή της κηρύξεως της πτωχεύσεως, έγινε δε υπαγωγή στο προνόμιο αυτό και των αποζημιώσεων λόγω καταγγελίας της σχέσης εργασίας, ανεξάρτητα από το χρόνο που προέκυψαν αυτές (ΟλΑΠ 3/2011, ΑΠ 1023/2009).

Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 534, 644, 647, 648, 665 και 667 του Εμπ.Ν. προκύπτει ότι η κήρυξη της πτωχεύσεως του οφειλέτη επάγεται την αναστολή των εναντίον του ατομικών διώξεων και, κυρίως, της αναγκαστικής εκτελέσεως. Ο κανόνας αυτός ισχύει έναντι των εγχειρογράφων και των γενικών προνομιούχων δανειστών που περιλαμβάνονται στην εκπροσωπούμενη από το σύνδικο, ομάδα των πτωχευτικών πιστωτών, ενώ αντιθέτως, δεν δεσμεύει τους ενυπόθηκους, ενεχυρούχους και ειδικούς προνομιούχους δανειστές, οι οποίοι, ικανοποιούμενοι από το υπέγγυο πράγμα, δεν επηρεάζονται από τη πτώχευση, δικαιούνται δε μέχρις ότου επέλθει η ένωση των πιστωτών, να επισπεύσουν οι ίδιοι αναγκαστική εκτέλεση κατά του βεβαρυμένου πράγματος του πτωχού και να επιδιώξουν την ικανοποίηση της απαίτησης τους.

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 534, 582, 585 έως 589, 591 έως 596 του Εμπορικού νόμου, με εκείνες των άρθρων 972, 975, 976 και 977 του ΚΠολΔ, συνάγεται αφενός ότι στη διαδικασία της επαλήθευσης υποβάλλονται και οι με γενικό προνόμιο εξοπλισμένες απαιτήσεις, οι δανειστές των οποίων στερούνται και αυτοί της δυνατότητας ατομικών διώξεων κατά του πτωχού και αφετέρου ότι αν εκπλειστηριασθεί, με επίσπευση ενέγγυου πτωχευτικού πιστωτή, που διατηρεί δικαίωμα ατομικής δίωξης, ακίνητο της πτωχευτικής περιουσίας πριν από το στάδιο της ένωσης των πιστωτών, οι απαιτήσεις αυτές αναγγέλλονται στη διαδικασία της εκτέλεσης μόνο δια του συνδίκου, ο οποίος και κατατάσσεται στη θέση και για λογαριασμό των πιστωτών αυτών στον πίνακα κατάταξης που συντάσσει ο υπάλληλος του πλειστηριασμού. Αν κατά το χρόνο της κατάταξης δεν έχει ακόμη λάβει χώρα η επαλήθευση των πιστώσεων αυτών, τότε η κατάταξη τους γίνεται τυχαίως (ΟλΑΠ 82/1965).

Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 601 και 610 Ε.Ν. προκύπτει, ότι ο πτωχευτικός συμβιβασμός που επικυρώθηκε με τελεσίδικη δικαστική απόφαση δεσμεύει όλους τους εγχειρογράφους πιστωτές, των οποίων οι απαιτήσεις είχαν γεννηθεί πριν από την κήρυξη της πτωχεύσεως, όχι όμως και τους πιστωτές που έχουν εμπράγματη ασφάλεια ή γενικό προνόμιο, εφόσον δεν εψήφισαν κατά τον συμβιβασμό και δεν παραιτήθηκαν οι εμπραγμάτως ασφαλισμένοι, από την εμπράγματη ασφάλεια, ενώ από τις διατάξεις των άρθρων 534, 959 επ., 610 επ. 625 επ. Ε.Ν. προκύπτει ότι από την τελεσιδικία της αποφάσεως, με την οποία επικυρώνεται ο πτωχευτικός συμβιβασμός περατώνεται η πτώχευση, παύει να υφίσταται η ομάδα των πιστωτών και οι πιστωτές του πτωχεύσαντος μπορούν να στραφούν κατ' αυτού ατομικώς (ΑΠ 626/1994).

Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης, ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999).

Στην προκειμένη περίπτωση, οι ήδη αναιρεσείοντες με τις από 20-12-2002 δύο ανακοπές τους, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στρεφόμενες κατά των ήδη αναιρεσιβλήτων και, αντιστοίχως, κατά του υπ' αριθμ. .../1996 και του υπ' αριθμ. .../1996 Πίνακα Κατατάξεως δανειστών του συμβολαιογράφου Αθηνών Κωνσταντίνου Θεοδ.

Κωνσταντινίδη, ως επί του πλειστηριασμού υπαλλήλου, εξέθεταν ότι, έχουν απαιτήσεις από την παροχή εξαρτημένης εργασίας και από αποζημιώσεις απολύσεως σε βάρος της καθής η εκτέλεση εταιρείας, η οποία είχε κηρυχθεί σε κατάσταση πτώχευσης πριν από τους πλειστηριασμούς των ακινήτων της, που διενεργήθηκαν με επίσπευση της πρώτης των καθών ενυπόθηκης δανείστριας, για τις οποίες απαιτήσεις τους, που κατατάσσονται προνομιακά, κατ' άρθρο 975 αριθμ. 3 Κ.ΠολΔ., αναγγέλθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα δια του συνδίκου, πλην όμως ότι ο υπάλληλος του πλειστηριασμού, εσφαλμένα δεν τους κατέταξε, κατά τη σύνταξη των προσβαλλόμενων πινάκων κατάταξης, αν και η ικανοποίηση των απαιτήσεων τους, προηγείτο εκείνων των καθών οι ανακοπές, ανωνύμων εταιρειών, που τις κατέταξε ως προνομιούχες ενυπόθηκες δανείστριες.

Ότι η πτώχευση της καθής η εκτέλεση περατώθηκε με πτωχευτικό συμβιβασμό που επικυρώθηκε με τελεσίδικη δικαστική απόφαση και ότι δεν ψήφισαν το συμβιβασμό, ως προς τις ως άνω αναγγελθείσες απαιτήσεις, για τις οποίες έχουν γενικό προνόμιο, από το οποίο δεν παραιτήθηκαν. Με βάση τα ανωτέρω ζήτησαν να μεταρρυθμιστούν οι ως άνω Πίνακες Κατάταξης, να αποβληθούν απ' αυτούς οι καθών οι ανακοπές, για τα ποσά που έχουν καταταγεί, και να καταταγούν οι ανακόπτοντες στη θέση τους συμμέτρως και ως προς το δεύτερο Πίνακα για το υπόλοιπο των ποσών των απαιτήσεων τους, που δεν θα ικανοποιηθούν με την κατάταξη τους στον πρώτο, ως άνω Πίνακα.

Επί των ανακοπών αυτών, μετά γενομένη συνεκδίκαση, εκδόθηκε η 2360/2005 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που απέρριψε τις ανακοπές αυτές, ως αναπόδεικτες. Κατά της απόφασης αυτής, οι ανακόπτοντες άσκησαν την από 5-10-2005 έφεση, επί της οποίας η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία η έφεση απορρίφθηκε ως κατ' ουσία αβάσιμη.

Ειδικότερα, το Εφετείο, στήριξε την κατ' ουσίαν κρίση του στις ακόλουθες ουσιαστικές παραδοχές-που αναιρετικώς ανέλεγκτα έκρινε αποδεδειγμένες- κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφή τους: "Με τη 1762/6-4-1995 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κηρύχθηκε σε κατάσταση πτωχεύσεως η εδρεύουσα στο Χαϊδάρι Αττικής ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Δ.

Κ. Α.Ε." και ορίσθηκε χρόνος παύσεως των πληρωμών της η 30-6-1994. Με επίσπευση αρχικά του ... και κατόπιν δυνάμει δηλώσεων συνεχίσεως μη γενομένου πλειστηριασμού με τις ... και .../1995 πράξεις του συμ/φου Αθηνών ... από την ενυπόθηκη δανείστρια εταιρία με την επωνυμία "Χημικές Βιομηχανίες Βορείου Ελλάδος Α.Ε.", διάδοχος της οποίας είναι η πρώτη των καθών, η πρώτη ανακοπή και μοναδική καθής η δεύτερη ανακοπή (σημ:

ώ πρώτη αναιρεσίβλητη) εκπλειστηριάσθηκαν στις 31-1-1996 με δύο πλειστηριασμούς διάφορα ακίνητα της άνω πτωχεύσασας ... . Επί του πλειστηριάσματος που επιτεύχθηκε ο πιο πάνω συμ/φος συνέταξε τους ανακοπτόμενους πίνακες και στον πρώτο (.../1996) κατέταξε οριστικά και προνομιακά ως ενυπόθηκες δανείστριες την εταιρία "Χημικές Βιομηχανίες Βορείου Ελλάδος Α.Ε." για ποσό 1.539.488 δρχ.

και την Εμπορική Τράπεζα (σημ: εδώ δεύτερη αναιρεσίβλητη) για 50.000.000 δρχ., ενώ στο δεύτερο πίνακα (.../96) κατέταξε οριστικά και προνομιακά ως ενυπόθηκη δανείστρια, την άνω εταιρία, "Χημικές Βιομηχανίες Βορείου Ελλάδος Α.Ε." για το ποσό των 44.986.143. Οι πρώτος έως και ενδέκατη των ανακοπτόντων (σημ: εδώ αναιρεσείοντες) και στις δύο ανακοπές είχαν αναγγελθεί διά του συνδίκου της πτωχεύσεως της καθής η εκτέλεση-πτωχεύσασας εταιρίας με τις από 13-2-1996 αναγγελίες του τελευταίου για τις φερόμενες ένδικες εργατικές απαιτήσεις τους κατά της καθής η εκτέλεση, όπως αυτές αναλύονταν σε συνημμένα σε αυτές (αναγγελίες) έγγραφα (76531, 76532/1996 πράξεις καταθέσεως τίτλων του άνω συμ/φου).

Οι αναγγελίες αυτές ασκήθηκαν νομοτύπως και εμπροθέσμως και ήταν επαρκώς ορισμένες, επισυναφθέντων, κατά τα ως άνω, και των απαιτουμένων εγγράφων, ήταν δε αρκετή η υπογραφή του συνδίκου που είχε τεθεί επ' αυτών (αναγγελιών). Περαιτέρω ... αποδείχτηκαν ... τα ακόλουθα ουσιώδη: Ο υπάλληλος του πλειστηριασμού δεν περιέλαβε στους πίνακες που συνέταξε τις παραπάνω απαιτήσεις, για την απόδειξη των οποίων δεν είχε σε αυτόν ...

προσκομισθεί κανένα έγγραφο και δεν τις κατέταξε ούτε τυχαία κατ' αρθρ. 978 ΚΠολΔ ... Δεν αποδείχθηκε, συνεπώς, η ύπαρξη των απαιτήσεων, των ανακοπτόντων αυτών (ήδη εκκαλούντων, πλην του δέκατου από αυτούς, ως προς τον οποίο διακόπηκε βιαίως ... η παρούσα έκκλητη δίκη), ούτε σχηματίσθηκε εδραία δικανική πεποίθηση και βέβαιη κρίση, ότι οι ανακόπτοντες αυτοί ανήκαν στο ζωτικό κεφάλαιο του εργατικού δυναμικού της καθής η εκτέλεση εταιρίας ...

Στη διαδικασία της αναγκαστικής εκτελέσεως είχαν νόμιμη οι εν λόγω ανακόπτοντες υποχρέωση να αποδείξουν αμέσως, δηλαδή με την προσκομιδή στον υπάλληλο του πλειστηριασμού των απαιτουμένων εγγράφων (λόγου χάρη εγγραφές σε εμπορικά βιβλία της καθής η εκτέλεση εταιρίας, αντίγραφα μισθοδοσίας των ανακοπτόντων κ.ο.κ.).

Η ανωτέρω παράλειψη καθιστά τους ισχυρισμούς των ανακοπτόντων ατεκμηρίωτους, που δεν μπορούν να ενισχυθούν (και να αποδειχθούν) από τα όσα κατέθεσε υπέρ των απαιτήσεων τους ο μάρτυρας αυτών ... Προσέτι, δεν ενέχει αξιοπιστία η ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου κατάθεση του μάρτυρα των ανακοπτόντων-εκκαλούντων...

και από τις πιο πάνω ένορκες βεβαιώσεις δεν μπορεί να συναγάγει το Δικαστήριο τούτο δικαστικά τεκμήρια αναμφίβολης και ασφαλούς κρίσεως...Τέλος, ούτε απ' τα με επίκληση προσκομιζόμενα ασφαλιστικό-εργασιακού περιεχομένου έγγραφα (πράξεις Επιβολής Εισφορών, αποκόμματα-πίνακες αναγγελίας ανακεφαλοποιηθέντων ημερομισθίων, καταγγελίες εργασιακών συμβάσεων, δελτίο ασφαλιστικής ταυτότητας και εισφορών) μπορεί να εξαχθεί κριτήριο αποδείξεως γιατί και υπό την εκδοχή της πιστοποιήσεως της εργασιακής ιδιότητας των ανακοπτόντων και της βάσει αυτής συναρτήσεως τους (συνδέσεως τους) με την καθής η εκτέλεση εταιρία (ως εργασθέντων σε αυτήν με σχέση ή σύμβαση εξαρτημένης εργασίας), τούτο δεν αυταποδεικνύεν τις επίδικες (φερόμενες ως εργατικές) απαιτήσεις κατά ποσό με τις επί μέρους διακρίσεις αυτού, έτσι ώστε να αποβληθούν από τους προσβαλλόμενους πίνακες, οι καθών οι ανακοπές ανώνυμες εταιρίες και στη θέση τους (αντ' αυτών) να καταταγούν οι ανακόπτοντες ...

Δεν αποδείχθηκε επομένως ... η ουσιαστική βασιμότητα των ανακοπών ... αφού δεν αποδείχθηκαν οι απαιτήσεις των οποίων ζητείται η προνομιακή κατάταξη τους." Υπό τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο αιτιολόγησε ανεπαρκώς ουσιώδες ζήτημα της υποθέσεως και συγκεκριμένα: α) εάν οι ανακόπτοντες συνδέονταν ή όχι με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας με την πτωχεύσασα οφειλέτρια εταιρεία, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, β) εάν δημιουργήθηκαν ή όχι απαιτήσεις με βάση σύμβαση ή σχέση εργασίας ως και απαιτήσεις αποζημίωσης, λόγω καταγγελίας αυτών.

Συγκεκριμένα, το δικαστήριο ενώ δέχεται ότι, οι ανακόπτοντες (πρώτος έως και ενδέκατη) είχαν αναγγελθεί δια του συνδίκου της πτωχεύσεως της καθής η εκτέλεση, νόμιμα και εμπρόθεσμα, για τις φερόμενες ένδικες εργατικές απαιτήσεις τους, "όπως αυτές αναλύονταν σε συνημμένα σ' αυτές (αγγελίες) έγγραφα", "επισυναφθέντων ...

και των απαιτουμένων εγγράφων", καθώς και ότι οι "απαιτήσεις αυτές επαληθεύθηκαν" κατά την πτωχευτική διαδικασία, στη συνέχεια δέχεται το μεν ότι δεν "σχηματίσθηκε εδραία δικανική πεποίθηση και βέβαιη κρίση ότι οι ανακόπτοντες ανήκαν στο ζωτικό κεφάλαιο του εργατικού δυναμικού της άνω εταιρείας", το δε ότι "για τις απαιτήσεις δεν είχε προσκομισθεί στον επί του πλειστηριασμού υπάλληλο κανένα έγγραφό" καθώς και ότι "και υπό την εκδοχή της πιστοποιήσεως της εργασιακής ιδιότητας τους., τούτο δεν αυταποδεικνύει τις επίδικες απαιτήσεις", σε τρόπο ώστε καθίσταται ασαφές αν υπάρχουν πράγματι απαιτήσεις τους με βάση την παροχή εξαρτημένης εργασίας, ή αν πρέπει αυτές και να "αυταποδεικνύονται" γ) ενώ δέχεται επίκληση και προσκομιδή εγγράφων "ασφαλιστικό-εργασιακού περιεχομένου", μεταξύ των οποίων "καταγγελίες εργασιακών συμβάσεων", δεν διαλαμβάνει οτιδήποτε σχετικό, για τα πρόσωπα στα οποία αφορούν οι καταγγελίες αυτές, ούτε ποιες συγκεκριμένες συμβάσεις καταγγέλθηκαν τη διάρκεια τους, την καταβολή ή μη αποζημίωσης απόλυσης, τη διατύπωση ή όχι επιφύλαξης των εργαζομένων για απαιτήσεις τους και το χρόνο καταγγελίας, ο οποίος, ανεξαρτήτως του προνομίου που συνοδεύει τη σχετική αξίωση και κατά τα αναφερθέντα στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη, δεν υπόκειται σε χρονικό περιορισμό, ασκεί έννομη επιρροή στην προκειμένη περίπτωση για τη βασιμότητα ή μη της προβληθείσας από τις καθών εξάμηνης αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 6 παρ. 2 του ν. 3198/1955 σε συνδ.

με άρθρα 264 παρ. 2 και 279 ΑΚ., δ) ενώ δέχεται επίκληση και προσκομιδή 13 πράξεων επιβολής εισφορών, πίνακες αναγγελίας ανακεφαλοποιηθέντων ημερομισθίων, δελτία ασφαλιστικών ταυτοτήτων και εισφορών, δεν διαλαμβάνει οτιδήποτε σχετικό με το ποιους συγκεκριμένους ανακόπτοντες αφορούν, ούτε το χρονικό διάστημα που αναφέρονται και εάν σχετίζονται ή όχι με αναγγελθείσες για την αιτία αυτή αξιώσεις τους.

Έτσι καθίσταται αβέβαιο, με βάση τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, αν οι ανακόπτοντες προσέφεραν ή όχι εξαρτημένη εργασία στην άνω εταιρεία, κατά το ένδικο χρονικό διάστημα και αν υπάρχουν πράγματι απαιτήσεις τους με βάση αυτήν ως και αξιώσεις τους για αποζημίωση απολύσεως. Ενόψει τούτων, πρέπει να γίνει δεκτός ο σχετικός (τέταρτος) αναιρετικός λόγος, με τον οποίο προσάπτεται στην απόφαση η ρηθείσα αναιρετική πλημμέλεια (του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ), να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), ενώ παρέλκει, κατόπιν αυτών, η έρευνα των λοιπών λόγων της αιτήσεως.

Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, που κατέθεσαν προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσιβλήτων, λόγω της ήττας της (αρθρ. 176, 183 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 739/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Απριλίου 2012.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Μαΐου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ