Legislator Case Law & Legislation
704/2012 AI generated

Supreme Court dismisses appeal due to improper procedural presentation of inadmissibility grounds at appellate level.

Case Number 704/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by a media company and an individual against a second-instance judgment. The appellants argued that the lower court erred in rejecting their claim of inadmissibility regarding the plaintiff's vague request. The court ruled that the specific ground for inadmissibility was not formally raised as an appeal argument at the appellate level but only through supplementary proposals, rendering the appeal inadmissible.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 paras. 8, 14 of the Code of Civil Procedure; An appeal based on a judgment that determined the action must cite Article 559(8) and (14) grounds, and any ground for inadmissibility must have been formally proposed as an appeal argument at the appellate level, not merely through supplementary proposals.

Keywords

AI generated
appeal admissibility inadmissibility grounds procedural defect appeal argument supplementary proposals Code of Civil Procedure second instance

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 paras. 8, 14 of the Code of Civil Procedure
Art. 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 704 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 704/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Γιαννούλη, Βασίλειο Φούκα, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Φεβρουαρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "EΞTΡA KOMMIOYNIKEIΣON TEXNΟΛΟΤΖΙ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗΣ" και τον διακριτικό τίτλο "ΕΧCΟΜ ΑΕ" που εδρεύει στο Περιστέρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα και 2. Φ. Κ., κατοίκου ..., εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Τσικρικά.

Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Φ. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Κρανιδιώτη..

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-10-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 182/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 6357/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 27-1-2010 αίτηση τους.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν , όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γεωργέλλης ανέγνωσε την από 6-5-2011 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντίδικου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σε περίπτωση ασκήσεως αναιρέσεως κατ' αποφάσεως που έκρινε ορισμένη την αγωγή πρέπει για να είναι παραδεκτοί οι προβλεπόμενοι από τους αριθ. 8 και 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγοι της αναίρεσης , ο σχετικός λόγος που θεμελιώνει το λόγο της αοριστίας εκτός των άλλων να προτάθηκε στο Εφετείο από τον εκκαλούντα με λόγο έφεσης (Α.Π. 1611/ 2009, 765 /2008). Κατ' ακολουθίαν ο πρώτος λόγος της αναίρεσης από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια ότι παρά το νόμο το Εφετείο δεν κήρυξε την ακυρότητα της αγωγής λόγω αοριστίας της, απορρίπτοντας τον σχετικό ισχυρισμό που πρόβαλαν οι αναιρεσείοντες και εκκαλούντες με τις από 24-3-2009 προτάσεις τους που κατέθεσαν ενώπιον του Εφετείου, είναι προεχόντως απαράδεκτος καθόσον υπό τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο ο σχετικός περί αοριστίας λόγος προτάθηκε στο Εφετείο όχι με λόγο έφεσης όπως έπρεπε αλλά με τις προτάσεις.

Όπως προκύπτει από τις προτάσεις που κατέθεσε ο ενάγων στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο περιόρισε το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής του ύψους 200.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση σε καταψηφιστικό κατά το ποσό των 100.000 ευρώ και κατά το υπόλοιπο ποσό των 100.000 ευρώ σε αναγνωριστικό. Με τον γενόμενο κατά τον τρόπο αυτό περιορισμό του αιτήματος δεν κατέστη αόριστη η αγωγή αφού είναι σαφές ότι το αίτημα αυτής εξακολουθεί να είναι καταψηφιστικό ως προς το ποσό των 100.000 ευρώ όπως και ασκήθηκε και ότι τούτο περιορίσθηκε σε αναγνωριστικό για το επιπλέον αιτηθέν ποσό των 100.000 ευρώ.

Συνεπώς το Εφετείο που έκρινε ορισμένη την αγωγή δεν υπέπεσε στη πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 του Κ.Πολ.Δ. γι' αυτό και ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο υποστηρίζονται τ' αντίθετα είναι αβάσιμος.

Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο δέχθηκε ότι το εύλογο ποσό της χρηματικής ικανοποιήσεως του ενάγοντος για την ηθική βλάβη που υπέστη από την σε βάρος του αδικοπραξία ανέρχεται σε σχέση με τους εναγομένους και ήδη αναιρεσείοντες στο ποσό των 100.000 ευρώ, το οποίο και είναι υπόχρεοι εις ολόκληρο να του καταβάλουν. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης καθόσον η ανωτέρω αιτιολογία στηρίζει τη διάταξη της απόφασης με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή και υποχρεώθηκαν οι εναγόμενοι εις ολόκληρο να καταβάλουν στον ενάγοντα το ποσό των 100.000 ευρώ το οποίο και ζητήθηκε μετά τον γενόμενο σχετικό περιορισμό με το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής και δεν απαιτείτο και άλλη αιτιολογία με την οποία να διευκρινίζεται ο λόγος που έγινε καταψήφισε και όχι αναγνώριση.

Συνεπώς ο έκτος λόγος της αναίρεσης από τον αριθμ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τον οποίο υποστηρίζονται τ' αντίθετα είναι αβάσιμος .

Με το άρθρο 25 παρ. 1 εδ. τέταρτο του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά τη συνταγματική αναθεώρηση του έτους 2001, τίθεται ο κανόνας ότι οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν να επιβληθούν στα ατομικά δικαιώματα "πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού, και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας".

Κατά την αρχή αυτή, η οποία ως γενική αρχή του δικαίου ίσχυε και προ της ρητής αποτυπώσεώς της στο Σύνταγμα κατά την προαναφερθείσα αναθεώρησή του, οι νομίμως επιβαλλόμενοι περιορισμοί των ατομικών δικαιωμάτων πρέπει να πληρούν τα ακόλουθα κριτήρια, πρέπει δηλαδή να είναι α) κατάλληλοι ήτοι πρόσφοροι για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, β) αναγκαίοι, ήτοι να συνιστούν μέτρο το οποίο, σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα, επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για τον ιδιώτη ή το κοινό, και τέλος γ) εν στενή εννοία αναλογικοί, να τελούν δηλαδή σε εύλογη σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, ώστε η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν (ΟλΑΠ 43/2005).

Η αρχή της αναλογικότητας, ως κανόνας δικαίου που θέτει όρια στον περιοριστικό του ατομικού δικαιώματος νόμο, απευθύνεται κατ' αρχήν στο νομοθέτη. Στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, ήτοι στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών, επίκληση της αρχής αναλογικότητας μπορεί να γίνει αν ο κοινός νομοθέτης είτε έχει παραβιάσει την αρχή αυτή, θεσπίζοντας με νόμο υπέρμετρους περιορισμούς ατομικών δικαιωμάτων, οπότε ο δικαστής μπορεί, ελέγχοντας τη συνταγματικότητα του νόμου να μην εφαρμόσει αυτόν (άρθρο 93 παρ. 4 του Συντάγματος), είτε έχει παραλείψει να ασκήσει τις συνταγματικές υποχρεώσεις καταλείποντας κενό, οπότε η αρχή της αναλογικότητας καλείται επικουρικώς σε εφαρμογή.

Στο πεδίο των αδικοπρακτικών σχέσεων (άρθρο 914 επ ΑΚ) και ειδικότερα στο ζήτημα του μέτρου της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποιήσεως ο νόμος προβλέπει στο άρθρο 932 ΑΚ ότι το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση, δηλαδή χρηματική ικανοποίηση ανάλογη με τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως.

Με τη διάταξη αυτή ο κοινός νομοθέτης έλαβε υπόψη του την αρχή της αναλογικότητας, εξειδικεύοντάς την στο ζήτημα του προσδιορισμού του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως. Επομένως, σύμφωνα με τα ανωτέρω, δεν υπάρχει έδαφος άμεσης εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 25 παρ. 1 εδάφιο τέταρτο του Συντάγματος, η ευθεία δε επίκληση της κατά τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως στερείται σημασίας, αφού δεν θα οδηγούσε σε διαφορετικά, σε σχέση με τον κατ' εφαρμογή του άρθρου 932 ΑΚ προσδιορισμό αυτής, αποτελέσματα (Ολ.Α.Π. 6/2009).

Στην προκείμενη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, παραβιάζοντας τη διάταξη 25 παρ. 1 του Συντάγματος, διότι το ποσό των 100.000 ευρώ, που επιδίκασε σε βάρος τους ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, που υπέστη από την αδικοπραξία ο ενάγων είναι , υπερβολικό.

Σύμφωνα όμως με τα όσα αναπτύχθηκαν στη σκέψη που προηγήθηκε, η εν λόγω διάταξη του Συντάγματος δεν εφαρμόζεται ευθέως στην προκείμενη περίπτωση και, συνεπώς, η πληττόμενη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας δεν μπορεί να ελεγχθεί αναιρετικώς, με βάση το άρθρο 559 αρ, 1 Κ.Πολ.Δ., για ευθεία παραβίαση της. Κατ' ακολουθίαν, ο εξεταζόμενος πέμπτος λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος.

Με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τη νομίμως προταθείσα στο Εφετείο ένσταση συνυπαιτιότητας του αναιρεσιβλήτου (άρθρου 300 ΑΚ). Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της πρωτόδικης απόφασης η ένσταση των εναγομένων περί συνυπαιτιότητας του ενάγοντος απορρίφθηκε ως μη νόμιμη διότι κρίθηκε ότι τα επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά συνιστούν άρνηση της αγωγής και όχι ένσταση θεμελιωμένη στο άρθρο 300ΑΚ.

Με την ασκηθείσα έφεση από τους εναγομένους δεν προσβλήθηκε η πρωτόδικη απόφαση για την απόρριψη της ένστασης αυτής ως μη νόμιμης. Απλώς με τον ένατο λόγο της έφεσης προσβλήθηκε η απόφαση για απόρριψη της εν λόγω ένστασης κατά εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων. Επομένως εφόσον δεν επαναφέρθηκε παραδεκτά στο Εφετείο η ένσταση συνυπαιτιότητας το Εφετείο που δεν ασχολήθηκε με αυτή δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ γι' αυτό και ο τέταρτος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο υποστηρίζονται τα' αντίθετα είναι απαράδεκτος.

Κατά το άρθρο 367 παρ. 1 περ. α'- δ' ΠΚ το άδικο των προβλεπόμενων στα άρθρα 361 επ. του ίδιου Κώδικα πράξεων αίρεται, μεταξύ των άλλων περιπτώσεων που προβλέπονται στο άρθρο αυτό, και όταν πρόκειται για εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νόμιμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή σε ανάλογες περιπτώσεις (περ.

γ' και δ"). Η τελευταία αυτή διάταξη (Π Κ 367) για την ενότητα της έννομης τάξης εφαρμόζεται αναλογικά και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, όπως αυτός οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 57-59 και 914 επ. ΑΚ. Επομένως, αιρομένου του άδικου χαρακτήρα των προαναφερθεισών αξιόποινων πράξεων (με την επιφύλαξη, όπως κατωτέρω, της ΠΚ 367 παρ. 2) αποκλείεται και το στοιχείο του παρανόμου της επιζήμιας συμπεριφοράς ως όρος της αντίστοιχης αδικοπραξίας του αστικού δικαίου.

Έτσι, η προβολή περιπτώσεως του άρθρου 367 παρ. 1 του ΠΚ αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό καταλυτικό της αγωγής του προσβληθέντος προσώπου (ένσταση), λόγω άρσεως του παρανόμου της προσβολής. Όμως, ο άδικος χαρακτήρας ως προς τις εξυβριστικές ή δυσφημιστικές εκφράσεις, δεν αίρεται λόγω δικαιολογημένου ενδιαφέροντος κλπ και συνεπώς παραμένει η ποινική ευθύνη των κατά το νόμο υπευθύνων, άρα και η υποχρέωση τους προς αποζημίωση κατά το αστικό δίκαιο, όταν συντρέχει μία από τις περιπτώσεις της ΠΚ 367 παρ. 2, δηλαδή, όταν οι επίμαχες κρίσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως των άρθρων 363 ΠΚ, ή όταν από τον τρόπο εκδηλώσεως, ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη, προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως, δηλαδή πρόθεση που κατευθύνεται ειδικά στην προσβολή της τιμής του άλλου.

Η προβολή δε από τον προσβληθέντα περιπτώσεως από την ΠΚ 367 παρ. 2 αποτελεί αντένσταση κατά της εκ της ΠΚ 367 παρ. 1 ενστάσεως (Α.Π. 624/2011). Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης η αδικοπραξία σε βάρος του ενάγοντος διαπράχθηκε με συμπεριφορά που συνιστά την κατά τη βάση της αγωγής συκοφαντική δυσφήμηση και εξύβριση.

Με τη παραδοχή των αγωγικών ως άνω ισχυρισμών περί συνδρομής των στοιχείων της συκοφαντικής δυσφήμησης αποκρούεται κατά νόμο η εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 367 παρ.1 Π. Κ. σύμφωνα με τη δεύτερη παράγραφο περ. α' του ίδιου άρθρου. Με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο απέρριψε την ένσταση των εναγομένων περί άρσεως του αδίκου (άρθρο 367 παρ. 1 Π.

Κ.) δεχόμενο αντένσταση των εναγομένων από τη διάταξη του άρθρου 367 παρ. 2 περ. α και β' Π.Κ χωρίς να έχει προταθεί. Ο λόγος αυτός κατά το μέρος που αφορά την αδικοπραξία που συντελέστηκε με συκοφαντική δυσφήμηση είναι απαράδεκτος προεχόντως ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως στηριζόμενος . Ο ίδιος λόγος κατά το μέρος που αφορά την αδικοπραξία που συντελέστηκε με εξύβριση είναι αβάσιμος καθόσον η γενομένη και από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεκτή αντένσταση από το άρθρο 367 παρ. 2 περ.

β' Π. Κ. προβλήθηκε καθ' υποφορά με το δικόγραφο της αγωγής και επανεξετάστηκε από το Εφετείο στα πλαίσια της έρευνας της βασιμότητας της έφεσης των εναγομένων κατά της πρωτόδικης απόφασης και ως εκ τούτου δεν απαιτούνταν εκ νέου επαναφορά της από τον ενάγοντα στο Εφετείο.

Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου (αρθ. 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27 Ιανουαρίου 2010 αίτηση των αναιρεσειόντων. 1. Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "EΞTΡA KOMMIOYNIKEIΣON TEXNΟΛΟΤΖΙ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗΣ" και 2. Φ. Κ., για αναίρεση της υπ'αριθ. 6357/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 19 Μαρτίου 2012.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Απριλίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ