Supreme Court dismisses appeal where appellate court properly evaluated evidence and facts without legal error.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision, ruling the appeal inadmissible. The appellant argued the lower court erred in weighing witness testimonies and misinterpreting a contract regarding property area, but the court found these claims failed to meet legal standards for appeal. Since the appellate court exercised its exclusive authority to evaluate evidence and facts, and no legal rules were violated, the appeal was dismissed as procedurally improper.
Legislator headnote
AI generatedArticles 552, 216(1), 340, and 561(1) of the Code of Civil Procedure; An appeal against a decision that rejected an appeal on the merits is inadmissible regarding the original first-instance judgment, and appeals based on the free evaluation of evidence or factual assessment are inadmissible absent violation of legal rules.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 765 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 765/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Φώσκολο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο και Ιωάννη Σίδερη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ1, ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Αργυρώ Αυγερινού.
Της αναιρεσίβλητης: 1.Ψ1, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Λιάννη ο οποίος ανακάλεσε την από 20-11-2007 δήλωσή του εκ του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε αυτοπροσώπως.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-7-1998 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7209/2000, 1517/2003 προδικαστικές, 7031/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2540/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 11-7-2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Σίδερης ανέγνωσε την από 12-11-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I). Κατά το άρθρο 552 του Κ.Πολ.Δ. με αναίρεση μπορούν να προσβληθούν οι αποφάσεις των ειρηνοδικείων, των μονομελών και πολυμελών πρωτοδικείων, καθώς και των εφετείων. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αν γίνει τυπικά δεκτή η έφεση, που ασκήθηκε κατά της πρωτόδικης απόφασης, με αναίρεση προσβάλλεται μόνο η απόφαση του εφετείου, είτε με αυτή η έφεση απορρίφθηκε κατ' ουσίαν και έτσι επικυρώθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, είτε έγινε δεκτή κατ' ουσίαν και το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, έκρινε οριστικά τη διαφορά, γιατί στην πρώτη περίπτωση η πρωτόδικη απόφαση ενσωματώθηκε στην εφετειακή, ενώ στη δεύτερη έπαυσε να υπάρχει (Α.Π. 40/1996 -ΟΛ- Ελλ.Δ/νη 37, 1534, Α.Π. 1908/2005 Ελλ.Δνη 47.436).Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη εφετειακή απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε κατά τύπους την έφεση κατά της συμπροσβαλλομένης πρωτόδικης απόφασης και απέρριψε αυτήν κατ' ουσίαν. Επομένως η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της πρωτόδικης απόφασης, η οποία ενσωματώθηκε στην απόφαση του Εφετείου, πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος.
ΙΙ). Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117, πρέπει να περιέχει α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν, σύμφωνα με το νόμο, την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς γ) ορισμένο αίτημα. 'Οπως προκύπτει από την διάταξη αυτή, καθώς και εκείνη του άρθρου 1094 του ΑΚ, ειδικώς για την περιγραφή διεκδικουμένου ακινήτου, αρκεί για το ορισμένο της αγωγής να καθορίζονται τα όρια και η θέση αυτού, ώστε να μη δημιουργείται αμφιβολία για την ταυτότητά του, χωρίς να είναι αναγκαίος ο επακριβής προσδιορισμός ούτε του σχήματος αυτού, ούτε του προσανατολισμού των ορίων του, ούτε των πλευρικών του διαστάσεων, ούτε τέλος της εκτάσεώς του, εφ' όσον και άνευ τούτων δεν δημιουργείται αμφιβολία για την ταυτότητά του (Α.Π. 1018/19966). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της από 7.7.1998 αγωγής, της ήδη αναιρεσίβλητης, διεκδικητικής του επιδίκου ακινήτου, σ' αυτή σαφώς περιγράφεται το διεκδικούμενο ακίνητο κατά θέση, όρια και έκταση, μνημονευομένων επιπλέον των κατά τον τίτλο κτήσεώς του ορίων και του εμβαδού αυτού, καθώς και των σημερινών του ορίων, των πλευρικών διαστάσεών του και του προσανατολισμού του, ώστε ουδεμία να γεννάται αμφιβολία για την ταυτότητά του.
Συνεπώς, το δικόγραφον τούτο, που περιέχει και αίτημα αναγνωρίσεως της κυριότητος της αναιρεσίβλητης επί του επιδίκου ακινήτου και αποδόσεώς του σ'αυτήν, πληροί τους όρους του άρθρου 216 του ΚΠολΔ περί της ακριβούς περιγραφής του επιδίκου ακινήτου και του ορισμένου αιτήματος και δεν είναι άκυρον. 'Αρα το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν εκήρυξε το δικόγραφο της αγωγής άκυρο,λόγω αοριστίας ως προς την περιγραφή του διεκδικουμένου, δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει ακυρότητα και ο πρώτος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος αναιρέσεως, που κατ' ορθή εκτίμηση εμπίπτει στον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται το αντίθετο, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.-
ΙΙΙ). Από το άρθρο 556 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι ο λόγος αναιρέσεως πρέπει να είναι σαφής και ορισμένος, πρέπει δηλαδή στο αναιρετήριο να καθορίζονται με σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά τα οποία κατά τον αναιρεσείοντα, στοιχειοθετούν την πλημμέλεια, που αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, δεν επιτρέπεται δε η συμπλήρωση του λόγου αναιρέσεως με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα, όπως είναι η αγωγή, η έφεση ή οι προτάσεις του αναιρεσείοντος (Α.Π. 57/1998, Α.Π. 32/1996 - Ολ-).
Επομένως σε περίπτωση ασκήσεως αναιρέσεως κατ' αποφάσεως που έκρινε την αγωγή ορισμένη, πρέπει οι προβλεπόμενοι από το άρθρο 559 αριθμ. 8, και 14 του Κ.Πολ.Δ λόγοι αναιρέσεως, να διαλαμβάνουν τις παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, το ακριβές περιεχόμενο της αγωγής, και ως προς ποίο σημείο ειδικότερα κρίθηκε ότι ήταν πλήρης, όπως επίσης και ότι ο σχετικός λόγος που θεμελιώνει το λόγο αοριστίας προτάθηκε στο Εφετείο με λόγο εφέσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση με την αναίρεση προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση έκρινε ορισμένη την αγωγή, λαμβάνοντας υπ' όψη γεγονότα που δεν διαλαμβάνονται σ' αυτή. Ωστόσο όμως στον ως άνω λόγο δεν εκτίθενται οι παραδοχές του Εφετείου, ή το πλήρες περιεχόμενο της αγωγής, αλλά ούτε και τα γεγονότα που έλαβε υπ' όψη της η απόφαση που δεν είχαν προταθεί από την ενάγουσα, αλλά γίνεται μια μόνο αόριστη αναφορά στο ότι η προσβαλλομένη απόφαση έλαβε υπ' όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν από την αντίδικο.
Κατ' ακολουθίαν ο πρώτος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος της αναιρέσεως, από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., είναι, εν όψει και του ότι δεν αναφέρεται στην αναίρεση ότι ο σχετικός λόγος προβλήθηκε στο Εφετείο, απορριπτέος ως αόριστος. IV). Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 17 του Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι για να επιτραπεί αναίρεση, γιατί η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις, πρέπει η αντίφαση να υπάρχει στο διατακτικό της αποφάσεως μεταξύ των διατάξεων αυτής, ώστε να καθίσταται αδύνατη η εκτέλεσή της.
Επομένως δεν επιτρέπεται αναίρεση αν η αντίφαση υπάρχει ανάμεσα στο αιτιολογικό και το διατακτικό, εκτός αν η αντίφαση έχει την μορφή ανεπαρκώς αιτιολογιών, οπότε όμως ο λόγος αναίρεσης στηρίζεται στο άρθρο 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π 377/1988 ΝΟΒ 37, 254, Α.Π. 343/1992 ΔΙΚΗ 23, 802). Κατ' ακολουθίαν ο δεύτερος, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγος της αναίρεσης, από τον αριθ.17 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., κατά τον οποίο πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλομένη απόφαση γιατί υπάρχει αντίφαση μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού, είναι απαράδεκτος και ως τέτοιος, προεχόντως, πρέπει να απορριφθεί.
Εξ' άλλου ανεπάρκεια και ασάφεια αιτιολογιών, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη δικαιολόγηση της διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε. Είναι όμως επιτρεπτό το Εφετείο να παραπέμπει στις αιτιολογίες ή και στο διατακτικό της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που επικυρώνει (Α.Π.752/1964 ΝΟΒ 1965, 605, Α.Π. 1476/1992).
Κατά συνέπεια ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, με το οποίο ψέγεται η προσβαλλομένη απόφαση για ανεπαρκείς αιτιολογίες, ως παραπέμπουσα για την συμπλήρωση των αιτιολογιών της απαραδέκτως στην απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, την οποία όμως επικυρώνει, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Περαιτέρω απορριπτέος ως απαράδεκτος είναι κατά τα λοιπά ο εν λόγω δεύτερος λόγος της αιτήσεως, από τον αριθ.19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., γιατί ο αναιρεσείων, υπό το πρόσχημα της επικλήσεως της πλημμέλειας που προβλέπεται από το συγκεκριμένο αριθμό, δηλαδή ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νομίμου βάσεως, πλήττει στην πραγματικότητα, όπως προκύπτει από το περιεχόμενό του, την αναιρετικά ανέλεγκτη κατ' άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.
εκτίμηση από το Εφετείο των αποδείξεων και ειδικότερα τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξε το Εφετείο από τις αποδείξεις σχετικά με το ότι κυρία των περιγραφομένων τμημάτων του ακινήτου, που επιδικάσθηκαν, είναι η αναιρεσίβλητη. V). Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ 1 και 577 παρ 3 του ΚΠολΔ στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια, που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιό λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 του ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλομένη αιτίαση.
Ειδικότερα για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει να διαλμβάνει, πλην των άλλων τη συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, καθώς επίσης, εφ' όσον το δικαστήριο έκρινε επί της ουσίας της υποθέσεως, την ελάσσονα πρόταση του νομικού του συλλογισμού, ήτοι τα πραγματικά γεγονότα, που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέσθηκε η προβαλλομένη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, εάν δε απέρριψε την αγωγή ή γενικώς τον ισχυρισμό ως μη νόμιμο το περιεχόμενο της αγωγής ή του ισχυρισμού, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η προβαλλομένη νομική πλημμέλεια, δοθέντος ότι η αοριστία του λόγου της αναιρέσεως δεν δύναται να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο. (Α.Π. 32/1996 - Ολ -).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., προβάλλεται ότι, ενώ ο αναιρεσείων είχε προτείνει προς απόκρουση της διεκδικητικής της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου αγωγής της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, την ένσταση της ιδίας αυτού κυριότητας, ως και της παραγραφής της διεκδικητικής αυτής αγωγής, κατά τα άρθρα 247, 249, 251, 271, 272, 1041, 1045, 1046, 1051 και 1094 του Α.Κ, το Εφετείο δεν εφήρμοσε τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου σχετικά με την κυριότητά του στο επίδικο με χρησικτησία και παραγραφή, με αποτέλεσμα να οδηγηθεί σε "τραγελαφικό αποτέλεσμα", ως προς το αποδοτέο στην αναιρεσίβλητη ακίνητο.
Ο λόγος αυτός, υπό την ανωτέρω διατύπωσή του, αφού δεν περιέχει τα εκτεθέντα αναγκαία για τον ορισμένο αυτού στοιχεία, είναι αόριστος και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, καθ' όσον 1) δεν καθορίζεται μ' αυτόν η νομική πλημμέλεια του δικαστηρίου, ήτοι σε τί συνίσταται το σφάλμα του Εφετείου, "που δεν εφήρμοσε τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου", δηλαδή πού ακριβώς εντοπίζεται η παράβαση κατά την ερμηνεία ή εφαρμογή του κανόνα, και 2) δεν καθορίζονται τα πραγματικά γεγονότα, που δέχθηκε το Εφετείο, κρίνοντας επί της ουσίας την υπόθεση, υπό τα οποία συντελέσθηκε η παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου.
VI). Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 του ΚΠολΔ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Στα αποδεικτικά μέσα περιλαμβάνονται και οι ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, οι οποίες κατά το άρθρο 270 παρ. 2β του ΚΠολΔ όταν έχουν ληφθεί μετά προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου, αποτελούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο στις υποθέσεις που δικάζονται στο Ειρηνοδικείο και στο Μονομελές πρωτοδικείο, αλλά και στο Πολυμελές πρωτοδικείο, εκτός αν τηρηθεί στο τελευταίο δικαστήριο η διαδικασία του άρθρου 226 παρ.
του ΚΠολΔ. δηλαδή, επιλεγεί η διαδικασία της έκδοσης προδικαστικής απόφασης. Η ένορκη βεβαίωση που δόθηκε στα πλαίσια άλλης δίκης δεν αποτελεί μεν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο στις περιπτώσεις που έχει εκδοθεί, κατά τα ανωτέρω, προδικαστική απόφαση, αλλά δεν στερείται παντελώς αποδεικτικής αξίας, διότι εκτιμάται, εφ' όσον συγχωρείται η εμμάρτυρη απόδειξη, ως έγγραφο προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εκτός αν δόθηκε, κατά την κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου, επίτηδες για να χρησιμοποιηθεί στη δίκη, οπότε δεν λαμβάνεται καθόλου υπόψη (ΑΠ.210/2003).
Εξ' άλλου από τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό πόρισμα αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη απόδειξης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τ` αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων τα έγγραφα και οι ένορκες βεβαιώσεις που προσάγονται είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.
Δεν είναι πάντως αναγκαίο να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από τ` αποδεικτικά μέσα. Στην περίπτωση αυτή αρκεί να βεβαιώνεται από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, ώστε να μη καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του όλα τα έγγραφα αυτά (Α.Π 338/2007).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον τέταρτο και τον πέμπτο λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται η από τον αρ. 11 περ.α' και γ' του άρθρου 559 ΚΠολ.Δ πλημμέλεια. Συγκεκριμένα ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη απαραδέκτως, και μάλιστα άνευ προηγουμένης, πριν από τρεις ημέρες, κλητεύσεώς του, την με αριθμό 7467/1996 ένορκη βεβαίωση του συζύγου της δικαιοπαρόχου του Γ1.
Επίσης υποστηρίζει ότι δεν λήφθηκε υπόψη το από ...... έγγραφο, που είχε συντάξει ο αυτός ως άνω Γ1, σχετικά με τα ακριβή όρια του προς αυτόν πωληθέντος, εκ μέρους της συζύγου του ακινήτου, και έτσι το Εφετείο κατέληξε σε εσφαλμένο συμπέρασμα, ως προς τον ουσιώδη ισχυρισμό του σχετικά με την κτήση της κυριότητας αυτού επί του επιδίκου ακινήτου.
Οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι αφ' ενός μεν ο τέταρτος εξ' αυτών διότι από το κείμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι η ένορκη αυτή βεβαίωση δόθηκε, κατά την κυριαρχική και ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου, για να χρησιμοποιηθεί σε άλλη δίκη, αφού έχει ληφθεί αρκετό καιρό πριν την έναρξη της εν λόγω δίκης, προς συναγωγή δικαστικού τεκμηρίου, αφ' ετέρου ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως διότι από την επισκόπηση όλου περιερχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης, όπου μάλιστα υπάρχει η ρητή διαβεβαίωση σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο έλαβε υπόψη και όλα τα έγγραφα που νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος και το παραπάνω έγγραφο που διαλαμβάνεται στον κρινόμενο πέμπτο λόγο της αναιρέσεως.
VII). Επειδή, από το άρθρο 393 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι δεν επιτρέπεται η εμμάρτυρη απόδειξη κατά του αναφερόμενου σε δικαιοπραξία περιεχομένου εγγράφου, έστω και αν η αξία του αντικειμένου της δικαιοπραξίας είναι κατώτερη των πεντακοσίων χιλιάδων δραχμών. Όμως, η ταυτότητα του μεταβιβασθέντος με την δικαιοπραξία ακινήτου, που υποβλήθηκε στον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου, μπορεί να αποδειχθεί με τα επιτρεπόμενα κατά τις διατάξεις του Κ.Πολ.Δ.
αποδεικτικά μέσα, άρα και με μάρτυρες, διότι η κατά τα άρθρα 438 και 441 Κ.Πολ.Δ. αποδεικτική δύναμη του συμβολαιογραφικού εγγράφου, αναφορικά με τις δηλώσεις των συμβαλλομένων, δεν εκτείνεται και στο ζήτημα της ταυτότητας του ακινήτου (Α.Π. 1607/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο παραδεκτώς έλαβε υπόψη τις καταθέσεις των μαρτύρων της ενάγουσας - αναιρεσίβλητης, ως και τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, για τη συναγωγή αποδεικτικού συμπεράσματος ως προς την επιφάνεια του ανήκοντος στην κυριότητα του αναιρεσείονταος - εναγομένου ακινήτου, που ανέρχεται, κατά το αποδεικτικό συμπέρασμα του Εφετείου, σε 885 τ.μ, και όχι, το μη ανταποκρινόμενο στην αληθή κατάσταση των πραγμάτων περιεχόμενο των δηλώσεων των συμβαλλομένων στο με αριθμό ........
συμβόλαιο της σ/φου Αγ. Στεφάνου Αττικής Αγγελικής Μπαλάσκα, σύμφωνα με το οποίο η επιφάνεια του αγορασθέντος απ' αυτόν (αναιρεσείοντα) ακινήτου ανέρχεται σε 1061, 10 τ.μ. Επομένως, ο έκτος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθ. 12 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., περί του ότι το Εφετείο προσέδωσε, λαμβάνοντας υπόψη τις μαρτυρικές καταθέσεις και τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, ελαττωμένη αποδεικτική δύναμη, αντί για πλήρη στο περιεχόμενο του ως άνω και με αριθμό .....
συμβολαίου, σχετικά με την πραγματική επιφάνεια του αγορασθέντος από τον αναιρεσείοντα ακινήτου, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Απορριπτέος επίσης ως απαράδεκτος είναι και ο έκτος λόγος της αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη πλημμέλεια από τον αριθ. 20 αρθρ. 559 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα για τον λόγο ότι το Εφετείο παραμόρφωσε, κατά τα προαναφερόμενα, το περιεχόμενο του με αριθμ. .....
συμβολαίου ως προς το εμβαδόν του ανήκοντος στην κυριότητα του αναιρεσείοντος ακινήτου, καθ' όσον από τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά με το εμβαδόν του ακινήτου του αναιρεσείοντος, όχι μόνο από την εκτίμηση όλων των εγγράφων που νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και το συμβολαιογραφικό έγγραφο που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, αλλά και από τις καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης, ουδόλως δε στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κυρίως στο εν λόγω συμβολαιογραφικό έγγραφο για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος αλλά το συνεκτίμησε, όπως προκύπτει από το κείμενο της αποφάσεως, με τις λοιπές αποδείξεις (ΑΠ 484/1997 442/1993).
VIIΙ). Από τη διάταξη του άρθρου 340 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι η αξιοπιστία των μαρτύρων και η εκτίμηση των όσων καταθέτουν ανήκει στην κυριαρχική και ανέλεγκτη εξουσία του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο, μπορεί να αποδώσει στις καταθέσεις των μαρτύρων του αναιρεσίβλητου μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από τις καταθέσεις των μαρτύρων του αναιρεσείοντος.
Εξάλλου από τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 561 του αυτού Κώδικα προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο, εκτός α) αν παραβιάσθηκαν κανόνες δικαίου, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή β) αν υπάρχει λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως ή για παραμόρφωση εγγράφου (Α.Π. 1263/1998 Δ 1999, 355).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον έβδομο λόγο της αναιρέσεως ο αναιρεσείων διατείνεται ότι το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε την έφεσή του και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που δέχθηκε την ένδικη διεκδικητική αγωγή της αναιρεσίβλητης, για το σχηματισμό της κρίσεώς του επί της προκειμένης υποθέσεως στηρίχθηκε μόνο στη μαρτυρική κατάθεση της μάρτυρα ......, όχι δε και στην κατάθεση του δικού του μάρτυρα ......, την οποία δεν εκτίμησε δεόντως και επίσης προέβη σε εσφαλμένη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών που κατέθεσαν οι εν λόγω μάρτυρες.
Ο ως άνω λόγος αναιρέσεως, κατ' ορθή εκτίμηση από τον αριθ. 12 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί οι προβαλλόμενες μ' αυτόν πιο πάνω αιτιάσεις, αναγόμενες στη στάθμιση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και την εκτίμηση αυτών που κατέθεσαν, δεν μπορούν να θεμελιώσουν λόγο αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11.7.2006 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2540/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τoν αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Ιανουαρίου 2008.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 15 Απριλίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ