Legislator Case Law & Legislation
624/2011 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against defamation judgment, ruling facts were not proven and procedural arguments inadmissible.

Case Number 624/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the lower court's defamation judgment against the Christian Democratic Movement. The appellant argued the publication was defamatory and lacked factual basis, but the court found no evidence supporting these claims. Consequently, the appeal was rejected as unfounded, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the appellees.

Legislator headnote

AI generated

Articles 367(2)(b) of the Penal Code and 559(8)(b) of the Code of Civil Procedure; The court must reject an appeal where the appellant fails to prove the defamatory nature of the publication or the existence of facts excluding the unlawful character of the statements.

Keywords

AI generated
defamation appeal libel judgment factual basis procedural inadmissibility legal costs Supreme Court civil liability

Cited Legislation

AI generated
Article 367(2)(b) of the Penal Code
Article 559(8)(b) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 624 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός: 624/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 14 Μαρτίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Δ. Λ., εκδότη και Διευθυντή του Περιοδικού Πρωτοποριακής Έρευνας, με την επωνυμία "ΔAΥΛΟΣ", κατοίκου Αθηνών, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Παπαδέλλη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. του νομικού προσώπου "ΚΙΝΗΜΑ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ" ιδιοκτήτου της δεκαπενθήμερης εφημερίδας "ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο δια του Προέδρου του παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Νικολόπουλο, 2. Μ. Μ., ο οποίος παραστάθηκε με το ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο, 3.Ι. Γ., Διευθυντή της Εφημερίδος "ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ", ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Νικολόπουλο και 4.Γ. Ζ., Διευθυντή Σύνταξης, ο οποίος παραστάθηκε με τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο, απάντων κατοίκων Αθηνών.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1 Οκτωβρίου 2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος η οποία κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2233/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 7257/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22 Νοεμβρίου 2007 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης, ανέγνωσε την από 4 Μαρτίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο μόνο παρ. 1 του ν. 1178/1981 (ΦΕΚ Α', 187), περί αστικής ευθύνης του τύπου και άλλων τινών διατάξεων, ο ιδιοκτήτης κάθε εντύπου υποχρεούται σε πλήρη αποζημίωση για την παράνομη περιουσιακή ζημία, καθώς και σε χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που προξενήθηκαν υπαίτια με δημοσίευμα, το οποίο θίγει την τιμή ή την υπόληψη κάθε ατόμου, έστω και αν η κατά το άρθρο 914 ΑΚ υπαιτιότητα, η κατά το άρθρο 919 ΑΚ πρόθεση και η κατά το άρθρο 920 ΑΚ γνώση ή υπαίτια άγνοια συντρέχει στο συντάκτη του δημοσιεύματος ή αν ο τελευταίος είναι άγνωστος στον εκδότη ή στο διευθυντή συντάξεως του εντύπου.

Στην παρ. 2 του ιδίου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο μόνο παρ. 4 ν. 2243/1994, η κατά το άρθρο 932 του ΑΚ χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης του αδικηθέντος από κάποια από τις προβλεπόμενες στην προηγούμενη παράγραφο πράξεις ορίζεται, εφόσον αυτές τελέσθηκαν διά του τύπου, κατά την κρίση του δικαστή, όχι κατώτερη των αναφερόμενων κατά περίπτωση ποσών.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει σαφώς, ότι αναφέρονται μόνο στην ευθύνη του ιδιοκτήτη του εντύπου, φυσικού ή νομικού προσώπου, και όχι στον συντάκτη του επιλήψιμου δημοσιεύματος ή τον εκδότη του εντύπου (αν αυτός δεν ταυτίζεται με τον ιδιοκτήτη) ή τον διευθυντή συντάξεως. Ο συντάκτης (του επιλήψιμου δημοσιεύματος), ο εκδότης (αν δεν είναι και ιδιοκτήτης του εντύπου) ή ο διευθυντής συντάξεως ευθύνονται προς αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας ή της ηθικής βλάβης που έχει προκληθεί από επιλήψιμο δημοσίευμα, κατά τις κοινές διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 919, 920, 932 ΑΚ σε συνδυασμό με τα άρθρα 361-363 ΠΚ.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 57 ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, ενώ αξίωση αποζημίωσης σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται, κατά δε το άρθρο 59 ΑΚ και στην περίπτωση του άρθρου 57 ΑΚ, το δικαστήριο με την απόφαση του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επιπλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί.

Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα, ή σε οτιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις. Τέτοιο προστατευόμενο έννομο αγαθό είναι και η τιμή και η υπόληψη κάθε ανθρώπου. Κατά το άρθρο 914 ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, κατά το άρθρο 920 ΑΚ, όποιος, γνωρίζοντας ή υπαίτια αγνοώντας, υποστηρίζει ή διαδίδει αναληθείς ειδήσεις που εκθέτουν σε κίνδυνο την πίστη, το επάγγελμα ή το μέλλον άλλου, έχει την υποχρέωση να τον αποζημιώσει, ενώ κατά το άρθρο 932 ΑΚ σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του. Επίσης, σύμφωνα με την ΠΚ 361 παρ. 1 "όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις της δυσφήμησης (άρθρα 362 και 363), προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή με έργο ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, τιμωρείται....", με την ΠΚ 362 "όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του τιμωρείται...", και με την ΠΚ 363 "αν στην περίπτωση του άρθρου 362, το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές τιμωρείται...".

Ειδικότερα, από τις αμέσως ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 362 και 363 ΠΚ προκύπτει, ότι για την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως απαιτείται α)ισχυρισμός ή διάδοση γεγονότος ενώπιον τρίτου σε βάρος ορισμένου προσώπου, β)το γεγονός να είναι δυνατόν να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου αυτού προσώπου, και γ)να είναι ψευδές και ο υπαίτιος να γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές.

Ως ισχυρισμός θεωρείται η ανακοίνωση προερχόμενη ή εξ ιδίας πεποιθήσεως ή γνώμης ή εκ μεταδόσεως από τρίτο πρόσωπο. Αντίθετα διάδοση υφίσταται, όταν λαμβάνει χώρα μετάδοση της από άλλον γενομένης ανακοινώσεως. Ο ισχυρισμός ή η διάδοση επιβάλλεται να γίνεται ενώπιον τρίτου. Αυτό το οποίο αξιολογείται είναι το γεγονός, δηλαδή οποιοδήποτε συμβάν του εξωτερικού κόσμου, αναγόμενο στο παρόν ή παρελθόν, υποπίπτον στις αισθήσεις και δυνάμενο να αποδειχθεί, αντίκειται δε προς την ηθική και ευπρέπεια.

Αντικείμενο προσβολής είναι η τιμή και η υπόληψη του φυσικού προσώπου. Ο νόμος θεωρεί ως προστατευόμενο αγαθό την τιμή ή την υπόληψη του προσώπου, το οποίο είναι μέλος μιας οργανωμένης κοινωνίας και κινείται στα πλαίσια της συναλλακτικής ευθύτητας. Η τιμή του προσώπου θεμελιώνεται επί της ηθικής αξίας, η οποία πηγή έχει την ατομικότητα και εκδηλώνεται με πράξεις ή παραλείψεις.

Δεν αποκλείεται στην έννοια του γεγονότος να υπαχθούν η έκφραση γνώμης ή αξιολογικής κρίσεως ακόμη δε και χαρακτηρισμός οσάκις αμέσως ή εμμέσως υποκρύπτονται συμβάντα και αντικειμενικά εκδηλωτικά στοιχεία, τα οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας, δηλαδή μόνον όταν συνδέονται και σχετίζονται με το γεγονός κατά τέτοιο τρόπο, ώστε ουσιαστικώς να προσδιορίζουν την ποσοτική και ποιοτική του βαρύτητα, άλλως μπορεί να αποτελούν εξύβριση κατά την ΠΚ 361.

Τέλος, κατά το άρθρο 367 παρ. 1 περ. α'- δ' ΠΚ το άδικο των προβλεπόμενων στα άρθρα 361 επ. του ίδιου Κώδικα πράξεων αίρεται, μεταξύ των άλλων περιπτώσεων που προβλέπονται στο άρθρο αυτό, και όταν πρόκειται για εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νόμιμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή σε ανάλογες περιπτώσεις (περ.

γ' και δ'). Η τελευταία αυτή διάταξη (ΠΚ 367) για την ενότητα της έννομης τάξης εφαρμόζεται αναλογικά και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, όπως αυτός οριοθετείται από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 57-59 και 914 επ. ΑΚ. Επομένως, αιρομένου του άδικου χαρακτήρα των προαναφερθεισών αξιόποινων πράξεων (με την επιφύλαξη, όπως κατωτέρω, της ΠΚ 367 παρ. 2) αποκλείεται και το στοιχείο του παρανόμου της επιζήμιας συμπεριφοράς ως όρος της αντίστοιχης αδικοπραξίας του αστικού δικαίου.

Έτσι, η προβολή περιπτώσεως του άρθρου 367 παρ. 1 του ΠΚ αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό καταλυτικό της αγωγής του προσβληθέντος από δημοσίευμα του τύπου προσώπου (ένσταση), λόγω άρσεως του παρανόμου της προσβολής. Δικαιολογημένο ενδιαφέρον, που πηγάζει από την συνταγματικά κατοχυρωμένη ελευθερία και την κοινωνική αποστολή του τύπου (άρθρο 14 παρ. 1-2 του Συντάγματος σχετικό και το άρθρο 10 παρ. 1 εδ.

α' και β' της ΕΣΔΑ), έχουν και τα πρόσωπα που συνδέονται με τη λειτουργία του, για τη δημοσίευση και προβολή - δημοσιοποίηση ειδήσεων και σχολίων σχετικών με τις πράξεις και τη συμπεριφορά φυσικών ή νομικών προσώπων ή ομάδων προσώπων, που παρουσιάζουν ενδιαφέρον για το κοινωνικό σύνολο. Γι' αυτό μπορούν να δημοσιευθούν ειδήσεις και σχόλια για τη σχετική πληροφόρηση και ενημέρωση του κοινού και με οξεία ακόμη κριτική ή δυσμενείς χαρακτηρισμούς.

Όμως, ο άδικος χαρακτήρας του δημοσιεύματος, ως προς τις εξυβριστικές ή δυσφημιστικές εκφράσεις που περιέχει, δεν αίρεται λόγω δικαιολογημένου ενδιαφέροντος κλπ και συνεπώς παραμένει η ποινική ευθύνη των κατά το νόμο υπευθύνων, άρα και η υποχρέωσή τους προς αποζημίωση κατά το αστικό δίκαιο, όταν συντρέχει μία από τις περιπτώσεις της ΠΚ 367 παρ. 2, δηλαδή, όταν οι επίμαχες κρίσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως των άρθρων 363-362 ΠΚ, ή όταν από τον τρόπο εκδηλώσεως, ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη, προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως, δηλαδή πρόθεση που κατευθύνεται ειδικά στην προσβολή της τιμής του άλλου.

Η προβολή δε από τον προσβληθέντα περιπτώσεως από την ΠΚ 367 παρ. 2 αποτελεί αντένσταση κατά της εκ της ΠΚ 367 παρ. 1 ενστάσεως. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 4/2005).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Το κατά νόμο δε αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993).

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997).

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 465/1988).Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1987/2007).

Περαιτέρω ο λόγος αναίρεσης του αριθ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1933/2006).

Δεν στοιχειοθετείται, όμως ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 11/1996).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 522 του Κ.Πολ.Δ., που ορίζει ότι "με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους προσθέτους λόγους", συνάγεται ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κρίνει για την ορθότητα ή μη της εκκαλουμένης απόφασης με βάση τους λόγους της έφεσης, δηλαδή τα σφάλματα ή παραλείψεις του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που αποδίδονται σ' αυτήν με την προσβαλλόμενη απόφαση.

Επομένως, σφάλματα ή παραλείψεις του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που δεν έχουν προσβληθεί με λόγο έφεσης, δεν εξετάζονται αυτεπάγγελτα από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ούτε επιτρέπεται σ' αυτό να ερευνά μη προταθέντες νομίμως ισχυρισμούς των διαδίκων, η παράλειψη δε της έρευνας τέτοιων σφαλμάτων που δεν προσβλήθηκαν με λόγο έφεσης ή ισχυρισμού που δεν προτάθηκε νόμιμα, δεν ιδρύει τον εκ του αριθμ. 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

αναιρετικό λόγο.

Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 7257/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων:"Στο με ημερομηνία 13.6.2002 φύλλο της δεκαπενθήμερης εφημερίδας Χριστιανικού Κοινωνικού Αγώνα "ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ", της οποίας ιδιοκτήτης είναι το πρώτο εναγόμενο, εκδότης ο δεύτερος και διευθυντής ο τρίτος εναγόμενος (ήδη οι τρεις πρώτοι των αναιρεσίβλητων αντίστοιχα), δημοσιεύθηκε άρθρο του τέταρτου εναγόμενου (ήδη τέταρτου αναιρεσίβλητου) με τίτλο "Μίκης Θεοδωράκης.

Από τον Διεθνισμό στον Εθνοφυλετισμό", στο οποίο αναγράφησαν μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: "Πλήθος περιοδικών κυκλοφορούν που φτάνουν μέχρι και την ανοιχτή υποστήριξη της ειδωλολατρίας με κοινό σημείο αναφοράς το μίσος προς την Ορθοδοξία, η οποία βάλλεται ανοικτά, όταν δεν γίνεται απλώς "ανεκτή" ως "μαϊντανός" και συμπλήρωμα του ελληνοκεντρικού εθνοφυλετισμού.Φασισμός εναντίον Ορθοδοξίας.

Ο "Δαυλός" είναι από τα περιοδικά της πιο πάνω κατηγορίας με ανοιχτά αντιεκκλησιαστική αρθρογραφία. Έχει ταχθεί υπέρ της αποβολής του μαθήματος των θρησκευτικών από τα σχολεία και ιδίως της αποβολής της Παλαιάς διαθήκης ακόμη και από το τελετουργικό της Εκκλησίας της Ελλάδος!...Παρατηρούμαι κοινότητα θέσεων ανάμεσα στους ναζιστές και τους ανθρώπους του Δαυλού, ως προς την υποταγή και προσαρμογή του Χριστιανισμού στις Εθνοφυλετικές τους αντιλήψεις.

Ας το πούμε κατά συνέπεια ανοικτά, ότι πρόκειται για έντυπο φασιστικό με την στενή έννοια του όρου. Άλλωστε οι θέσεις του "Δαυλού" δεν περιορίζονται να είναι φασιστικές σ' επίπεδο ιδεολογικής αναζήτησης αλλά σ' επίπεδο πολιτικό, αφού πρεσβεύουν την καταστολή κάθε αντίθεσης σε αυτούς αντίληψης και φθάνουν στο σημείο να θέλουν να λογοκρίνουν ακόμη και την Εκκλησία με κριτήριο τις δικές τους αντιλήψεις...Είναι λοιπόν ολίσθημα για έναν άνθρωπο σαν τον Μίκη Θεοδωράκη νά παραχωρεί συνέντευξη και με το κύρος του να δίνει άλλοθι σε ένα τέτοιο έντυπο και στις φασιστικές τύπου θέσεις του...".

Το άρθρο αυτό δημοσιεύθηκε με αφορμή συνέντευξη που είχε παραχωρήσει ο μουσικοσυνθέτης Μίκης Θεοδωράκης στο επιστημονικό και ιστορικό περιοδικό "ΔΑΥΛΟΣ", ιδιοκτησίας του ενάγοντος, για τη διδασκαλία του μαθήματος των θρησκευτικών στα σχολεία, τη θέση της Παλαιάς Διαθήκης στο τελετουργικό της Εκκλησίας, τα αρχαιοελληνικά ιδεώδη, την σχέση Ελληνισμού - Χριστιανισμού και Χριστιανισμού - Ιουδαΐσμού.

Το επίμαχο δημοσίευμα περιείχε σχόλια και κρίσεις επί των απόψεων που είχε διατυπώσει ο μουσικοσυνθέτης καθώς και επί των θέσεων που κατά καιρούς έχει διατυπώσει το περιοδικό του ενάγοντος σχετικά με την Παλαιά Διαθήκη .Συγκεκριμένα το περιοδικό έχει ταχθεί υπέρ της αποβολής της Παλαιάς Διαθήκης από τη σχολική εκπαίδευση και από το τελετουργικό της Εκκλησίας της Ελλάδος.

Τούτο προκύπτει τόσο από τη ρητή αναφορά σε αυτό του συνεργάτη του περιοδικού σε σχετική ερώτηση προς τον μουσικοσυνθέτη, όσο και από το γεγονός ότι το Μάιο του έτους 1993 ο ενάγων είχε ζητήσει με ανοικτή επιστολή του προς την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος, την αποβολή της Παλαιάς Διαθήκης από το τελετουργικό της Εκκλησίας.

Οι απόψεις του περιοδικού για την Παλαιά Διαθήκη προκύπτουν και από τα προσκομιζόμενα τεύχη του περιοδικού (βλ. τεύχος 157 στο άρθρο υπό τον τίτλο "Μισαλοδοξία και Φανατισμός", τεύχος 273-3 με τίτλο "Ιησούς: Ο Κήρυκας του μίσους, διχασμού και ανθελληνισμού", τεύχος 164-165 με τίτλο "Η Ανηθικότητα της Παλαιάς Διαθήκης").

Σκοπός του δημοσιεύματος ήταν η άσκηση αυστηρής κριτικής στις θέσεις που υιοθετεί το ιστορικό και επιστημονικό περιοδικό του ενάγοντος για την Παλαιά Διαθήκη που έγινε από δικαιολογημένο ενδιαφέρον του δημοσιογράφου της εφημερίδας "ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ" και δεν διακρίνεται προσπάθεια μείωσης της προσωπικότητας του ενάγοντος.

Εξάλλου, ο ενάγων, ως εκδότης ενός ιστορικού και επιστημονικού περιοδικού, του οποίου οι θέσεις, απόψεις και θεωρήσεις του, απασχολούν ένα μέρος της κοινής γνώμης, είναι υποχρεωμένος να υπομένει την αυστηρή κριτική ή τους δυσμενείς χαρακτηρισμούς. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι οι εκφράσεις "φασιστικό έντυπο", "φασιστικού τύπου θέσεις", αφενός μεν δεν αναφέρονται στον ενάγοντα, αφετέρου δεν χρησιμοποιήθηκαν στο δημοσίευμα ως υποτιμητικές και ονειδιστικές εκφράσεις (ύβρεις), αλλά ως πολιτικοί χαρακτηρισμοί που διαλαμβάνουν απλώς, και μόνον κρίσεις, ως προς τη συνόλη κοσμοθεωρητική και οντολογική αντίληψη και θεώρηση κάποιου άλλου προκειμένου δηλαδή να αποδοθεί στο περιοδικό ορισμένη ιδεολογία που αρμόζει, κατά την κρίση του συντάκτη, στις απόψεις που προβάλλει.

Με τα δεδομένα αυτά πρέπει να γίνει δεκτή η από το άρθρο 367 ΠΚ ένσταση των εναγομένων και συνακόλουθα να απορριφθεί η αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Σημειώνεται δε κατόπιν όλων των ως άνω ότι, με τις ανωτέρω φράσεις με τις οποίες γίνονται απλώς και μόνο αξιολογικές κρίσεις, έστω και δυσμενούς περιεχομένου δεν παραβιάσθηκε ούτε και το αντικειμενικώς δέον μέτρο στη συγκεκριμένη αυτή περίπτωση".

Με βάση τις παραπάνω παραδοχές του το Εφετείο, απέρριψε την έφεση του αναιρεσίβλητου, επικυρώνοντας έτσι την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, το οποίο είχε απορρίψει την αγωγή του, με την οποία επεδίωκε να του επιδικασθεί χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης εις βάρος των αναιρεσίβλητων, εξαιτίας της προσβολής που επήλθε στην προσωπικότητά του από το παραπάνω δημοσίευμα, καθώς επίσης την άρση της προσβολής αυτής και την παράλειψή της στο μέλλον.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 920, 932 ΑΚ, 361, 362, 363 και 367 Π.Κ. και άρθρου μόνου του Ν. 1178/1981, καθόσον τα πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν πληρούν το πραγματικό της έννοιας της συκοφαντικής δυσφήμησης αφού, αφενός μεν δεν ήταν ψευδή τα περιεχόμενα στο άνω δημοσίευμα, αναφορικά με το ότι το περιοδικό του ενάγοντος έχει ταχθεί υπέρ της αποβολής της Παλαιάς Διαθήκης από τη σχολική εκπαίδευση και από το τελετουργικό της Εκκλησίας και κατ' επανάληψη έχει δημοσιεύσει άρθρα που βάλλουν εναντίον των θέσεων της Ορθοδοξίας, αφετέρου δε οι εκφράσεις "φασιστικό έντυπο", "φασιστικού τύπου θέσεις", δεν συνιστούν δυσφημηστικά γεγονότα προσβλητικά της προσωπικότητας του ενάγοντος, χρησιμοποιήθηκαν δε από τον συντάκτη του δημοσιεύματος προς αντίκρουση των πιο πάνω θέσεων του περιοδικού του τελευταίου, όχι προς καταφρόνηση και ονειδισμό του προσώπου του, αλλά προκειμένου να αποδοθεί στο περιοδικό ορισμένη ιδεολογία, αναφορικά με τις απόψεις που αυτό προβάλλει, κατά την κρίση του συντάκτη του άνω δημοσιεύματος, ο οποίος από δικαιολογημένο ενδιαφέρον χρησιμοποίησε τους χαρακτηρισμούς αυτούς, προς άσκηση αυστηρής κριτικής στις παραπάνω θέσεις που υιοθετεί το περιοδικό του αναιρεσείοντος, ώστε δικαιολογείται εφαρμογή του άρθρου 367 παρ.1, περ.

γ' Π.Κ., στον από τη διάταξη αυτή υποβληθέντα σχετικό ισχυρισμό των αναιρεσίβλητων. Εξάλλου, από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι αυτή έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ πιο πάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 57, 59, 914, 920, 932 του Α.Κ. , 361, 362, 363, 367 του Π.Κ.

και άρθρου μόνου του Ν. 1178/1981, τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων. Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια, από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, πάρα τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω ο αναιρεσείων στο δικόγραφο της έφεσής του κατά της υπ' αριθμ. 2233/2005 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του, δεν περιέλαβε αυτοτελή ισχυρισμό καταλυτικό του ισχυρισμού που υπέβαλαν οι αναιρεσίβλητοι με τις πρωτόδικες προτάσεις τους περί της ύπαρξης δικαιολογημένου ενδιαφέροντος του συντάκτη του δημοσιεύματος, κατ' άρθρον 367 παρ. 1, περ.

γ' Π.Κ., και συγκεκριμένα δεν ισχυρίσθηκε ότι από τον τρόπο και τις περιστάσεις που έλαβε χώρα το άνω δημοσίευμα στην εφημερίδα των αναιρεσίβλητων προκύπτει σκοπός εξύβρισης αυτού, κατ' άρθρο 367 παρ. 2, περ. β' Π.Κ., ούτε επικαλέστηκε γεγονότα τα οποία να θεμελιώνουν τις εκ της ανωτέρω διάταξης περιστάσεις οι οποίες αποκλείουν την άρση του άδικου χαρακτήρα των, αλλά περιορίστηκε στην άρνηση της ένδικης ένστασης των αναιρεσίβλητων ως προς την αλήθεια των επιδίκων ισχυρισμών τους στο επίμαχο δημοσίευμα.

Και τούτο πέρα από το γεγονός ότι τέτοιος ισχυρισμός δεν έχει προβληθεί από τον αναιρεσείοντα, ούτε με τις έγγραφες προτάσεις του και την προσθήκη σ' αυτές ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου. Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος που προσάπτεται στο Εφετείο πλημμέλεια, από το άρθρο 559 αρ. 8 περ.

β' ΚΠολΔ, και συγκεκριμένα ότι δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του ότι οι άνω δυσμενείς χαρακτηρισμοί και κρίσεις έγιναν με σκοπό εξύβρισης του αναιρεσείοντος, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 367 παρ. 2 Π.Κ., είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, δεν είχε εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση η διάταξη αυτή, ενώ κατά το μέρος που προσβάλλεται η ίδια απόφαση (επικουρικά) για εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως του άρθρου 367 παρ.2 Π.Κ. (άρθρο 559 παρ. 19 ΚΠολΔ) ο λόγος αυτός στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού το Εφετείο δεν εφάρμοσε την εν λόγω διάταξη.

Κατά τα λοιπά ο ίδιος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο επίσης αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων δεν προσβλήθηκε παράνομα στην προσωπικότητά του, εξαιτίας του επίμαχου δημοσιεύματος, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού με τον προκείμενο λόγο, από το περιεχόμενο του οποίου δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, απαραδέκτως, η εκτίμηση πραγματικών γεγονότων που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Τέλος, ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, ότι ο δημοσιογράφος του επίμαχου δημοσιεύματος, δεν τήρησε τους στοιχειώδεις κανόνες δημοσιογραφικής δεοντολογίας ως προς τη συλλογή και διασταύρωση των πληροφοριών του, αφού δεν απευθύνθηκε σ' αυτόν για τη διασταύρωση των απόψεών του και τη διαπίστωση της αλήθειας και της πραγματικότητας, δεν συνιστά πράγμα υπό τη προεκτεθείσα έννοια, αλλά πραγματικό επιχείρημα, και επομένως ο προβαλλόμενος από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, περί μη λήψεως υπόψη του άνω ισχυρισμού, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος.

Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22-11-2007 αίτηση του Δ. Λ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 7257/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 29 Μαρτίου 2011. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 2 Μαΐου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ