Legislator Case Law & Legislation
703/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal due to inadmissibility of vague and non-specific appeal grounds under Article 559 of the Code of Civil Procedure.

Case Number 703/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appellant's appeal against a first-instance labor court decision on May 16, 2024. The appellant failed to appear in court, and the court found that the submitted appeal grounds were inadmissible because they were vague, abstract, and lacked specific factual content required by law. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the respondents.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 562, 573 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if its grounds are vague, abstract, or fail to specify the content of the lower court's decision and the factual basis of the appeal, thereby preventing the review of the alleged error.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal vague grounds Code of Civil Procedure labor dispute legal costs

Cited Legislation

AI generated
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 562, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 573, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 281 of the Civil Code

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 703 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 703/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νικόλαο Πουλάκη και Νίκη Κατσιαούνη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 27 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Μ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Κατά τη δικάσιμο της 18ης Μαΐου 2021, είχε εκπροσωπηθεί από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Δημόπουλο, ο οποίος είχε καταθέσει προτάσεις στις 21-5-2021.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)Β. Γ. του Π., κατοίκου ..., 2)Α. Κ. του Κ., κατοίκου ..., και 3)Ι. Π. του Σ., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο τους. Κατά τη δικάσιμο της 18ης Μαΐου 2021, είχε εκπροσωπηθεί από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Χανιώτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος είχε καταθέσει προτάσεις στις 17-5-2021.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-12-2013 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1070/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 4527/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 18-11-2019 αίτησή του, η οποία συζητήθηκε κατά τη δικάσιμο της 18ης Μαΐου 2021, χωρίς να εκδοθεί απόφαση. Με την με αριθμό …./2023 πράξη αφαίρεσης δικογραφιών της Προέδρου του Αρείου Πάγου Ιωάννας Κλάπα - Χριστοδουλέα, από την ορισθείσα εισηγήτρια Αρεοπαγίτη ε.τ. Ό. Σ. - Μ. και την με αριθμό …/2023 πράξη του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Νικολάου Πιπιλίγκα ορίσθηκε η ως άνω νέα δικάσιμος για επανάληψη της συζήτησης, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 Κ.Πολ.Δ. Κατά την οίκοθεν συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 307 του Κ.Πολ.Δ., η οποία έχει εφαρμογή και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση (άρθρο 573 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ.), προκύπτει ότι, αν για οποιοδήποτε λόγο που παρουσιάζεται μετά το τέλος της συζήτησης της υπόθεσης καταστεί αδύνατη η έκδοση της απόφασης (παραίτηση, παύση δικαστή κτλ), η συζήτηση επαναλαμβάνεται με τον ορισμό νέας δικασίμου και κοινοποίηση κλήσης προς τους διαδίκους, ενέργειες που λαμβάνουν χώρα με την επιμέλεια είτε κάποιου εκ των διαδίκων, είτε της γραμματείας του δικαστηρίου (Α.Π. 1443/2023, ΑΠ 2113/2022, Α.Π. 1763/2022, Α.Π. 582/2016).

Η επαναλαμβανόμενη κατ' άρθρο 307 του ΚΠολΔ συζήτηση αποτελεί, όπως και η από το άρθρο 254 του ΚΠολΔ συζήτηση, συνέχεια της προηγούμενης και όχι νέα συζήτηση (Α.Π. 1443/2023, ΑΠ 2113/2022, Α.Π. 936/2018). Συνακόλουθα, η αρχική και η επαναλαμβανόμενη συζήτηση συνθέτουν μία συζήτηση και ο διάδικος ο οποίος δεν παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση, είχε όμως παραστεί στην αρχική, δικάζεται αντιμωλία, ο διάδικος δε που παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση δεν χρειάζεται να καταθέσει εκ νέου προτάσεις (ΑΠ 17/2023, ΑΠ 936/2018, ΑΠ 869/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπ' αριθμ. …/2023 Πράξη του Προέδρου του Β2' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, νόμιμα επαναλαμβάνεται η συζήτηση της από 18-11-2019 αίτησης αναίρεσης, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 του Κ.Πολ.Δ., μετά τη διαπίστωση, όπως αναφέρεται, αδυναμίας για την έκδοση απόφασης επί της αίτησης αυτής, η οποία είχε συζητηθεί ενώπιον του Β2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου κατά τη δικάσιμο στις 18-5-2021, εκ μέρους της ήδη συνταξιοδοτηθείσας, μετά τη συζήτηση της υπόθεσης, Αρεοπαγίτη- Εισηγήτριας Ό.

Σ.-Μ., και ορίστηκε ως νέα δικάσιμος για τη συζήτησή της η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας με κλήση των διαδίκων να παραστούν κατ' αυτήν. Από το από 18-12-2023 αποδεικτικό επίδοσης και το από 19-12-2023 αποδεικτικό επίδοσης, του επιμελητή του Αρείου Πάγου Ε. Π., τα οποία υπάρχουν στη δικογραφία, προκύπτει, αντίστοιχα, ότι ακριβές αντίγραφο της ως άνω με αριθμ.

…./2023 Πράξης του Προέδρου του Β2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, με κλήση για να παραστούν κατά την προκείμενη δικάσιμο (27-2-2024), επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα για τον αναιρεσείοντα, στον αντίκλητο δικηγόρο του Γεώργιο Δημόπουλο, και για τους αναιρεσίβλητους, στον αντίκλητο δικηγόρο τους, Γεώργιο Χανιώτη, κατά το άρθρο 143 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.

Ο αναιρεσείων και οι αναιρεσίβλητοι, μολονότι κλήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τα άνω, όταν εκφωνήθηκε η υπόθεση από τη σειρά του οικείου πινακίου στη δικάσιμο αυτή, δεν εμφανίστηκαν μετά πληρεξουσίου δικηγόρου, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατατέθηκε γι'αυτούς δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ., είχαν όμως εκπροσωπηθεί από τους προαναφερόμενους πληρεξούσιους δικηγόρους-αντικλήτους τους, κατά τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης στην αρχική δικάσιμο στις 18-5-2021, συνέχεια της οποίας αποτελεί η προκείμενη, κατά τα ανωτέρω.

Επομένως, η συζήτηση της υπόθεσης χωρεί αντιμωλία των διαδίκων.

Με την από 18-11-2019 με αριθμ.εκθ.καταθ……/…./18-11-2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 4527/6-8-2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, επί της από 28-6-2016 με αριθ.καταθ…../2016 έφεσης του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος.

Με την προσβαλλόμενη απόφαση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού δέχθηκε τυπικά την έφεση και έκρινε βάσιμη, την προβληθείσα, με σχετικό λόγο της, ένσταση συμψηφισμού, τη δέχθηκε ακολούθως και κατ'ουσία και, για το ενιαίο του εκτελεστού τίτλου, εξαφάνισε στο σύνολό της την εκκαλουμένη, με αριθμό 1070/2016, απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.

Ακολούθως, κατά μερική ουσιαστική παραδοχή της από 18-12-2013 με αριθμ.καταθ. ……/ …../19-12-2013 αγωγής των εναγόντων ήδη αναιρεσιβλήτων, α) αναγνώρισε την ακυρότητα των από 27-9-2013 καταγγελιών, των συμβάσεών τους εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, εκ μέρους του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος εργοδότη τους λόγω μη καταβολής διμηνιαίας δόσης της νόμιμης αποζημίωσης β) υποχρέωσε τον τελευταίο να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους, και γ) επιδίκασε στους ενάγοντες, εκκαλούντες και ήδη αναιρεσίβλητους, ως διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών- (στους πρώτη και τρίτο)- και οφειλόμενο επίδομα εορτών Χριστουγέννων (σε άπαντες), μέχρι το χρόνο των καταγγελιών και ως υπόλοιπο μισθών υπερημερίας (των μηνών Φεβρουαρίου και Μαρτίου 2014 για τους πρώτη και τρίτο και του μηνός Μαρτίου 2014 για την δεύτερη)-μετά από απόσβεση, κατ'άρθρον 422 ΑΚ, των αρχαιότερων επιδίκων μισθών υπερημερίας κατόπιν συμψηφισμού σε αυτούς της καταβληθείσας αποζημίωσης απόλυσης, (επιδίκασε) γ1) στην πρώτη τούτων, κατά ένα μέρος καταψηφιστικά και κατά το υπόλοιπο αναγνωριστικά, το συνολικό ποσό των (8.977,92 + 820,06 =) 9.797,98 ευρώ, γ2) στην δεύτερη το συνολικό ποσό των 1.924,37 ευρώ και γ3) στον τρίτο τούτων το συνολικό ποσό των 7.475,64 ευρώ, νομιμοτόκως.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθόσον από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης και από τη δημοσίευση της τελευταίας (6-8-2019) μέχρι την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, με κατάθεσή της στη γραμματεία του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου (18-11-2019), δεν παρήλθε διετία (άρθ. 552, 553, 556, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ).

Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 3 εδ. α' του ν. 3198/1955, η καταγγελία της αορίστου χρόνου εργασιακής σύμβασης, που πραγματοποιείται σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού και των άρθρων 1 και 3 του ν. 2112/1920 και 669 ΑΚ, θεωρείται έγκυρη εφόσον γίνει εγγράφως και καταβληθεί η οφειλόμενη αποζημίωση.

Κατά δε το εδάφιο β'της ίδιας διάταξης, η καθυστέρηση δόσης της αποζημίωσης από τις οφειλόμενες κατά την παρ.1 εδ.β'του άρθρου 2 του ιδίου νόμου συνεπάγεται ακυρότητα της καταγγελίας και ο διαδραμών χρόνος θεωρείται ως χρόνος συνέχισης της εργασίας. Με τη διάταξη δε του άρθρου 2 παρ.1 εδ.β του ιδίου νόμου ρυθμίζεται η καταβολή της αποζημίωσης απόλυσης σε τριμηνιαίες (πλήν της πρώτης) ισόποσες δόσεις, εφόσον το ύψος αυτής υπερβαίνει τις αποδοχές έξι μηνών.

Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 174 και 180 ΑΚ, συνάγεται ότι συντρέχει περίπτωση ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και στην περίπτωση μη καταβολής ή ελλιπούς καταβολής της οφειλόμενης αποζημίωσης (ΑΠ 759/2023, ΑΠ 725/2020), η οποία υπολογίζεται κατά τα άρθρα 3 παρ.2 του Ν.2112/1920 και 5 παρ.1 του Ν. 3198/1955 με βάση τις τακτικές αποδοχές του απολυόμενου μισθωτού του τελευταίου πριν την καταγγελία μήνα, υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης (ΑΠ 759/2023, ΑΠ 78/2022, ΑΠ 839/2019).

Στην περίπτωση δε ακυρότητας της καταγγελίας (για οιονδήποτε λόγο) δεν επέρχεται η λύση της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας και συνακόλουθα ο εργοδότης περιέρχεται σε υπερημερία ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών του εργαζομένου, υποχρεούμενος να δέχεται τις υπηρεσίες του μισθωτού και να καταβάλει τις αποδοχές αυτού, κατά τα άρθρα 349, 350, 648 και 656 του ΑΚ (ΑΠ 1197/2022, ΑΠ 839/2019, ΑΠ 359/2015).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 74 παρ. 3 ν. 3863/2010 με το οποίο τροποποιήθηκε η ανωτέρω ρύθμιση του άρθρου 2 παρ.1 εδ.β' ν.3198/1955, όταν η αποζημίωση λόγω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας υπερβαίνει τις αποδοχές δύο (2) μηνών, ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλει κατά την απόλυση μέρος της αποζημίωσης που αντιστοιχεί στις αποδοχές δύο (2) μηνών.

Το υπόλοιπο ποσό καταβάλλεται σε διμηνιαίες δόσεις, καθεμία από τις οποίες δεν μπορεί να είναι κατώτερη από τις αποδοχές δύο (2) μηνών, εκτός και αν το ποσό που υπολείπεται για την εξόφληση του συνόλου της αποζημίωσης είναι μικρότερο. Η πρώτη δόση καταβάλλεται την επομένη της συμπλήρωσης διμήνου από την απόλυση.

Από τις προαναφερόμενες διατάξεις συνάγεται ότι εάν δεν καταβληθεί η αποζημίωση ή το μέχρι των αποδοχών δύο μηνών μέρος της-όταν είναι καταβλητέα σε δόσεις- την ίδια ημέρα με την επίδοση της έγγραφης καταγγελίας στον απολυόμενο μισθωτό, η καταγγελία είναι άκυρη (ΑΠ 1114/2021, ΑΠ 2028/2017, ΑΠ 359/2015). Κάθε μία δε από τις επόμενες διμηνιαίες δόσεις της καταβαλλόμενης, κατ'εφαρμογή της προαναφερόμενης διάταξης του άρθρου 74 παρ.3 του ν.3863/2010, αποζημίωσης απόλυσης, είναι διακριτώς και αυτοτελώς απαιτητή (ΑΠ 2028/2017, ΑΠ 359/2015), και συνακόλουθα σε περίπτωση καθυστέρησης ή μη προσήκουσας καταβολής έστω μίας δόσης της από τον εργοδότη, η καταγγελία του καθίσταται άκυρη και ο χρόνος που εν τω μεταξύ παρήλθε θεωρείται, κατά το άρθρο 5 παρ.3 εδ.β' του ν.3198/1955, ως χρόνος συνέχισης της εργασίας.

Τέλος, η ακυρότητα της καταγγελίας λόγω μη προσήκουσας καταβολής της νόμιμης αποζημίωσης δεν θεραπεύεται από τη μεταγενέστερη καταβολή της (ΑΠ 2013/2022, ΑΠ 1114/2021). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με κακή εφαρμογή του, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 6/2019, ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, εάν η αγωγή, ένσταση κλπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ'ουσία (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 3/2020).

Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το κύριο σκέλος του, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, "υιοθετώντας" στα πλαίσια της έφεσής του, τις παραδοχές της πρωτόδικης απόφασης για ακυρότητα των από 27-9-2013 εκ μέρους του καταγγελιών των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας των αναιρεσιβλήτων, λόγω ελλιπούς καταβολής διμηνιαίας δόσης της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης στους αντιδίκους του, και αναγνωρίζοντας για το λόγο αυτό την ακυρότητά τους, κατά ουσιαστική παραδοχή του μέρους τούτου της αγωγής των αντιδίκων του, παραβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρου 74 παρ.3 του ν.3863/2010, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της, την οποία εάν ερμήνευε ορθά και την εφάρμοζε, θα έκρινε έγκυρες τις καταγγελίες του και θα απέρριπτε, κατ'ουσία, την αγωγή των αντιδίκων του, συνολικά ως προς τα συνδεόμενα με την επικαλούμενη ακυρότητά τους, κεφάλαιά της.

Με την προσβαλλομένη απόφαση, η οποία παραδεκτά επισκοπείται (αρθ.561 παρ.2 ΚΠολΔ), το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού δέχθηκε τυπικά την έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, έκρινε αβάσιμους τους λόγους της, πλην του πέμπτου τούτων, περί συμψηφισμού του καταβληθέντος, από τον ίδιο στους αντιδίκους του, μέρους της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσής τους, με αντίστοιχο μέρος των επιδικασθέντων σε αυτούς, πρωτοδίκως, μισθών υπερημερίας.

Μετά ταύτα, το Εφετείο δέχθηκε την έφεση κατ'ουσίαν, για το ενιαίο δε του εκτελεστού τίτλου, εξαφάνισε την εκκαλουμένη, με αριθμό 1070/2016, απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, στο σύνολό της, περιλαμβάνοντας έτσι στην προσβαλλόμενη απόφασή του τις αιτιολογίες της για την κριθείσα ακυρότητα των επιδίκων, από 27-9-2013, καταγγελιών των συμβάσεων εργασίας και τα συνεχόμενα με αυτή κεφάλαια της αποδοχής υπηρεσιών και επιδίκασης μισθών υπερημερίας.

Ειδικότερα, με την προαναφερόμενη, επίσης επισκοπούμενη κατ'άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, πρωτόδικη απόφαση, οι ανωτέρω καταγγελίες εκ μέρους του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος εργοδότη των επιδίκων συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, είχαν κριθεί άκυρες λόγω ελλιπούς καταβολής στους ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους της καταβλητέας σε δόσεις νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης, ανερχόμενης στο συνολικό ποσό των 19.555,66 ευρώ για την πρώτη, στο ποσό των 10.487,22 ευρώ για τη δεύτερη και στο ποσό των 23.533,44 ευρώ για τον τρίτο, διότι ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων τους κατέβαλε κατά την καταγγελία της σύμβασής τους την πρώτη δόση της, ενώ από την δεύτερη, τη διμηνιαία δόση της 27ης Νοεμβρίου 2013, τους κατέβαλε μικρό μόνο μέρος, ποσού 900, 700 και 800 ευρώ, αντίστοιχα, εξακολουθώντας μάλιστα να τους οφείλει, μέχρι και το χρόνο συζήτησης της αγωγής τους (10-6-2015), υπόλοιπο της αποζημίωσης ποσού 10.752,55 ευρώ, 2.330,31 ευρώ και 16.106,80 ευρώ, αντίστοιχα.

Ακολούθως το Εφετείο, μετά την εξαφάνιση της εκκαλουμένης αυτής απόφασης και περιλαμβάνοντας τις ανωτέρω αιτιολογίες της στην προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά μερική ουσιαστική παραδοχή της αγωγής α) αναγνώρισε την ακυρότητα των από 27-9-2013 καταγγελιών του εναγομένου - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος για τον προαναφερόμενο λόγο (της ελλιπούς καταβολής διμηνιαίας δόσης της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης) β) τον υποχρέωσε να αποδέχεται τις υπηρεσίες των εναγόντων-εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσιβλήτων και γ) επιδίκασε στους τελευταίους, το μεν καταψηφιστικά το δε αναγνωριστικά (πλέον των δεδουλευμένων αποδοχών και του επιδόματος εορτών Χριστουγέννων 2013 που επίσης είχαν επιδικασθεί πρωτοδίκως), μετά από απόσβεση, κατ'άρθρον 422 ΑΚ, των αρχαιότερων επιδίκων μισθών υπερημερίας κατόπιν συμψηφισμού της καταβληθείσας αποζημίωσης απόλυσης, ως υπόλοιπο μισθών υπερημερίας γ1) στην πρώτη (1.877,10 + 108,76 =) 1.985,86 ευρώ (των μηνών Φεβρουαρίου και Μαρτίου 2014) γ2) στην δεύτερη το ποσό των 541,44 ευρώ (του μηνός Μαρτίου 2014) και γ3) στον τρίτο το ποσό των 1.944,40 ευρώ (των μηνών Φεβρουαρίου και Μαρτίου 2014), νομιμοτόκως.

Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 74 παρ.3 του ν.3863/2010, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 5 παρ.3 εδ.β'του ν.3198/1955 και 174,180, 349, 350, 648 και 656 του ΑΚ, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως. Ειδικότερα, κατά τα δεκτά γενόμενα με την προσβαλλομένη απόφαση, η καταβολή από τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα εργοδότη της καταβλητέας στις 27-11-2013 δεύτερης διμηνιαίας δόσης της οφειλόμενης στους ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους νόμιμης αποζημίωσης απόλυσής τους, ήταν μη προσήκουσα, ως ελλιπής, καθόσον καταβλήθηκε μικρό μόνο μέρος της και για το λόγο αυτό οι από 27-9-2013 καταγγελίες των επιδίκων συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου εκ μέρους του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος εργοδότη είναι άκυρες.

Με τις παραδοχές αυτές πληρούται το πραγματικό των διατάξεων του άρθρου 74 παρ.3 του ν.3863/2010, σε συνδυασμό και με τις ως άνω λοιπές διατάξεις, όπως η έννοιά τους αναλύθηκε στις νομικές σκέψεις που προναφέρθηκαν, και δικαιολογείται, η, κατά μερική ουσιαστική παραδοχή της αγωγής, αναγνώριση της ακυρότητας των καταγγελιών αυτών του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, και συνακόλουθα η υποχρέωσή του να απασχολεί τους αντιδίκους του και η επιδίκαση σε αυτούς των ανωτέρω μισθών υπερημερίας.

Οι ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος ότι η προσήκουσα καταβολή εκ μέρους του στους αναιρεσίβλητους, ταυτόχρονα με τις καταγγελίες του, μέρους της οφειλόμενης αποζημίωσης απόλυσης που αντιστοιχούσε στις αποδοχές τους δύο μηνών, αρκούσε για το κύρος των καταγγελιών του και δεν απαιτείτο προς τούτο και η προσήκουσα καταβολή σε αυτούς και της επόμενης, ως και των λοιπών, διμηνιαίων δόσεών της, επί των οποίων οι αντίδικοί του έχουν μόνο ενοχική αξίωση, είναι αντίθετοι με τη διάταξη του άρθρου 74 παρ.3 του ν.3863/2010, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 5 παρ.3 εδ.β' του ν.3198/1955 και των άρθρων 174, 180 του ΑΚ, όπως η έννοιά τους αναλύθηκε στη σκέψη που προεκτέθηκε, κατά την οποία η καθυστέρηση ή μη προσήκουσα καταβολή μίας έστω δόσης της αποζημίωσης από τον εργοδότη επάγεται την ακυρότητα της καταγγελίας.

Τέλος, η ιστορούμενη από τον αναιρεσείοντα, μεταγενέστερη εξόφληση, του, κατά τα δεκτά γενόμενα με την προσβαλλόμενη απόφαση, οφειλόμενου, κατά το χρόνο συζήτησης της αγωγής, υπολοίπου της νόμιμης αποζημίωσης στους ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους, ποσού 10.752,55 ευρώ, 2.330,31 ευρώ και 16.106,80 ευρώ, αντίστοιχα, που κατά τους ισχυρισμούς του ιδίου είναι ολοσχερής για τους δύο πρώτους και μερική, αλλά κατά το μεγαλύτερο μέρος της, για τον τρίτο, ουδεμία ασκεί επιρροή εν προκειμένω, καθόσον η ακυρότητα των ενδίκων καταγγελιών, λόγω μη προσήκουσας καταβολής της ανωτέρω διμηνιαίας δόσης της νόμιμης αποζημίωσης, δεν θεραπεύεται από τη μεταγενέστερη καταβολή της.

Κατόπιν τούτων, ο υπό κρίση λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι στην αναιρετική δίκη ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπ` όψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των αναιρετικών λόγων του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Το απαράδεκτο αυτό αφορά όλους τους αναιρετικούς λόγους (ΟλΑΠ 43/1990, ΑΠ 396/2022, ΑΠ 382/2021, ΑΠ 268/2021, ΑΠ 353/2020). Επομένως, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, πρέπει εξ αυτού να προκύπτουν τα στοιχεία του παραδεκτού του, που επιβάλλονται από την ανωτέρω διάταξη, ήτοι πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός, στον οποίο στηρίζεται ο λόγος αναίρεσης, είχε προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, κατά την συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, έστω και αν ο εν λόγω ισχυρισμός θα μπορούσε να ερευνηθεί αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 353/2020, ΑΠ 65/2017, ΑΠ 73/2016).

Κατά τις διατάξεις των άρθρων 591 παρ.1 εδ.β, 664 επ., 666 παρ.1, 115 παρ.3 και 256 παρ.1δ'ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν μέχρι τη 31-12-2015, πριν την έναρξη εφαρμογής του ν.4335/2015-ως εκ του χρόνου άσκησης της αγωγής-για τις υποθέσεις που δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου, όπου δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων, οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων πρέπει να προτείνονται προφορικά κατά τη συζήτηση και να καταχωρίζονται στα πρακτικά με συνοπτική έκθεση των γεγονότων, τα οποία τους θεμελιώνουν, εκτός εάν τα γεγονότα αυτά περιέχονται στις κατατιθέμενες στο ακροατήριο προτάσεις, οπότε δεν απαιτείται η πλήρης κατά περιεχόμενο καταχώρισή τους στα πρακτικά, αλλά μόνο η προφορική πρόταση και ανάπτυξή τους, που "ως γενόμενο κατά τη συζήτηση" σημειώνεται στα πρακτικά (ΟλΑΠ 2/2005).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 520 παρ. 1 και 2, 522, 525 και 527 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο διάδικος που ηττήθηκε στον πρώτο βαθμό μπορεί, ως εκκαλών, να προβάλει το πρώτον στην κατ' έφεση δίκη νέους ισχυρισμούς, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ενστάσεις, μόνο με την έφεση ή το δικόγραφο πρόσθετων λόγων και, εφόσον επικαλεσθεί και αποδείξει τη συνδρομή κάποιας από τις περιπτώσεις του άρθρου 527 στοιχ. 2-5 του ΚΠολΔ που καθιστούν παραδεκτή τη βραδεία προβολή τους.

Η προβολή νέου ισχυρισμού με τις προτάσεις του εκκαλούντος είναι απαράδεκτη (ΑΠ 1237/2022, ΑΠ 1272/2021, ΑΠ 88/2011, ΑΠ 1372/2010). Ειδικότερα, κατά το άρθρο 527 αρ. 1 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 και ισχύει εν προκειμένου ως εκ του χρόνου άσκησης της έφεσης μετά την 1.1.2016, "Είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ' έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός αν: 1) προτείνονται από τον εφεσίβλητο, ενάγοντα, εναγόμενο ή εκείνον που είχε παρέμβει, ως υπεράσπιση κατά της έφεσης και δεν μεταβάλλεται με τους ισχυρισμούς αυτούς η βάση της αγωγής ή της παρέμβασης, ή προτείνονται από εκείνον που παρεμβαίνει για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη με πρόσθετη παρέμβαση, θεωρείται όμως αναγκαίος ομόδικος του αρχικού διαδίκου, 2) γεννήθηκαν μετά τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και στην περίπτωση των άρθρων 237 και 238 μετά την παρέλευση της προθεσμίας για την κατάθεση των προτάσεων, 3) λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως ή μπορεί να προταθούν σε κάθε στάση της δίκης, 4) το δικαστήριο κρίνει ότι δεν προβλήθηκαν εγκαίρως με τις προτάσεις από δικαιολογημένη αιτία` αυτό ισχύει και για την ένσταση κατάχρησης δικαιώματος, 5) προέκυψαν για πρώτη φορά μεταγενέστερα και 6) αποδεικνύονται εγγράφως ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου.

Το απαράδεκτο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως". Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 527 ΚΠολΔ, ως νέοι ισχυρισμοί νοούνται μόνον όσοι τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, αλλά όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα για την υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων (ΑΠ 1237/2022, ΑΠ 364/2018).

Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου από το δικαστήριο της ουσίας (αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα, καθώς και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου.

Αν δε το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να εκτίθεται και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου. Διότι μόνον ενόψει των ουσιαστικών αυτών παραδοχών μπορεί να ελεγχθεί, αν η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην απόφαση οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο να εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναίρεσης (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1419/2023, ΑΠ 1027/2019, ΑΠ 873/2018).

Περαιτέρω, με τη διάταξη του αριθμού 8 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, AΠ 902/2019).

Δεν αποτελούν "πράγματα" οι αρνητικοί ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού οι τελευταίοι αποκρούονται με την παραδοχή ως βάσιμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (Ολ ΑΠ 469/1984, ΑΠ 1484/2021, ΑΠ 141/2017). Για να είναι ορισμένος ο από τον αριθμ. 8 αναιρετικός λόγος πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο και ότι έχει γίνει νομίμως επίκληση ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας του ισχυρισμού ως προς τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση και ότι, ενώ ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δεν ελήφθη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1484/2021, ΑΠ 447/2020, ΑΠ 99/2016).

Κατά τη διάταξη δε του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο αναφερόμενος στο εν λόγω άρθρο 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ.

όρος "ζητήματα", επί των οποίων η έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση αιτιολογιών καθιστούν την απόφαση αναιρετέα, είναι ταυτόσημος του όρου "πράγματα", των οποίων η παρά το νόμο λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 8 του ίδιου άρθρου (ΑΠ 396/2022, ΑΠ 545/2014). Για να είναι δε ορισμένος ο από τον αριθμό 19 αναιρετικός λόγος πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης, η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που φέρεται ότι παραβιάστηκε, και μάλιστα ενάριθμα, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή της, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή, κυρίως, ανεπάρκεια αυτών, καθώς επίσης και:

α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου της ουσίας, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει και τούτα σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 420/2022, ΑΠ 472/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο, κατά το επικουρικό του σκέλος, λόγο αναίρεσης, από τους αριθμούς 1, 8 και 19 (και όχι και από τους αριθμούς 4, 14, 16 και 17), ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το Εφετείο εσφαλμένως δεν έκανε δεκτό ότι η εκ μέρους του καθυστέρηση καταβολής των σχετικών δόσεων της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης των αντιδίκων του οφειλόταν σε γεγονός ανωτέρας βίας και ειδικότερα στην κίνηση της εκ του άρθρου 99 Πτωχ.Κώδ (ΠτΚ).

διαδικασίας εξυγίανσης της επιχείρησής του, που άνοιξε με την υπ'αριθμ. 1068/24-9-2013 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, και μετά ταύτα επιδικάζοντας στους ενάγοντες ήδη αναιρεσίβλητους μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 24-9-2013 έως 31-3-2014, λόγω ακυρότητας των επιδίκων καταγγελιών του εκ της μη καταβολής της νόμιμης αποζημίωσης, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 174, 180, 340, 341, 345, 346, 361, 648, 653, 656, 669 παρ.1 και 2 του ν.2112/1990, 5 και 6 του ν.3198/1955, 74 του ν.3863/2010 και 106 ΠτΚ, στερώντας την απόφαση του από νόμιμη βάση, με αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς για το ζήτημα αυτό που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος ως αόριστος, καθόσον δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο ότι ο αναιρεσείων τον αυτοτελή ισχυρισμό περί ανωτέρας βίας που δεν ερευνάται αυτεπαγγέλτως και κατά τα ιστορούμενα δεν δέχθηκε το Εφετείο, τον πρότεινε και μάλιστα παραδεκτά κατά τη συζήτηση ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, είτε προφορικά με συνοπτική καταχώρησή του στα πρακτικά, είτε με τις κατατιθέμενες στο ακροατήριο προτάσεις του και με προφορική πρόταση και ανάπτυξή του, σημειωθέντος τούτου στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης.

Κατά πάσα δε περίπτωση δεν προσκομίζονται ούτε οι προτάσεις του αναιρεσείοντος ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ούτε τα πρακτικά συνεδρίασης του, ώστε να αποδεικνύεται η παραδεκτή προβολή του εν λόγω ισχυρισμού πρωτοδίκως, για να επαναφερθεί ενώπιον του Εφετείου με λόγο έφεσης, αλλά ούτε εκτίθενται στο αναιρετήριο στοιχεία που δικαιολογούν την προβολή του το πρώτον κατ'έφεση.

Από την επισκόπηση δε της προσβαλλομένης απόφασης και της υπ'αριθμ. 1070/2016 απόφασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων με επίκληση του ανοίγματος της διαδικασίας εξυγίανσης της επιχείρησής του, κατά τις κείμενες διατάξεις του ΠτΚ, υπέβαλε παραδεκτώς ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου μόνο αίτημα αναστολής της δίκης, κατ'άρθρον 249 ΚΠολΔ, μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας αυτής που ανοίχθηκε με την αναφερόμενη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αίτημα που απορρίφθηκε ως αβάσιμο με την πρωτόδικη απόφαση.

Εξάλλου και ο ίδιος ο αναιρεσείων στο πλαίσιο του κρινόμενου λόγου αναίρεσης το μόνο ισχυρισμό που επικαλείται ότι προέβαλε ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου τον οποίο και επανέφερε, μετά την απόρριψή του, στο Εφετείο με τον τρίτο λόγο της έφεσής του, είναι αυτός της εγκυρότητας των ενδίκων καταγγελιών.

Το ανωτέρω απαράδεκτο αφορά όλους τους από τους αριθμούς 1, 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγους, στους οποίους επιχειρείται η θεμελίωση του υπό κρίση αναιρετικού λόγου. Επίσης, ο ίδιος λόγος είναι απαράδεκτος, καθόσον είναι αόριστος και για το λόγο ότι δεν αναφέρεται το περιεχόμενο της έφεσης και των προτάσεων του αναιρεσείοντος και η αντίστοιχη με αυτό (απορριπτική) αιτιολογία και οι πραγματικές παραδοχές του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου για το επικαλούμενο ουσιώδες ζήτημα, ή η μνεία ότι δεν αποφάνθηκε σχετικά, για να μπορεί να διαπιστωθεί το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφασή του σφάλμα.

Ούτε διαλαμβάνει σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα της (απορριπτικής) αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης. Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να κρίνει εν μέρει ως μη νόμιμη και εν μέρει ως αόριστη την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του ενδίκου δικαιώματος των αντιδίκων του, την οποία ο ίδιος είχε νομίμως προβάλλει ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και λόγω της απόρριψής της επανέφερε με λόγο της έφεσής του που απορρίφθηκε, παραβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.

Με το περιεχόμενο αυτό ο ως άνω λόγος είναι αόριστος, διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο, έστω και συνοπτικά, τα αναγκαία για το ορισμένο του στοιχεία. Ειδικότερα, δεν αναφέρεται το περιεχόμενο της προταθείσας, εκ του άρθρου 281 ΑΚ ένστασης του αναιρεσείοντος, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που επικαλέστηκε για τη θεμελίωσή της ενώπιον του Πρωτοδικείου και με σχετική δήλωσή του που καταχωρίστηκε στα πρακτικά, και επαναφοράς της στο Εφετείο με λόγο έφεσης, αλλά ούτε και το περιεχόμενο που δέχθηκε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι έχει η εν λόγω ένσταση, προκειμένου να κριθεί το παραδεκτό της προβολής της ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας (αρθρ. 562 παρ.2 ΚΠολΔ) και εάν το Εφετείο, εκτιμώντας τη νομική βασιμότητα αυτής και κρίνοντάς την εν μέρει μη νόμιμη και εν μέρει αόριστη, παραβίασε ή όχι την ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.

Επομένως ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του. Κατόπιν όλων των ανωτέρω και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, που παρέστησαν κατά την αρχική δικάσιμο (στις 18-5-2021) και κατέθεσαν προτάσεις, κατά ουσιαστική παραδοχή του σχετικού αιτήματός τους (αρθ.176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18 Νοεμβρίου 2019 και με αριθ. καταθ. …./…../18-11-2019 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 4527/6-8-2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (διαδικασίας εργατικών διαφορών).

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Απριλίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Μαΐου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ