Supreme Court dismisses appeal due to untimely filing and late submission of retrial request.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal and retrial request, ruling both were filed outside the statutory 30-day limit. The appellant company failed to serve the retrial request to the respondent within the required timeframe, and the court found no valid force majeure to excuse the delay. Consequently, the appeal was declared inadmissible, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 307 and 573 of the Code of Civil Procedure; An appeal filed after the expiration of the thirty-day period is inadmissible, and a retrial request served late does not cure the defect unless excused by force majeure.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 701 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 701/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νικόλαο Πουλάκη και Νίκη Κατσιαούνη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 13 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Τ. Μ. Α. «Ε., με το διακριτικό τίτλο «T. S..A.." (από μετατροπή της "Α. Τ. Μ. Μ. Ε.Π.Ε."), που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο της Θεοδώρα Βασιλειάδου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία είχε καταθέσει προτάσεις στις 13-11-2020. Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Κ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγορο. Κατά τη δικάσιμο της 10-11-2020 είχε εκπροσωπηθεί από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λάμπρο Μπρέανο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος είχε καταθέσει προτάσεις στις 20-10-2020.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-6-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1373/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 4153/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 4-12-2019 αίτησή της, η οποία συζητήθηκε κατά τη δικάσιμο της 10ης Νοεμβρίου 2020, χωρίς να εκδοθεί απόφαση. Με την με αριθμό …../2023 πράξη αφαίρεσης δικογραφιών της Προέδρου του Αρείου Πάγου Ιωάννας Κλάπα - Χριστοδουλέα, από την ορισθείσα εισηγήτρια Αρεοπαγίτη ε.τ. Ό. Σ. - Μ. και την με αριθμό ……/2023 πράξη του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Νικολάου Πιπιλίγκα ορίσθηκε η ως άνω νέα δικάσιμος για επανάληψη της συζήτησης, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 Κ.Πολ.Δ.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα εταιρεία, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 307 του Κ.Πολ.Δ., η οποία έχει εφαρμογή και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση (άρθρο 573 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ.), προκύπτει ότι, αν για οποιοδήποτε λόγο που παρουσιάζεται μετά το τέλος της συζήτησης της υπόθεσης καταστεί αδύνατη η έκδοση της απόφασης (παραίτηση, παύση δικαστή κτλ), η συζήτηση επαναλαμβάνεται με τον ορισμό νέας δικασίμου και κοινοποίηση κλήσης προς τους διαδίκους, ενέργειες που λαμβάνουν χώρα με την επιμέλεια είτε κάποιου εκ των διαδίκων, είτε της γραμματείας του δικαστηρίου (Α.Π. 1443/2023, ΑΠ 2113/2022, Α.Π.1763/2022, Α.Π.582/2016).
Η επαναλαμβανόμενη κατ' άρθρο 307 του ΚΠολΔ συζήτηση αποτελεί, όπως και η από το άρθρο 254 του ΚΠολΔ συζήτηση, συνέχεια της προηγούμενης και όχι νέα συζήτηση (Α.Π. 1443/2023, ΑΠ 2113/2022, Α.Π. 936/2018). Συνακόλουθα, η αρχική και η επαναλαμβανόμενη συζήτηση συνθέτουν μία συζήτηση και ο διάδικος ο οποίος δεν παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση, είχε όμως παραστεί στην αρχική, δικάζεται αντιμωλία, ο διάδικος δε που παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση δεν χρειάζεται να καταθέσει εκ νέου προτάσεις (ΑΠ 17/2023, ΑΠ 936/2018, ΑΠ 869/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπ' αριθμ. …./2023 Πράξη του Προέδρου του Β2' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, νόμιμα επαναλαμβάνεται η συζήτηση της, από 4-12-2019 και με αριθμ. καταθ. …../…./6-12-2019, αίτησης αναίρεσης, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 του Κ.Πολ.Δ., μετά τη διαπίστωση, όπως αναφέρεται, αδυναμίας για την έκδοση απόφασης επί της αίτησης αυτής, η οποία είχε συζητηθεί ενώπιον του Β2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου κατά τη δικάσιμο στις 10-11-2020, εκ μέρους της ήδη συνταξιοδοτηθείσας, μετά τη συζήτηση της υπόθεσης, Αρεοπαγίτη- Εισηγήτριας Ό.
Σ.-Μ., και ορίστηκε ως νέα δικάσιμος για τη συζήτησή της η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας με κλήση των διαδίκων να παραστούν κατ' αυτήν. Από το από 7-12-2023 αποδεικτικό επίδοσης του επιμελητή δικαστηρίων του Πρωτοδικείου Πειραιώς Ν. Κ., με την επισυναπτόμενη σε αυτό, από 7-12-2023, εξουσιοδότηση, και το από 24-11-2023 αποδεικτικό επίδοσης, του επιμελητή του Αρείου Πάγου Ε.
Π., τα οποία υπάρχουν στη δικογραφία, προκύπτει, αντίστοιχα, ότι ακριβές αντίγραφο της ως άνω με αριθμ. …./2023 Πράξης του Προέδρου του Β2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, με κλήση για να παραστούν κατά την προκείμενη δικάσιμο (13-2-2024), επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα για την αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρία, στην αντίκλητο δικηγόρο της Θεοδώρα Βασιλειάδου, και για τον αναιρεσίβλητο στον αντίκλητο δικηγόρο του, Λάμπρο Μπρεάνο, κατά το άρθρο 143 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.
Όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου στη δικάσιμο αυτή η αναιρεσείουσα, εκπροσωπήθηκε, με την από 12-2-2024, δήλωση εκ του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ, από την προαναφερόμενη πληρεξούσια δικηγόρο- αντίκλητό της, ενώ ο αναιρεσίβλητος, μολονότι κλήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τα άνω, δεν εμφανίστηκε μετά πληρεξουσίου δικηγόρου, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατατέθηκε γι'αυτόν δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ., είχε όμως εκπροσωπηθεί, με δήλωση εκ του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ, από τον προαναφερόμενο πληρεξούσιο δικηγόρο-αντίκλητό του, κατά την αρχική συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης στη δικάσιμο στις 10-11-2020, συνέχεια της οποίας αποτελεί η προκείμενη, κατά τα ανωτέρω.
Επομένως, η συζήτηση της υπόθεσης χωρεί αντιμωλία των διαδίκων.
Με την από 4-12-2019 με αριθμ.εκθ.καταθ……/……/6-12-2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 4153/18-7-2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, με την οποία υποχρεώθηκε η ήδη αναιρεσείουσα-εκκαλούσα ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Τ.
Μ. Α. Ε.", ως καθολική διάδοχος της πρώτης εναγομένης εταιρίας περιορισμένης ευθύνης "Α. Τ. Μ. Μ. ΕΠΕ"- μετά από εξαφάνιση της, εκδοθείσας ερήμην της τελευταίας κατά την ίδια διαδικασία, με αριθμό 1373/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και γενομένης τυπικά δεκτής της από 12-9-2014 και με αριθμ.καταθ……/2014 έφεσής της (της ήδη αναιρεσείουσας) και κατ'ουσία εν μέρει δεκτής της αγωγής- να καταβάλει στον ενάγοντα-εφεσίβλητο ήδη αναιρεσίβλητο το συνολικό ποσό των 14.646,23 ευρώ, νομιμοτόκως, ως δεδουλευμένες αποδοχές, επιδόματα εορτών και αδείας και αποζημίωση για την παρασχεθείσα, κατά τη διάρκεια της μεταξύ τους σύμβασης εξαρτημένης εργασίας και εντός του χρονικού διαστήματος από Αύγουστο του 2012 έως 14-5-2013, υπερεργασία του και κατ'εξαίρεση υπερωριακή του απασχόληση.
Προϋπόθεση του παραδεκτού της αναίρεσης, αυτεπάγγελτα εξεταζομένη, όπως προκύπτει και από το άρθ. 577§§1 και 2 ΚΠολΔ, είναι, μεταξύ άλλων, η εμπρόθεσμη άσκησή της (ΑΠ 443/2015), η άσκησή της δηλ. μέσα στην οριζομένη από το νόμο προθεσμία. Ειδικότερα, κατ' άρθ. 564§§1 και 3 ΚΠολΔ αν ο αναιρεσείων διαμένει στην Ελλάδα, η προθεσμία της αναίρεσης είναι 30 ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης, αν δε η απόφαση δεν επιδόθηκε, η προθεσμία είναι δύο έτη και αρχίζει από την δημοσίευση της απόφασης που περατώνει την δίκη.
Για την έναρξη της ως άνω τριακονθήμερης προθεσμίας από την επίδοση της απόφασης απαιτείται νόμιμη επίδοση αυτής, σύμφωνα με τις διατάξεις του ΚΠολΔ για την επίδοση δικογράφων, στον διάδικο, στον οποίο παρέχεται από το νόμο το δικαίωμα για την άσκηση αναίρεσης (ΑΠ 443/2015). Το κύρος της επίδοσης, εφόσον αυτή έλαβε χώρα νομίμως, δεν επηρεάζεται από την τυχόν έλλειψη γνώσης της επίδοσης εκ μέρους του προσώπου, προς το οποίο απευθύνεται το επιδοτέο έγγραφο (ΑΠ 1921/1999), η οποία (επίδοση) συνεπώς αφετηριάζει την έναρξη της προθεσμίας για την άσκηση του ένδικου μέσου.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 126 παρ. 1 εδ. γ`, 127 παρ. 1,128 παρ. 1 και 4, 129 και 139 παρ.1 και 2 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι για να επιδοθεί έγκυρα δικόγραφο σε νομικό πρόσωπο, όπως είναι η ανώνυμη εταιρεία, πρέπει αυτό να παραδοθεί στον νόμιμο ή στον κατά το καταστατικό αυτού νόμιμο εκπρόσωπό της, είτε στην κατοικία του τελευταίου, είτε στο κατάστημα, γραφείο ή εργαστήριο του νομικού προσώπου.
Στην έκθεση επίδοσης, πρέπει να αναγραφεί από το δικαστικό επιμελητή το ονοματεπώνυμο του νόμιμου εκπροσώπου του νομικού προσώπου, εάν η επίδοση γίνεται στον ίδιο (ΟλΑΠ 900/1985, ΑΠ 657/2021, ΑΠ 720/2019, ΑΠ 641/2017, ΑΠ 443/2015). Αν αυτός δεν βρίσκεται στην κατοικία του, το έγγραφο παραδίδεται σε έναν από τους ενηλίκους συνοίκους του, που έχουν συνείδηση των πράξεών τους και δεν συμμετέχουν στη δίκη ως αντίδικοί του (αρθ.128 παρ.1), χωρίς πλέον, μετά την τροποποίηση της παρ.1 του άρθρου 128 με το άρθρο 1 άρθρο πρώτο του ν.4335/2015, να είναι απαραίτητο για το κύρος της επίδοσης να τηρηθεί κάποια σειρά, ως προς τα πρόσωπα που θα παραδοθεί το επιδοτέο έγγραφο (ΑΠ 1024/2019, ΑΠ 647/2017).
Αν κανείς από όσους αναφέρονται στην παράγραφο 1 δεν βρίσκεται στην κατοικία του (αρθ.128 παρ.4) α) το έγγραφο πρέπει να κολληθεί στην πόρτα της κατοικίας του σε ενσφράγιστο φάκελο, μπροστά σε ένα μάρτυρα, ενώ β) πρέπει να τηρηθούν και οι διατυπώσεις που ορίζονται στις περιπτώσεις β και γ (παράδοση αντιγράφου του επιδιδόμενου εγγράφου στον προϊστάμενο του αστυνομικού τμήματος της περιοχής και αποστολή ειδοποίησης με το ταχυδρομείο προς αυτόν, που απευθύνεται η επίδοση, άρθρο 128 παρ 4).
Στην τελευταία περίπτωση για να είναι νόμιμη η επίδοση πρέπει να βεβαιώνεται στην έκθεση επίδοσης από τον δικαστικό επιμελητή ότι η θυροκόλληση έγινε στην κατοικία του νομίμου εκπροσώπου με παρουσία μάρτυρα, ότι κατ'αυτήν δεν βρέθηκε κανείς από όσους αναφέρονται στην παρ.1 του άρθρου 128 ΚΠολΔ, και να μνημονεύεται και η τήρηση των ανωτέρω διατυπώσεων του άρθρου 128 παρ.4 εδ.
β'και γ'ΚΠολΔ (ΑΠ 14/2014). Το τυχόν δυσανάγνωστο της υπογραφής του μάρτυρα καλύπτεται από τη μνεία του ονοματεπωνύμου αυτού και της ως άνω ιδιότητάς του, αφού με τον τρόπο αυτό προσδιορίζεται η ταυτότητά του (σχετ.ΑΠ 280/1977, ΑΠ 881/1973). Επίσης, όπως προκύπτει από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 117, 139, 438 και 440 του ΚΠολΔ η έκθεση επίδοσης, που συντάσσει ο αρμόδιος δικαστικός επιμελητής συνιστά δημόσιο έγγραφο, το οποίο παρέχει πλήρη απόδειξη ως προς όσα βεβαιώνονται σ` αυτήν, ότι έγιναν από το δικαστικό επιμελητή ή ενώπιον του.
Ανταπόδειξη επιτρέπεται μόνο με την προσβολή της έκθεσης επίδοσης ως πλαστής. Τα περιστατικά, αντίθετα, που βεβαιώνονται σ` αυτή, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει ο δικαστικός επιμελητής, αλλά τα οποία δεν υποπίπτουν από τη φύση τους στην άμεση αντίληψη του, αποδεικνύονται μεν πλήρως από την έκθεση επίδοσης, επιτρέπεται όμως ως προς αυτά ανταπόδειξη, με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο και με μάρτυρες, από εκείνον που αμφισβητεί την αλήθεια τους (ΑΠ 657/2021, ΑΠ 720/2019, ΑΠ 1024/ 2019, ΑΠ 641/2017, ΑΠ 443/2015, ΑΠ 322/2015).
Εξάλλου, η ελαττωματικότητα της επίδοσης, κατ' άρθρο 159 αρ. 3 και 160 αρ.1 Κ.Πολ.Δ., ως παράβαση διατάξεων- όπως αυτές των άρθρων 126-128 ΚΠολΔ- που ρυθμίζουν τη διαδικασία διαδικαστικής πράξης, δεν συνεπάγεται ακυρότητα που λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, αλλά μετά από πρόταση του διαδίκου και υπό τη συνδρομή του στοιχείου της βλάβης και ειδικότερα, μόνο αν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, αυτή επέφερε ανεπανόρθωτη βλάβη στον προτείνοντα διάδικο, η οποία δεν μπορεί να επανορθωθεί διαφορετικά, παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας (ΑΠ 1012/2023, ΑΠ 1181/2019, ΑΠ 1724/2012).
Τούτο δε διότι, για την παραβίαση των ως άνω διατάξεων ως προς την τήρηση του σχετικού τύπου στις επιδόσεις, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 159, 544 και 559 του Κ.Πολ.Δ., δεν προβλέπεται ρητά από το νόμο ποινή ακυρότητας, αλλά ούτε επιτρέπεται γι'αυτήν αναψηλάφηση ή αναίρεση (ΑΠ 1112/2020, ΑΠ 1181/2019, ΑΠ 754/2001).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 152 έως 158 του Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζονται και στην περίπτωση απώλειας της προθεσμίας για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, προκύπτουν τα εξής: (1) Ο θεσμός της επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση από την αδυναμία τήρησης κάποιας δικονομικής προθεσμίας, που στηρίζεται στην αρχή της επιείκειας και αποτελεί ένδικο βοήθημα, χωρίς να υποκαθιστά οποιοδήποτε ένδικο μέσο, παρέχει την δυνατότητα της, με δικαστική παρέμβαση, άρσης νομικής και επιβλαβούς για το διάδικο κατάστασης, που δημιουργήθηκε από την μη τήρηση της ορισμένης ως άνω προθεσμίας για δύο λόγους, δηλαδή την ανωτέρα βία ή το δόλο του αντιδίκου του. (2) Η αίτηση επαναφοράς που απευθύνεται στο κατά νόμο αρμόδιο δικαστήριο, και έχει ως έννοια, ειδικά επί απώλειας της προθεσμίας για την άσκηση ενδίκου μέσου, να θεωρηθεί, με δικαστική απόφαση, το εκπρόθεσμα ασκηθέν ένδικο μέσο ως εμπρόθεσμο, ασκείται με τα διαμειβόμενα στη δίκη δικόγραφα, είτε με τις προτάσεις είτε με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται κατά τις διατάξεις για την αγωγή και κοινοποιείται στον αντίδικο μέσα στην κατ' άρθρ. 153 του ΚΠολΔ οριζόμενη 30νθήμερη προθεσμία από την άρση του κωλύματος που συνιστά την ανωτέρα βία ή τη γνώση του δόλου. (3) Με την διάταξη του άρθ. 158 ΚΠολΔ, με την οποία επιδιώκεται η εξασφάλιση σταθερότητας στην διαδικασία και η αποτροπή διατήρησης της εκκρεμότητας για μακρό χρόνο, τίθεται περιορισμός σχετικά με την αίτηση δικαστικής επαναφοράς, ο οποίος συνίσταται στον αποκλεισμό της υποβολής της αίτησης αποκατάστασης των πραγμάτων, αν για οποιοδήποτε λόγο (ακόμη και από δόλο του αντιδίκου του αιτούντος) απωλέσθηκε η οριζόμενη στο άρθρο 153 τριακονθήμερη προθεσμία άσκησής της. (4) Ως "ανωτέρα βία" νοείται στην προαναφερόμενη διάταξη, το παρακωλυτικό γεγονός της τήρησης της προθεσμίας, που ήταν απρόβλεπτο και δεν μπορούσε στην συγκεκριμένη περίπτωση να αποτραπεί ούτε με ενέργεια άκρας επιμέλειας και σύνεσης.
Τέτοιο γεγονός δεν είναι, πάντως, μόνη η άγνοια, έστω και ανυπαίτια, από τον διάδικο ή το νόμιμο εκπρόσωπό του της έγκυρης επίδοσης της απόφασης (ΟλΑΠ 29/1992, ΑΠ 1012/2023 , ΑΠ 443/2015). Τέλος, για την παραδεκτή και δη εμπρόθεσμη άσκηση της αίτησης επαναφοράς, η οποία σωρεύεται στο δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης που ασκήθηκε εκπρόθεσμα, πρέπει να αποδεικνύεται εκ μέρους του αιτούντος την επαναφορά των πραγμάτων, η αναγκαία επίδοση του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης με την σωρευόμενη αίτηση επαναφοράς μέσα στην αποκλειστική προθεσμία των 30 ημερών από την άρση του εμποδίου, [αν και τέτοια επίδοση δεν απαιτείται αυτοτελώς για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης], ώστε να εξακριβωθεί η εμπρόθεσμη άσκηση της αίτησης επαναφοράς εντός της παραπάνω προθεσμίας, η οποία (άσκηση) δεν ολοκληρώνεται, πριν από την επίδοση της αίτησης στον καθού αυτή απευθύνεται (ΑΠ 1012/2023, ΑΠ 367/2022, ΑΠ 879/2021, ΑΠ 730/2021, ΑΠ 1079/2020, ΑΠ 79/2019, ΑΠ 443/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση, με όσα η αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρία, εκθέτει στη σωρευομένη στο δικόγραφο της από 4-12-2019 (αριθμ.καταθ…../…./6-12-2019) ένδικης αίτησης αναίρεσης, αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση και από τα υπάρχοντα στοιχεία της δικογραφίας, προκύπτει ότι η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε, κατ'αρχάς, εκπρόθεσμα, καθόσον η προσβαλλομένη με αριθμ. 4153/18-9-2019 απόφαση του Εφετείου Αθηνών επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα στις 29-10-2019, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη από τον αναιρεσίβλητο με αριθμό …../29-10-2019 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Ι.
Τ., και η αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στη γραμματεία του ανωτέρω δευτεροβαθμίου δικαστηρίου στις 6-12-2019 (με αριθμ.καταθ…../…./6-12-2019). Η αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρία, προς θεμελίωση αφενός μεν του εμπροθέσμου της αίτησης αναίρεσης, αφετέρου δε της αίτησης επαναφοράς για λόγο ανωτέρας βίας, ώστε να θεωρηθεί εμπρόθεσμη η αίτηση αναίρεσης, επικαλείται ότι (α) η επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης είναι άκυρη, διότι το θυροκολληθέν φωτοαντίγραφο εξ απογράφου αυτής, το οποίο και προσκομίζει, δεν φέρει επισημείωση ενυπόγραφη για την ημέρα και ώρα της επίδοσης, από δε την έκθεση επίδοσης δεν προκύπτει εάν η θυροκόλλησή της έγινε στην έδρα της ή στην κατοικία του νομίμου εκπροσώπου της, ούτε εάν από την κατοικία του τελευταίου απουσίαζαν, με τη σειρά που απαιτείται, οι αναφερόμενοι στη διάταξη του 128 παρ.1 του ΚΠολΔ, ούτε αναφέρεται η διεύθυνση κατοικίας της μάρτυρος με την παρουσία της οποίας έγινε η θυροκόλληση και δεν φέρει πλήρη υπογραφή της τελευταίας, και ότι (β) λόγω των παραβάσεων αυτών της επίδοσης, αυτή (αναιρεσείουσα) δια του καταστατικού της οργάνου, παραπλανήθηκε για τη νομιμότητά της και θεωρώντας την άκυρη δεν άσκησε εμπρόθεσμα την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης από ανωτέρα βία, που δεν αφετηριάζει την προθεσμία της κρινόμενης άσκησης αναίρεσης, την οποία ασκεί νόμιμα και εμπρόθεσμα από την άρση του ανωτέρω εμποδίου.
Ως προς τον ισχυρισμό περί ακυρότητας της επίδοσης της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και ως προς την βασιμότητα της αίτησης επαναφοράς, με τους οποίους τίθενται προς κρίση, το μεν η εγκυρότητα ή μη της επίδοσης της προσβαλλομένης απόφασης, που έχει ως συνέπεια την έναρξη ή μη της 30νθήμερης προθεσμίας για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, το δε η θεώρηση αυτής ως εμπρόθεσμης, παρότι ασκήθηκε εκπρόθεσμα, για λόγους ανωτέρας βίας, προκύπτουν τα ακόλουθα:
Από το περιεχόμενο της προαναφερόμενης με αριθμ. …./29-10-2019 έκθεσης επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Ι. Α..Τ., προκύπτει ότι ο ανωτέρω δικαστικός επιμελητής, στις 29-10-2019 περί ώρα 11.40', μετέβη στην ... επί της οδού …..αρ…., όπου εδρεύει η αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρία, η οποία εκπροσωπείται νόμιμα από τον Α.
Τ. του Γ., κάτοικο ...-διεύθυνση η οποία, όπως συνομολογεί και η αναιρείουσα, είναι όμοια με αυτή της έδρας της, αλλά με διαφορετική είσοδο-προκειμένου να επιδώσει την προσβαλλόμενη, με αριθμό 4153/2019, απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την συναπτόμενη από 24-10-2019 επιταγή προς πληρωμή του υπ' αριθμ. ….2019 πρώτου (α') απογράφου τίτλου εκτελεστού αυτής, την οποία επέδωσε (στις 29-10-2019 ώρα 11.40') στην κατοικία του νομίμου εκπροσώπου της, Α.
Τ. του Γ., που βρίσκεται στην προαναφερόμενη διεύθυνση, με θυροκόλληση, σε ενσφράγιστο φάκελο, παρουσία της μάρτυρα Μ. Π., κατοίκου Αθηνών, επειδή δεν βρέθηκε στην κατοικία του αυτή ούτε ο ίδιος, ούτε άλλο πρόσωπο από τα αναφερόμενα στο άρθρο 128 ΚΠολΔ, όπως βεβαιώθηκε νομότυπα από τον δικαστικό επιμελητή, κατά τα διαλαμβανόμενα στην ως άνω έκθεση επίδοσης.
Περαιτέρω στην έκθεση επίδοσης κάτω από την βεβαιωθείσα από τον δικαστικό επιμελητή θυροκόλληση με την παρουσία της αναφερόμενης μάρτυρα, και κατόπιν βεβαίωσης του ιδίου ότι η έκθεση αυτή διαβάστηκε, βεβαιώθηκε κατά περιεχόμενο και υπογράφεται νόμιμα, υπό την ένδειξη "Η μάρτυρας" υπάρχει υπογραφή της, χωρίς να απαιτείται για την πληρότητα αυτής και η εκ νέου αναγραφή, και υπό την άνω ένδειξη, του ονοματεπωνύμου της μάρτυρα, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, ενώ το δυσανάγνωστο της υπογραφής αυτής καλύπτεται από την αναφορά του ονοματεπωνύμου (Μ.
Π.) και της ιδιότητας αυτής ως μάρτυρα. Ανεξαρτήτως δε του ότι στην ως άνω έκθεση επίδοσης γίνεται μνεία ότι δεν βρέθηκε κανένα από τα αναφερόμενα στο άρθρο 128 του ΚΠολΔ πρόσωπα (ούτως ώστε να μην έχει έννοια η τήρηση δεσμευτικής σειράς κατά την παρ.1 του άρθρου 128 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την τροποποίηση του με το ν.4335/2015), σημειώνεται ότι επιπλέον (μετά το ν.4335/2015) η επιλογή του συνοίκου, στον οποίο θα εγχειρισθεί από τον επιμελητή το επιδοτέο έγγραφο καταλείπεται στην διακριτική ευχέρεια του επιμελητή, ο οποίος δεν υποχρεούται πλέον να τηρήσει ορισμένη σειρά.
Περαιτέρω, η έκθεση επίδοσης για όσα από τα ανωτέρω έγιναν από τον ίδιο τον δικαστικό επιμελητή και ενώπιόν του, παράγει για τα ζητήματα αυτά πλήρη απόδειξη επιτρεπομένης, όπως προαναφέρθηκε, ανταπόδειξης με την προσβολή της έκθεσης ως πλαστής, στην οποία, όμως δεν προβαίνει η αναιρεσείουσα, και για τα λοιπά δεν επικαλείται, ούτε προσκομίζει κανένα αντίθετο αποδεικτικό μέσο.
Συνεπώς, από το περιεχόμενο της έκθεσης επίδοσης προκύπτει ο χρόνος, ο τρόπος και ο τόπος της επίδοσης της προσβαλλομένης απόφασης, και όσα αντίθετα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα είναι αβάσιμα. Αναφορικά δε με την επικαλούμενη από την τελευταία έλλειψη της επισημείωσης του δικαστικού επιμελητή στο έγγραφο που θυροκολλήθηκε στην κατοικία του νομίμου εκπροσώπου της, η ίδια η αναιρεσείουσα προσκομίζει ακριβές αντίγραφο του υπ'αριθμ.
…../2019 πρώτου (α') εκτελεστού απογράφου της προσβαλλομένης με αριθμό 4153/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ενσωματωμένο στην από 24-10-2019 επιταγή προς πληρωμή, που συνέταξε η πληρεξουσία δικηγόρος Ε. Ρ., επικυρωμένο ανά φύλλο, το οποίο στο πρώτο φύλλο του φέρει ενυπόγραφη επισημείωση του ανωτέρω δικαστικού επιμελητή για την επίδοσή του στις 29-10-2019 ώρα 11.40', όπως ακριβώς αναφέρεται και στην έκθεση επίδοσης.
Κατόπιν τούτων, και δεδομένου ότι στην έκθεση επίδοσης, εκτός των προαναφερόμενων στοιχείων, μνημονεύεται επίσης- και τούτο δεν αμφισβητείται-ότι μετά την άνω θυροκόλληση, αυθημερόν (στις 29-10-2019), τηρήθηκαν και οι διατυπώσεις που ορίζονται στο άρθρο 128 παρ.4 εδ.β' και γ'ΚΠολΔ (παράδοση αντιγράφου του επιδιδόμενου εγγράφου στον προϊστάμενο του αστυνομικού τμήματος Κηφισιάς και αποστολή ειδοποίησης με το ταχυδρομείο απευθυνόμενη στον προς η επίδοση, νόμιμο εκπρόσωπο της αναιρεσείουσας, Α.
Τ., κάτοικο ...), η έκθεση επίδοσης της προσβαλλομένης απόφασης περιλαμβάνει όλα τα κατά νόμο αναγκαία για το κύρος της στοιχεία. Μόνη δε η επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα παράλειψη του δικαστικού επιμελητή να αναφέρει σε αυτήν και την πλήρη διεύθυνση κατοικίας της μάρτυρα- παρουσία της οποίας έγινε η άνω θυροκόλληση-ως στοιχείο της έκθεσης κατ'άρθρον 117 παρ.1 εδ.
β'ΚΠολΔ, δεν επάγεται, κατά την νομική σκέψη που προηγήθηκε την ανυπαρξία της ένδικης επίδοσης, ούτε την ακυρότητά της, καθόσον δεν νοείται πρόκληση βλάβης στην αναιρεσείουσα από την άνω έλλειψη-παράλειψη του δικαστικού επιμελητή και δη απώλεια της προθεσμίας προς άσκηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Συνεπώς, η αναιρεσιβαλλόμενη με αριθμ.4153/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών επιδόθηκε νόμιμα στις 29-10-2019 στην αναιρεσείουσα εταιρία και συνακόλουθα η κατατεθείσα στις 6-12-2019 στη γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εκπρόθεσμα, πέραν της προσθεσμίας των 30 ημερών.
Τέλος, η σωρευόμενη στην αναίρεση, αίτηση επαναφοράς, δεν επιδόθηκε στον καθού-αναιρεσίβλητο, όπως απαιτείται για το παραδεκτό και νομότυπο αυτής εντός της αποκλειστικής προθεσμίας των 30 ημέρων από την επικαλούμενη, κατά το χρόνο σύνταξής της (στις 4-12-2019), άρση του άνω εμποδίου, αλλά επιδόθηκε πολύ μεταγενέστερα και συγκεκριμένα στις 4-9-2020, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη υπ'αριθμ.
……/4-9-2020 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Πειραιά, με έδρα στο Πρωτοδικείο Πειραιά, Ι. Χ.). Επομένως η υπό κρίση αίτηση επαναφοράς ασκήθηκε εκπρόθεσμα. Σημειώνεται ότι σε κάθε περίπτωση η αναιρεσείουσα, εάν κατέβαλε τη μέση επιμέλεια, δια του νομίμου εκπροσώπου της, προς τον οποίο έγινε η επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης και δεδομένου μάλιστα και του ότι και μετά την θυροκόλλησή της, την ίδια ημέρα (29-10-2019), ακολούθησαν η εγχείρηση αντιγράφου της στον προϊστάμενο του αστυνομικού τμήματος και η ταχυδρομική αποστολή μέσω των ΕΛΤΑ έγγραφης ειδοποίησης προς αυτόν, οπωσδήποτε θα είχε λάβει έγκαιρα γνώση της επίδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία ως έγκυρη έθεσε σε κίνηση την προθεσμία άσκησης αναίρεσης, και θα είχε ασκήσει εμπρόθεσμα την ένδικη αίτηση αναίρεσης, πλην όμως την άσκησε εκπρόθεσμα, στις 6-12-2019.
Η προβαλλόμενη δε μη έγκαιρη, λόγω πλάνης, γνώση εκ μέρους της αναιρεσείουσας, της έγκυρης, ως άνω, επίδοσης της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης (ανυπαίτια άγνοια), η οποία σε κάθε περίπτωση δεν επηρεάζει την εγκυρότητα αυτής, δεν συνιστά περιστατικό "ανώτερης βίας" που επιτρέπει να θεωρηθεί ως εμπρόθεσμη η εκπροθέσμως ασκηθείσα αίτηση αναίρεσης.
Κατόπιν όλων των ανωτέρω οι υπό κρίση, αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην πριν, από την απώλεια της προθεσμίας άσκησης της αίτησης αναίρεσης, κατάσταση και αίτηση αναίρεση, που κατά τα προαναφερόμενα ασκήθηκαν εκπρόθεσμα, πρέπει για το λόγο αυτό ν' απορριφθούν ως απαράδεκτες. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, που παρέστη κατά την αρχική συζήτηση και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός του (αρθ.176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4 Δεκεμβρίου 2019 και με αριθ. καταθ. …./….6-12-2019 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 4153/18-7-2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (διαδικασίας εργατικών διαφορών) και τη σωρευομένη σ' αυτή αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην πριν, από την απώλεια της προθεσμίας άσκησής της, κατάσταση.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Απριλίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Μαΐου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ