Legislator Case Law & Legislation
699/2024 AI generated

Supreme Court allows appeal against final judgment due to substantive violation of civil code provisions regarding claim interpretation.

Case Number 699/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal against the final judgment of the Athens Court of First Instance. The appellant argued that the lower court misinterpreted a 2008 settlement letter by excluding it from the current lawsuit's scope, while the lower court had accepted the letter's content. The court found that the lower court's reasoning was consistent with the document's actual meaning and did not constitute a diagnostic error warranting reversal. However, the court accepted a separate appeal argument regarding a substantive violation of civil code articles 281 and 288, ruling that the lower court's interpretation was legally flawed.

Legislator headnote

AI generated

Articles 281 and 288 of the Civil Code; The court must distinguish between a mere error in reading a document and a diagnostic error that distorts its content, and a substantive violation of law that requires remittal for further examination.

Keywords

AI generated
substantive violation of law diagnostic error in reading interpretation of settlement letter remittal for further examination civil code articles 281 288 appeal against final judgment costs offsetting

Cited Legislation

AI generated
Article 35 of the Civil Code
Articles 62, 73, 286, 287, 290 of the Code of Civil Procedure
Article 573 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Articles 281 and 288 of the Civil Code
Article 63 of Law 2676/1999
Article 23 of the Statute of the Public Telecommunications Organization
Article 179 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Law 4335/2015

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 699 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 699/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Ελένη Χροναίου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 24 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) των πληρεξουσίων δικηγόρων Παναγιώτη Ηλιοπιερέα-Περράκο και Ιωάννη Ληξουριώτη, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων: 1) Μ. Τ. του Ι., χήρα Ν. Γ., 2) Φ. Γ. του Ν. και 3) Ε. Γ. του Ν., κατοίκων ..., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποβιώσαντος Ν. Γ. του Φ., οι οποίοι παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Λυκοκάπη, που δήλωσε ότι απεβίωσε ο αρχικός αναιρεσίβλητος Ν. Γ. και τη δίκη συνεχίζουν οι ανωτέρω κληρονόμοι και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-1-2010 αγωγή του αρχικώς ενάγοντος Ν. Γ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 671/2012 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 4419/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10-7-2019 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ελένη Χροναίου. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 35 του Α.Κ., 62, 73, 286 περ. α', 287 και 290 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι, αν κάποιος διάδικος είναι στη ζωή, κατά την έναρξη της δίκης, αποβιώσει, όμως, κατά τη διάρκεια της δίκης και μέχρι το τέλος της προφορικής συζήτησης, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, εφόσον τηρηθούν οι νόμιμες διατυπώσεις, μεταξύ των οποίων είναι και εκείνη της γνωστοποίησης του θανάτου στον αντίδικο του αποβιώσαντος, επέρχεται διακοπή της δίκης και όλες οι διαδικαστικές πράξεις, που επιχειρούνται μέχρι τη νόμιμη επανάληψη της διαδικασίας λογίζονται άκυρες, εκτός εάν ενεργήσει αυτές ο διάδικος, υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή.

Αν δεν γίνει η γνωστοποίηση του θανάτου, δεν επέρχεται διακοπή της δίκης, η δε οριστική απόφαση, που εκδίδεται στο όνομα ήδη αποβιώσαντος προσώπου, μπορεί να προσβληθεί με το ένδικο μέσο της έφεσης ή της αναίρεσης ( Α.Π. 598/2020, Α.Π. 338/2018, Α.Π. 433/2017, Α.Π. 86/2016 Α.Π. 467/2014 ) . Σε περίπτωση δε, που ο διάδικος αποβιώσει μετά το πέρας της προφορικής συζήτησης, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, ή πολύ περισσότερο μετά την έκδοση της τελευταίας, όταν δηλαδή δεν υφίσταται πλέον εκκρεμής δικαστικός αγών, δεν υφίσταται στάδιο εφαρμογής των διατάξεων περί διακοπής της δίκης .

Αν ασκηθεί ένδικο μέσο χωρίς να δηλωθεί ο, ήδη, επελθών θάνατος και τούτο διαλάθει της προσοχής, με συνέπεια την έκδοση απόφασης στο όνομα, ήδη, αποβιώσαντος προσώπου, αυτή, εφόσον καταστεί τελεσίδικη, δεν παράγει τις έννομες συνέπειες της δικαστικής απόφασης, όπως εκτελεστότητα και δεδικασμένο ( Α.Π. 533/2018, Α.Π. 147/2006 ) .

Σε κάθε όμως περίπτωση, τα ένδικα μέσα που ασκούνται κατά της οριστικής ή της τελεσίδικης απόφασης, επομένως και η αίτηση αναίρεσης, πρέπει να απευθύνονται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 558 εδαφ. α' του ΚΠολΔ, κατά των καθολικών διαδόχων ( κληρονόμων ) του αποβιώσαντος, απευθυνόμενα δε κατά του ήδη αποβιώσαντος είναι άκυρα υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι ο αναιρεσείων διάδικος είχε λάβει γνώση του θανάτου του αντιδίκου του, με οποιονδήποτε τρόπο, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και να απευθύνει κατ' αυτών την αναίρεση .

Επομένως, η αναίρεση που απευθύνεται κατά αποβιώσαντος, χωρίς να γνωρίζει τον θάνατο ο αναιρεσείων, δεν είναι άκυρη ( απαράδεκτη ) και η συζήτησή της χωρεί νομίμως, με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, εάν αυτοί εμφανίζονται κατά τη συζήτηση, με την ιδιότητα αυτή, κατ' εφαρμογή των άρθρων 291 και 290 του ΚΠολΔ, στη θέση του αποβιώσαντος αναιρεσιβλήτου και προβάλλουν υπεράσπιση, επί της ουσίας της διαφοράς ( Ολ.

Α.Π. 27/1987, Α.Π. 654/2023 Α.Π. 194/2023, Α.Π. 1072/2020, Α.Π. 259/2019, Α.Π. 433/2017 ) . Ως διάδικος, υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος ( κληρονόμος ), ο οποίος και έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ( Ολ. Α.Π. 22/2000, Α.Π. 575/2020, Α.Π. 148/2017, Α.Π. 28/2007 ) . Ο θάνατος του διαδίκου που επιφέρει τη βίαιη διακοπή της δίκης, καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν με επίδοση δικογράφου ή με τις προτάσεις ή διαδοχικά, με ενιαία δήλωση στο ακροατήριο, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση, οπότε, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων, ακολουθεί η άμεση συζήτηση της υπόθεσης ( Α.Π. 906/2020, Α.Π. 1014/2017 ), ή εκτός του ακροατηρίου, κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξης, από εκείνον που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι τη στιγμή της επέλευσης του λόγου της διακοπής ( όπως του θανάτου κάποιου διαδίκου ) ήταν πληρεξούσιος αυτού.

Ειδικότερα, εφόσον αποδεικνύεται ή συνομολογείται από τον αντίδικο, έστω και σιωπηρά, η νόμιμη δυνατότητα του προσώπου να διεξαγάγει τη δίκη, στη θέση του διαδίκου, στον οποίο αφορούσε το διακοπτικό γεγονός, δεν απαιτείται ιδιαίτερη συζήτηση περί της επανάληψης και η δίκη συνεχίζεται κανονικά ( Α.Π. 618/2010, Α.Π. 397/2010, Α.Π. 253/2010, Α.Π. 211/2010), ενώ εάν, αντιθέτως, ο αντίδικος προβάλλει αντιρρήσεις, η κληρονομική ιδιότητα εξετάζεται από το Δικαστήριο παρεμπιπτόντως και κατ' ελεύθερη εκτίμηση του υφισταμένου αποδεικτικού υλικού ( Α.Π. 187/2018, Α.Π. 234/2018, Α.Π. 548/2012 ) .

Στην προκείμενη περίπτωση, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το σχετικό πινάκιο, στην ως άνω νόμιμη δικάσιμο ( 24-01-2023 ), εμφανίστηκε ο δικηγόρος Αθηνών Δημήτριος Λυκοπάτης, ο οποίος με προφορική δήλωσή του, στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου, που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, αλλά και με τις από 20-01-2023 κατατεθείσες προτάσεις του, δήλωσε ότι ο αναιρεσίβλητος Ν.

Γ. του Φ…, του οποίου ήταν πληρεξούσιος και εκπροσώπησε αυτόν στην ενώπιον του Εφετείου δίκη, απεβίωσε στις 18-05-2019, προσκόμισε δε και επικαλέστηκε : α) το με αριθμό πρωτ. …/-2021 Απόσπασμα Ληξιαρχικής Πράξης Θανάτου του Ληξιάρχου Δ.Ε. Νάουσας Νομού Ημαθίας, β) τη με ημερομηνία 11-02-2019 ιδιόγραφη διαθήκη, η οποία δημοσιεύθηκε με το με αριθμό …./..-2019 πρακτικό δημοσίευσης διαθήκης του Ειρηνοδικείου Νάουσας, γ) το υπ' αριθμ.

πρωτ. ……/..-2019 Πιστοποιητικό Εγγυτέρων Συγγενών, που εκδόθηκε από το Τμήμα Δημοτικής Κατάστασης του Δήμου Διονύσου Νομού Αττικής και δ) το υπ' αριθμ. πρωτ. …../…-2021 Πιστοποιητικό της Γραμματέως του Ειρηνοδικείου Νάουσας και, συνακόλουθα, δήλωσε ότι επαναλαμβάνεται η διακοπείσα δίκη από τους νόμιμους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του και συγκεκριμένα από τη σύζυγό του Μ.

Τ. του Ι., χήρα Ν. Γ. και τα τέκνα του Φ. Ν.. Γ. και Ε. Ν.. Γ., τους οποίους νομίμως εκπροσωπεί . Από τα προσκομισθέντα στοιχεία προς απόδειξη της κληρονομικής ιδιότητας των ως άνω δηλούντων τη συνέχιση της δίκης κληρονόμων του αποβιώσαντος αναιρεσιβλήτου προκύπτει ότι ο θάνατος αυτού έλαβε χώρα πριν από την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, στις 18-07-2019, στη Γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου, ήτοι σε μεταγενέστερο του θανάτου χρόνο .

Από κανένα όμως στοιχείο της δικογραφίας προέκυψε ότι, κατά τον χρόνο άσκησης της ανωτέρω αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα είχε λάβει, καθ' οιονδήποτε τρόπο, γνώση του θανάτου του εν λόγω διαδίκου . Επομένως και σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε παραδεκτώς, παρά το γεγονός ότι ο διάδικος αυτός είχε αποβιώσει πριν την άσκησή της, στο πρόσωπο του οποίου, μετά την, κατά τα ανωτέρω παραδεκτώς γενόμενη γνωστοποίηση του θανάτου του ( άρθρο 287 του ΚΠολΔ) επήλθε βίαιη διακοπή της παρούσας δίκης, η οποία νομίμως συνεχίζεται από τους προαναφερόμενους κληρονόμους αυτού, που παρίστανται, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης δικάσιμο, στη θέση του κληρονομηθέντος διαδίκου, δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους, προβάλλοντας υπεράσπιση επί της ουσίας της υπόθεσης .

Ενόψει των ανωτέρω, εφόσον η γνωστοποίηση του θανάτου του αναιρεσιβλήτου και η εκούσια επανάληψη της δίκης έγιναν με προφορική δήλωση στο ακροατήριο, από τους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του θανόντος και δεδομένου ότι η παριστάμενη αναιρεσείουσα δεν αμφισβητεί την ιδιότητά τους, ως κληρονόμων του ως άνω αποβιώσαντος (άρθρο 261 του ΚΠολΔ ), η ημερομηνία του θανάτου του οποίου αποδεικνύεται από την προσκομιζόμενη οικεία ληξιαρχική πράξη, πρέπει, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην αμέσως προηγούμενη μείζονα νομική σκέψη, να ακολουθήσει η άμεση συζήτηση της υπόθεσης .

Με την κρινόμενη από 10-07-2019 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του εκδόσαντος την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου …./…./..-2019 και του παρόντος Δικαστηρίου …/2021 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η με αριθμό 4419/2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών ( άρθρα 663 επομ.

του ΚΠολΔ ) . Με την προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, έγινε τυπικά δεκτή η από 05-07-2012 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης…./06-07-2012 έφεση του ενάγοντος - εκκαλούντος Ν. Φ.. Γ., κατά της εκδοθείσας, κατά την ίδια διαδικασία, με αριθμό 671/2012 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών το οποίο είχε απορρίψει, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, την από 12-01-2010 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …./…/2010 αγωγή του, με αντικείμενο την επιδίκαση αποζημίωσης για τη ζημία που υπέστη στα συνταξιοδοτικά του δικαιώματα, λόγω της άρνησης της εναγομένης - αναιρεσείουσας να κάνει δεκτή την αίτηση αυτού για οικειοθελή αποχώρησή του, σύμφωνα με τις διατάξεις περί εθελουσίας εξόδου του Ν. 3371/2005 .

Στη συνέχεια, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε στο σύνολό της, κατ' άρθρο 535 παρ. 1 του ΚΠολΔ, την εκκληθείσα απόφαση του πρωτοδίκως δικάσαντος Δικαστηρίου, ακολούθως, δε, κράτησε την υπόθεση και δικάζοντας την ένδικη αγωγή, δέχθηκε αυτήν, ως βάσιμη κατ' ουσίαν και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των δέκα εννέα χιλιάδων τετρακοσίων τριάντα έξι ευρώ και δέκα λεπτών ( 19.436,10 ), περαιτέρω δε αναγνώρισε την υποχρέωσή της να του καταβάλει το ποσό των πενήντα επτά χιλιάδων εξακοσίων εξήντα ευρώ και σαράντα τριών λεπτών (57.660,43 ) και τα παραπάνω χρηματικά ποσά με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την ολοσχερή τους εξόφληση .

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της κατά νόμο διετούς καταχρηστικής προθεσμίας, ως εκ του χρόνου δημοσίευσης της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, καθόσον κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδόσαντος την απόφαση αυτή Δικαστηρίου στις 18-07-2019 και δεν προκύπτει, η με επιμέλεια οποιουδήποτε διαδίκου, επίδοση της απόφασης αυτής, η οποία δημοσιεύθηκε στις 04-10-2017, ούτε άλλωστε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής ( άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 - όπως η παρ. 3 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, ΦΕΚ Α' 87/23-07-2015, με έναρξη ισχύος από 01-01-2016, άρθρο 1 άρθρο ένατο του Ν. 4335/2015 - 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ ) .

Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ ) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και την βασιμότητα των διαλαμβανομένων σε αυτή λόγων αναίρεσης ( άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ ) .

Κατά την παρ. 1 περ. δ' και ε' του άρθρου 17 Γ.Κ.Π. - Ο.Τ.Ε. " το προσωπικό απολύεται:... δ. ένεκα συμπληρώσεως του 65ου έτους της ηλικίας, ε. Ένεκα 35ούς πραγματικής υπηρεσίας στον Οργανισμό . Εντούτοις, το προσωπικό δύναται με αίτησή του, που υποβάλλει το αργότερο τρεις μήνες προ της προβλεπόμενης ημερομηνίας απόλυσής του, να παραμείνει στην Υπηρεσία μέχρι συμπληρώσεως 35ετούς συντάξιμου χρόνου υπηρεσίας στον Ο.Τ.Ε. ... " .

Κατά το άρθρο 7 παρ. 4 Γ.Κ.Π. - Ο.Τ.Ε. : " Προσωπικό, το οποίο καλείται στις τάξεις των Ενόπλων Δυνάμεων ένεκα επιστρατεύσεως ή άλλων λόγων, διατηρεί, κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής του υπηρεσίας, τη θέση του στον Οργανισμό και επανέρχεται αυτοδίκαια σ' αυτόν μετά την απόλυσή του, εντός του απολύτως αναγκαίου χρόνου.

Ο ανωτέρω χρόνος λογίζεται ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας στον Οργανισμό ", ενώ κατά το άρθρο 47 παρ. 2α Γ.Κ.Π. - Ο.Τ.Ε. : "1. Για την απόλυση λόγω 35ετούς πραγματικής υπηρεσίας στον Ο.Τ.Ε.: α. Ο χρόνος φοίτησης στη Σχολή Προσωπικού Ο.Τ.Ε. και ο χρόνος της στρατιωτικής θητείας για όσους στρατεύθηκαν, όντας υπάλληλοι του Οργανισμού δεν λαμβάνονται υπόψη, εφόσον το ζητήσει ο ενδιαφερόμενος, με αίτηση που θα υποβάλει στη Διεύθυνση Ανθρώπινου Δυναμικού, το αργότερο τρεις μήνες προ της ημερομηνίας απολύσεως .

Η απόλυση συντελείται την επομένη της συμπλήρωσης της 35ετούς πραγματικής υπηρεσίας ... " . Περαιτέρω, σύμφωνα με τα άρθρα 16 παρ. 1, και 24 παρ. 1 και 2 περ. α' του καταστατικού Τ.Α.Π. - Ο.Τ.Ε. : " 1. Δικαιούνται σύνταξης : Α) Ο ησφαλισμένος εάν μετά συμπλήρωσιν 35ετούς συνταξίμου υπηρεσίας, ανεξαρτήτως ορίου ηλικίας ή μετά συμπλήρωσιν 30ετούς συνταξίμου υπηρεσίας, εξ ης 25ετής πραγματική εν ασφαλίσει και ηλικίας 50 ετών, αποχωρήσει της Υπηρεσίας ... " ( άρθρο 16 παρ. 1 ), " 1.

Η συντάξιμος υπηρεσία εκάστου ησφαλισμένου διακρίνεται : α) Εις πραγματικήν συντάξιμον υπηρεσίαν εν ασφαλίσει και β) Εις συντάξιμον υπηρεσίαν εξ αναγνωρίσεως (εξαγοράς) . 2. Ως πραγματική συντάξιμος υπηρεσία εν ασφαλίσει υπολογίζεται : α) Ο χρόνος από της προσλήψεως του ησφαλισμένου εις την υπηρεσίαν ενός των εργοδοτών, εφόσον πράγματι κατεβλήθησαν αι εν τω παρόντι Καταστατικώ καθοριζόμενοι και αντιστοιχούσαι εις τον χρόνον υπέρ του Ταμείου εισφοραί αυτού και του εργοδότου " ( άρθρο 24) .

Στη συνέχεια, με τις παραγράφους 1, 2, 3, 5 περ. α. γγ. και β. γγ., 6 περ. γ και 12 του άρθρου 10 του ν. 1092/1990, ως έχει τροποποιηθεί με το άρθρο 38 του ν. 1914/1990 και αντικαταστάθηκε εκ νέου με την παρ. 1 του άρθρου 9 του ν. 1976/1991, ρυθμίστηκε το συνταξιοδοτικό καθεστώς ασφαλισμένων σε Ειδικά Ταμεία Συντάξεων και ορίσθηκε ότι : " 1.

Στο παρόν άρθρο υπάγονται οι ασφαλισμένοι, για κύρια ή επικουρική σύνταξη, στα Ειδικά Ταμεία Συντάξεως του προσωπικού των Τραπεζών, του Τ.Α.Π. - Ο.Τ.Ε. του Τ.Σ.Π. - Η.Σ.Α.Π. και στη Διεύθυνση Ασφαλίσεως Προσωπικού της Δ.Ε.Η. Ως επικουρικά ταμεία, για την εφαρμογή του παρόντος, νοούνται τα επικουρικά ταμεία ή κλάδοι ή λογαριασμοί, που λειτουργούν με τη μορφή ν.π.δ.δ.

καθώς και κάθε άλλος φορέας, ανεξαρτήτως ονομασίας και νομικής μορφής, που χορηγούν περιοδικές παροχές, υπό τύπο συντάξεων, βοηθημάτων ή μερισμάτων, εφόσον τα έσοδα αυτών από εργοδοτικές εισφορές, κοινωνικούς πόρους ή άλλη επιχορήγηση υπερβαίνουν τα έσοδα από εισφορές των ασφαλισμένων . 2. Συντάξιμος χρόνος, με τη συμπλήρωση του οποίου θεμελιώνεται δικαίωμα για σύνταξη γήρατος, κύριας και επικουρικής, παραμένει ο προβλεπόμενος από τα καταστατικά του κάθε ταμείου .

Όπου προβλέπεται θεμελίωση δικαιώματος με ασφάλιση άνω των είκοσι πέντε ( 25 ) ετών, το δικαίωμα θεμελιώνεται και με τη συμπλήρωση της εικοσιπενταετίας . 3. Ο υπολογισμός και η απονομή της σύνταξης διέπονται από τις ισχύουσες κάθε φορά καταστατικές διατάξεις του κάθε ταμείου ... 5. Τα όρια ηλικίας συνταξιοδότησης των ασφαλισμένων των ειδικών ταμείων της παρ. 1 του άρθρου αυτού ορίζονται ως εξής, ανεξάρτητα αν από τα καταστατικά τους προβλέπεται συνταξιοδότηση με όριο ηλικίας ή χωρίς όριο ηλικίας :

α. Για όσους έχουν υπαχθεί για πρώτη φορά στην υποχρεωτική ασφάλιση οποιουδήποτε φορέα κύριας ασφάλισης μέχρι την 31.12.1982 και συμπληρώνουν τον συντάξιμο χρόνο μέχρι την 31.12.1997 :... γγ. Το πεντηκοστό πέμπτο ( 55ο) έτος της ηλικίας συμπληρωμένο προκειμένου για τους άνδρες ... β. Για όσους έχουν υπαχθεί για πρώτη φορά στην υποχρεωτική ασφάλιση οποιουδήποτε φορέα κύριας ασφάλισης μέχρι την 31.12.1982 και συμπληρώνουν το συντάξιμο χρόνο από 1.1.1998 και μετά :...

γγ. το εξηκοστό ( 60ο ) έτος της ηλικίας συμπληρωμένο, προκειμένου για τους άνδρες..., 6. Οι περιορισμοί της παρ. 5 του άρθρου αυτού, δεν έχουν εφαρμογή : ... 12. Οι διατάξεις του άρθρου αυτού εφαρμόζονται για όλους τους ασφαλισμένους των ειδικών ταμείων της παρ. 1, έστω και αν με τις προϊσχύουσες καταστατικές διατάξεις είχαν συμπληρώσει προϋποθέσεις για τη θεμελίωση του συνταξιοδοτικού δικαιώματος " .

Εξάλλου, από την έναρξη ισχύος του παραπάνω νόμου : "...καταργείται κάθε άλλη διάταξη της ισχύουσας κοινωνικοασφαλιστικής νομοθεσίας, ανεξάρτητα από τον τρόπο θέσπισής της, που ρυθμίζει διαφορετικά τα θέματα, στα οποία αναφέρονται οι διατάξεις του νόμου αυτού " ( άρθρο 43 παρ. 1 ) . Κατόπιν, με το άρθρο 2 παρ. 3 εδ.

α' του ν. 3029/2002, στις διατάξεις του οποίου υπάγονταν και οι ασφαλισμένοι στο Τ.Α.Π. - Ο.Τ.Ε. ορίσθηκε ότι : " ... 3. Ασφαλισμένοι των ειδικών Ταμείων, που υπήχθησαν στην ασφάλιση οποιουδήποτε φορέα κύριας ασφάλισης μέχρι 31.12.1982, θεμελιώνουν δικαίωμα συνταξιοδότησης με τη συμπλήρωση 35 ετών ασφάλισης, ανεξαρτήτως ορίου ηλικίας ...", ενώ με την παρ. 8 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου ορίσθηκε ότι : " 8.

Οι διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων, δεν καταλαμβάνουν όσους έχουν θεμελιώσει ή θα θεμελιώσουν συνταξιοδοτικό δικαίωμα, με βάση ευνοϊκότερες διατάξεις των οικείων ασφαλιστικών οργανισμών, όπως ισχύουν μετά το Ν. 2084/1992, επιφυλασσομένων των διατάξεων του παρόντος, που αφορούν τον υπολογισμό της σύνταξης " .

Από τις πιο πάνω διατάξεις συνάγεται ότι όσοι είχαν ασφαλισθεί στο Τ.Α.Π. - Ο.Τ.Ε. ( του οποίου οιονεί καθολικός διάδοχος είναι ήδη το Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ. ), πριν την 31.12.1982 και συμπλήρωσαν συντάξιμη υπηρεσία 25 τουλάχιστον ετών μετά την 31.12.1997, δηλαδή από το έτος 1998 και εντεύθεν, θεμελιώνουν δικαίωμα πλήρους συνταξιοδότησης, είτε με τη συμπλήρωση 35 ετών υπηρεσίας (χωρίς όριο ηλικίας ), είτε μετά τη συμπλήρωση 25 τουλάχιστον ετών συντάξιμης υπηρεσίας, εφόσον έχουν συμπληρώσει το 60ο (και πλέον ) έτος ηλικίας .

Τα προαναφερόμενα όρια ηλικίας συνταξιοδότησης δεν ισχύουν, όμως, στις περιπτώσεις όπου οι εργαζόμενοι, που εμπίπτουν στις παραπάνω διατάξεις " .... απολύονται χωρίς δική τους υπαιτιότητα... " (παρ. 6 του άρθρου 10 του ν. 1092/1990 ), ευεργέτημα που συντρέχει, μεταξύ άλλων, όταν η απόλυση γίνεται για υπηρεσιακούς λόγους, λόγω βούλησης του εργοδότη, συμπλήρωσης του συντάξιμου χρόνου ή ορίου ηλικίας ( πρβλ.

Ολ. Α.Π. 30/2005 ) . Εξάλλου, στην παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 1358/1983 προβλέπεται ότι : " 1. Αναγνωρίζεται ως χρόνος ασφάλισης για την προσαύξηση του ποσού της σύνταξης που χορηγούν οι οργανισμοί κύριας και επικουρικής ασφάλισης αρμοδιότητας του Υπουργείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων, ο χρόνος της στρατιωτικής υπηρεσίας στις Ένοπλες Δυνάμεις, στα Σώματα Ασφαλείας, καθώς και στο Λιμενικό και στο Πυροσβεστικό Σώμα, που υπηρέτησαν, ως κληρωτοί ή έφεδροι, οι ασφαλισμένοι των οργανισμών αυτών .

Από το χρόνο υπηρεσίας που διανύθηκε με την ιδιότητα του μόνιμου ή εθελοντή ή ανακαταταγμένου, δεν αναγνωρίζονται περισσότερα από τρία χρόνια . Κατ' εξαίρεση, ο χρόνος της στρατιωτικής υπηρεσίας, σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις του παρόντος νόμου, υπολογίζεται και για τη θεμελίωση του συνταξιοδοτικού δικαιώματος λόγω γήρατος, εφόσον ο ασφαλισμένος έχει συμπληρώσει το 58ο έτος της ηλικίας του και έχει πραγματοποιήσει 3.600 ημέρες εργασίας .

Οι διατάξεις της ισχύουσας νομοθεσίας, που εξαιρούν από τον υπολογισμό για τη θεμελίωση του δικαιώματος το χρόνο της στρατιωτικής υπηρεσίας, δεν εφαρμόζονται για τους ασφαλισμένους που αναγνωρίζουν το χρόνο αυτό, σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις του παρόντος νόμου ή έχουν αναγνωρίσει το χρόνο αυτό με εξαγορά, σύμφωνα με άλλες διατάξεις ", ενώ, κατά το άρθρο 4 του ίδιου νόμου, προβλέπεται ότι : " Γενικές ή ειδικές διατάξεις, ευνοϊκότερες από το νόμο αυτόν, εξακολουθούν να ισχύουν μόνο για όσους είναι ασφαλισμένοι μέχρι τη δημοσίευσή του στην εφημερίδα της Κυβερνήσεως και εφόσον αυτοί υποβάλουν σχετική αίτηση, μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία μέχρι την 31.12.1985 .

Εξαιρούνται και διατηρούνται σε ισχύ οι διατάξεις του άρθρου 8 του Ν. 2054/1952, όπως αυθεντικά ερμηνεύτηκε από το άρθρο 34 του Ν.Δ. 2961/1954 " . Με βάση τα δεδομένα αυτά δεν είναι ( κατά τον κανόνα ) δυνατή η προσμέτρηση του χρόνου στράτευσης για τη θεμελίωση του συνταξιοδοτικού δικαιώματος, λόγω γήρατος, πριν το 58ο έτος της ηλικίας .

Η μη δυνατότητα αυτή, δεν επηρεάζεται από το ότι ο χρόνος της στρατιωτικής θητείας των υπαλλήλων του Ο.Τ.Ε., που υπηρέτησαν αυτήν, ενόσω ήταν υπάλληλοι, θεωρείται χρόνος πραγματικής υπηρεσίας, αφού οι παραπάνω διατάξεις του Γ.Κ.Π. δεν τροποποίησαν τις διατάξεις του ασφαλιστικού δικαίου των ασφαλισμένων στο Τ.Α.Π. - Ο.Τ.Ε. ( A.Π. 462/2016).

Εξάλλου, προκειμένου να καταστεί δυνατή η δραστική μείωση του μόνιμου προσωπικού της Ο.Τ.Ε. Α.Ε., ορίσθηκε, με το άρθρο 74 παρ. 1, 2 και 3 του ν. 3371/2005, ότι : ... " 1. Στο μόνιμο προσωπικό του Ο.Τ.Ε. που, σύμφωνα με τις διατάξεις του ισχύοντος Γενικού Κανονισμού Προσωπικού του Ο.Τ.Ε., απολύεται αυτοδίκαια και υποχρεωτικά μέχρι 31.12.2012 και συνταξιοδοτείται μέχρι την ίδια ημερομηνία από το Τ.Α.Π. - Ο.Τ.Ε., το οποίο επιθυμεί να υπαχθεί στις διατάξεις του παρόντος άρθρου, αναγνωρίζεται τόσος πλασματικός χρόνος ασφάλισης, όσος απαιτείται για το σκοπό θεμελίωσης δικαιώματος άμεσης λήψης σύνταξης .

Για τον υπολογισμό του αναγνωριζόμενου χρόνου, το προσωπικό θεωρείται ως υπηρετούν μέχρι τη συμπλήρωση του προς απόλυση ορίου ηλικίας ή του πραγματικού χρόνου υπηρεσίας, που προβλέπονται από το Γενικό Κανονισμό Προσωπικού Ο.Τ.Ε. ή των προϋποθέσεων άμεσης λήψης σύνταξης, κατά τις ισχύουσες διατάξεις .

Ο αναγνωριζόμενος χρόνος εξικνείται μέχρι την επέλευση της πρώτης χρονικά εκ των ανωτέρω περιπτώσεων . 2. Το μόνιμο προσωπικό του Ο.Τ.Ε., που εμπίπτει στις διατάξεις του παρόντος άρθρου και επιθυμεί να υπαχθεί σε αυτές, πρέπει να υποβάλει έγγραφη αίτηση απόλυσης, εντός προθεσμίας τριών μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος άρθρου .

Η ανωτέρω αίτηση δεν ανακαλείται, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 5 του παρόντος άρθρου . Η απόλυση συντελείται εντός προθεσμίας δώδεκα μηνών από τη λήξη της προαναφερόμενης προθεσμίας . 3. Η απόφαση αναγνώρισης και υπολογισμού του αναγνωριζόμενου χρόνου μέχρι τη συμπλήρωση του προς απόλυση ορίου ηλικίας ή του πραγματικού χρόνου υπηρεσίας, που προβλέπονται από το Γενικό Κανονισμό Προσωπικού ή των προϋποθέσεων άμεσης συνταξιοδότησης, κατά τις ισχύουσες διατάξεις, εκδίδεται από το Τ.Α.Π. - Ο.Τ.Ε.

Ανάλογη απόφαση αναγνώρισης πλασματικού χρόνου ασφάλισης εκδίδεται από το Ταμείο Αρωγής Προσωπικού Ο.Τ.Ε., για τους Κλάδους Επικουρικής Ασφάλισης και Αρωγής ... Ο κατά τα ανωτέρω αναγνωριζόμενος χρόνος ασφάλισης, λογίζεται ως πραγματικός χρόνος κύριας και επικουρικής ασφάλισης ( Κλάδος Επικουρικής Ασφάλισης και Κλάδος Αρωγής) και συνυπολογίζεται για τη θεμελίωση δικαιώματος άμεσης λήψης σύνταξης, καθώς και για τον υπολογισμό του ποσού της κύριας σύνταξης, της επικουρικής σύνταξης και της εφάπαξ χορηγίας .

Οι αντιστοιχούσες εισφορές υπολογίζονται, κατά περίπτωση, με βάση τις τακτικές αποδοχές, όπως αυτές διαμορφώνονται, κατά τον τελευταίο μήνα εξόδου του εργαζόμενου . Στις ανωτέρω περιπτώσεις, μετά την αναγνώριση του απαιτούμενου χρόνου ασφάλισης, η θεμελίωση του δικαιώματος άμεσης λήψης σύνταξης, κατά πλάσμα δικαίου, λογίζεται συντελούμενη την επομένη της απόλυσης οι δε παροχές, λόγω συνταξιοδότησης, αρχίζουν έκτοτε να καταβάλλονται " .

Είναι σαφές ότι, οι αμέσως παραπάνω διατάξεις τροποποίησαν (για τους ασφαλισμένους που ενέπιπταν στο πεδίο εφαρμογής τους και υπέβαλαν σχετική αίτηση ), τις προϋποθέσεις συνταξιοδότησης . Από αυτές συνάγεται ακόμη, ότι σκοπός του νόμου ήταν η αναγνώριση πλασματικού χρόνου ασφάλισης για το προσωπικό, που δεν είχε συμπληρώσει τις προϋποθέσεις άμεσης λήψης σύνταξης, ανεξάρτητα από το εάν είχε θεμελιώσει ή όχι συνταξιοδοτικό δικαίωμα .

Αυτό επιβεβαιώνεται από την τελευταία παράγραφο του ίδιου παραπάνω άρθρου, σύμφωνα με την οποία

: " ... 5. Σε περίπτωση που παρά την προσθήκη του αναγνωριζόμενου πλασματικού χρόνου, ο απολυθείς δεν θεμελιώνει δικαίωμα άμεσης λήψης σύνταξης, η γενόμενη απόλυση ανακαλείται και ο απολυθείς επανέρχεται στην υπηρεσία, από την οποία αποχώρησε, λόγω απολύσεως, εντός μηνός από της κοινοποιήσεως σε αυτόν του σχετικού εγγράφου .

Ο χρόνος που ο, κατά τα ανωτέρω, απολυθείς παραμείνει εκτός υπηρεσίας, δεν είναι χρόνος πραγματικής συντάξιμης υπηρεσίας..." . Επομένως, στις διατάξεις του άρθρου 74 του ν. 3371/2005, δεν θα μπορούσαν να υπαχθούν όσοι είχαν ήδη θεμελιώσει αξίωση άμεσης λήψης της σύνταξης και όσοι, ούτε θεμελίωναν συνταξιοδοτικό δικαίωμα, ούτε δικαίωμα άμεσης λήψης σύνταξης, έως το έτος 2012 .

Πρέπει να σημειωθεί ότι, η εθελουσία αποχώρηση προϋποθέτει καταγγελία εκ μέρους του εργοδότη, η οποία αποβλέποντας στην εξυπηρέτηση των επιχειρηματικών και λειτουργικών αναγκών του εργοδότη, αποτελεί γεγονός, που λαμβάνει χώρα " χωρίς υπαιτιότητα " του αποχωρούντος προσωπικού . Επομένως, η καταγγελία της σύμβασης, εκ μέρους της Ο.Τ.Ε.

Α.Ε., θα αρκούσε αφ` εαυτής για τη θεμελίωση άμεσου δικαιώματος λήψης σύνταξης, σε όλες τις περιπτώσεις όπου οι αποχωρούντες είχαν θεμελιώσει δικαίωμα σύνταξης ( 25ετία ή τον τυχόν, μικρότερο προβλεπόμενο χρόνο για ειδικές κατηγορίες αναπήρων, μητέρων ανήλικων τέκνων, κ.λπ. ), πλην, όμως, δεν είχαν συμπληρώσει την αναγκαία ηλικία συνταξιοδότησης ( μέχρι την οποία αναστέλλεται, κατά τις κείμενες διατάξεις η καταβολή της σύνταξης ) .

Για αυτούς, επομένως δεν θα απαιτούνταν η αναγνώριση πλασματικού χρόνου ασφάλισης και έτσι οι εν λόγω αποχωρούντες θα εξαιρούνταν από την εφαρμογή του άρθρου 74 παρ. 1, η εφαρμογή του οποίου προϋποθέτει ότι είναι αναγκαία η αναγνώριση πλασματικού χρόνου για την πλήρωση των προϋποθέσεων " άμεσης λήψης σύνταξης " .

Παράλληλα, η εν λόγω διάταξη, λόγω του εξαιρετικού της χαρακτήρα, δεν θα μπορούσε να εφαρμοστεί ούτε ανάλογα . Επομένως, η χρήση του όρου " άμεση λήψη σύνταξης ", αντί " θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος" δεν ήταν τυχαία, αλλά πρέπει να συσχετισθεί με την αμέσως παραπάνω περίπτωση να έχουν συμπληρωθεί μεν τα αναγκαία συντάξιμα έτη, όχι όμως και το αναγκαίο όριο ηλικίας συνταξιοδότησης .

Να σημειωθεί ότι, εφόσον η καταγγελία της σύμβασης ήταν ανυπαίτια, δεν θα έπρεπε να λαμβάνονται υπόψη τα όρια ηλικίας συνταξιοδότησης για κανένα από τους απολυόμενους υπαλλήλους . Αυτό θα καθιστούσε εντελώς περιττή τη θέσπιση ως ορίου αναγνώρισης πλασματικού χρόνου " του πραγματικού χρόνου υπηρεσίας που προβλέπεται από το Γ.Κ.Π. " ( 35 έτη κατά κανόνα ), αφού τα 35 έτη υπηρεσίας θα περιλαμβάνουν 25 τουλάχιστον έτη πραγματικής συντάξιμης υπηρεσίας .

Επομένως, η θεμελίωση δικαιώματος " άμεσης λήψης σύνταξης ", έχει ως σκοπό όχι (μόνο ) τη θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος, αλλά, κυρίως, τη συμπλήρωση των προϋποθέσεων πραγματικής καταβολής της (Α.Π. 833/2023, Α.Π. 330/2020, Α.Π. 1434/2018 Α.Π. 462/2016 ) .

Εξάλλου, όπως προκύπτει από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 361, 330, 335, 337 και 382 του Α.Κ., η ευθύνη του οφειλέτη, σε περίπτωση αθέτησης των υποχρεώσεών του από ενοχή, διέπεται από την αρχή της υπαιτιότητας, δηλαδή τότε μόνο υπέχει ευθύνη αν βαρύνει αυτόν υπαιτιότητα, δηλαδή δόλος ή αμέλεια, ακόμη και ελαφρά .

Στην περίπτωση αθέτησης συμβατικής υποχρεώσεως, όμως, όπως συνάγεται από τις άνω διατάξεις, το πταίσμα τεκμαίρεται . Γίνεται, δηλαδή, στην περίπτωση αυτή, αντιστροφή του βάρους αποδείξεως και ο οφειλέτης, προκειμένου να απαλλαγεί της ευθύνης του, πρέπει να επικαλεσθεί και αποδείξει ανυπαρξία πταίσματος του ( Α.Π. 506/2018, Α.Π. 1247/2017, Α.Π. 669/2017, Α.Π. 74/2016 ).

Η υπαίτια ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται η σύμβαση, είναι δυνατόν, πέραν της αξίωσης αυτής από τη σύμβαση, να επιστηρίξει και αξίωση από αδικοπραξία, εάν και χωρίς τη συμβατική σχέση διαπραττόμενη, θα ήταν παράνομη, ως αντικείμενη στην επιβαλλόμενη από τη διάταξη του άρθρου 914 του Α.Κ.

γενική δικαϊκή αρχή κατά την οποία, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια υποχρεούται να τον αποζημιώσει Στην περίπτωση αυτή, λόγω συρροής ενδοσυμβατικής και εξωσυμβατικής ευθύνης, η από την αδικοπραξία ευθύνη θα κριθεί κατά τους γενικούς περί αδικοπραξιών όρους . Υπό την έννοια δε αυτή, είναι δυνατή, κατ' αρχήν, η συρροή ενδοσυμβατικής και εξωσυμβατικής από αδικοπραξία ευθύνης, που μπορούν να ασκηθούν και να κριθούν ανεξάρτητα η μία από την άλλη, αλλά η ικανοποίηση της μιας έχει ως αποτέλεσμα την απόσβεση της άλλης ( Α.Π. 93/2013 Α.Π. 1849/2017, Α.Π. 836/2002 ) .

Για τη θεμελίωση, όμως, της πρωτογενούς αδικοπρακτικής ευθύνης, πρέπει ο ενάγων να ισχυριστεί και να αποδείξει εκείνα τα στοιχεία, που αποτελούν τις προϋποθέσεις της αποζημιώσεως και συγκεκριμένα την παράνομη ενέργεια του υποχρέου, την υπαιτιότητα αυτού, την ζημία και τον αιτιώδη σύνδεσμο, μεταξύ της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς και της ζημίας .

Κατά συνέπεια, όταν το πταίσμα που επέφερε την ζημία ταυτίζεται, κατά το πραγματικό αυτού περιεχόμενο, με την παράβαση της σύμβασης και τη δημιουργία του επιζήμιου αποτελέσματος, δεν μπορούν να έχουν εφαρμογή οι διατάξεις περί αδικοπραξίας . Η ουσιώδης διαφορά μεταξύ των δύο ανωτέρω αξιώσεων έγκειται στο ότι, αν η αξίωση θεμελιώνεται στη σύμβαση, ο ενάγων υποχρεώνεται να αποδείξει μόνο την ύπαρξη της σύμβασης και την παράβαση της ενοχικής υποχρεώσεως του οφειλέτη, επί της οποίας στηρίζει το περί αποζημιώσεως αίτημα, εναπόκειται δε στον εναγόμενο οφειλέτη να αποδείξει ότι οι ζημίες δεν οφείλονται σε πταίσμα του, αλλά σε γεγονός για το οποίο δεν υπέχει ευθύνη, ενώ όταν η αξίωση θεμελιώνεται στην αδικοπραξία, ο ενάγων υποχρεούται να αποδείξει και το πταίσμα, δηλαδή την υπαιτιότητα του εναγομένου ( Α.Π. 1667/2009 ) .

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 εδαφ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου .

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού ( Ολ.

Α.Π. 1/2016, Ολ. Α.Π. 2/2013, Ολ. Α.Π. 7/2006 ) . Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών ( ενστάσεων ) των διαδίκων, ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση, κ.λ.π., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ή αν, κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν ( Ολ.

Α.Π. 27/1998 ) . Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται, ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση .

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφήρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.

Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 6/2019, Ολ. Α.Π. 7/2006, Α.Π. 19/2017, Α.Π. 130/2016 ) . Εξάλλου, με τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης .

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος ( άρθρο 106 του ΚΠολΔ ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων ( άρθρο 110 παρ. 2 του ΚΠολΔ ), ως " πράγματα " θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και άρα, ως ουσιώδεις ισχυρισμοί, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης, που περιέχει παράπονο κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης ( Ολ.

Α.Π. 25/2003, Ολ. Α.Π. 3/1997, Ολ. Α.Π. 11/1996, Α.Π. 308/2020, Α.Π. 1446/2019 ), δηλαδή οι ισχυρισμοί, που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης ( Ολ. Α.Π. 2/1989, Α.Π. 1072/2005 ) . Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό, το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση ( Α.Π. 1795/2008 ) .

Επομένως, δεν θεωρούνται " πράγματα ", κατά την προαναφερθείσα έννοια, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, της ανταγωγής ή της ένστασης ούτε οι ισχυρισμοί, που συνιστούν πραγματικά επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, ούτε τα οριζόμενα στο άρθρο 339 του ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα και πολύ περισσότερο η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων ( Α.Π. 237/2019, Α.Π. 598/2019, Α.Π. 261/2016, Α.Π. 87/2013, Α.Π. 1955/2009, Α.Π. 2019/2007 ) έστω και αν διατυπώνονται υπό τη μορφή λόγου έφεσης ( Α.Π. 1566/2017, Α.Π. 87/2013, Α.Π. 701/2008, Α.Π. 625/2008, Α.Π. 558/2008 ), αλλά ούτε και οι εκπρόθεσμοι, αόριστοι ή γενικώς απαράδεκτοι ή αβάσιμοι, κατά νόμο, ισχυρισμοί, ή απλώς αρνητικοί ή διευκρινιστικοί ισχυρισμοί, δηλαδή ισχυρισμοί που δεν καταλήγουν στην επίκληση έννομης συνέπειας, αφού αυτοί δεν ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει ( Ολ.

Α.Π. 8/2013, Ολ. Α.Π. 2/1989, Α.Π. 867/1988, Ολ. Α.Π. 3/1997, Α.Π. 1058/1998, Ολ. Α.Π. 8/2013, Ολ. Α.Π. 14/2004, Α.Π. 179/2019, Α.Π. 76/2016 Α.Π. 139/2014, Α.Π. 1720/2013, Α.Π. 232/2009, Α.Π. 147/2008) . Εξάλλου, εκ του άνω άρθρου, λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται και απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό ( Ολ.

Α.Π. 12/1997, Ολ. Α.Π. 25/2003, Α.Π. 12/1991 Α.Π. 37/2008, Α.Π. 2102/2007, Α.Π. 2068/2007 ), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία, εκ του πράγματος, προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή, ως αποδειχθέντων, γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν ( Α.Π. 85/2020, Α.Π. 667/2018, Α.Π. 76/2016 ), έστω και αν η απόρριψή του δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης ( Ολ.

Α.Π. 11/1996, Α.Π. 1108/2020, Α.Π. 1266/2020, Α.Π. 50/2020, Α.Π. 1437/2017, Α.Π. 771/2017, Α.Π. 1434/2010, Α.Π. 148/2009 ) .

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης . Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α' του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν, στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ( έλλειψη αιτιολογίας ), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία ), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους ( αντιφατική αιτιολογία ) - ( Ολ.

Α.Π. 1/1999 ) . Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας, έτσι, την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης .

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι, κατά νόμο, αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως, όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα ( Ολ.

Α.Π. 15/2006 ) . Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες . Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα, ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες ( Α.Π. 109/2020, Α.Π. 269/2020, Α.Π. 1388/2019, Α.Π. 1266/2017 ) .

Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε . Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία" ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια ( Α.Π. 317/2022, Α.Π. 1388/2019 ) .

Ούτε, εξάλλου, ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα, μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων ( Α.Π. 1266/2017, Α.Π. 1420/2013 ) . Εξάλλου, στην περίπτωση που το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες ισοδύναμες επάλληλες ή επικουρικές αιτιολογίες και με τους λόγους της αναίρεσης πλήττεται η μία μόνο από αυτές, οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης είναι, κατά τις διατάξεις των άρθρων 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ, αλυσιτελείς, αφού οι μη πληττόμενες αιτιολογίες στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό της απόφασης .

Το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση που με τους λόγους της αναίρεσης πλήττονται όλες οι αιτιολογίες, αλλά η προσβολή της μίας από αυτές δεν τελεσφορεί ( Ολ. Α.Π. 25/2003, Ολ. Α.Π. 25/94, Α.Π. 805/2021, Α.Π. 755/2018, Α.Π. 1221/2017, Α.Π. 10/2016 ) .

Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) προκύπτουν τα ακόλουθα : Με την από 12-01-2010 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …/…/2010 αγωγή του, που κατατέθηκε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο αρχικώς ενάγων Ν.

Ν.. Γ., μετά τον επισυμβάντα στις 18-05-2019 θάνατο του οποίου υπεισήλθαν και συνεχίζουν την ανοιγείσα ως άνω δίκη οι νόμιμοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, ήτοι η σύζυγός του Μ. Τ. του Ι., χήρα Ν. Γ. και τα τέκνα του Φ. Ν.. Γ. και Ε. Ν.. Γ., εξέθετε ότι στις 24-6-1976 προσελήφθη από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία " ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε. " ( Ο.Τ.Ε.

Α.Ε. ), με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως υπάλληλος αυτής και, ακολούθως, εντάχθηκε στο τακτικό προσωπικό της και ειδικότερα στον Διοικητικό Κλάδο . Ότι, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 74 Ν. 3371/2005, δόθηκε η δυνατότητα εθελουσίας αποχώρησης του μονίμου προσωπικού της εναγομένης, που θα απελύετο αυτοδικαίως και υποχρεωτικά μέχρι την 31-12-2012 και θα συνταξιοδοτείτο μέχρι την ανωτέρω ημερομηνία από το Τ.Α.Π. - Ο.Τ.Ε., με την αναγνώριση πλασματικού χρόνου ασφάλισης, με σκοπό την θεμελίωση δικαιώματος άμεσης λήψης σύνταξης, η δε απόλυση θα συντελείτο μέχρι την 15-10-2006 .

Ότι ο ίδιος θεμελίωνε, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω διάταξη, σε συνδυασμό με τον Γ.Κ.Π. - Ο.Τ.Ε., δικαίωμα λήψης σύνταξης και ότι, για το λόγο αυτό στις 14-10-2005 υπέβαλε στην εναγομένη αίτηση, με την οποία δήλωνε την ανέκκλητη επιθυμία του να υπαχθεί στο ως άνω πρόγραμμα Εθελουσίας Αποχώρησης του μόνιμου προσωπικού της, πλην, όμως, η αίτησή του δεν έγινε δεκτή από την τελευταία, καίτοι πληρούσε τις νόμιμες προϋποθέσεις .

Ότι, κατόπιν αυτών, άσκησε εις βάρος της την από 18-12-2006 αγωγή του, με την οποία ζήτησε την καταδίκη της σε δήλωση βουλήσεως, με περιεχόμενο την απόλυσή του, σύμφωνα με τις διατάξεις περί εθελουσίας εξόδου, κατά τα προεκτεθέντα . Ότι επί της υπόθεσης αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 1251/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία κατέστη αμετάκλητη και με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή του, σε εκτέλεση δε της εν λόγω απόφασης, απολύθηκε από την εναγομένη στις 26-06-2008, συνταξιοδοτούμενος έκτοτε από το Τ.Α.Π. - Ο.Τ.Ε.

Ότι η εναγομένη όφειλε να τον έχει απολύσει ήδη από την 15-10-2006, κατ' εφαρμογή των διατάξεων περί εθελουσίας εξόδου κατά τα ανωτέρω . Στη συνέχεια εξέθετε ότι, αν η εναγομένη συμμορφωνόταν με τις υποχρεώσεις της, που απέρρεαν από τις διατάξεις του Γ.Κ.Π. - Ο.Τ.Ε. και του Ν. 3371/2005 και τον είχε απολύσει από 15-10-2006, θα ελάμβανε, από το χρονικό αυτό σημείο, μηνιαία σύνταξη, ύψους τριών χιλιάδων διακοσίων τριάντα εννέα ευρώ και τριάντα πέντε λεπτών (3.239,35 ), κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην αγωγή και συνολικά κατά το χρονικό διάστημα από 15-10-2006 έως 26-06-2008, ήτοι επί 23,8 μήνες, συμπεριλαμβανομένων και των επιδομάτων εορτών και αδείας, αν δεν μεσολαβούσε η ανωτέρω παράνομη και υπαίτια παράλειψη των αρμοδίων οργάνων της, το ποσό των εβδομήντα επτά χιλιάδων ενενήντα έξι ευρώ και πενήντα τριών λεπτών ( 77.096,53 ), κατά το οποίο ζημιώθηκε .

Με βάση το ιστορικό αυτό και μετά τον, παραδεκτώς γενόμενο, κατ' άρθρα 223 παρ. 1, 294, 295 παρ. 1 εδ. β' και 297 του ΚΠολΔ, περιορισμό του αρχικά καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής, εν μέρει σε καταψηφιστικό και εν μέρει σε αναγνωριστικό, με σχετική προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και περιέχεται στις έγγραφες προτάσεις του, τις οποίες νομότυπα και εμπρόθεσμα κατέθεσε, κατά την προφορική συζήτηση της αγωγής, ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το ποσό των δέκα εννέα χιλιάδων τετρακοσίων τριάντα έξι ευρώ και δέκα λεπτών (19.436,10 ) και, περαιτέρω, να αναγνωρισθεί ότι οφείλει να του καταβάλει επιπλέον το ποσό των πενήντα επτά χιλιάδων εξακοσίων εξήντα ευρώ και σαράντα τριών λεπτών ( 57.660,43 ), όλα δε τα παραπάνω χρηματικά ποσά ως αποζημίωση για τη ζημία που του προξένησε η συμπεριφορά της στα συνταξιοδοτικά του δικαιώματα, εξαιτίας της άρνησής της να τον απολύσει από 15-10-2006, όπως υποχρεούτο, με το νόμιμο τόκο, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή .

Επί της υπόθεσης αυτής, η οποία συζητήθηκε κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία που ακολουθείται για την επίλυση των εργατικών διαφορών ( άρθρα 663 επομ. του ΚΠολΔ, όπως αυτά ίσχυαν, ενόψει του χρόνου άσκησης της αγωγής, πριν την τροποποίησή τους από το άρθρο 1 - άρθρο τέταρτο του Ν. 4335/2015 - ΦΕΚ Α' 87 / 23.07.2015, ισχύον για την ειδική αυτή διαδικασία από 01.01.2016 κατά το άρθρο 1 - άρθρο ένατο του Ν. 4335/2015 ), το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εξέδοσε τη με αριθμό 671/2012 οριστική απόφασή του, με την οποία, αφού έκρινε νόμιμη την ένδικη αγωγή απέρριψε αυτήν ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, κατά παραδοχή, ως βάσιμης κατ' ουσίαν, της ένστασης κατάχρησης δικαιώματος ( άρθρο 281 του Α.Κ. ), που προέβαλε η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα .

Ακολούθως, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, επιλαμβανόμενο της υπόθεσης, μετά την άσκηση της από 05-07-2012 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …./-2012 έφεσης του ενάγοντος - εκκαλούντος, με την οποία, ειδικότερα, παραπονείτο, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, ώστε να γίνει δεκτή η αγωγή του, εξέδωσε την προσβαλλόμενη με αριθμό 4419/2017 τελεσίδικη απόφασή του, με την οποία δικάζοντας κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ίδια ως άνω ειδική διαδικασία, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση και κατά παραδοχή του μόνου λόγου αυτής, εξαφάνισε στο σύνολό της, κατ' άρθρο 535 παρ. 1 του ΚΠολΔ, την αντιθέτως αποφανθείσα απόφαση του πρωτοδίκως δικάσαντος Δικαστηρίου .

Ακολούθως, κράτησε την υπόθεση και δικάζοντας αυτήν κατ' ουσίαν, δέχθηκε την αγωγή, ως βάσιμη κατ' ουσίαν και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των δέκα εννέα χιλιάδων τετρακοσίων τριάντα έξι ευρώ και δέκα λεπτών ( 19.436,10 ) και περαιτέρω αναγνώρισε την υποχρέωση αυτής να του καταβάλει το ποσό των πενήντα επτά χιλιάδων εξακοσίων εξήντα ευρώ και σαράντα τριών λεπτών (57.660,43 ) και τα παραπάνω χρηματικά ποσά με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την ολοσχερή τους εξόφληση .

Ειδικότερα, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης ( άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ ) προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε μετά από την εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ως προς την ουσία της ένδικης υπόθεσης τα εξής ουσιώδη πραγματικά περιστατικά : " Ο ενάγων προσλήφθηκε από την εναγομένη εταιρία [ ήδη αναιρεσείουσα ] με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου την 24-6-1976 και αφού μονιμοποιήθηκε και εντάχθηκε στο τακτικό προσωπικό της, απασχολήθηκε ως υπάλληλος στον διοικητικό κλάδο, εξελίχθηκε δε βαθμολογικά έως το βαθμό Δ/Α.

Οι εργασιακές σχέσεις του με την εναγομένη, διέπονταν από το Γενικό Κανονισμό Προσωπικού Ο.Τ.Ε. ( Γ.Κ.Π. - Ο.Τ.Ε. ), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 7 του Α.Ν. 301/1968 δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 568Β' /8-9-1969, κυρώθηκε με το άρθρο 54 παρ. 1 του Ν.Δ. 165/1973 και έχει ισχύ νόμου, καθώς και από τις ειδικές Σ.Σ.Ε., που συνάπτονταν μεταξύ της εναγομένης και της Ο.Μ.Ε. - Ο.Τ.Ε .

Με τη διάταξη του άρθρου 74 του Ν. 3371/2005 θεσπίστηκε, όπως προεκτέθηκε, η εθελουσία αποχώρηση, που αφορούσε το μόνιμο προσωπικό της εναγομένης, το οποίο απολυόταν αυτοδίκαια και υποχρεωτικά έως την 31-12-2012, ενώ με την παράγραφο 2 του άρθρου 74 του ως άνω νόμου ορίσθηκε ότι το μόνιμο προσωπικό, που εμπίπτει στις διατάξεις του νόμου και επιθυμεί την υπαγωγή του στο πρόγραμμα της εθελουσίας αποχώρησης πρέπει να υποβάλει έγγραφη αίτηση απόλυσης, η οποία δεν ήταν δεκτική ανάκλησης, εντός προθεσμίας τριών μηνών από την έναρξη ισχύος του ανωτέρω άρθρου και η απόλυση θα συντελείτο εντός προθεσμίας 12 μηνών από τη λήξη της προαναφερομένης προθεσμίας .

Ο ενάγων υπέβαλε την από 14-10-2005 αίτησή του, με την οποία εκδήλωσε την ανέκκλητη επιθυμία του για υπαγωγή του στο πρόγραμμα εθελουσίας αποχώρησης, η οποία όμως δεν έγινε δεκτή από την υπηρεσία της εναγομένης, όπως του γνωστοποιήθηκε με το από …./……/…-2006 έγγραφο της τελευταίας . Για τον λόγο αυτόν, ο ενάγων άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 18-12-2006 και υπ' αριθμ.

κατάθ. …./2006 αγωγή του κατά της εναγομένης, με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί η τελευταία να προβεί σε δήλωση βουλήσεως, με περιεχόμενο την απόλυσή του, σύμφωνα με τις διατάξεις περί της εθελουσίας αποχώρησης, καθώς και να υποχρεωθεί αυτή να του καταβάλει το ποσό των 12.000 ευρώ, ως χρηματική του ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης .

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 1251/2008 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, με την οποία έγιναν δεκτά τα ακόλουθα : α) Ότι η εντός του Ο.Τ.Ε. στρατιωτική υπηρεσία του ενάγοντος δεν μπορεί να συνυπολογισθεί για τη θεμελίωση του συνταξιοδοτικού του δικαιώματος έως το έτος 2012, καθόσον αυτός δεν θα έχει συμπληρώσει έως τότε το 58ο έτος της ηλικίας του ( άρθρο 1 παρ. 1) ότι συνυπολογίζεται όμως χρόνος προϋπηρεσίας του εκτός του Ο.Τ.Ε. 6 μηνών και 4 ημερών ασφάλισης στον κλάδο σύνταξης του Ι.Κ.Α., ως χρόνος ασφάλισης στον Τ.Α.Π. - Ο.Τ.Ε., για τη θεμελίωση του συνταξιοδοτικού του δικαιώματος, ανεξαρτήτως ορίου ηλικίας, κατά τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 2 και 4 του Ν.Δ. 4202/1961 και 2 παρ. 3 Ν. 3029/2002, ώστε με τον συνυπολογισμό αυτού να έχει συμπληρώσει 35 έτη πραγματικής υπηρεσίας έως 31-12-2012 και β) ότι η εναγομένη οφείλει να αποδεχθεί την αίτηση του ενάγοντος και να καταγγείλει τη σύμβαση εξηρτημένης εργασίας του, σύμφωνα με τις διατάξεις της εθελουσίας αποχώρησης (άρθρο 74 Ν. 3371/2005 ), καταδικάστηκε δε η τελευταία σε αντίστοιχη δήλωση βουλήσεως, χωρίς η ως άνω παράλειψή της να συνιστά αδικοπραξία και παράνομη προσβολή της προσωπικότητός του, αλλά απλή παράβαση των ειδικότερων όρων της σύμβασης εξηρτημένης εργασίας του .

Την ως άνω απόφαση αποδέχθηκαν τόσο ο ενάγων, όσο και η εναγομένη, παραιτούμενοι αμφότεροι από το δικαίωμα ασκήσεως ενδίκων μέσων, όπως συνομολογείται, αποδεικνύεται δε από την …./…-2008 έκθεση παραιτήσεως από τα ένδικα μέσα και έτσι η ανωτέρω απόφαση κατέστη αμετάκλητη . Κατόπιν αυτού, η εναγομένη, συμμορφούμενη με το διατακτικό της ως άνω αποφάσεως, κατήγγειλε την εργασιακή σύμβαση του ενάγοντος την 26-6-2008, απονεμήθηκε δε στον τελευταίο σύνταξη λόγω γήρατος από 27-6-2008 .

Από την ανωτέρω 1251/2008 απόφαση, η οποία έχει καταστεί πλέον αμετάκλητη, προκύπτει δεδικασμένο ως προς τα ανωτέρω κριθέντα ουσιαστικά ζητήματα, το οποίο δεσμεύει το Δικαστήριο τούτο, το οποίο οφείλει να εκδώσει απόφαση σύμφωνα με το δεδικασμένο αυτό . Έτσι, μετά την προεκτεθείσα αμετάκλητη απόφαση, ο χρόνος της ανωτέρω δηλώσεως βουλήσεως, εκ μέρους της εναγομένης, σύμφωνα με την απόφαση αυτή, έπρεπε να αναχθεί στον χρόνο που ο ενάγων, υπέβαλε την αίτησή του περί εθελουσίας αποχώρησης και, κατόπιν αντίστοιχου υπολογισμού του χρόνου πληρώσεως των προϋποθέσεων εθελουσίας αποχώρησης έπρεπε να τον απολύσει την 15-10-2006, αφού ενέπιπτε στις διατάξεις του προαναφερομένου Ν. 3371/2005 και συμπλήρωνε το έτος 2012, 35 έτη πραγματικής υπηρεσίας .

Περαιτέρω, η ως άνω 1251/2008 απόφαση έκρινε ότι, η παράλειψη της εναγομένης να απολύσει τον ενάγοντα δεν συνιστά αδικοπραξία, παρά μόνο παράβαση των ειδικότερων όρων της εργασιακής του συμβάσεως, δηλαδή έκρινε μετά δυνάμεως δεδικασμένου, αφού πλέον είχε καταστεί και αμετάκλητη, την ύπαρξη ενδοσυμβατικής ευθύνης της εναγομένης και, σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, που δεσμεύουν το Δικαστήριο τούτο, η εναγομένη ήταν υποχρεωμένη να αποδεχθεί την αίτηση του ενάγοντος και να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας του, σύμφωνα με το άρθρο 74 του Ν. 3371/2005 από την 15-10-2006, η δε σχετική παράλειψή της να προβεί στην ανωτέρω ενέργεια συνιστά παράβαση ενδοσυμβατική των ειδικότερων όρων της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος, όπως αυτές θεσμοθετήθηκαν με το άρθρο 74 του ως άνω νόμου .

Επομένως, υφίσταται υποχρέωση της εναγομένης να αποζημιώσει τον ενάγοντα, όχι όμως με βάση τις διατάξεις περί αδικοπραξιών, καθόσον τούτο προσκρούει στο δεδικασμένο που απορρέει από την 1251/2008 αμετάκλητη απόφαση, με την οποία κρίθηκε ότι η παράλειψη της εναγομένης δεν συνιστά αδικοπραξία και, συνεπώς, η αγωγή κατά το μέρος που επιχειρείται να θεμελιωθεί στις διατάξεις περί αδικοπραξιών, είναι μη νόμιμη, αλλά με βάση την ενδοσυμβατική ευθύνη της ( Α.Κ. 330, 335, 382 ), αφού η ενέργειά της να μην αποδεχθεί την νόμιμη και βάσιμη αίτηση του ενάγοντος για εθελούσια αποχώρηση, συνιστά παράβαση των συμβατικών της υποχρεώσεων από υπαιτιότητα και δη αμέλειά της, καθόσον δεν κατέβαλε την απαιτούμενη στις σχετικές συναλλαγές επιμέλεια, αφού γνώριζε ότι έπρεπε να συνυπολογίσει τον προαναφερόμενο χρόνο της προϋπηρεσίας του ενάγοντος εκτός του Ο.Τ.Ε.

για τη θεμελίωση του συνταξιοδοτικού του δικαιώματος . Ειδικότερα, η εναγομένη υποχρεούται να αποκαταστήσει τη ζημία του, η οποία συνίσταται στο ποσό της σύνταξης που θα ελάμβανε κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων από το Τ.Α.Π. - Ο.Τ.Ε., κατά το διάστημα από 15-10-2006 ( οπότε έπρεπε η εναγομένη να τον απολύσει ) έως 26-6-2008 ( οπότε τελικά τον απέλυσε ) και η οποία ανέρχεται, όπως δεν αμφισβητείται, στο ποσό των 77.096,53 ευρώ ( βασικός μισθός της 17ης μισθολογικής βαθμίδας της Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης ΠΕ, την οποία διήνυε ο ενάγων 1.798,46 ευρώ Χ ποσοστό σύνταξης 80% = 1.438,77 ευρώ + χρονοεπίδομα 84% + επίδομα ανθυγιεινής εργασίας 12% + οικογενειακό επίδομα 20% = 3239,35 ευρώ Χ 23,8 μήνες, συμπεριλαμβανομένων των επιδομάτων εορτών και του επιδόματος αδείας του χρονικού αυτού διαστήματος ) ... " .

Με τον πρώτο λόγο της ένδικης αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, την από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, δέχθηκε ότι αυτή ευθύνεται προς αποζημίωση, λόγω παράβασης συμβατικής υποχρέωσης, χωρίς να λάβει υπόψη της " πράγματα ", που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα να ερευνήσει τους ισχυρισμούς της περί μη συνδρομής των στοιχείων του παρανόμου και της υπαιτιότητας, που προέβαλε παραδεκτώς στο δικαστήριο της ουσίας και ειδικότερα της έλλειψης ευθύνης της, καθόσον ανυπαιτίως αγνοούσε ότι ο ενάγων υπάγεται στις διατάξεις του άρθρου 74 του Ν. 3371/2005 περί εθελουσίας εξόδου, παρά τις προσπάθειές της και την εξάντληση εκ μέρους της κάθε δυνατής ενέργειας, ώστε να διαπιστώσει αν αυτός υπάγεται στις ανωτέρω διατάξεις, επικαλούμενη περαιτέρω ότι απέρριψε την αίτησή του, υιοθετώντας την 10051/26895/1945/15.11.2005 απόφαση του Υπουργού Εργασίας, καθώς και τη σχετική ομόφωνη απόφαση που έλαβε το Διοικητικό Συμβούλιο του Τ.Α.Π. - Ο.Τ.Ε., στην …./24-11-2005 συνεδρίασή του .

Όπως, όμως, προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τους παραπάνω ισχυρισμούς της και τους απέρριψε ως αβάσιμους, θεωρώντας ότι δεσμεύεται, ως προς την έκταση της ευθύνης και τη συνδρομή υπαιτιότητάς της (αναιρεσείουσας), από την τελεσίδικη με αριθμό 1251/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δεχόμενο συνακόλουθα ότι η ενέργεια της αναιρεσείουσας εναγομένης να μην αποδεχθεί τη νόμιμη και βάσιμη αίτηση του αναιρεσιβλήτου-ενάγοντος για εθελουσία αποχώρηση : " ...

συνιστά παράβαση των συμβατικών της υποχρεώσεων από υπαιτιότητα και δη αμέλειά της, καθόσον δεν κατέβαλε την απαιτούμενη στις σχετικές συναλλαγές επιμέλεια, αφού γνώριζε ότι έπρεπε να συνυπολογίσει τον προαναφερόμενο χρόνο υπηρεσίας του ενάγοντος εκτός του Ο.Τ.Ε. για τη θεμελίωση του συνταξιοδοτικού του δικαιώματος " .

Επομένως, ο σχετικός λόγος της αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθμός 8 του ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Εξάλλου με το δεύτερο σκέλος του ίδιου λόγου αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, την από το άρθρο 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ( άρθρο 330 του Α.Κ. ), με την αιτίαση ότι η προσβαλλομένη, αν και η ίδια ( αναιρεσείουσα ) είχε προβάλει παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας τον ισχυρισμό περί ελλείψεως ευθύνης της, δέχθηκε ότι αυτή ευθύνεται προς αποζημίωση, λόγω παράβασης συμβατικής της υποχρέωσης, χωρίς συγχρόνως να δέχεται ότι η παραβίαση αυτή είναι υπαίτια, ώστε να θεμελιώνεται ευθύνη προς αποζημίωση .

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος διότι, όπως προκύπτει από τις παραπάνω παραδοχές της απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε ότι η παράβαση των όρων της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας οφείλεται σε υπαιτιότητα της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας και ειδικότερα σε αμέλεια αυτής . Από τις διατάξεις των άρθρων 298 και 330 του Α.Κ.

προκύπτει ότι η αποζημίωση, την οποία οφείλει ο ζημιώσας άλλον υπαιτίως, περιλαμβάνει τη διαφορά μεταξύ της περιουσιακής κατάστασης του ζημιωθέντος, μετά την επέλευση του ζημιογόνου γεγονότος και εκείνης στην οποία θα τελούσε ο ζημιωθείς αν δεν συνέβαινε αυτό το γεγονός . Όταν δε από το ζημιογόνο γεγονός προκύπτει και ωφέλεια, η οποία τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο προς αυτό, με την έννοια ότι το γεγονός αυτό ήταν πρόσφορο να παραγάγει το όφελος, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων (Α.Κ. 298 ), πραγματική ζημία είναι ό,τι υπολείπεται μετά την αφαίρεση της ωφέλειας .

Σε περίπτωση, επομένως, ωφέλειας από το ζημιογόνο γεγονός επιβάλλεται, (εφόσον υποβληθεί σχετική ένσταση ), για τον προσδιορισμό της ζημίας, ο συνυπολογισμός του οφέλους που προέκυψε, εκτός αν ο υπόχρεος να αποζημιώσει τον ζημιωθέντα δεν ταυτίζεται με τον υπόχρεο να χορηγήσει στον ζημιωθέντα και την ωφέλεια ( πρβλ.

Α.Π. 462/2016 ) . Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 297 και 298 του Α.Κ., σε συνδ.

με τα άρθρα 288 και 281 του Α.Κ., αλλά και του άρθρου 63 παρ. 1 του ν. 2676/1999, σε συνδυασμό με το άρθρο 23 παρ. 2 του Καταστατικού του Ταμείου Ασφάλισης Προσωπικού Ο.Τ.Ε., απέρριψε την προβληθείσα πρωτοδίκως και επαναφερθείσα, με τις νόμιμα κατατεθείσες έγγραφες προτάσεις της, ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, ως εφεσίβλητη, προς απόκρουση της έφεσης του ενάγοντος - εκκαλούντος (άρθρο 527 περ. 1 του ΚΠολΔ ), ένσταση περί συμψηφισμού των υπέρτερων ποσών, που ο τελευταίος εισέπραξε ως μισθούς, την κρίσιμη χρονική περίοδο και της αποζημιώσεως που ζητούσε από την απώλεια των συντάξεών του, ως μη υπάρχουσας μεταξύ τούτων αιτιώδους συνάφειας, κατά τα ειδικότερα στον ερευνώμενο λόγο αναίρεσης περαιτέρω σχετικώς διαλαμβανόμενα .

Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, απέρριψε τη σχετική ένσταση του άρθρου 298 του Α.Κ., με το σκεπτικό ότι δεν υφίσταται αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ κέρδους και ζημίας, διότι ο μεν μισθός καταβάλλεται από την αναιρεσείουσα, σε εκτέλεση έγκυρης σύμβασης εργασίας, η δε σύνταξη από ξένο προς αυτήν νομικό πρόσωπο, δηλαδή το Τ.Α.Π. - Ο.Τ.Ε., ως αποτέλεσμα της καταγγελίας της σύμβασης εκ μέρους της .

Ειδικότερα, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, με τις εκτεθείσες για το ζήτημα αυτό παραδοχές της ότι : "... η ένσταση συνυπολογισμού ζημίας και κέρδους, την οποία υπέβαλε η εναγομένη παραδεκτά ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και επαναφέρει με τις έγγραφες προτάσεις της ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, επίσης παραδεκτά, ως εφεσίβλητη, προς υπεράσπιση κατά της εφέσεως ( ΚΠολΔ 527 περ. 1 ) ισχυριζόμενη ότι ο ενάγων, κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα, εργαζόταν στην επιχείρησή της και ελάμβανε υψηλότερες αποδοχές, σε σχέση με τα αιτούμενα ποσά σύνταξης και ότι, ως εκ τούτου, πρέπει να συμψηφισθεί το ποσό των αποδοχών που " κέρδισε " από την εργασία του, με τα αιτούμενα ποσά της ζημίας του από την απώλεια των συντάξεων, τυγχάνει απορριπτέος .

Εξάλλου, στην ένδικη περίπτωση, το εκ της διατάξεως του άρθρου 298 ΑΚ συστατικό στοιχείο της προαναφερόμενης ενστάσεως, ήτοι της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ ζημίας και κέρδους, δεν υφίσταται, αφού η απονομή σύνταξης στον ενάγοντα γίνεται από τον οικείο ασφαλιστικό του φορέα ( Τ.Α.Π. - Ο.Τ.Ε. ) και όχι από την εναγομένη, η οποία ήταν αυτή που απολάμβανε των υπηρεσιών του καταβάλλοντάς του τον νόμιμο μισθό του, κατά τον ένδικο χρόνο .

Έτσι, αν το επικαλούμενο κέρδος απορρέει από τη σύμβαση, όπως στην προκειμένη περίπτωση, που έχει αυτοτελή σκοπό, αναφορικά με εκείνο της αποζημίωσης, τότε δεν μπορεί να συνυπολογισθεί στη ζημία αφού υπάρχει έλλειψη αιτιώδους συνάφειας και η ένδικη αποζημίωση δεν αποτελεί κέρδος, αλλά ένδικη αξίωση του ήδη αμετάκλητα κριθέντος προδικαστικού ζητήματος της ενδοσυμβατικής ευθύνης της εναγομένης, προερχομένη από την παράλειψη καταγγελίας της συμβάσεως εξηρτημένης εργασίας του, κατά το σύστημα της εθελουσίας αποχώρησης από την υπηρεσία της ...", δεν παραβίασε τις ρηθείσες διατάξεις, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, αφού το κέρδος και η ζημία ( ανεξαρτήτως του ότι την τελευταία υποχρεώνεται να την καταβάλει η αναιρεσείουσα ) προέρχονται από διαφορετικές πηγές και, ως εκ τούτου, ο σχετικός λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος .

Κατά τη διάταξη του άρθρου 281 του Α.Κ., η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος . Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου .

Τούτο συμβαίνει, ιδίως, όταν από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου, έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο και μάλιστα ευλόγως η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του . Μόνη δε η αδράνεια του δικαιούχου ή του δικαιοπαρόχου του για μακρό χρόνο και πάντως μικρότερο από αυτόν της παραγραφής, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μετέπειτα άσκηση του δικαιώματος, ακόμη και όταν δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, επιπλέον, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από τη συμπεριφορά των μερών και σε αιτιώδη μεταξύ τους συνάφεια ευρισκόμενες, με βάση τις οποίες, καθώς και την αδράνεια του δικαιούχου, η μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης, που δημιουργήθηκε, υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και περιστάσεις και διατηρήθηκε για μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 του Α.Κ.

Δεν είναι πάντως απαραίτητο η επιχειρούμενη από το δικαιούχο ανατροπή της διαμορφωμένης αυτής κατάστασης να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες στον οφειλέτη, αλλά αρκεί να έχει και απλώς δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντά του ( Ολ. Α.Π. 10/2012, Ολ. Α.Π. 7/2002, Ολ. Α.Π. 8/2001 ) . Η διάταξη του άρθρου 281 του Α.Κ.

έχει έντονο το χαρακτήρα δημοσίας τάξεως, διότι αποβλέπει στην καταπολέμηση της κακοπιστίας στις συναλλαγές και γενικά κατά την ενάσκηση κάθε δικαιώματος και, συνεπώς, δεν αποκλείεται να εφαρμοσθεί και στην περίπτωση άσκησης δικαιωμάτων που απορρέουν από άλλες, επίσης δημοσίας τάξεως, διατάξεις, όπως είναι οι αξιώσεις των εργαζομένων .

Ειδικότερα, καταχρηστική, κατά την ως άνω διάταξη, άσκηση του δικαιώματος του μισθωτού από την σύμβαση εργασίας συντρέχει και στην περίπτωση αντιφατικής συμπεριφοράς του τελευταίου, ιδίως όταν αυτή συνιστά προσχεδιασμένο τέχνασμα, για την επίτευξη πρόσθετου οικονομικού οφέλους ( Α.Π. 610/2017, Α.Π. 1179/2017, Α.Π. 2137/2009) .

Η διακρίβωση των πράξεων, με τις οποίες ο δικαιούχος άσκησε το δικαίωμά του, στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποτελεί πραγματικό ζήτημα και κρίνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο της ουσίας, η κρίση του όμως αυτή, ότι ορισμένη συμπεριφορά υπερβαίνει και μάλιστα προφανώς τα όρια που θέτουν τα παραπάνω κριτήρια είναι νομική και επομένως, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο .

Ο Άρειος Πάγος, δηλαδή, ελέγχει μόνο αν τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας συνιστούν την προεκτεθείσα νομική έννοια του άρθρου 281 του Α.Κ. ( Ολ. Α.Π. 8/2018, A.Π. 330/2020, Α.Π. 1352/2011, Α.Π. 125/2011) .

Στην προκειμένη υπόθεση, με τον τρίτο και τελευταίο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 1 εδαφ. α'του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια (αληθώς και από τον αριθμό 19, όσον αφορά την επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλομένης, η οποία, όπως στη συνέχεια θα αναφερθεί, επαρκεί για τη στήριξη του διατακτικού της, περί απόρριψης της ένστασης του άρθρου 281 του Α.Κ., ως ουσιαστικά αβάσιμης, κατ' αυτεπάγγελτη υπαγωγή του αναιρετικού αυτού λόγου από τον Άρειο Πάγο, καθόσον στο αναιρετήριο εκτίθενται, κατ' εκτίμηση, όλα τα αναγκαία προς τούτο περιστατικά ), με την αιτίαση ότι, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, απέρριψε τον ισχυρισμό της περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του ενάγοντος .

Ειδικότερα, η εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα, με τις νόμιμα κατατεθείσες έγγραφες προτάσεις της, ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, ως εφεσίβλητη, προς απόκρουση της έφεσης του ενάγοντος - εκκαλούντος (άρθρο 527 περ. 1 του ΚΠολΔ ), επανέφερε τον, και πρωτοδίκως, προβληθέντα ισχυρισμό της ότι η ένδικη αγωγή ασκείται καταχρηστικά και, για τον λόγο αυτό, είναι απορριπτέα, καθόσον η διεκδίκηση από τον ενάγοντα των ποσών των συντάξεων που δεν έλαβε, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, κατά το οποίο ελάμβανε τις προβλεπόμενες από τις οικείες κανονιστικές ρυθμίσεις, υπέρτερες των ποσών των συντάξεων, αποδοχές, αντίκειται στις επιταγές της καλής πίστης ( Α.Κ. 281 και 288 ) .

Και τούτο διότι : α) η ίδια ( αναιρεσείουσα ) και ο ενάγων μετά την έκδοση της με αριθμό 1251/2008 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών παραιτήθηκαν αμφότεροι από το δικαίωμα προσβολής της με ένδικα μέσα, προκειμένου να τελεσιδικήσει η απόφαση αυτή και να καταστεί δυνατή η καταδίκη σε δήλωση βουλήσεως της αναιρεσείουσας ( άρθρο 949 ΚΠολΔ ) και β) ο ενάγων με την από 26-06-2008 σχετική αίτησή του προς την αναιρεσείουσα, ζήτησε να υπαχθεί στις διατάξεις του άρθρου 74 του ν. 3371/2005 και να απολυθεί, δήλωσε δε ότι διατελεί σε πλήρη γνώση ότι, σε περίπτωση που για οποιοδήποτε λόγο το Τ.Α.Π. - Ο.Τ.Ε.

αρνηθεί να του καταβάλει σύνταξη από την ημερομηνία απόλυσής του, θα επανέλθει στον Ο.Τ.Ε., ενώ ο χρόνος της απουσίας του θα θεωρηθεί ως χρόνος άδειας, άνευ αποδοχών και ότι, πέραν τούτου ουδεμία άλλη αξίωση έχει από τον Ο.Τ.Ε., για τον ανωτέρω λόγο . Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης ( άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ ) προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, διέλαβε, σε σχέση με την, περί καταχρηστικής άσκησης του ενδίκου δικαιώματος του ενάγοντος, προβληθείσα ένσταση της εναγομένης, τα ακόλουθα : " Ο ισχυρισμός όμως αυτός της εναγομένης περί καταχρηστικής ασκήσεως του ενδίκου δικαιώματος του ενάγοντος, ο οποίος επιχειρείται να θεμελιωθεί στην διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ., ελέγχεται ως μη νόμιμος γιατί ακόμη και εάν θεωρηθούν αληθινά όσα ανωτέρω εκτίθενται από την εναγομένη, η άσκηση της ένδικης αξιώσεως του ενάγοντος, δεν χωρεί κατά προφανή υπέρβαση των ορίων που θέτουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή ο οικονομικός σκοπός του δικαιώματος καθόσον τα περιστατικά αυτά δεν επαρκούν για τη νομική θεμελίωση του άρθρου 281 Α.Κ." ενώ με επάλληλη αιτιολογία, που στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της, δέχθηκε ότι : " η δήλωσή του δε " ουδεμία άλλη αξίωση έχω από τον Ο.Τ.Ε.

για τον ανωτέρω λόγο ", αφορά την περίπτωση κατά την οποία μετά την απόλυσή του από την εναγομένη το Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ. (στο οποίο εντάχθηκε ο Κλάδος Σύνταξης του Τ.Α.Π. - Ο.Τ.Ε. ) αρνηθεί να του χορηγήσει σύνταξη, οπότε για τον λόγο αυτόν, δηλαδή της τυχόν μη συνταξιοδοτήσεώς του, δηλώνει ότι δεν διατηρεί αξιώσεις κατά της εναγομένης και δεν αφορά, επομένως, η δήλωσή του αυτή στην ασκουμένη με την ένδικη αγωγή αξίωσή του ... " .

Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 1 εδαφ. α' και αριθμός 19 του ΚΠολΔ, καθώς παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 281 και 288 του Α.Κ., μολονότι τα πραγματικά περιστατικά που τις συγκροτούν πληρούν τις προϋποθέσεις των ως άνω άρθρων, έτι δε περαιτέρω και εκ πλαγίου παραβίασε τις διατάξεις αυτές .

Ειδικότερα, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο, όπως παραπάνω αναφέρθηκε, απέρριψε το μεν ως μη νόμιμη, το δε, με επάλληλη αιτιολογία, ως ουσιαστικά αβάσιμη, την ως άνω, νομίμως προταθείσα πρωτοδίκως, ένσταση της εναγομένης - εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσείουσας, δεν αιτιολογεί για ποιο λόγο κατέληξε στο συμπέρασμα αυτό, ιδίως ενόψει της μη παραθέσεως όλων εκείνων των πραγματικών περιστατικών, που ετέθησαν υπόψη του με τις προτάσεις της και κατέληξε τελικά στην κρίση ότι, στην προκειμένη περίπτωση, η άσκηση του αγωγικού δικαιώματος του ενάγοντος με την ένδικη αγωγή συνιστά νόμιμη ενάσκηση δικαιώματος, η οποία δεν υπερβαίνει προφανώς τα αντικειμενικά όρια της καλής πίστης ή των χρηστών ηθών ή του κοινωνικού ή οικονομικού σκοπού του δικαιώματος, που θέτει η διάταξη του άρθρου 281 του Α.Κ.

Συγκεκριμένα, από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της παρούσας αναιρετικής δίκης και ιδίως της ένδικης έφεσης του ενάγοντος - εκκαλούντος κατά της πρωτόδικης με αριθμό 724/2012 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών προκύπτει ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά την διατύπωση του δικανικού συλλογισμού του, επί του ανωτέρω ζητήματος και συγκεκριμένα στην ελάσσονα πρόταση αυτού, δεν αξιολογεί τους ισχυρισμούς της, σχετικά με τη συμπεριφορά του ενάγοντος και τις ενέργειες αυτού, οι οποίες προκάλεσαν τη συνδρομή ειδικών συνθηκών και περιστάσεων, ευρισκόμενες σε αιτιώδη μεταξύ τους συνάφεια και τις οποίες εάν το Εφετείο ελάμβανε υπόψη και αξιολογούσε ενδεχομένως, να κατέληγε σε διαφορετική κρίση και αντίθετο συμπέρασμα.

Ειδικότερα, κατά τη διακρίβωση των πράξεων, όπως αυτές εκτίθενται στη νομίμως προταθείσα ένσταση, υπό τις οποίες στην προκείμενη περίπτωση ο ενάγων άσκησε το επίδικο δικαίωμά του, δεν αιτιολογείται επαρκώς για ποιο λόγο αυτός, μολονότι μετά την έκδοση της με αριθμό 1251/2008 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατόπιν συμφωνίας με την εναγομένη, με κοινή δήλωσή (παραίτηση αμφοτέρων των διαδίκων πλευρών ) παραιτήθηκε στις 26-06-2008 από το δικαίωμα προσβολής της με ένδικα μέσα, προκειμένου να τελεσιδικήσει αυτή και αυθημερόν προέβη στη υποβολή προς την εναγομένη αναιρεσείουσα της από 26-06-2008 αίτησής του, με το προαναφερόμενο περιεχόμενο, άσκησε τελικά την ένδικη αγωγή και γιατί η ενέργειά του αυτή, σε συνδυασμό με τη συνδρομή των ειδικών συνθηκών και περιστάσεων που διαμορφώθηκαν στη συγκεκριμένη περίπτωση και οι οποίες ρητά διαλαμβάνονται στην προταθείσα νομίμως ένσταση, δεν επαρκούν για τη νομική θεμελίωση, των οριζομένων από τη διάταξη του άρθρου 281 του Α.Κ.

Πλέον τούτων, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ουδόλως διευκρινίζει από ποιο στοιχείο συνάγει το συμπέρασμα ότι η ανωτέρω δήλωση του ενάγοντος ότι : " .... πέραν αυτού ουδεμία άλλη αξίωση έχω από τον Ο.Τ.Ε. για τον ανωτέρω λόγο ", αφορά μόνον την περίπτωση κατά την οποία μετά την απόλυσή του από την εναγομένη το Τ.Α.Π. - Ο.Τ.Ε.

αρνηθεί να του χορηγήσει σύνταξη, δηλαδή μόνον στην περίπτωση άρνησης συνταξιοδότησής του και ότι η δήλωσή του αυτή δεν αφορά τυχόν αξιώσεις του για προγενέστερο χρόνο . Τέλος, η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την ως άνω ένσταση της εναγομένης περί καταχρηστικής άσκησης του ενδίκου δικαιώματος του ενάγοντος, χωρίς καμία αιτιολογία και όσον αφορά τους ισχυρισμούς της ότι αυτός δεν ήταν δυνατόν κατά τον νόμο να λαμβάνει, για το ίδιο χρονικό διάστημα, αποδοχές για την παρεχόμενη εργασία του και ταυτόχρονα και σύνταξη, ιδίως ενόψει της διάταξης του άρθρου 63 παρ. 1 του Ν. 2676/1999 και του άρθρου 23 παρ. 2 του Καταστατικού Τ.Α.Π. - Ο.Τ.Ε.

Επομένως, ο ερευνώμενος αναιρετικός λόγος, από τους αριθμούς 1 εδαφ. α' και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι βάσιμος .

Με τη διάταξη του αριθμού 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. του ίδιου Κώδικα, εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό.

Ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε, ως προς το έγγραφο, σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου ( σφάλμα ανάγνωσης ), με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά, προδήλως διαφορετικά, από εκείνα που πράγματι το έγγραφο αυτό περιελάμβανε, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό .

Στην τελευταία περίπτωση, πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα, του αναιρετικού ελέγχου ( Α.Π. 828/2010 ) . Παραμόρφωση εγγράφου κατά την έννοια του παραπάνω αναιρετικού λόγου συνιστά και η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης ( Α.Π. 922/2018, Α.Π. 1195/2018, Α.Π. 1276/2017, Α.Π. 1219/2014, Α.Π. 355/2012, Α.Π. 1440/2002 ) .

Για να θεμελιωθεί, όμως, ο λόγος αυτός, δεν αρκεί μόνο η εσφαλμένη ανάγνωση του εγγράφου, αλλά απαιτείται, επιπλέον, το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα επί του ουσιώδους ισχυρισμού, προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε, αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο, το έγγραφο αυτό το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει με άλλα αποδεικτικά έγγραφα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα, στο οποίο κατέληξε, για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος ( Ολ.

Α.Π. 2/2008, Α.Π. 696/2019 ) . Κατά την έννοια της άνω διάταξης, ως έγγραφα, η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων ιδρύει λόγο αναίρεσης, θεωρούνται τα, από τις διατάξεις των άρθρων 339 και 432 επ. του ΚΠολΔ, προβλεπόμενα αποδεικτικά έγγραφα . Για να είναι δε ορισμένος και, συνεπώς, παραδεκτός ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναγράφονται στο αναιρετήριο :

α) το έγγραφο που παραμορφώθηκε, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά του, β) το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου ( κατά λέξη παρατιθέμενο ), γ) το διαφορετικό περιεχόμενο που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι έχει το έγγραφο αυτό, ούτως, ώστε, από τη σύγκριση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, με εκείνο που φέρεται να δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, να υπάρχει η δυνατότητα κρίσης από τον Άρειο Πάγο, περί της ύπαρξης διαγνωστικού σφάλματος, κατά την ανάγνωση του εγγράφου δ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο ( Α.Π. 194/2005 ), ε) η επιρροή που είχε η λανθασμένη ανάγνωση του εγγράφου στο διατακτικό της απόφασης, δηλαδή το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο, εξαιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου και στ) να εκτίθεται ( ή να προκύπτει ) ότι πρόκειται για έγγραφο από εκείνα που προβλέπονται στα άρθρα 339 ή 432 του ΚΠολΔ (Α.Π. 1573/2006 ) και, επιπλέον, ότι του εγγράφου αυτού έγινε νόμιμη επίκληση στο δικαστήριο της ουσίας, όπου αυτό προσκομίσθηκε ( Α.Π. 1311/2018, Α.Π. 1875/2006 ) .

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον ίδιο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, την από το άρθρο 559 αριθμός 20 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 26-06-2008 αίτησης του ενάγοντος προς αυτήν, με το να δεχθεί ότι η περιεχόμενη στο άνω έγγραφο δήλωσή του ότι ουδεμία αξίωση διατηρεί κατ' αυτής, δεν αφορά και την ασκούμενη με την ένδικη αγωγή αξίωσή του, ενώ από την απλή ανάγνωση της αίτησης προκύπτει ότι διαβεβαίωσε αυτήν ότι : " .... πέραν αυτού ουδεμία άλλη αξίωση έχω από τον Ο.Τ.Ε., για τον ανωτέρω λόγο " και, ως εκ τούτου, καθίσταται προφανές ότι η δήλωση αυτή του ενάγοντος περιλαμβάνει και την ένδικη αξίωση. Ωστόσο, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, για τις ανάγκες ελέγχου του ως άνω αναιρετικού λόγου, προκύπτει ότι το Εφετείο, σχετικά με την επάλληλη αιτιολογία της απόρριψης της ένστασης του άρθρου 281 του Α.Κ., ως αβάσιμης κατ' ουσίαν, δέχθηκε το περιεχόμενο της από 26-6-2008 αίτησης απόλυσης, κατά το και από την αναιρεσείουσα επικαλούμενο περιεχόμενό της . Επομένως, η τυχόν εσφαλμένη αξιολόγηση του περιεχομένου της, δεν συνιστά διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου (σφάλμα ανάγνωσης) ώστε να στοιχειοθετείται ο, από τον αριθμό 20 του αριθ. 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης .

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια, για παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 281 και 288 του Α.Κ., καθώς και των άρθρων 63 παρ. 1 του Ν. 2676/1999 και του 23 παρ. 2 του Καταστατικού Τ.Α.Π. - Ο.Τ.Ε. πρέπει να γίνει δεκτός και ως ουσιαστικά βάσιμος . Επομένως, κατά παραδοχή του προαναφερομένου αναιρετικού λόγου, ως βάσιμου κατ' ουσίαν, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, η οποία χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση, κατά το ουσιαστικό μέρος της, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο (Μονομελές Εφετείο Αθηνών ), που εξέδωσε την απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλο Δικαστή από αυτόν που δίκασε προηγουμένως την υπόθεση ( άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, η ισχύς του οποίου άρχισε από την 01/01/2016, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 4 του ν. 4335/2015 ). Τέλος, τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων, πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολό τους, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 179 εδαφ. τελ. του ΚΠολΔ, διότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν, ήταν ιδιαίτερα δυσχερής, κατά τα διαλαμβανόμενα ειδικότερα στο διατακτικό της απόφασης .

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί τη με αριθμό 4419/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών .

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από Δικαστή άλλον από εκείνον που δίκασε προηγουμένως την υπόθεση .

Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων .

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Μαΐου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ