Legislator Case Law & Legislation
598/2020 AI generated

Supreme Court annuls lower court ruling on public employee benefits, remanding case for retrial.

Case Number 598/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court annulled the second-instance judgment regarding the deceased employee P.K. and remanded the case for retrial. The lower court incorrectly ruled that a specific monthly allowance constituted a direct salary increase for all public servants. The court clarified that such benefits are discretionary and not mandatory upon inclusion in the unified salary scale, violating the principle of equality. Consequently, the appeal was granted in part, while the procedural outcome for other parties remained unchanged.

Legislator headnote

AI generated

Articles 14 of Law 3016/2002; Article 24 of Law 3205/2003; Article 2 of Law 3336/2005: A specific monthly allowance granted to public employees is not a direct salary increase applicable to all; its extension depends on the administration's discretionary power and budgetary assessment, and granting it to one category does not violate the principle of equality by denying it to another.

Keywords

AI generated
public employee benefits unified salary scale principle of equality discretionary administrative power annulment of judgment remand for retrial state budget constraints

Cited Legislation

AI generated
Article 14 of Law 3016/2002
Article 24, paragraph 2 of Law 3205/2003
Article 2, paragraph 3 of Law 3336/2005
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 598 / 2020 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 598/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Καρυστηναίου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 5η Φεβρουαρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, και παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Αφροδίτης Καρούκη (με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. Κ. του Β. Κ., συζύγου του και Π. Κ. του Α.-Ο. Τ., 2) Α. Κ. θυγατέρα του Π. Κ. (του Αμπτελ-Ουαχάμπ Τάχα- αρχικώς αναιρεσίβλητου και ήδη αποβιώσαντος), 3) Β. Κ. του Π. Κ. (του Α.-Ο. Τ., και ) κατοίκων Αθηνών, οι οποίοι υπεισέρχονται ως νόμιμοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι στη θέση του αποβιώσαντος-αρχικώς αναιρεσίβλητου Π. Κ. του Α.-Ο. Τ. και εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Βασιλείου ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-6-2009 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και άλλων (73) φυσικών προσώπων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1616/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 3181/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 12-10-2015 αίτησή του.

Εκδόθηκε η 510/2016 απόφαση του Αρείου Πάγου με την αναιρεί και παραπέμπει για εκ νέου συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο την υπόθεση για τους λοιπούς αναιρεσίβλητους και κήρυξε απαράδεκτη την συζήτηση της υπόθεσης ως προς τον αναιρεσίβλητο Π. Κ.. Την υπόθεση επανέφεραν για συζήτηση με την από 5-9-2018 κλήση τους οι νόμιμοι εξ αδιαθέτου κληρονόμου του αποβιώσαντος ως άνω αναιρεσίβλητου.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αρετή Παπαδιά, ανέγνωσε την από 1-3-2016 έκθεσή του κωλυομένου να συμμετάσχει στην σύνθεση Αρεοπαγίτη Γεώργιου Αναστασάκου, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο τρίτος και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 62, 73, 286 επ. και 313 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν κάποιος διάδικος αποβιώσει κατά την διάρκεια της δίκης και μέχρι το τέλος της προφορικής συζητήσεως μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση και εφόσον τηρηθούν οι νόμιμες διατυπώσεις, μεταξύ των οποίων είναι και εκείνη της γνωστοποιήσεως του θανάτου στον αντίδικο του αποβιώσαντος, επέρχεται διακοπή της δίκης και όλες οι διαδικαστικές πράξεις που επιχειρούνται μέχρι την νόμιμη επανάληψη της διαδικασίας λογίζονται άκυρες.

Αν δεν γίνει η γνωστοποίηση του θανάτου δεν επέρχεται διακοπή της δίκης η δε απόφαση που εκδίδεται είναι υποστατή και μπορεί να προσβληθεί με το ένδικο μέσο της αναιρέσεως. Σε περίπτωση που ο διάδικος αποβιώσει μετά το πέρας της προφορικής συζητήσεως μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση ή πολύ περισσότερο μετά την έκδοση της τελευταίας, όταν δηλαδή δεν υφίσταται πλέον εκκρεμής δικαστικός αγών, δεν υπάρχει στάδιο εφαρμογής των διατάξεων περί διακοπής της δίκης.

Σε κάθε περίπτωση τα ένδικα μέσα που ασκούνται κατά της οριστικής αποφάσεως, άρα και η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απευθύνονται, σύμφωνα με το άρθρο 558 Κ.Πολ.Δ. κατά των καθολικών διαδόχων (κληρονόμων) του αποβιώσαντος, απευθυνόμενα δε κατ' αυτού είναι άκυρα, υπό την προϋπόθεση ότι ο αναιρεσείων διάδικος είχε λάβει γνώση του θανάτου του αντιδίκου του με οποιονδήποτε τρόπο, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και να απευθύνει κατ' αυτών την αναίρεση.

Επομένως, η αναίρεση που απευθύνεται κατά αποβιώσαντος, χωρίς όμως να γνωρίζει τον θάνατο ο αναιρεσείων, δεν είναι άκυρη και η συζήτηση της χωρεί νομίμως με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, εάν αυτοί εμφανίζονται κατά την συζήτηση με την ιδιότητα αυτήν, στην θέση του αποβιώσαντος αναιρεσιβλήτου και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς (Ολ.

ΑΠ 27/1987, ΑΠ 1493/1998). Στη προκειμένη περίπτωση φέρεται προς συζήτηση η από 12-10-2015 αίτηση αναιρέσεως του Ελληνικού Δημοσίου κατά της 3181/2015 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών με την από 5-9-2018 κλήση των Π. Κ. σύζ του αρχικώς τρίτου των αναιρεσιβλήτων Π. Κ., Α. Κ. του Π. και Β. Κ. του Π., τέκνων του ανωτέρω αρχικώς αναιρεσιβλήτου που αποβίωσε τη 10η/5/2014,ως νομίμων εξ αδιαθέτου κληρονόμων του.

Επί της αιτήσεως αυτής, εκδόθηκε η 510/2016 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση αυτής κατά του ανωτέρω τρίτου αναιρεσιβλήτου Π. Κ., χωρίσθηκε η υπόθεση ως προς τους λοιπούς αναιρεσίβλητους, απλούς ομοδίκους αυτού, προχώρησε η συζήτηση της αιτήσεως ως προς αυτούς και έγινε δεκτός ο τρίτος λόγος αυτής ,από τον αρ.1 του άρθρου 559ΚΠολΔ.

Περαιτέρω, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης προκύπτει ότι ο θάνατος του πιο πάνω αναιρεσιβλήτου έλαβε χώρα την 10η/5/2014( βλ.από 15-2-2016 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου ..., νομού ...) πριν τη συζήτηση της υπόθεσης στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, την 18-11-2014, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση 3181/2015, χωρίς να γίνει στη δίκη αυτή γνωστοποίηση του θανάτου του.

Από κανένα, όμως αποδεικτικό μέσο δεν προκύπτει ότι το αναιρεσείον, κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, γνώριζε το θάνατο αυτού, οι δε πλησιέστεροι συγγενείς του, εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του(βλ.3596/17-6-2014 πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών του Δήμου ...), ιδιότητα που δεν αμφισβητείται από το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, παρίστανται νομίμως στη θέση του και δηλώνουν ότι συνεχίζουν τη δίκη.

Επομένως, η αίτηση αυτή είναι έγκυρη κατά το μέρος της που στρέφεται κατά προσώπου που είχε αποβιώσει πριν την άσκησή της και νομίμως χωρεί η συζήτηση επ' αυτής.

2. Κατά το άρθρο 94 παρ. 1 του Συντάγματος η εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας ανήκει στα υφιστάμενα τακτικά διοικητικά δικαστήρια, κατά δε την παρ. 3 του ίδιου άρθρου στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται όλες οι ιδιωτικές διαφορές. Σε εφαρμογή των συνταγματικών αυτών ορισμών, σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 9 του ν. 1406/1983, όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας υπάγονται από 11.6.1985 στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, ενώ κατά το άρθρο 1 του ΚΠολΔ οι διαφορές του ιδιωτικού δικαίου ανήκουν στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων.

Κατά το άρθρο 1 παρ.2 εδ. θ' του Ν. 1406/1983 σης διοικητικές διαφορές ουσίας που υπάγονται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων περιλαμβάνονται ιδίως αυτές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας που αφορά, εκτός των άλλων, και στις κάθε είδους αποδοχές του προσωπικού εν γένει του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των Ν.Π.Δ.Δ.

οι οποίες ρυθμίζονται από διατάξεις κανονιστικού περιεχομένου. Ως "αποδοχές", κατά τη διάταξη αυτή, νοούνται οι αποδοχές του προσωπικού που συνδέεται με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ ή τα Ν.Π.Δ.Δ. με σχέση δημόσιου δικαίου. Απ' αυτό γίνεται φανερό ότι οι διαφορές που αφορούν τις αποδοχές των μισθωτών που συνδέονται με το Δημόσιο με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (ΑΕΔ 11/1992, ΑΠ22/2016, ΑΠ533/2018).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ.4 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Στην προκειμένη περίπτωση, ο ενάγων και ήδη αρχικώς αναιρεσίβλητος Π. Κ. με την αγωγή του, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ισχυρίσθηκε ότι προσλήφθηκε από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο κατά το έτος 1992 και ότι απασχολήθηκε έκτοτε σε αυτό συνεχώς και αδιαλείπτως μέχρι την άσκηση της αγωγής ως καθαριστής σχολείων της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης αρχικά με συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, που το εναγόμενο κατά καταστρατήγηση του νόμου και καταχρηστικά χαρακτήριζε ως "μισθώσεις έργου", αν και υπέκρυπταν εξαρτημένη εργασία και μάλιστα αορίστου χρόνου, αφού κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες αυτού, ότι με αποφάσεις του ΑΣΕΠ κρίθηκε ότι συνέτρεχαν στο πρόσωπο αυτού οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 11 του Π.Δ/τος 164/2004 και ότι στη συνέχεια από τον Ιανουάριο του 2007 με απόφαση των αρμοδίων οργάνων του εναγομένου τοποθετήθηκε σε οργανική θέση με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και εντάχθηκε αρχικά στο εισαγωγικό (18ο ) μισθολογικό κλιμάκιο, κατ` εφαρμογή των διατάξεων του Ν. 3205/2003.

Ζήτησε δε, να υποχρεωθεί το εναγόμενο να του καταβάλει τα σ' αυτή ποσά με το νόμιμο τόκο, ως οφειλόμενες για τα έτη 2000 έως 2008 διαφορές αποδοχών συγκριτικά με τις νόμιμες αποδοχές εργαζομένων της αντίστοιχης ειδικότητας, συνυπολογιζομένου για το διάστημα μετά την κατάταξή του με συμβάση εργασίας αορίστου χρόνου και του χρόνου εργασίας που απασχολήθηκε με συμβάσεις που χαρακτηρίζονταν ως μισθώσεις έργου, όπως οι αποδοχές αυτές καθορίζονται με τους Ν. 2470/1997 και 3205/2003, οι διατάξεις των οποίων έχουν επεκταθεί και στο με σχέση εργασίας αορίστου χρόνου απασχολούμενο από το εναγόμενο προσωπικό .

Συνεπώς, η υπό κρίση διαφορά κατά τα ρηθέντα στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη είναι ιδιωτικού δικαίου και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, που με την προσβαλλόμενη απόφαση, απέρριψε ως αβάσιμη την προβληθείσα εκ μέρους του ήδη αναιρεσείοντος ένσταση ελλείψεως δικαιοδοσίας, δίκασε την αγωγή και επιδίκασε στον ενάγοντα - αναιρεσίβλητο διαφορές αποδοχών, δεν έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατ' ορθή υπαγωγή από το άρθρο 559 αρ. 4 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

3. Με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως κατά το πρώτο μέρος του, το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι με το να δεχθεί ότι ο ενάγων και ήδη αρχικώς αναιρεσίβλητος Π. Κ. δικαιούνταν και για το διάστημα πριν την κατάταξη αυτού σε οργανική θέση τις αντίστοιχες αποδοχές που καθορίζονταν κάθε φορά με το μισθολόγιο του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης, του οποίου οι κρίσιμες ρυθμίσεις επεκτάθηκαν και στο με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου προσωπικό του αναιρεσείοντος, κατ` εφαρμογή του άρθρου 1 παρ.4 εδ.

β του Ν. 3320/2005, για το λόγο ότι οι συμβάσεις μίσθωσης έργου αυτού, που κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης καταρτίσθηκαν σε χρόνο πριν την έναρξη της ισχύος των παρ. 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, έφεραν τον χαρακτήρα ενιαίας συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, αφού αυτός κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες καθαριότητας των σχολείων, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 1, 3, 4, 5 και 8 του Ν.993/1979, 9 παρ.6 του Ν. 1256/1982, 21 του Ν. 2190/1994, 6 παρ.1 του Ν. 2527/1997, 103 παρ.2, 3, 7 και 8 του Συντάγματος, εκ των οποίων οι δύο τελευταίες προστέθηκαν μετά την συνταγματική αναθεώρηση του έτους 2001.

Και τούτο διότι οι ως άνω νομοθετικές ρυθμίσεις, κατά το σχετικό αναιρετικό λόγο, αποκλείουν, ακόμη και για τον πριν την πιο πάνω αναθεώρηση του Συντάγματος χρόνο, τη μετατροπή των συμβάσεων μίσθωσης έργου σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, έστω και εάν με αυτές καλύπτονταν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες του δημόσιου φορέα της απασχόλησης, με συνέπεια στις συμβάσεις αυτές να μην μπορεί να τύχει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 8 παρ.3 του Ν.2112/1920, λαμβανομένου υπόψη ότι με την παρ. 5 του άρθρου 113 του Ν. 1892/1990 προβλέπεται ο καθαρισμός των σχολείων της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης να γίνεται από καθαριστές που εκτελούν το έργο αυτό με συμβάσεις μίσθωσης έργου, οι οποίες συνάπτονται μεταξύ του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων και καθεμιάς από αυτές και καλύπτει ένα δικαστικό έτος, έναντι αμοιβής ανά αίθουσα, το ετήσιο ύψος της οποίας καθορίζεται με κοινή υπουργική απόφαση.

Ο λόγος αυτός είναι αλυσιτελής και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, εφόσον η αγωγή του αναιρεσιβλήτου έγινε κατά ένα μέρος δεκτή κατ` εφαρμογή του άρθρου 1 παρ. 4 εδ. β του Ν. 3320/2005 σε συνδυασμό με τις διατάξεις του Ν. 3205/2003, συνεπεία της κατάταξης αυτού σε οργανική θέση με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου κατ` εφαρμογή του άρθρου 11 του Π.

Δ/τος 164/2004 και τήρησης της προβλεπομένης από αυτό διαδικασίας και κατά συνέπεια είναι χωρίς έννομη επιρροή, εάν ο χαρακτηρισμός από το δικαστήριο της ουσίας των συμβάσεων του αρχικού αναιρεσιβλήτου ως συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου έλαβε χώρα κατά παράβαση των επικαλουμένων από το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο συνταγματικών και λοιπών νομοθετικών ρυθμίσεων (σχετ.

ΟλΑΠ 16/2017).

4. Σύμφωνα με τις διατάξεις του Π.Δ/τος 164/2004 "Ρυθμίσεις για τους εργαζομένους με συμβάσεις ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα", (ΦΕΚ Α 134) που άρχισε να ισχύει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης την 19-7-2004 και αφορά τους εργαζομένους στο δημόσιο τομέα με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ή συμβάσεις έργου ή άλλες συμβάσεις ή σχέσεις που υποκρύπτουν σχέση εξάρτησης εργασίας (άρθ. 1 παρ. 1 αυτού), του οποίου σημειωτέον οι ρυθμίσεις κρίθηκαν συμβατές με τις ρυθμίσεις της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, που αποσκοπεί κατά το άρθρο 1 σημείο 2 αυτής στην αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου εξειδικεύθηκαν οι συνθήκες με τις οποίες οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ή συμβάσεις έργου ή άλλες συμβάσεις ή σχέσεις που υποκρύπτουν σχέση εξάρτησης εργασίας θεωρούνται διαδοχικές και χαρακτηρίζονται ως συμβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόvoυ, προς επίτευξη του ανωτέρω σκοπού της Οδηγίας.

Ειδικότερα, με τα άρθρα 5 και 6 του ως άνω Π.Δ/τος, απαγορεύθηκε, καταρχήν, η κατάρτιση διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, η οποία επιτρέπεται κατ` εξαίρεση στις αναφερόμενες εκεί περιπτώσεις και υπό τις στο άρθρο αυτό αναγραφόμενες προϋποθέσεις και προβλέφθηκε η ανωτέρα χρονική διάρκεια των συμβάσεων αυτών, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τους εικοσιτέσσερις (24) μήνες, με την επιφύλαξη των εκεί εξαιρέσεων.

Με το άρθρο 7 του ιδίου Διατάγματος ορίσθηκε ότι συμβάσεις που καταρτίζονται κατά παράβαση των πιο πάνω ρυθμίσεων είναι απολύτως άκυρες, πλην όμως ο απασχοληθείς κατά παράβαση αυτών μισθωτός δικαιούται να λάβει τα οφειλόμενα βάσει αυτών χρηματικά ποσά, καθώς και ως αποζημίωση το ποσό που θα ελάμβανε ο αντίστοιχος εργαζόμενος με σύμβαση αορίστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασής του.

Ενόψει όμως του γεγονότος, ότι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ή έργου ορισμένου χρόνου που συνάπτονταν με το Δημόσιο, κατά παράβαση του Ν. 2190/1994, του Π.Δ/τος 410/1988 και του άρθρου 6 του Ν. 2527/1997 δεν μπορούσαν σε κάθε περίπτωση, να μετατραπούν σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, υπό το κράτος της ισχύος του άρθ. 103 του Συντάγματος μετά την αναθεώρηση του έτους 2001 (ΦΕΚ Α` 85/18-4-2001), οπότε προστέθηκαν οι περί τούτου παράγραφοι 7 και 8, έχοντας υποχρεωτικά, κατά τις ως άνω συνταγματικές και άλλες διατάξεις, καταρτισθεί ως συμβάσεις ορισμένου χρόνου (ΟλΑΠ 7/2011, ΟλΑΠ 19/2007), και του γεγονότος ότι το ως άνω ΠΔ 164/2004 άρχισε να ισχύει από 19 Ιουλίου 2004, ήτοι μετά το πέρας της περιόδου προσαρμογής της εσωτερικής νομοθεσίας προς τις ρυθμίσεις της άνω Οδηγίας 1999/70 (10 Ιουλίου 2002), περιελήφθησαν σε αυτό, ως μεταβατικές διατάξεις, ρυθμίσεις, οι οποίες εξασφαλίζουν την επιβαλλομένη προσαρμογή στην παραπάνω Οδηγία και για τον ενδιάμεσο χρόνο και προβλέπουν την κατ` εξαίρεση και υπό τις εκεί προϋποθέσεις μετατροπή του ήδη απασχολουμένου με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου.

Ειδικότερα, με τη διάταξη του άρθρου 11 του ως άνω Π. Δ/τος, η οποία ως εκ του μεταβατικού της χαρακτήρα τακτοποίησης εκκρεμών εργασιακών σχέσεων του Δημοσίου και φορέων του δημοσίου τομέα κρίθηκε συνταγματικά ανεκτή (ΟλΑΠ 16/2017), ορίσθηκε στην παρ.1 ότι διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον 24 μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης 18 μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα 24 μηνών από την αρχική σύμβαση, (β) ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας του εδ.

α` να έχει πράγματι διανυθεί στον ίδιο φορέα, με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, όπως αναγράφεται στην αρχική σύμβαση, (γ) το αντικείμενο της σύμβασης να αφορά σε δραστηριότητες, οι οποίες σχετίζονται ευθέως και αμέσως με πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αντίστοιχου φορέα, όπως αυτές οριοθετούνται από το δημόσιο συμφέρον που υπηρετεί ο φορέας αυτός, (δ) ο, κατά τις προηγούμενες περιπτώσεις, συνολικός χρόνος υπηρεσίας πρέπει να έχει παρασχεθεί κατά πλήρες ή μειωμένο ωράριο εργασίας και σε καθήκοντα ίδια ή παρεμφερή με αυτά που αναγράφονται στην αρχική σύμβαση.

Με τις παραγράφους 2 και 3 του ιδίου άρθρου ορίσθηκε ότι για τη διαπίστωση της συνδρομής των, κατά την προηγουμένη παράγραφο, προϋποθέσεων, ο εργαζόμενος υποβάλλει, εντός αποκλειστικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος, αίτηση προς τον οικείο φορέα, στην οποία αναφέρει τα στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών, αρμόδιο δε όργανο να κρίνει αιτιολογημένα, εάν συντρέχουν, κατά περίπτωση οι προϋποθέσεις της προηγουμένης παραγράφου, είναι το οικείο Υπηρεσιακό Συμβούλιο ή το όργανο που προσομοιώνεται με αυτό κατά την κείμενη νομοθεσία και όπου δεν υπάρχει, το Διοικητικό Συμβούλιο ή το διοικούν όργανο του οικείου νομικού προσώπου ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό κατά την κείμενη νομοθεσία (παρ. 2) και ότι οι ως άνω κρίσεις των αρμοδίων οργάνων, θετικές ή αρνητικές, διαβιβάζονται αμέσως στο Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού, το οποίο αποφαίνεται εντός τριών (3) μηνών από τη διαβίβαση σ` αυτό των σχετικών κρίσεων (παρ. 3)..

Προς συμπλήρωση της μεταβατικού περιεχομένου διάταξης του άρθρου 11 του Π.Δ/τος 164/2004 επακολούθησε ο Νόμος 3320/2005 "Ρυθμίσεις θεμάτων για το προσωπικό του Δημοσίου και των νομικών προσώπων του ευρύτερου δημόσιου τομέα και για τους ΟΤΑ" (ΦΕΚ Α 48), με τη διάταξη του άρθρου 1 του οποίου ορίζεται ότι: "Το προσωπικό με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ή σύμβαση έργου ή άλλη σχέση του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και των ΟΤΑ πρώτου και δεύτερου βαθμού, του οποίου οι συμβάσεις συνιστούν συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 11 του ΠΔ 164/2004, κατατάσσεται σε υφιστάμενες κενές οργανικές θέσεις με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ειδικότητας αντίστοιχης ή παρεμφερούς προς την ειδικότητα της σύμβασης του (παρ. 1).

Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομίας και Οικονομικών και του οικείου, κατά περίπτωση Υπουργού, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, συνιστώνται οργανικές θέσεις προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, προκειμένου να καλυφθούν, όπου απαιτείται, οι διαπιστωθείσες πάγιες και διαρκείς ανάγκες, κατ` εφαρμογή του ΠΔ 164/2004 (παρ. 2).

Η κατάταξη του προσωπικού γίνεται με απόφαση του αρμόδιου για την πρόσληψη οργάνου, η οποία δεν δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (παρ. 3). Οι κατατασσόμενοι λαμβάνουν τις αποδοχές της θέσης τους από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξης τους. Ο χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης έργου των κατατασσόμενων λογίζεται για όλες τις συνέπειες ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου (παρ. 4).

Για τους κατατασσόμενους ισχύει ο χρονικός περιορισμός της παρ. 2 του άρθρου 70 του Ν. 2683/1999 "Κύρωση του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Υπαλλήλων και Υπαλλήλων ΝΠΔΔ και άλλες διατάξεις" για τη μετάταξη σε ανώτερη βαθμίδα, σύμφωνα με την διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 12 του ν. 3230/2004 (ΦΕΚ 44). Ως ημερομηνία πρόσληψης νοείται η ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξης (παρ.5)".

Εξάλλου, με το Ν.3205/2003 "Μισθολογικές ρυθμίσεις λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, μονίμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α 297), οι διατάξεις των άρθρων 2 - 13, 15 - 18, 20 - 26, 27 παρ. 2 και 28 του οποίου επεκτάθηκαν με την με αριθ.

οικ. 2/7093/0022/2004 (ΦΕΚ Β 215) Κοινή Υπουργική Απόφαση (ΚΥΑ) όλων των συναρμοδίων Υπουργών, που εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση του άρθ. 21 του ως άνω νόμου, στο προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου που απασχολείται στο Δημόσιο κλπ. με χρόνο έναρξης της ισχύος της από 1.1.2004, ορίσθηκε με το άρθρο 2 παρ.1 αυτού ότι το προσωπικό της παραγράφου 1 του προηγουμένου άρθρου εξελίσσεται ανεξάρτητα από το βαθμό που κάθε φορά έχει σε μισθολογικά κλιμάκια και με το άρθρο 3 παρ.1 του νόμου αυτού ότι τα μισθολογικά κλιμάκια (Μ.Κ.) των υπαλλήλων των κατηγοριών πανεπιστημιακής, τεχνολογικής, δευτεροβάθμιας και υποχρεωτικής εκπαίδευσης καθορίζονται σε 18 για κάθε κατηγορία με εισαγωγικό το 18° Μ.Κ.

Με το άρθ. 5 παρ. 1 και 2 του ίδιου νόμου ορίσθηκε ότι για τη μισθολογική εξέλιξη των υπαλλήλων όλων των ως άνω κατηγοριών από κατώτερο σε ανώτερο μισθολογικό κλιμάκιο απαιτείται η αναφερομένη εκεί, κατά χρόνο, υπηρεσία και λαμβάνεται υπόψη γι` αυτήν (μισθολογική εξέλιξη) ο χρόνος υπηρεσίας που ορίζεται στο άρθ. 15 του νόμου αυτού.

Σύμφωνα δε με το ως άνω άρθ.15 παρ. 1 του εν λόγω νόμου "Ως υπηρεσία για την εξέλιξη των υπαλλήλων στα μισθολογικά κλιμάκια του άρθρου 3 του παρόντος νόμου, λαμβάνεται υπόψη: α. Η υπηρεσία που προσφέρεται στο Δημόσιο, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ με σχέση εξαρτημένης εργασίας δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου αορίστου ή ορισμένου χρόνου, β...γ...δ...ε...στ...ζ...η...θ...ι.

ο χρόνος παροχής υπηρεσίας με σύμβαση μίσθωσης έργου ή με ανάθεση κατ` αποκοπήν εργασίας, εφόσον οι υπηρεσίες αυτές έχουν χαρακτηρισθεί με διάταξη νόμου ή με δικαστική απόφαση ότι διανύθηκαν με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου (εξαρτημένης) ή εφόσον σύμφωνα με τα υπηρεσιακά έγγραφα συντρέχουν σωρευτικά οι εξής προϋποθέσεις :

ί. απασχόληση κατά το σύνηθες δημοσιοϋπαλληλικό ωράριο ίί. παροχή εργασίας στο χώρο της δημόσιας υπηρεσίας και με την άμεση εποπτεία της υπηρεσίας και ίίί. αμοιβή ανάλογη με των προσλαμβανομένων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου". Τέλος, με το άρθ. 20 εδ. α του ίδιου ως άνω νόμου, ορίζεται ότι "η κατάταξη των υπηρετούντων υπαλλήλων στα Μ.Κ.

του άρθρου 3 του νόμου αυτού, ανάλογα με την κατηγορία στην οποία ανήκουν, γίνεται με βάση τον συνολικό χρόνο υπηρεσίας τους, όπως αυτός ορίζεται στο άρθρο 15 του παρόντος νόμου, σύμφωνα με τα τυπικά τους προσόντα", συνυπολογίζεται δηλ. και στην περίπτωση αυτή, της κατάταξης σε μισθολογικά κλιμάκια και ο χρόνος απασχόλησης στο Δημόσιο κλπ.

με σύμβαση μίσθωσης έργου, κατά τη ρητή ως άνω διάταξη του προαναφερθέντος άρθ. 15 παρ. 1 περ. ι του Ν. 3205/2003 σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 11 του Π.Δ/τος 164/2004. Από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων συνάγεται ότι οι κατατασσόμενοι σε θέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, κατ` εφαρμογή του άρθ.11 Π.Δ/τος 164/2004, που προηγουμένως παρείχαν υπηρεσίες στο Δημόσιο με σύμβαση μίσθωσης έργου, από και με την έκδοση της σχετικής πράξης κατάταξης δικαιούνται τις αποδοχές των εργαζομένων με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, για τον καθορισμό των οποίων καθώς και για την περαιτέρω μισθολογική τους εξέλιξη συνυπολογίζεται, ως χρόνος προϋπηρεσίας, και ο χρόνος απασχόλησης τους με σύμβαση μίσθωσης έργου, αφού και αυτός έχει χαρακτηρισθεί και λογίζεται με διάταξη νόμου (άρθ. 1 παρ. 4 εδ.

β` Ν.3205/2003) ότι διανύθηκε στα πλαίσια σχέσης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ως προς όλες, μάλιστα, τις συνέπειες, το αυτό δε για τον ως άνω λόγο ισχύει, συνυπολογίζεται δηλ. ο χρόνος αυτός της προηγουμένης παροχής υπηρεσιών με συμβάσεις μίσθωσης έργου, και για την κατάταξη στα αντίστοιχα μισθολογικά κλιμάκια (ΟλΑΠ 16/2017,553/2018 ΑΠ 86/2016).

5. Στην προκειμένη περίπτωση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφασή του όπως από αυτήν προκύπτει,, δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα Ότι ο ενάγων Π. Κ. - τρίτος αναιρεσίβλητος, τη δικη για τον οποίο συνεχίζουν οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, με βάση σύμβαση που συνήφθη κατ'επίκληση των διατάξεων του άρθρου 113 παρ. 5 του Ν. 1892/1990 προσλήφθηκε το έτος 1992 και απασχολήθηκε επί σειρά ετών από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο ήδη αναιρεσείον μέχρι την κατάταξη του τη 10-1-2007 σε θέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου κατ' εφαρμογή του άρθρου 11 του πδ 164/2004 και του άρθρου 1 του ν.3320/2005 στον καθαρισμό σχολείων πρωτοβάθμιας, δηλαδή για την εξυπηρέτηση παγίων και διαρκών αναγκών, αφού όπως έχει ήδη κριθεί από τα αρμόδια όργανα του εναγομένου, ο καθαρισμός των σχολείων της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης "αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για τη διεξαγωγή της όλης εκπαιδευτικής διαδικασίας (με αριθμό 12/19-4-2005 Πράξη Κεντρικού Υπηρεσιακού Συμβουλίου Διοικητικού Προσωπικού/ΚΥΞΔΙΠ - Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων).

Ότι απασχολήθηκε έκτοτε για συνεχή έτη με αλληλοδιαδοχικές συμβάσεις που χαρακτηρίζονταν ως "μισθώσεις έργου" και είχαν τυπική χρονική διάρκεια περίπου δεκάμηνη (από 1η Σεπτεμβρίου μέχρι 30 Ιουνίου), δηλαδή ίση περίπου με τη σχολική περίοδο, ωστόσο στην πράξη απασχολούνταν και μετά το πέρας της σχολικής περιόδου και μέχρι την έναρξη της επόμενης καθώς όπως έχει κριθεί από τα αρμόδια όργανα του εναγομένου, "οι ανάγκες καθαρισμού των σχολικών εγκαταστάσεων είναι διαρκείς, δηλαδή καλύπτουν όλη τη διάρκεια του σχολικού έτους και η υποχώρηση τους κατά τους δυο μήνες των θερινών διακοπών και των δεκαπενθήμερων διακοπών κατά τις εορτές των διακοπών των Χριστουγέννων και του Πάσχα εξισορροπείται με τον εκτεταμένο καθαρισμό που πραγματοποιείται κατά την έναρξη και λήξη του σχολικού έτους και κατά την περίοδο των διακοπών των Χριστουγέννων και του Πάσχα ".

Ότι οι εργασίες πού εκτελούσε υποχρεωτικά καθ` όλη τη διάρκεια της απασχόλησης του ήταν ο καθημερινός καθαρισμός όλων των χώρων του σχολείου. Ότι ειδικότερα εργάζονταν όχι σε χρόνο που επέλεγε ο ίδιος αλλά σε καθαρισμένο από τον εργοδότη του ωράριο, δηλαδή πριν την έναρξη των μαθημάτων και μετά τη λήξη τους, στον τόπο που επίσης καθόριζε ο εργοδότης του και τελούσε, όπως έχει κριθεί από τα αρμόδια όργανα του εναγομένου, υπό την "εκ του σύνεγγυς καθοδήγηση και εποπτεία στην εκτέλεση του έργου καθαρισμού των σχολικών χώρων από τους Διευθυντές των σχολείων".

Ότι επρόκειτο δηλαδή για παροχή υπηρεσιών που δεν ανταποκρινόταν στην έννοια του όρου "έργου", αλλά σε εκείνη της εξαρτημένης εργασίας και που επιπλέον κάλυπτε σταθερές, πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, όπως κρίθηκε και από το αρμόδια όργανα αυτού και το ΑΣΕΠ. Ότι ενώ, όμως, ο ανωτέρω εργάζονταν (και εξακολουθούσε να εργάζεται) υπό συνθήκες εξαρτημένης εργασίας, η αμοιβή του δεν ήταν αντίστοιχη με αυτήν που προβλέπεται στις προαναφερόμενες διατάξεις και την οποία λάμβαναν οι συνάδελφοι του, που ανήκουν στο τακτικό προσωπικό του αναιρεσείοντος παρ` όλο που διαθέτουν τα ίδια προσόντα και εργάζονται υπό τις ίδιες ακριβώς συνθήκες.

Ότι ενόψει αυτών, μετά τη θέση σε ισχύ του άρθρου 11 Π.Δ/τος 164/2004, ο αναιρεσίβλητος Π. Κ. υπέβαλε αίτηση για τη θεώρηση των συμβάσεών του ως ενιαίας συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Ότι επί της αιτήσεώς του απεφάνθη θετικά το αρμόδιο Υπηρεσιακό Συμβούλιο του αναιρεσείοντος και το ΑΣΕΠ, οπότε με απόφαση του ΥΠΕΠΘ κατετάγη την 10-1-2007 σε οργανική θέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, υπαγόμενη και αμειβόμενη έκτοτε σύμφωνα με τις διατάξεις του ενιαίου μισθολογίου του Δημοσίου.

Ότι ενώ κατετάγη κατ` εφαρμογή του άρθρου 11 Π.Δ/τος 164/2004 και του άρθρου 1 παρ. 4 του Ν. 3320/2005, η κατάταξη του (σε μισθολογικά κλιμάκια) έλαβε χώρα χωρίς να ληφθεί υπ` όψη η προϋπηρεσία του με συμβάσεις επιγραφόμενες ως μισθώσεις έργου, κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 1 παρ. 4 εδ. β του Ν. 3320/2005, όπου ορίζει ότι "ο χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης έργου των κατατασσόμενων λογίζεται για όλες τις συνέπειες ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου" και του άρθρου 15 παρ. 1 του Ν. 3205/2003, όπου ορίζεται ότι ως υπηρεσία για την εξέλιξη των υπαλλήλων στα μισθολογικά κλιμάκια του άρθρου 3 του παρόντος νόμου, λαμβάνεται υπόψη ο χρόνος παροχής υπηρεσίας με σύμβαση μίσθωσης έργου, εφ` όσον οι υπηρεσίες αυτές έχουν χαρακτηρισθεί με διάταξη νόμου ότι διανύθηκαν με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου (εξαρτημένης).

Ότι έτσι κατετάγη στο εισαγωγικό (18ο) μισθολογικό κλιμάκιο, ενώ με βάση την προϋπηρεσία του έπρεπε να είχε καταταγεί στο 13ο μισθολογικό κλιμάκιο και να λαμβάνει βασικό μισθό αναλόγως της προϋπηρεσίας του, καθώς η προϋπηρεσία του διανύθηκε υπό συνθήκες εξαρτημένης εργασίας, κατά τα προεκτεθέντα. Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου, τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 103 παρ.7 και 8 του Συντάγματος, 11 Π.Δ/τος 164/2004, 1 παρ. 1 έως 4 του Ν.3320/2005, 2 παρ.1, 3 παρ.1, 5 παρ.1 και 2, 15 παρ.1 και 20 Ν.3205/2003 σε συνδυασμό με την με αριθ.

οικ. 2/7093/0022/2004 (ΦΕΚ Β 215) Κοινή Υπουργική Απόφαση.Επομένως,ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως κατά το δεύτερο μέρος του από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ είναι αβάσιμος .Επίσης με την κρίση του αυτή το ως άνω δικαστήριο δεν παραβίασε την επικαλουμένη στην αίτηση αναίρεσης διάταξη της παρ. 4 εδ. β του άρθρου 15 του Ν. 3205/2003 κατά την οποία σε κάθε περίπτωση αναγνώρισης προϋπηρεσίας για μισθολογική εξέλιξη, τα οικονομικά αποτελέσματα αυτής δεν μπορούν να ανατρέχουν σε χρόνο προγενέστερο της υποβολής όλων των κατά νόμο απαιτουμένων δικαιολογητικών.

Και τούτο διότι η κατά τα άνω αναγνώριση της πιο πάνω προϋπηρεσίας για κατάταξη στο αντίστοιχο μισθολογικό κλιμάκιο αφορά αυτή καθ` εαυτή την κατάταξη του αναιρεσίβλητου σε αντίστοιχο με την προϋπηρεσία του μισθολογικό κλιμάκιο, ανώτερο του εισαγωγικού (18ου), είναι δε διάφορο ζήτημα το ότι η καταβολή των αναλογούντων στην κατάταξη αυτή αποδοχών λαμβάνει χώρα για τον εφεξής μετά την κατάταξη χρόνο.

Περαιτέρω η επικαλουμένη από το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο διάταξη της παρ.1 του άρθρου 2 του Ν. 3320/2005 με την οποία τροποποιήθηκαν εδάφια της παρ. 2 του άρθρου 18 του Ν. 2190/1994 περί ΑΣΕΠ και ορίσθηκε ότι αν ο χρόνος της αποκτηθείσας εμπειρίας σε καθήκοντα της ίδιας ή παρεμφερούς ειδικότητας με αυτή της προκηρυσσομένης θέσης, διανύθηκε σε υπηρεσίες του Δημοσίου, σε Ν.Π.Δ.Δ., Ο.Τ.Α.

πρώτου ή δευτέρου βαθμού, σε Ν.Π.Ι.Δ του δημοσίου τομέα της παρ.1 του άρθρου 14, όπως ισχύει, ή σε φορείς της παρ.3 του άρθρου 1 του Ν.25271997 και είναι αθροιστικός ίσος ή μεγαλύτερος των είκοσι τεσσάρων μηνών, ο αριθμός των μονάδων για τα κριτήρια της κατά τα ανωτέρω κτηθείσας εμπειρίας προσαυξάνεται κατά 50% αφορά, σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του νόμου αυτού, περιπτώσεις συμβασιούχων που δεν πληρούσαν τις προϋποθέσεις ένταξης τους στο άρθρο 11 του Π.Δ/τος 164/2004, των οποίων αύξησε την μοριοδότηση της προϋπηρεσίας τους, ώστε να διευκολυνθεί η απορρόφησή τους μέσω του συστήματος προσλήψεων.

Για το λόγο αυτό με την παρ.2 του ως άνω άρθρου 2 προβλέφθηκε η εφαρμογή της παρ.1 για την αξιολόγηση υποψηφίων που θα συμμετάσχουν σε διαδικασίες διορισμού ή πρόσληψης, βάσει προκηρύξεων που θα εκδοθούν μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2007 και για χρόνο εμπειρίας από το 1990 μέχρι τη δημοσίευση του νόμου αυτού (σχετ.

ΣτΕ 460/2017,ΑΠ533/2018). Συνακόλουθα η διάταξη αυτή δεν εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση που αφορά συμβασιούχο, ο οποίος πληρεί τις προϋποθέσεις του άρθρου 11 του Π.Δ/τος 164/2004. Επομένως, τα αντίθετα που υποστηρίζει το αναιρεσείον ότι η πέραν των είκοσι τεσσάρων μηνών προϋπηρεσία του αναιρεσιβλήτου λαμβάνεται υπόψη μόνο ως αποκτηθείσα εμπειρία με τον ίδιο ως άνω λόγο αναίρεσης είναι αβάσιμα.

6. Από την προπαρατεθείσα διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 1 του Ν. 3320/2005, με την οποία ορίζεται ότι "Οι κατατασσόμενοι λαμβάνουν τις αποδοχές της θέσης τους από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξης τους. Ο χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης έργου των κατατασσόμενων λογίζεται για όλες τις συνέπειες ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου", προκύπτει ότι για τους απασχοληθέντες στο Δημόσιο με διαδοχικές συμβάσεις μίσθωσης έργου, οι οποίες στη συνέχεια αναγνωρίσθηκαν ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, είτε με δικαστική απόφαση, είτε με την προβλεπομένη διαδικασία του άρθρου 11 του Π.Δ/τος 164/2004, ο χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης έργου λογίζεται για όλες τις άλλες συνέπειες (επιδόματα εορτών, άδειας, χρόνου υπηρεσίας για κατάταξη στα οικεία μισθολογικά κλιμάκια κλπ) ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ενώ αντιθέτως τις αποδοχές της θέσης τους στην οποία αυτοί εντάχθηκαν δικαιούνται αυτοί μόνο από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξης και εφεξής.

Αν ο νομοθέτης ήθελε και ως προς τις αποδοχές να λογίζεται ο χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης έργου ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, δεν θα περιελάμβανε στην ως άνω ρύθμιση του άρθρου 1 του Ν. 3320/2005 το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 4, αφού η θέλησή του αυτή θα υλοποιείτο με μόνο το δεύτερο εδάφιο της ίδιας παραγράφου του ως άνω άρθρου.

Ειδικότερα, ο δικαιολογητικός λόγος των ρυθμίσεων αυτών συνίσταται στο ότι δεν θα ήταν δίκαιο αυτοί που εργάσθηκαν με διαδοχικές συμβάσεις μίσθωσης έργου, καλύπτοντας ωστόσο πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου κλπ, και η απασχόλησή τους αυτή αναγνωρίσθηκε ως σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με δικαστική απόφαση ή με την προβλεπόμενη διοικητική διαδικασία (που περιλαμβάνει και κρίση του ΑΣΕΠ), να στερηθούν των παροχών εκείνων (δώρων εορτών, επιδομάτων αδείας, απασχόληση κατά τη διάρκεια της νύκτας ή κατά τη διάρκεια αργιών κλπ), τις οποίες δεν είχαν λάβει υπό το καθεστώς της απασχόλησής τους με σύμβαση μίσθωσης έργου, οπότε λάμβαναν μόνο την συμφωνηθείσα εργολαβική αμοιβή χωρίς τις προβλεπόμενες από την εργατική νομοθεσία ως άνω επί πλέον παροχές (επιδόματα εορτών και αδείας, προσαυξήσεις νυκτερινών, Κυριακών και εξαιρεσίμων αργιών κλπ) για την εργασία τους.

Έτσι, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που τάσσει το άρθρο 11 του Π.Δ/τος 164/2004, ο νομοθέτης επέλεξε να καταταγούν μεν οι απασχοληθέντες σε οργανικές θέσεις με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, για το λόγο ότι εξυπηρετούσαν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, να αρχίσουν όμως να αμείβονται με τις αποδοχές της θέσης στην οποία εντάσσονται από το χρόνο της κατατάξεώς τους, οπότε και ολοκληρώνεται πλέον κατά νομοθετική παραχώρηση η πρόσληψή τους, για δε το προγενέστερο χρονικό διάστημα να δικαιούνται αυτοί να αναζητήσουν εκείνες μόνο τις ανωτέρω παροχές που δεν έλαβαν εξαιτίας μόνο του χαρακτηρισμού της απασχόλησής τους αυτής ως σύμβασης μίσθωσης έργου (ΟλΑΠ 16/2017).

Η διάταξη αυτή του άρθρου 1 παρ. 4 εδ. α του Ν. 3320/2005, η οποία ορίζει ως χρόνο έναρξης καταβολής των αποδοχών της θέσης των κατατασσομένων την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξής τους (ex nunc), δεν αντιβαίνει στις ρυθμίσεις της Οδηγίας 1999/70, όπως αβασίμως ισχυρίζονται οι συνεχίζοντες τη δίκη στη θέση του αναιρεσίβλητου, και ειδικότερα στη ρήτρα 4 σημείο 1 αυτής, με την οποία ορίζεται ότι "όσον αφορά τις συμβάσεις απασχόλησης, οι εργαζόμενοι ορισμένου χρόνου δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται δυσμενώς σε σχέση με τους αντίστοιχους εργαζόμενους αορίστου χρόνου μόνο επειδή έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου, εκτός αν αυτό δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους" και της οποίας (ρήτρας) μπορεί να γίνεται άμεση επίκληση ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, αφού αυτή είναι απαλλαγμένη αιρέσεων και αρκούντως ακριβής Και τούτο διότι δεν συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση η απαιτουμένη από τη ρήτρα αυτή συγκρισιμότητα των επίμαχων συνθηκών απασχόλησης, για τη συνδρομή της οποίας (συγκρισιμότητας) λαμβάνεται υπόψη σύνολο παραγόντων, όπως η φύση της εργασίας, η κατάρτιση και οι όροι εργασίας, ώστε τα άτομα αυτά να μπορεί να θεωρηθεί ότι ευρίσκονται σε συγκρίσιμη κατάσταση με εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, υπό την έννοια ότι ασκούν πανομοιότυπη ή παρόμοια με αυτούς εργασία, αφού στην περίπτωση που η εργασία που πραγματοποίησε ο εργαζόμενος με συμβάσεις ορισμένου χρόνου δεν αντιστοιχεί στην εργασία των εργαζομένων με συμβάσεις αορίστου χρόνου δεν ευρίσκει έδαφος εφαρμογής η ρήτρα αυτή, δεδομένου ότι η διαφορετική μεταχείριση αφορά διαφορετικές καταστάσεις.

Ειδικότερα η απασχόληση των καθαριστών των σχολείων, η οποία παρέχεται στο συγκεκριμένο σχολικό συγκρότημα, όπου αυτοί είναι τοποθετημένοι, σε συγκεκριμένο χρόνο (πριν την έναρξη και κυρίως μετά τη λήξη των μαθημάτων) και μόνο κατά την περίοδο λειτουργίας των σχολείων, η οποία μάλιστα, εφόσον παρέχεται τυπικά δυνάμει συμβάσεων μίσθωσης έργου, επιτρέπει και την εκ μέρους αυτών παροχή υπηρεσιών καθαριότητας σε τρίτους, διαφέρει της απασχόλησης του μονίμου τακτικού προσωπικού καθαριότητας των δημοσίων υπηρεσιών, δυνάμει συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, η οποία παρέχεται κατά τη διάρκεια του συνήθους δημοσιοϋπαλληλικού ωραρίου και καθ` όλη τη διάρκεια της ετήσιας απασχόλησης (πλην της περιόδου λήψης της ετήσιας αδείας) αυτών.

Συνακόλουθα για τη συνδρομή της ανωτέρω προϋπόθεσης της συγκρισιμότητας δεν αρκεί η αναφορά στην προσβαλλομένη απόφαση ότι η αμοιβή αυτών δεν ήταν αντίστοιχη με αυτή που ελάμβαναν συνάδελφοί του που ανήκουν στο τακτικό προσωπικό του εναγομένου, μολονότι διέθεταν τα ίδια προσόντα και εργάζονταν υπό τις ίδιες συνθήκες, χωρίς την ειδική μνεία συγκεκριμένης κατηγορίας εργαζομένων με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και αναφορά των δραστηριοτήτων και καθηκόντων εκατέρας των δύο πλευρών για να ερευνηθεί εάν υπήρξε παραβίαση της ρήτρας αυτής ή όχι (ΑΠ533/2018,ΑΠ 866/2015).

Εν όψει των προεκτεθέντων δεν συντρέχει λόγος υποβολής προδικαστικού ερωτήματος στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά το άρθρο 267 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) [πρώην άρθρο 234 της ΣΕΚ), απορριπτομένου ως αβασίμου του περί τούτου αιτήματος των συνεχιζόντων τη δίκη κληρονόμων του αρχικού αναιρεσιβλήτου.

Στην προκειμένη περίπτωση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έκρινε με την προσβαλλομένη απόφασή του ότι ο απασχοληθείς με διαδοχικές συμβάσεις μίσθωσης έργου ορισμένου χρόνου με τον καθαρισμό σχολείων πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης ενάγων , για την κάλυψη παγίων και διαρκών αναγκών του αναιρεσείοντος, που έφεραν τον χαρακτήρα εξαρτημένης εργασίας και του οποίου η αμοιβή δεν ήταν αντίστοιχη με αυτή που προβλέπεται στις προαναφερόμενες διατάξεις και με αυτή που λάμβαναν συνάδελφοί του που ανήκουν στο τακτικό προσωπικό του εναγομένου, μολονότι διαθέτουν τα ίδια προσόντα και εργάζονται υπό τις ίδιες συνθήκες [φύλλο 17ο της προσβαλλομένης], δικαιούται και για τον πριν την κατάταξη του χρόνο των αποδοχών που προκύπτουν από το Ν. 3205/2003, τις οποίες λαμβάνει το απασχολούμενο με συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου προσωπικό του αναιρεσείοντος].

Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 1 παρ.4 εδ. α του Ν. 3320/2005, την οποία δεν εφάρμοσε αν και ήταν εφαρμοστέα στην προκειμένη περίπτωση και παράλληλα διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες, εφόσον δεν αρκούσε η αόριστη αναφορά στην προσβαλλομένη απόφαση ότι ο ενάγων δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων μίσθωσης έργου ορισμένου χρόνου με αντικείμενο τον καθαρισμό σχολείου πρωτοβάθμιας ι εκπαίδευσης που κάλυπτε σταθερές πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου και έφερε το χαρακτήρα εξαρτημένης εργασίας, λάμβανε αμοιβή που "δεν ήταν αντίστοιχη με αυτή που προβλέπεται στις προαναφερόμενες διατάξεις και με αυτή που λάμβαναν συνάδελφοί του που ανήκουν στο τακτικό προσωπικό του εναγομένου, μολονότι διαθέτουν τα ίδια προσόντα και εργάζονται υπό τις ίδιες συνθήκες", αφού δεν διαλαμβάνεται σε αυτήν σε ποια κατηγορία εργαζομένων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αναφέρεται και ποίο είναι το αντικείμενο δραστηριότητας, τα καθήκοντα και οι όροι της εργασίας αυτής, ούτως ώστε να λάβει χώρα η σχετική σύγκριση.

Επομένως ο από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αναίρεσης κατά το τρίτο μέρος αυτού είναι βάσιμος.

7. Η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος η οποία ορίζει ότι "οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου", καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των πολιτών έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών και κατά συνέπεια δεσμεύει και υποχρεώνει τον κοινό νομοθέτη, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές, εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων.

Επομένως, αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλεισθεί από τη ρύθμιση αυτή, κατ` αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλλει την ειδική μεταχείριση, η διάταξη αυτή που εισάγει την αδικαιολόγητη δυσμενή μεταχείριση είναι ανίσχυρη, ως αντισυνταγματική.

Τα ίδια ισχύουν και όταν η ειδική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικώς μισθωτό, οπότε, στην περίπτωση κατά την οποία διαπιστώνεται αδικαιολόγητη διάκριση, τα δικαστήρια επιδικάζουν την παροχή αυτή και σε εκείνους που αδικαιολόγητα εξαιρούνται. Η παροχή όμως αυτή θα πρέπει να είναι νόμιμη, διότι εάν αυτή χορηγήθηκε κατά παράβαση του Συντάγματος, των νόμων ή της δι` αυτών χορηγούμενης εξουσιοδότησης προς τη Διοίκηση, επέκταση αυτής και σε άλλη κατηγορία μισθωτών δεν είναι επιτρεπτή, διότι ισότητα στην παρανομία δεν νοείται.

Ειδικότερα, όταν παρέχεται από το νόμο εξουσία στη διοικητική αρχή να ρυθμίζει θέματα με την έκδοση κανονιστικής πράξης, παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας, κατ` αρχήν, δεν υφίσταται, διότι η εκτίμηση της σκοπιμότητας, για την έκδοση ή μη κανονιστικής πράξης και για το χρόνο έκδοσης αυτής, ανήκει στην ανέλεγκτη από το δικαστή κρίση της Διοίκησης.

Εξαίρεση από την αρχή αυτή υπάρχει, είτε όταν η νομοθετική εξουσιοδότηση επιβάλλει την υποχρέωση για την έκδοση της κανονιστικής πράξης, εφόσον συντρέχουν ορισμένες αντικειμενικές προϋποθέσεις ή εντός ορισμένης προθεσμίας, είτε όταν η υποχρέωση της Διοίκησης να προβεί σε κανονιστική ρύθμιση προκύπτει ευθέως από το Σύνταγμα.

Εξάλλου, με τις διατάξεις του Ν. 2738/1999 "Συλλογικές διαπραγματεύσεις στη Δημόσια Διοίκηση κλπ" (ΦΕΚ Α 180) (Κεφάλαιο Α` ) εισήχθη ο θεσμός των συλλογικών διαπραγματεύσεων για τη σύναψη συλλογικών συμβάσεων εργασίας στη Δημόσια Διοίκηση. Κατά το άρθρο 3 παρ.1 του νόμου αυτού, η συλλογική σύμβαση εργασίας ρυθμίζει τους όρους και τις συνθήκες απασχόλησης των υπαλλήλων, για τα θέματα που προβλέπονται στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβάνονται και θέματα μισθών.

Στο άρθρο 13 όμως του ιδίου Νόμου με τον τίτλο "Συλλογικές συμφωνίες" προβλέπονται στις παρ. 1 και 2 τα ακόλουθα : "1. Συλλογική διαπραγμάτευση για τη ρύθμιση ζητημάτων των όρων και συνθηκών απασχόλησης των υπαλλήλων, που δεν ρυθμίζονται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 3 του παρόντος λόγω συνταγματικών περιορισμών (όπως είναι ιδίως ζητήματα μισθών, συντάξεων, σύστασης οργανικών θέσεων, προσόντων, τρόπου διορισμού, κ.λ.π.), μπορεί να καταλήγει σε συλλογική συμφωνία. 2.

Η συμφωνία αυτή δεν αποτελεί συλλογική σύμβαση εργασίας, συνεπάγεται όμως για το Δημόσιο ή Ν.Π.Δ.Δ. ή Ο.Τ.Α., α) είτε την έκδοση κανονιστικών πράξεων, εφόσον τα θέματα της συμφωνίας μπορεί να ρυθμιστούν κανονιστικώς, βάσει υπάρχουσας σχετικής εξουσιοδότησης νόμου, β) είτε την προώθηση σχετικής νομοθετικής ρύθμισης των θεμάτων της συμφωνίας.

Αντικείμενο του περιεχομένου της συμφωνίας μπορεί να αποτελεί και ο χρόνος υλοποίησης της δέσμευσης για έκδοση κανονιστικών πράξεων ή προώθησης νομοθετικών ρυθμίσεων, κατά περίπτωση". Στη συνέχεια με το άρθρο 14, με τον τίτλο "Υλοποίηση συλλογικών συμφωνιών", του Ν. 3016/2002 "Για την εταιρική διακυβέρνηση, θέματα μισθολογίου και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α 110), ορίσθηκαν τα εξής: "1.

Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού ρυθμίζονται τα θέματα των συλλογικών συμφωνιών που συνάπτονται κατ` εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 13 του Ν. 2738 /1999 και αφορούν θέματα μισθών και αμοιβών, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που υπεγράφησαν το 2001. 2.

Με όμοιες αποφάσεις οι ρυθμίσεις της προηγουμένης παραγράφου είναι δυνατόν να επεκτείνονται εν όλω ή εν μέρει, και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α) και λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ), που δεν συμμετείχε στη σύναψη των συλλογικών συμφωνιών του άρθρου 13 του Ν. 2738/1999 και μέχρι του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ. 3.

Αν καταβάλλονται οποιουδήποτε είδους πρόσθετες μισθολογικές παροχές, που υπολείπονται του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ, επιτρέπεται να χορηγείται μόνο η διαφορά μέχρι του ποσού αυτού. Οι ρυθμίσεις αυτές όσον αφορά το προσωπικό των Ο.Τ.Α και το προσωπικό των λοιπών Ν.Π.Δ.Δ. περιορίζονται στις υφιστάμενες από τον προϋπολογισμό τους δυνατότητες. 4.

Με τις προβλεπόμενες από τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου αυτού κοινές υπουργικές αποφάσεις καθορίζονται ειδικότερα : α) Οι δικαιούχοι των παροχών και το ύψος τους, λαμβάνοντας υπόψη για τη χορήγηση ή μη των παροχών αυτών το συνολικό ποσό των καταβαλλομένων μηνιαίων αποδοχών και λοιπών παροχών, επιδομάτων και αποζημιώσεων από οποιαδήποτε πηγή, β) οι όροι, οι προϋποθέσεις και οι περιορισμοί για τη χορήγηση των ανωτέρω παροχών, η διαδικασία και ο χρόνος καταβολής, καθώς και ο τρόπος αντιμετώπισης της σχετικής δαπάνης, γ) κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για τη χορήγησή τους...5... 6.

Οι διατάξεις του άρθρου αυτού ισχύουν από 1.1.2002". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι οι Υπουργοί Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και ο κατά περίπτωση αρμόδιος Υπουργός, δεν είχαν υποχρέωση, αλλά απλώς διακριτική ευχέρεια να εκδώσουν, μετά από εκτίμηση της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας, κοινές υπουργικές αποφάσεις, με τις οποίες να επεκτείνουν, εν όλω ή εν μέρει, τις ευνοϊκές μισθολογικές ρυθμίσεις που προβλέπονται από κοινές υπουργικές αποφάσεις, εκδιδόμενες δυνάμει συλλογικών συμφωνιών κατά την παράγραφο 1 και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, που δεν συμμετείχαν στη σύναψη συλλογικών συμφωνιών.

Σε περίπτωση δε επέκτασης των ευνοϊκών αυτών μισθολογικών ρυθμίσεων, οι ανωτέρω Υπουργοί είχαν, περαιτέρω διακριτική ευχέρεια, κατ` εκτίμηση, επίσης, της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας, να καθορίσουν το ύψος της πρόσθετης μισθολογικής παροχής, η οποία πάντως δεν μπορούσε να υπερβαίνει το ποσό των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ.

Περαιτέρω, προϋπόθεση για τη χορήγηση πρόσθετης μισθολογικής παροχής, κατ` εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης ήταν, ενόψει των οριζομένων στην παρ. 3 του ίδιου ως άνω άρθρου 14 καθώς και του σκοπού της ρύθμισης, που συνίστατο, κατά τα αναφερόμενα στη σχετική εισηγητική έκθεση, στην ενίσχυση των χαμηλόμισθων υπαλλήλων, να μη λαμβάνει ο υπάλληλος οποιουδήποτε είδους άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή, ίση ή ανώτερη με το ανωτέρω ποσό.

Σε περίπτωση δε υπαλλήλων που λάμβαναν άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή, μικρότερη από το ποσό αυτό, ήταν επιτρεπτό να χορηγηθεί, με τις ανωτέρω υπουργικές αποφάσεις, μόνον η διαφορά έως το εν λόγω ποσό. Ενόψει των ανωτέρω δεν συνιστά παραβίαση των προαναφερομένων διατάξεων η παράλειψη της Διοίκησης να ασκήσει την προβλεπόμενη από τις διατάξεις αυτές κανονιστική αρμοδιότητα, με την έκδοση υπουργικής απόφασης για την επέκταση της χορήγησης της ένδικης παροχής και, πάντως, δεν ήταν επιτρεπτή η χορήγηση σε υπαλλήλους, οι οποίοι ελάμβαναν οποιουδήποτε είδους άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή, ίση ή ανώτερη με το ποσό των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ (Ολ.ΣτΕ 95/2013).

Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται, επίσης, ότι η παροχή των 176 ευρώ συνιστά "ειδική παροχή", καταβαλλόμενη υπό προϋποθέσεις σε χαμηλόμισθους υπαλλήλους και όχι γενική προσαύξηση των αποδοχών όλων των υπαλλήλων που υπάγονται στο ενιαίο μισθολόγιο της Δημόσιας Διοίκησης και αμείβονται σύμφωνα με αυτό, εξομοιούμενη με μισθό.

Η δε τυχόν κατά παράβαση των εξουσιοδοτικών διατάξεων του άρθρου 14 παρ. 2, 3 και 4 του Ν. 3016/2002, συστηματική έστω, έκδοση κοινών υπουργικών αποφάσεων, για τη χορήγηση της ειδικής παροχής των 176 ευρώ σε διάφορες κατηγορίες υπαλλήλων του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, συνιστά μη επιτρεπόμενη από το Σύνταγμα τροποποίηση των εξουσιοδοτικών ως άνω διατάξεων εκ μέρους της Διοίκησης και δεν μπορεί να μεταβάλει τη φύση της ειδικής αυτής παροχής, σε γενική προσαύξηση των αποδοχών όλων των ανωτέρω υπαλλήλων.

Εάν ο νομοθέτης ήθελε την παροχή αυτή ως γενική προσαύξηση των αποδοχών όλων των υπαλλήλων που υπάγονται στο ενιαίο μισθολόγιο της Δημόσιας Διοίκησης, θα το όριζε ρητά και δεν θα παρείχε σε αυτή, με εξουσιοδοτικές διατάξεις τυπικού νόμου, τη διακριτική ευχέρεια, υπό τις προεκτεθείσες και μόνο προϋποθέσεις, να εκδώσει κανονιστικές πράξεις για τη χορήγηση τηςΑκολούθως, με το άρθρο 28 παρ. 4 του Ν. 3205/2003 "μισθολογική ρύθμιση λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, μονίμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος και άλλες συναφείς διατάξεις", καταργήθηκε από 1-1-2004 (άρθρο 56 του νόμου αυτού) εκτός των άλλων, "το άρθρο 14 του Ν. 3016/2002 (ΦΕΚ Α` 110) και όλες οι κοινές υπουργικές αποφάσεις που εκδόθηκαν κατ` εξουσιοδότηση του".

Με το άρθρο 24 παρ. 3 του ίδιου νόμου 3205/2003 ορίσθηκε ότι τα θέματα που ρυθμίζονται με το νόμο αυτό δεν αποτελούν αντικείμενο συλλογικών διαπραγματεύσεων και ότι η χορήγηση οποιονδήποτε άλλων παροχών ή αποζημιώσεων εν γένει, πέραν των προβλεπομένων στο νόμο αυτόν, επιτρέπεται μόνο με τροποποίηση των διατάξεων του, ενώ με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου 24 του νόμου αυτού ορίσθηκε ότι, " ...

ποσά που καταβάλλονται μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, σύμφωνα με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, που εκδόθηκαν κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, ως ειδική παροχή, διατηρούνται ως προσωπική διαφορά μειούμενη από οποιαδήποτε μελλοντική χορήγηση νέου επιδόματος, παροχής ή αποζημιώσεως ή από αύξηση του κινήτρου απόδοσης του άρθρου 12 του ίδιου νόμου.

Οι ανωτέρω κοινές υπουργικές αποφάσεις καταργούνται από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου... Μετά την 31-12-2003 δεν καταβάλλεται σωρευτικά η ως άνω προσωπική διαφορά μαζί με οποιαδήποτε πρόσθετη μισθολογική παροχή που συμψηφιζόταν με αυτή, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002 και τις κατ` εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσες κοινές υπουργικές αποφάσεις ...".

Από τις αμέσως ανωτέρω διατάξεις προκύπτει, ότι με την κατάργηση του άρθρου 14 του Ν.3016/2002 καθώς και των κατ` εξουσιοδότηση αυτού εκδοθεισών ΚΥΑ, για να μη χειροτερεύσει η μισθολογική κατάσταση των χαμηλόμισθων υπαλλήλων από 1-1-2004, οι οποίοι ελάμβαναν ήδη μέχρι την 31-12-2003 την ειδική παροχή των 176 ευρώ, με βάση κοινές υπουργικές αποφάσεις που είχαν εκδοθεί, διατηρήθηκε η ειδική αυτή παροχή, ως προσωπική διαφορά για τους υπαλλήλους αυτούς, υπό την προϋπόθεση ότι αυτοί δεν ελάμβαναν άλλη πρόσθετη παροχή ίση ή μεγαλύτερη του ποσού των 176 ευρώ, η οποία συμψηφιζόταν με την παροχή αυτή, μειούμενη σε περίπτωση χορήγησης οποιασδήποτε μελλοντικής παροχής ή νέου επιδόματος ή αποζημίωσης ή αύξησης του κινήτρου απόδοσης.

Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 3 του Ν. 3336/2005 (ΦΕΚ Α 96), με τον τίτλο "Εισοδηματική πολιτική έτους 2005" [κεφάλαιο Β], που ορίζει ότι "Οι υπάλληλοι του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟTA, οι οποίοι διορίσθηκαν ή μετατάχθηκαν μετά την 1-1-2004 σε Υπηρεσίες, στους υπαλλήλους των οποίων χορηγούνται τα ποσά που διατηρήθηκαν ως προσωπική διαφορά με τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 24 του ν. 3205/2003, δικαιούνται την καταβολή της προσωπικής διαφοράς, με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις που τη λαμβάνουν και οι υπόλοιποι υπάλληλοι των Υπηρεσιών αυτών.

Η διάταξη αυτή έχει εφαρμογή από 1-1-2005", προκύπτει, ότι απαραίτητη προϋπόθεση για τη χορήγηση, ως προσωπικής διαφοράς, της ειδικής παροχής των 176 ευρώ, σε υπαλλήλους που διορίσθηκαν ή μετατάχθηκαν μετά την 1-1-2004, σε Υπηρεσίες που διατηρήθηκε ως προσωπική διαφορά η παροχή των 176 ευρώ, είναι να τη λαμβάνει το προσωπικό των Υπηρεσιών, στην οποία οι υπάλληλοι διορίσθηκαν ή μετατάχθηκαν, καθώς και η νόμιμη χορήγηση της στους υπαλλήλους των Υπηρεσιών αυτών, διότι αν οι τελευταίοι υπάλληλοι λαμβάνουν την προσωπική διαφορά, χωρίς να συντρέχουν οι νόμιμοι όροι και προϋποθέσεις για την απόληψή της, μεταξύ των οποίων είναι, να μη λαμβάνουν άλλες πρόσθετες παροχές ίσες ή ανώτερες του ποσού των 176 ευρώ, που συμψηφίζονται με την παροχή αυτή [αλλά και ο τρόπος αντιμετώπισης της σχετικής δαπάνης μετά από εκτίμηση των δημοσιονομικών συνθηκών], οι διορισθέντες ή μεταταχθέντες στις Υπηρεσίες αυτές δεν τη δικαιούνται από 1-1-2005, ούτε και με βάση την αρχή της ισότητας, διότι, όπως προαναφέρθηκε, ισότητα στην παρανομία δεν νοείται (ΟλΑΠ 16/2015).

Επομένως για τη χορήγηση της πιο πάνω ειδικής παροχής των 176 ευρώ δεν αρκεί το γεγονός ότι αυτή χορηγείται σε υπαλλήλους της ιδίας υπηρεσίας προσαυξάνοντας τις αποδοχές τους (ΑΠ 1392/2015, ΑΠ 960/2014), ούτε η υπαγωγή των εναγόντων στο ενιαίο μισθολόγιο του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης, εφόσον η παροχή αυτή παρέχεται μόνο, εάν η Διοίκηση, ασκώντας τη διακριτική της ευχέρεια, μετά συνεκτίμηση της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας, εκδώσει κανονιστική πράξη για επέκταση της παροχής αυτής σε υπαλλήλους, οι οποίοι πληρούν τις προϋποθέσεις που τάσσει το άρθρο 14 του Ν. 3016/2002 (ΑΠ 22/2016, ΑΠ 86/2016, ΑΠ 1392/2015).

Επί πλέον για την επιδίκαση αυτής απαιτείται αφενός μεν ο ενάγων να μην λαμβάνει τόσον αυτός, όσο και ο υπάλληλο της υπηρεσίας στην οποία διορίσθηκε οποιαδήποτε πρόσθετη παροχή ίση ή ανώτερη του ποσού των 176 ευρώ (ΟλΑΠ 16/2015, ΑΠ 916/2017), αφετέρου δε και ειδικότερα για τους διορισθέντες ή μεταχθέντες μετά την 1.1.2004 σε υπηρεσίες του Δημοσίου να διαλαμβάνεται παραδοχή ότι η παροχή αυτή, [υπό την προϋπόθεση ότι είχε χορηγηθεί νομίμως κατά τα ήδη προαναφερθέντα], είχε διατηρηθεί και εξακολούθησε να καταβάλλεται ως προσωπική διαφορά στο προσωπικό της υπηρεσίας, όπου διορίσθηκε ο ενάγων (ΑΠ 913/2017, ΑΠ 960/2014).

8. Στην προκειμένη περίπτωση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχθηκε ότι ο αρχικώς αναιρεσίβλητος, Π. Κ. υπαγόμενος και αμειβόμενος σύμφωνα με τις διατάξεις του ενιαίου μισθολογίου του προσωπικού του Δημοσίου, δικαιούται να λάβει, για το αναφερόμενο στην απόφαση χρονικό διάστημα (2004 - 2008), μεταξύ άλλων και την ειδική παροχή του άρθρου 14 του Ν.3016/2002 από 176 ευρώ μηνιαίως εφόσον από μισθολογικής άποψης δικαιούται τις αποδοχές που προβλέπονται στο ενιαίο μισθολογικό καθεστώς, την δε παροχή αυτή λάμβαναν οι συνάδελφοί του στην ίδια υπηρεσία.

Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά το μέρος που επιδίκασε την πιο πάνω παροχή των 176 ευρώ, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 14 Ν.3016/2002, 24 παρ.2 Ν.3205/2003 και 2 παρ.3 του Ν. 3336/2005. Και τούτο γιατί, η παροχή των 176 ευρώ δεν συνιστά ευθεία και γενική αύξηση των αποδοχών όλων των υπαλλήλων του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, εξομοιούμενη με μισθό, με μόνη προϋπόθεση την υπαγωγή αυτού στο ενιαίο μισθολόγιο του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης, αλλά αποτελεί ειδική παροχή, μη εξομοιούμενη με μισθό και παρέχεται εάν η Διοίκηση ασκήσει νομίμως την διακριτική της ευχέρεια, μετά συνεκτίμηση της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας, εκδώσει κανονιστική πράξη για επέκταση της χορήγησης της παροχής αυτής σε υπαλλήλους, οι οποίοι πληρούν τις προϋποθέσεις που τάσσει το άρθρο 14 Ν. 3016/2002, μία των οποίων είναι να μην λαμβάνει ο υπάλληλος άλλες πρόσθετες παροχές ίσες ή ανώτερες του ποσού των 176 ευρώ.

Περαιτέρω, από τη συνταγματική αρχή της ισότητας δεν απέρρεε υποχρέωση της διοίκησης να επεκτείνει τη χορήγηση της παροχής αυτής στον ενάγοντα από μόνο το λόγο ότι αυτή χορηγήθηκε παρανόμως σε άλλες κατηγορίες υπαλλήλων κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα με αρ.6 της παρούσας.Επομένως, ο τρίτος λόγος της αιτήσεως,κατά το πρώτο μέρος, από τον αρ. 1 του άρθρου 559ΚΠολΔ είναι βάσιμος.Η έρευνα του τρίτου λόγου κατά το δεύτερο μέρος αποβαίνει περιττή.

9. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, ως προς τον αρχικώς αναιρεσίβλητο Π. Κ. του να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως, είναι εφικτή (ΚΠολΔ 580 παρ. 3) και να καταδικασθούν οι συνεχίζοντες τη δίκη για τον αρχικώς αναιρεσίβλητο Π. Κ., κληρονόμοι του, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2). μειωμένων κατά το μέτρο του άρθρου 22 του Ν. 3693/1957 σε συνδυασμό προς την παρ. 2 της υπ` αριθμό 134423 οικ. της 8.12.1992/20.1.1993 ΚΥΑ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ την 3181/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς τον αρχικώς αναιρεσίβλητο Π. Κ.. ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλο δικαστή είναι εφικτή.- Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους συνεχίζοντες τη δίκη για τον αρχικώς αναιρεσίβλητο Π. Κ., να πληρώσουν στο αναιρεσείον τριακόσια ( 300) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 28 Ιουνίου 2019. Και

Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 29 Μαΐου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ