Legislator Case Law & Legislation
86/2016 AI generated

Supreme Court allows appeal against lower court's dismissal of public servants' claim for 176€ special allowance.

Case Number 86/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's dismissal of public servants' claims for a 176€ special allowance. The lower court erred by interpreting the relevant laws as granting a universal salary increase rather than a discretionary special benefit subject to specific conditions. Consequently, the Court found the lower court's reasoning insufficient and remanded the case for further examination.

Legislator headnote

AI generated

Articles 14 of Law 3016/2002 and 24(2) of Law 3205/2003; The 176€ allowance constitutes a discretionary special benefit subject to specific eligibility criteria, not a universal salary increase, and the lower court's failure to justify the applicants' qualification for this benefit warrants remand.

Keywords

AI generated
public servants special allowance discretionary benefit salary increase remand for retrial insufficient reasoning statutory interpretation

Cited Legislation

AI generated
Article 14 of Law 3016/2002
Article 24(2) of Law 3205/2003
Articles 62, 73, 286 et seq. and 313 of the Code of Civil Procedure
Article 559(1) and 19 of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 86 / 2016 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 86/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Στυλιανή Γιαννούκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Χαράλαμπο Μαχαίρα, Γεώργιο Αναστασάκο, Σοφία Καρυστηναίου και Μαρία Νικολακέα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από τον κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα Υπουργό Οικονομικών, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία Πάρεδρο του Ν.Σ.Κ. Μυρτώ Γερμάνη, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων:

1 Δ. Π. του Γ. 2.Α. Χ. του Α. 3.Α. Α. του Α. 4.Κ. Ζ. του Α. 5.Λ. Α. του Σ. 6.T. Λ. του Χ. 7.Μ. Α. του Π. 8.Κ. Μ. του Λ. 9.Σ. Ε. του Γ. 10.Σ.-Σ. Π. του Φ. 11.Τ. Κ. του Β. 12.Χ. Α. του Χ. 13.Λ.-Κ. Κ. του Ε. 14.Μ. Β. του Δ. 15.Π. Γ. του Δ. 16.Χ. Μ. του Α. 17.Γ. Κ. του Ι. 18.Κ. Ε. του Κ. 19.Λ. Β. του Κ. 20.Μ. Δ. του Α. 21.Μ.-Β. Ε. του Δ. 22.Π.-Π. Π. του Ε. 23.Τ. Α. του Κ. 24.Τ. Ν. του Β. 25.Ζ. Ε. του Γ. 26.Κ. Ε. του Ε. 27.Β. Ε. του Χ. 28. α) Κ. Ι. του Χ., β)Κ. Κ. του Ι., γ) Κ. Χ. του Ι. και δ) Κ. Μ. του Ι. ως νόμιμων κληρονόμων της αποβιώσασας Κ. Θ. του Ν., την 7-3-2012, σύμφωνα με την ληξιαρχική πράξη του ληξιαρχείου ... επήλθε βίαιη διακοπή της δίκης και η συνέχισή της από τους ανωτέρω κληρονόμους, 29.Μ. Σ. του Η. 30.Τ.-Α. Μ. του Β. 31.Μ.-Π. Μ. του Κ. 32.Χ. Β. του Ε. 33.Α. Α. του Κ. και 34.Φ. Σ. του Ι., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Νικολουτσόπουλο και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-6-2009 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 888/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4412/2014 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 20-2-2015 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Γεώργιος Αναστασάκος ανέγνωσε την από 9-10-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο τέταρτος και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι) Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 62, 73, 286 επ. και 313 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν κάποιος διάδικος αποβιώσει κατά την διάρκεια της δίκης και μέχρι το τέλος της προφορικής συζητήσεως μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση και εφόσον τηρηθούν οι νόμιμες διατυπώσεις, μεταξύ των οποίων είναι και εκείνη της γνωστοποιήσεως του θανάτου στον αντίδικο του αποβιώσαντος, επέρχεται διακοπή της δίκης και όλες οι διαδικαστικές πράξεις που επιχειρούνται μέχρι την νόμιμη επανάληψη της διαδικασίας λογίζονται άκυρες.

Αν δεν γίνει η γνωστοποίηση του θανάτου δεν επέρχεται διακοπή της δίκης η δε απόφαση που εκδίδεται είναι υποστατή και μπορεί να προσβληθεί με το ένδικο μέσο της αναιρέσεως. Σε περίπτωση που ο διάδικος αποβιώσει μετά το πέρας της προφορικής συζητήσεως μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση ή πολύ περισσότερο μετά την έκδοση της τελευταίας, όταν δηλαδή δεν υφίσταται πλέον εκκρεμής δικαστικός αγών, δεν υπάρχει στάδιο εφαρμογής των διατάξεων περί διακοπής της δίκης.

Σε κάθε περίπτωση τα ένδικα μέσα που ασκούνται κατά της οριστικής αποφάσεως, άρα και η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απευθύνονται, σύμφωνα με το άρθρο 558 Κ.Πολ.Δ. κατά των καθολικών διαδόχων (κληρονόμων) του αποβιώσαντος, απευθυνόμενα δε κατ’ αυτού είναι άκυρα, υπό την προϋπόθεση ότι ο αναιρεσείων διάδικος είχε λάβει γνώση του θανάτου του αντιδίκου του με οποιονδήποτε τρόπο, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και να απευθύνει κατ’ αυτών την αναίρεση.

Επομένως, η αναίρεση που απευθύνεται κατά αποβιώσαντος, χωρίς όμως να γνωρίζει τον θάνατο ο αναιρεσείων, δεν είναι άκυρη και η συζήτηση της χωρεί νομίμως με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, εάν αυτοί εμφανίζονται κατά την συζήτηση με την ιδιότητα αυτήν, στην θέση του αποβιώσαντος αναιρεσιβλήτου και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς (Ολ.

ΑΠ 27/1987, ΑΠ 1493/1998). Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την συζήτηση της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως που κατατέθηκε στις 26.5.2005, ο πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσιβλήτων δήλωσε ότι η 28η αναιρεσίβλητη (Θ. Κ.) απεβίωσε στις 7-3-2012 και κατέλιπε ως εκ διαθήκης κληρονόμους της τον σύζυγό της Ι. Κ. και τα τέκνα της Χ., Μ.

και Κ., οι οποίοι δήλωσαν ότι παρίστανται και συνεχίζουν τη δίκη. Ο θάνατος της πιο πάνω αναιρεσίβλητης και η κληρονομική διαδοχή από διαθήκη αποδεικνύονται από τα προσκομιζόμενα από μέρους των δημόσια έγγραφα (ληξιαρχική πράξη θανάτου και πιστοποιητικά εγγυτέρων συγγενών, μη αποποίησης της κληρονομίας και μη δημοσίευσης άλλης διαθήκης), δεν αμφισβητείται δε ειδικώς από το ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο (ΚΠολΔ 261).

Περαιτέρω, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης προκύπτει ότι ο θάνατος της πιο πάνω αναιρεσίβλητης έλαβε χώρα πριν από την προφορική συζήτηση της υπόθεσης στο Εφετείο Αθηνών (25-2-2014), μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση 4412/2014, χωρίς να γίνει στη δίκη αυτή γνωστοποίηση του θανάτου της. Από κανένα, όμως αποδεικτικό μέσο δεν προκύπτει ότι το αναιρεσείον, κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, γνώριζε το θάνατο αυτής, οι δε κληρονόμοι της παρίστανται νομίμως στη θέση της κληρονομηθείσης διαδίκου και δηλώνουν ότι συνεχίζουν τη δίκη.

Επομένως, η αίτηση αυτή είναι έγκυρη και κατά το μέρος της που στρέφεται κατά προσώπου που είχε αποβιώσει πριν την άσκησή της και μπορεί να χωρήσει νομίμως η συζήτηση επί της αναιρέσεως.

ΙΙ) Επειδή, η νομική αοριστία της αγωγής στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντος αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζομένη στο νόμο την αγωγή.

Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 ή 14 του ΚΠολΔ.

Ο από το άρθρο 559 αριθ.8 ΚΠολΔ λόγος ιδρύεται, αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντος υπόψη αναγκαίο για τη θεμελίωση της γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτήν ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή παραγνωρίζοντας αναγκαία για τη θεμελίωση της γεγονότα που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτό εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 562 §2 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας. β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, και γ) για ισχυρισμό, που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Αρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός, που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί, αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νομίμως από το διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ.

Συνεπώς, αν προσβάλλεται η απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου και αναιρεσείων είναι ο εκκαλών που είχε ηττηθεί πρωτοδίκως, πρέπει ο ισχυρισμός στον οποίο στηρίζεται ο σχετικός λόγος αναίρεσης να είχε προταθεί από τον αναιρεσείοντα με λόγο της έφεσής του (ΑΠ 1435/2010). Στην προκείμενη περίπτωση το αναιρεσείον (Ελληνικό Δημόσιο) εκθέτει στην αίτηση αναίρεσης, ότι με την απόφαση 894/2011 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών έγινε μερικά δεκτή η αγωγή των εναγουσών, που εργάζονταν ως καθαρίστριες στο Ελληνικό Δημόσιο με σύμβαση έργου και επιδικάστηκαν σ’ αυτές διαφορές αποδοχών, κατά τα αιτούμενα σ’ αυτήν χρονικά διαστήματα.

Ειδικότερα, με την αγωγή τους, ζητούσαν ν’ αναγνωρισθεί ότι αυτές εργάζονταν με σχέση εξαρτημένης εργασίας αορίστου και μάλιστα σε χρόνο προγενέστερο της ημερομηνίας κατάταξής τους στα μισθολογικό κλιμάκια του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου και για το λόγο αυτό έπρεπε να συνυπολογιστεί και ο χρόνος αυτός προϋπηρεσίας τους στον υπολογισμό των αιτουμένων διαφορών αποδοχών.

Ενόψει αυτών, το εναγόμενο - αναιρεσείον ισχυρίστηκε στο Εφετείο, με λόγο έφεσης, ότι η αγωγή ήταν αόριστη για το λόγο ότι δεν αναφερόταν στην αγωγή, κατά τρόπο ακριβή, για ποιο χρονικό διάστημα και με ποια σχέση εργαζόταν η καθεμιά ενάγουσα χωριστό. Ο λόγος αυτός αοριστίας απορρίφθηκε ως αβάσιμος από την προσβαλλόμενη απόφαση, που δέχτηκε ότι η αγωγή ήταν επαρκώς ορισμένη.

Το αναιρεσείον επανέρχεται, προβάλλοντας, τη φορά αυτή, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, ότι η αγωγή ήταν αόριστη και για τον πρόσθετο λόγο ότι δεν αναφερόταν στην αγωγή, σε σχέση με τις αιτούμενες διαφορές δεδουλευμένων μηνιαίων αποδοχών, κατά τρόπο ακριβή, τα χρηματικά ποσό που έλαβαν οι ενάγουσες χωριστά για κάθε αξίωση κατ’ έτος, έτσι ώστε να προκύπτει η αιτούμενη χρηματική διαφορά.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης, που θεμελιώνεται, (κατ’ ορθότερη εκτίμηση) στο άρθρο 559 αρ.1 και 14 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος και πρέπει ν’ απορριφθεί. Και τούτο γιατί, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της έφεσης του αναιρεσείοντος, ο πιο πάνω ισχυρισμός για πρόσθετη αοριστία της αγωγής, σε σχέση με τον ακριβή προσδιορισμό των αιτουμένων κονδυλίων, δεν προτάθηκε από το αναιρεσείον στο Εφετείο με λόγο της έφεσής του.

ΙΙΙ) Σύμφωνα με τις νομικές διατάξεις του ΠΔ 164/2004, που άρχισε να ισχύει από τη δημοσίευσή του στην ΕτΚ την 19-7-2004 και αφορά τους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα, εξειδικεύθηκαν οι συνθήκες με τις οποίες οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται διαδοχικές και χαρακτηρίζονται συμβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόvoυ, προς επίτευξη του στόχου της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, που είναι η αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου.

Με το άρθ. 5 του ως άνω ΠΔ απαγορεύθηκε, καταρχήν, η κατάρτιση διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, η οποία επιτρέπεται κατ’ εξαίρεση στις αναφερόμενες εκεί περιπτώσεις και υπό τις στο άρθρο αυτό προϋποθέσεις. Ενόψει του γεγονότος, ότι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ή έργου ορισμένου χρόνου, που συνάπτονταν με το Δημόσιο υπό το κράτος της ισχύος του άρθ. 103 του Συντάγματος, στο οποίο κατά την αναθεώρηση του έτους 2001 (ΦΕΚ Α’ 85/18-4-2001) προστέθηκαν οι παράγραφοι 7 και 8, του ν. 2190/1994 και του ΠΔ 410/1988, δεν μπορούσαν, σε κάθε περίπτωση, να μετατραπούν σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, έχοντας υποχρεωτικά, κατά τις ως άνω συνταγματικές και άλλες διατάξεις, καταρτισθεί ως συμβάσεις ορισμένου χρόνου, και του γεγονότος ότι το ως άνω ΠΔ 164/2004 άρχισε να ισχύει από 19-7-2004, περιέλαβε αυτό ως μεταβατικές διατάξεις ρυθμίσεις, οι οποίες εξασφαλίζουν την επιβαλλομένη προσαρμογή στην παραπάνω Οδηγία και προβλέπουν την, κατ’ εξαίρεση και υπό τις εκεί προϋποθέσεις, μετατροπή των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε σύμβαση αορίστου χρόνου.

Ειδικότερα, με το άρθρο 11 του ως άνω Π. Δ. ορίζεται ότι (1) διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον 24 μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης 18 μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα 24 μηνών από την αρχική σύμβαση (β) ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας του εδ.

α’ να έχει πράγματι διανυθεί στον ίδιο φορέα, με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, όπως αναγράφεται στην αρχική σύμβαση (γ) το αντικείμενο της σύμβασης να αφορά σε δραστηριότητες, οι οποίες σχετίζονται ευθέως και αμέσως με πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αντίστοιχου φορέα, όπως αυτές οριοθετούνται από το δημόσιο συμφέρον που υπηρετείς φορέας αυτός (δ) ο, κατά τις προηγούμενες περιπτώσεις, συνολικός χρόνος υπηρεσίας πρέπει να έχει παρασχεθεί κατά πλήρες ή μειωμένο ωράριο εργασίας και σε καθήκοντα ίδια ή παρεμφερή με αυτά που αναγράφονται στην αρχική σύμβαση, η προϋπόθεση δε του εδ.

α’ της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου πρέπει να συντρέχει κατά το χρόνο λήξης της σύμβασης (2) για τη διαπίστωση της συνδρομής των, κατά την προηγουμένη παράγραφο, προϋποθέσεων, ο εργαζόμενος υποβάλλει, εντός αποκλειστικής προθεσμίας 2 μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος, αίτηση προς τον οικείο φορέα, στην οποία αναφέρει τα στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών, αρμόδιο δε όργανο να κρίνει αιτιολογημένα, εάν συντρέχουν, κατά περίπτωσιν οι προϋποθέσεις της προηγουμένης παραγράφου, είναι το οικείο Υπηρεσιακό Συμβούλιο ή το όργανο που προσομοιώνεται με και όπου δεν υπάρχει το Δ.Σ.

ή το διοικούν όργανο του οικείου νομικού προσώπου ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό κατά την κείμενη νομοθεσία (3) οι ως άνω κρίσεις των αρμοδίων οργάνων, θετικές ή αρνητικές, διαβιβάζονται αμέσως στο Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού, το οποίο αποφαίνεται εντός τριών (3) μηνών από τη διαβίβαση σ’ αυτό των σχετικών κρίσεων.

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθ. 1 ν. 3320/ 2005 (θέματα προσωπικού Δημόσιου Τομέα, Οικονομικά, ΟΤΑ κ.λπ. ορίζεται ότι §1. Το προσωπικό με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ή σύμβαση έργου ή άλλη σχέση του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και των ΟΤΑ πρώτου και δεύτερου βαθμού, του οποίου οι συμβάσεις συνιστούν συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 11 του ΠΔ 164/2004, κατατάσσεται σε υφιστάμενες κενές οργανικές θέσεις με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ειδικότητας αντίστοιχης ή παρεμφερούς προς την ειδικότητα της σύμβασης του.

§2. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομίας και Οικονομικών και του οικείου, κατά περίπτωση Υπουργού, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, συνιστώνται οργανικές θέσεις προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, προκειμένου να καλυφθούν, άπου απαιτείται, οι διαπιστωθείσες πάγιες και διαρκείς ανάγκες, κατ* εφαρμογή του ΠΔ 164/2004.

§3. Η κατάταξη του προσωπικού γίνεται με απόφαση του αρμόδιου για την πρόσληψη οργάνου, η οποία δεν δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. §4. Οι κατατασσόμενοι λαμβάνουν τις αποδοχές της θέσης τους από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξης τους. Ο χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης έργου των κατατασσόμενων λογίζεται για όλες τις συνέπειες ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου.

§5. Για τους κατατασσόμενους ισχύει ο χρονικός περιορισμός της παρ. 2 του άρθρου 70 του ν. 2683/1999 "Κύρωση του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Υπαλλήλων και Υπαλλήλων ΝΠΔΔ και άλλες διατάξεις" για τη μετάταξη σε ανώτερη βαθμίδα, σύμφωνα με την διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 12 του ν. 323072004 (ΦΕΚ 44). Ως ημερομηνία πρόσληψης νοείται η ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξης".

Εξάλλου, με το ν.3205/2003 "Μισθολογικές ρυθμίσεις λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, μονίμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος και άλλες διατάξεις", οι διατάξεις των άρθ.2-13,15-18, 20-26, 27§2 και 28 του οποίου επεκτάθηκαν με την ΚΥΑ OIK.217093/0022/2014, εκδοθείσα κατ’ εξουσιοδότηση του άρθ. 21 του ως άνω νόμου, στο προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου που απασχολείται στο Δημόσιο κλπ., τα μισθολογικά κλιμάκια (μ.κ.) των υπαλλήλων των κατηγοριών πανεπιστημιακής, τεχνολογικής, δευτεροβάθμιας και υποχρεωτικής εκπαίδευσης καθορίσθηκαν με το άρθ. 3§ 1 αυτού σε 18 για κάθε κατηγορία με εισαγωγικό το 18° μ.κ., ενώ με το άρθ.5§§1 και 2 του ίδιου νόμου ορίζεται όπ για τη μισθολογική εξέλιξη των υπαλλήλων όλων των ως άνω κατηγοριών από κατώτερο σε ανώτερο μισθολογικό κλιμάκιο απαιτείται η αναφερομένη εκεί, κατά χρόνο, υπηρεσία και λαμβάνεται υπόψη γι’ αυτήν (μισθολογική εξέλιξη) ο χρόνος υπηρεσίας που ορίζεται στο άρθ. 15 του νόμου αυτού.

Ειδικότερα, σύμφωνα με το ως άνω άρθ.15§1, "Ως υπηρεσία για την εξέλιξη των υπαλλήλων στα μισθολογικά κλιμάκια του άρθρου 3 του παρόντος νόμου, λαμβάνεται υπόψη: α. Η υπηρεσία που προσφέρεται στο Δημόσιο, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ με σχέση εξαρτημένης εργασίας δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου αορίστου ή ορισμένου χρόνου....ι.

ο χρόνος παροχής υπηρεσίας με σύμβαση μίσθωσης έργου ή με ανάθεση κατ’ αποκοπήν εργασίας, εφόσον οι υπηρεσίες αυτές έχουν χαρακτηρισθεί με διάταξη νόμου ή με δικαστική απόφαση ότι διανύθηκαν με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου (εξαρτημένης) ή εφόσον σύμφωνα με τα υπηρεσιακά έγγραφα συντρέχουν σωρευτικά οι εξής προϋποθέσεις :

ί. απασχόληση κατά το σύνηθες δημοσιοϋπαλληλικό ωράριο ίί. παροχή εργασίας στο χώρο της δημόσιας υπηρεσίας και με την άμεση εποπτεία της υπηρεσίας και ίίί. αμοιβή ανάλογη με των προσλαμβανομένων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου". Τέλος, με το άρθ.20 εδ. α του ίδιου ως άνω νόμου, ορίζεται ότι "η κατάταξη των υπηρετούντων υπαλλήλων στα μ.κ.

του άρθρου 3 του νόμου αυτού, ανάλογα με την κατηγορία στην οποία ανήκουν, γίνεται με βάση τον συνολικό χρόνο υπηρεσίας τους, όπως αυτός ορίζεται στο άρθρο 15 του παρόντος νόμου, σύμφωνα με τα τυπικά τους προσόντα", συνυπολογίζεται δηλ. και στην περίπτωση αυτή, της κατάταξης σε μισθολογικά κλιμάκια και ο χρόνος απασχόλησης στο Δημόσιο κλπ.

με σύμβαση μίσθωσης έργου, κατά τη ρητή ως άνω διάταξη του προαναφερθέντος άρθ.15§1 περ. ι ν. 3205/2003. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων συνάγεται όπ οι κατατασσόμενοι σε θέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, κατ’ εφαρμογή του άρθ.11 ΠΔ 164/2004, που προηγουμένως παρείχαν υπηρεσίες στο Δημόσιο με σύμβαση μίσθωσης έργου, από και με την έκδοση της σχετικής πράξης κατάταξης δικαιούνται τις αποδοχές των εργαζομένων με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, νια τον καθορισμό των οποίων καθώς και νια τη μισθολογική τους εξέλιξη συνυπολογίζεται, ως χρόνος προϋπηρεσίας, και ο χρόνος απασχόλησης τους με σύμβαση μίσθωσης έργου, αφού έχει χαρακτηρισθεί και λογίζεται με διάταξη νόμου (άρθ. 1 §4 εδ.

β’ ν.3205/2003) ότι διανύθηκε στα πλαίσια σχέσης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ως προς όλες, μάλιστα, τις συνέπειες, το αυτό δε νια τον ως άνω λόγο ισχύει, συνυπολογίζεται δηλ. ο χρόνος αυτός της προηγουμένης παροχής υπηρεσιών με συμβάσεις μίσθωσης έργου, και για την κατάταξη στα αντίστοιχα μισθολογικά κλιμάκια. (ΑΠ 398/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του και όπως απ’ αυτήν προκύπτει, επί της αγωγής των αναιρεσιβλήτων, και άλλων προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην αναιρετική αυτή δίκη, δέχθηκε ακόμη, ότι, με βάση συμβάσεις που συνήφθησαν κατ’ επίκληση των διατάξεων του άρθρου 113 παρ. 5 του Ν.1892/1990 οι ενάγοντες προσλήφθηκαν και απασχολήθηκαν επί σειρά ετών μέχρι την κατάταξη τους σε θέσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου κατ’ εφαρμογή του άρθρου 11 του ΠΔ 164/2004 και του άρθρου 1 του ν. 3320/2005, στον καθαρισμό σχολείων πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, δηλαδή για την εξυπηρέτηση πάγιων και διαρκών αναγκών, αφού όπως έχει ήδη κριθεί από τα αρμόδια όργανα του εναγομένου, ο καθαρισμός των σχολείων της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης "αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για τη διαγωγή της όλης εκπαιδευτικής διαδικασίας (με αριθμό …19-4-2005 Πράξη Κεντρικού Υπηρεσιακού Συμβουλίου Διοικητικού Προσωπικού ΚΥΞΔΙΠ-Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων) καθώς και από το ΑΣΕΠ.

Απασχολήθηκαν έκτοτε για συνεχή έτη με αλληλοδιαδοχικές συμβάσεις που χαρακτηρίζονται ως "μίσθωση έργου" και είχαν τυπική χρονική διάρκεια περίπου δεκάμηνη (από 1η Σεπτεμβρίου μέχρι 30η Ιουνίου), δηλαδή ίση περίπου με τη σχολική περίοδο, ωστόσο στην πράξη απασχολούνταν και μετά το πέρας της αυλικής περιόδου και μέχρι την έναρξη της επόμενης.

Επισημαίνεται σχετικά ότι, όπως έχει κριθεί από τα αρμόδια όργανα του εναγομένου, "οι ανάγκες καθαρισμού των σχολικών εγκαταστάσεων είναι διαρκείς, δηλαδή καλύπτουν όλη τη διάρκεια του σχολικού έτους και η υποχώρηση τους κατά τους δυο μήνες των θερινών διακοπών και των δεκαπενθήμερων διακοπών κατά τις εορτές των Χριστουγέννων και του Πάσχα εξισορροπείται με τον εκτεταμένο καθαρισμό που πραγματοποιείται κατά την έναρξη και λήξη του σχολικού έτους και κατά την περίοδο των διακοπών των Χριστουγέννων και του Πάσχα", οι δε εργασίες πού εκτελούσαν υποχρεωτικά καθ’ όλη τη διάρκεια της απασχόλησης τους ήταν και ο καθημερινός καθαρισμός όλων των χώρων των σχολείων.

Περαιτέρω, εργάζονταν όχι σε χρόνο που επέλεγαν οι ίδιοι αλλά σε καθαρισμένο από τον εργοδότη τους ωράριο, δηλαδή πριν την έναρξη των μαθημάτων και μετά τη λήξη τους, στον τόπο που επίσης καθόριζε ο εργοδότης τους και τελούσαν, όπως έχει κριθεί από τα αρμόδια όργανα του εναγομένου, υπό την "εκ του σύνεγγυς καθοδήγηση και εποπτεία στην εκτέλεση του έργου καθαρισμού των σχολικών χώρων από τους Διευθυντές των σχολείων.

Επρόκειτο δηλαδή για εργασία που δεν ανταποκρινόταν στην έννοια του όρου "έργου", αλλά της εξαρτημένης εργασίας και που επιπλέον κάλυπτε σταθερές ανάγκες του εναγομένου, οι οποίες αποτελούν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του, όπως κρίθηκε και από το αρμόδια όργανα του εναγομένου και το ΑΣΕΠ. Ενώ, όμως, οι ενάγοντες εργάζονταν (και εξακολουθούν να εργάζονται) υπό συνθήκες εξαρτημένης εργασίας, η αμοιβή τους δεν ήταν ούτε είναι αντίστοιχη με αυτήν που προβλέπεται στις προαναφερόμενες διατάξεις και την οποία λαμβάνουν οι συνάδελφοι τους, που ανήκουν στο τακτικό προσωπικό του εναγομένου, παρ’ όλο που διαθέτουν τα ίδια προσόντα και εργάζονται υπό τις ίδιες ακριβώς συνθήκες.

Ενόψει αυτών, κατόπιν της θέσεως σε ισχύ του άρθρου 11 ΠΔ 164/2004, οι ενάγουσες υπέβαλαν αιτήσεις για τη θεώρηση των συμβάσεών τους ως συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου. Επί των αιτήσεών τους απεφάνθη θετικά το αρμόδιο Υπηρεσιακό Συμβούλιο και το ΑΣΕΠ οπότε με τους με αριθμούς .../17-12-2006 και .../10-1-2007 αποφάσεις του ΥΠΕΠΘ οι ενάγουσες κατετάγησαν σε θέσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, υπαγόμενες και αμειβόμενες έκτοτε σύμφωνα με τις διατάξεις του ενιαίου μισθολογίου του Δημοσίου.

Πλην όμως, ενώ κατετάγησαν κατ’ εφαρμογή του άρθρου 11 ΠΔ 164/2004 και του άρθρου 1 παρ. 4 του Ν. 3320/2005, η κατάταξή τους έλαβε χώρα χωρίς να ληφθεί υπ’ όψιν η προϋπηρεσία τους με συμβάσεις επιγραφόμενες ως μισθώσεις έργου, κατά παράβαση τόσο των αρχών του ορθού νομικού χαρακτηρισμού όσο και "Β της διάταξης του άρθρου 1 παρ. 4 του Ν. 3320/2005, όπου ορίζει ότι "ο χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης έργου των κατατασσόμενων λογίζεται για όλες τις συνέπειες ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου" και του άρθρου 15 παρ. 1 του Ν. 3205/2003, όπου ορίζεται ότι "ως υπηρεσία για την εξέλιξη των υπαλλήλων στα μισθολογικά κλιμάκια του άρθρου 3 του παρόντος νόμου, λαμβάνεται υπόψη:

α) Η υπηρεσία που προσφέρεται στο Δημόσιο, σε ΝΠΔΔ και ΟΤΑ με σχέση εξαρτημένης εργασίας δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου αοράτου ή ορισμένου χρόνου (....) ο χρόνος παροχής υπηρεσίας με σύμβαση μίσθωσης έργου εφ’ όσον οι υπηρεσίες αυτές έχουν χαρακτηρισθεί με διάταξη νόμου (....) ότι διανύθηκαν με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου (εξαρτημένης).

Έτσι κατετάγησαν στο εισαγωγικό (18ο) μισθολογικό κλιμάκιο, ενώ με βάση την προϋπηρεσία τους έπρεπε να είχαν καταταγεί στα παρακάτω αναφερόμενα για την καθεμία μισθολογικά κλιμάκια και να λαμβάνουν βασικό μισθό αναλόγως της προϋπηρεσίας τους, καθώς η προϋπηρεσία τους διανύθηκε υπό συνθήκες εξαρτημένης εργασίας, κατά τα προεκτεθέντα.

Κρίνοντας, έτσι, το εφετείο, που διέλαβε στην απόφαση του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου, τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 103 παρ.7 και 8 του Συντάγματος, 8 παρ.3 Ν.2112/1920, 18 παρ.2 περ.β’ και 21 Ν.2190/1994, 11 ΠΔ 164/2004, 1 παρ.3-5, 2 παρ.1 Ν.3320/2005, 2 παρ.1, 3 παρ.1 και 4, 5 παρ.1 και 2, 15 και 20 Ν.3205/2003, 6 παρ.1 Ν.2527/1997 και συνεπώς είναι αβάσιμοι οι περί του αντιθέτου δεύτερος και τρίτος αναιρετικοί λόγοι από το άρθρο 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ.

IV. Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν στο αιτιολογικό της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν περιγράφονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοσθέντος κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρισίμων πραγματικών γεγονότων, όχι όμως όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναχθέντος απ’ αυτές και με σαφήνεια διατυπωμένου αποδεικτικού πορίσματος.

Η θεμελίωση του τελευταίου λόγου προϋποθέτει ελλείψεις σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όπως είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συνθέτουν την ιστορική βάση και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως. Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών αν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 241/2013).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, επιδικάζοντας μέρος των αιτουμένων διαφορών αποδοχών των εναγουσών, έλαβε υπόψη του και την προγενέστερη από 21-12-2007 αγωγή των ιδίων κατά του εναγομένου ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών. (αριθ.καταθ.2856/2007) που προσδιορίστηκε να συζητηθεί κατά τη δικάσιμο στις 3-12-2008, οπότε και ματαιώθηκε.

Η αγωγή αυτή από το δικόγραφο της οποίας παραιτήθηκαν οι ενάγουσες με την ένδικη αγωγή κατά τις παραδοχές του Εφετείου, διέκοψε την παραγραφή των αξιώσεων των εναγουσών για τα επίδικα έτη 2006-2007, καθόσον βασιζόταν στην ίδια ακριβώς με την ένδικη αγωγή νομική και ιστορική αιτία και οι ενάγουσες ζητούσαν διαφορές αποδοχών για τα έτη 2001-2007, λόγω μη υπολογισμού της προϋπηρεσίας τους.

Με το περιεχόμενο αυτό, όμως, η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ελλιπείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς το γεγονός της ύπαρξης ή όχι πλήρους ταύτισης μεταξύ των δύο αγωγών. Και τούτο γιατί το Εφετείο δεν παραθέτει ως όφειλε, για την πληρότητα των αιτιολογιών της απόφασής του, το ειδικότερο περιεχόμενο της προγενέστερης αγωγή, προκειμένου να διαπιστωθεί αν υπάρχει πλήρης ταύτιση των πιο πάνω αγωγών, τόσο ως προς τη νομική και πραγματική βάση των αξιώσεων, όσο και των υποκειμένων αυτών (εναγόντων).

Συνεπώς ο πέμπτος αναιρετικός λόγος, από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ, κατά την επιτρεπτή νοηματική του απόδοση, είναι βάσιμος.

V) Επειδή, η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος η οποία ορίζει ότι "οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου", καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των πολιτών έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, δεσμεύει και υποχρεώνει τον κοινό νομοθέτη , όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές, εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων.

Επομένως, αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλεισθεί από τη ρύθμιση αυτή, κατ’ αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλλει την ειδική μεταχείριση, η διάταξη αυτή που εισάγει την αδικαιολόγητη δυσμενή μεταχείριση είναι ανίσχυρη, ως αντισυνταγματική.

Τα ίδια ισχύουν και όταν η ειδική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικώς μισθωτό, οπότε, στην περίπτωση κατά την οποία διαπιστώνεται αδικαιολόγητη διάκριση, τα δικαστήρια επιδικάζουν την παροχή αυτή και σε εκείνους που αδικαιολόγητα εξαιρούνται. Η παροχή όμως αυτή θα πρέπει να είναι νόμιμη, διότι εάν αυτή χορηγήθηκε κατά παράβαση του Συντάγματος, των νόμων ή της δι’ αυτών χορηγούμενης εξουσιοδότησης προς τη Διοίκηση, επέκτασης αυτής και σε άλλη κατηγορία μισθωτών δεν είναι επιτρεπτή, διότι ισότητα στην παρανομία δεν νοείται.

Ειδικότερα, όταν παρέχεται από το νόμο εξουσία στη διοικητική αρχή να ρυθμίζει θέματα με την έκδοση κανονιστικής πράξης, παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας, κατ’ αρχήν, δεν αφίσταται, διότι η εκτίμηση της σκοπιμότητας, για την έκδοση ή μη κανονιστικής πράξης και για το χρόνο έκδοσης αυτής, ανήκει στην ανέλεγκτη από το δικαστή κρίση της Διοίκησης.

Εξαίρεση από την αρχή αυτή υπάρχει, είτε όταν η νομοθετική εξουσιοδότηση επιβάλλει την υποχρέωση για την έκδοση της κανονιστικής πράξης, εφόσον συντρέχουν ορισμένες αντικειμενικές προϋποθέσεις ή εντός ορισμένης προθεσμίας, είτε όταν η υποχρέωση της Διοίκησης να προβεί σε κανονιστική ρύθμιση προκύπτει ευθέως από το Σύνταγμα.

Εξάλλου, με τις διατάξεις του Ν. 2738/1998 (Κεφάλαιο Α’ ) εισήχθη ο θεσμός των συλλογικών διαπραγματεύσεων για τη σύναψη συλλογικών συμβάσεων εργασίας στη Δημόσια Διοίκηση. Κατά το άρθρο 3 παρ.1 του νόμου αυτού, η συλλογική σύμβαση εργασίας ρυθμίζει τους όρους κατ τις συνθήκες απασχόλησης των υπαλλήλων, για τα θέματα που προβλέπονται στην παρά¬γραφο 2 του ίδιου άρθρου, μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβάνονται και θέματα μισθών.

Στο άρθρο 13 με τον τίτλο "Συλλογικές συμφωνίες" προβλέπονται στις παρ. 1 και 2 τα ακόλουθα : "1. Συλλογική διαπραγμάτευση για τη ρύθμιση ζητημάτων των όρων και συνθηκών απασχόλησης των υπαλλήλων, που δεν ρυθμίζονται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 3 του παρόντος λόγω συνταγματικών περιορισμών (όπως είναι ιδίως ζητήματα μισθών, συντάξεων, σύστασης οργανικών θέσεων, προσόντων, τρόπου διορισμού, κ.λ.π.), μπορεί να καταλήγει σε συλλογική συμφωνία. 2.

Η συμφωνία αυτή δεν αποτελεί συλλογική σύμβαση εργασίας, συνεπάγεται όμως για το Δημόσιο ή ν.π.δ.δ. ή ο.τ.α., α) είτε την έκδοση κανονιστικών πράξεων, εφόσον τα θέματα της συμφωνίας μπορεί να ρυθμιστούν κανονιστικώς βάσει υπάρχουσας σχετικής εξουσιοδότησης νόμου, β) είτε την προώθηση σχετικής νομοθετικής ρύθμισης των θεμάτων της συμφωνίας.

Αντικείμενο του περιεχομένου της συμφωνίας μπορεί να αποτελεί και ο χρόνος υλοποίησης της δέσμευσης για έκδοση κανονιστικών πράξεων ή προώθησης νομοθετικών ρυθμίσεων, κατά περίπτωση". Στη συνέχεια με το άρθρο 14, με τον τίτλο, "Υλοποίηση συλλογικών συμφωνιών" του ν. 301672002 "για την εταιρική διακυβέρνηση, θέματα μισθολογίου και άλλες διατάξεις", ορίσθηκαν τα εξής: "1.

Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού ρυθμίζονται τα θέματα των συλλογικών συμφωνιών που συνάπτονται κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 13 του ν. 2738 /1993 και αφορούν θέματα μισθών και αμοιβών, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που υπεγράφησαν το 2001. 2.

Με όμοιες αποφάσεις οι ρυθμίσεις της προηγουμένης παραγράφου είναι δυνατόν να επεκτείνονται εν όλω ή εν μέρει, και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α) και λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ), που δεν συμμετείχε στη σύναψη των συλλογικών, συμφωνιών του άρθρου 13 του ν. 2738/1999 και μέχρι του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ. 3.Αν καταβάλλονται οποιουδήποτε είδους πρόσθετες μισθολογικές παροχές, που υπολείπονται του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ, επιτρέπεται να χορηγείται μόνο η διαφορά μέχρι του ποσού αυτού.

Οι ρυθμίσεις αυτές όσον αφορά το προσωπικό των Ο.Τ.Α και το προσωπικό των λοιπών Ν.Π.Δ.Δ. περιορίζονται στις υφιστάμενες από τον προϋπολογισμό τους δυνατότητες. 4. Με τις προβλεπόμενες από τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου αυτού κοινές υπουργικές αποφάσεις καθορίζονται ειδικότερα : α) Οι δικαιούχοι των παροχών και το ύψος τους, λαμβάνοντας υπόψη για τη χορήγηση ή μη των παροχών αυτών το συνολικό ποσό των καταβαλλομένων μηνιαίων αποδοχών και λοιπών παροχών, επιδομάτων και αποζημιώσεων από οποιαδήποτε πηγή, β) οι όροι, οι προϋποθέσεις και οι περιορισμοί για τη χορήγηση των ανωτέρω παροχών, η διαδικασία και ο χρόνος καταβολής, καθώς και ο τρόπος αντιμετώπισης της σχετικής δαπάνης ...5... 6.

Οι διατάξεις του άρθρου αυτού ισχύουν από 1.1.2002". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι οι Υπουργοί Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και ο κατά περίπτωση αρμόδιος Υπουργός, δεν είχαν υποχρέωση, αλλ’ απλώς διακριτική ευχέρεια να εκδώσουν, μετά από εκτίμηση της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας, κοινές υπουργικές αποφάσεις, με τις οποίες να επεκτείνουν, εν όλω ή εν μέρει, τις ευνοϊκές μισθολογικές ρυθμίσεις που προβλέπονται από κοινές υπουργικές αποφάσεις, εκδιδόμενες δυνάμει συλλογικών συμφωνιών κατά την παράγραφο 1 και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, που δεν συμμετείχαν στη σύναψη συλλογικών συμφωνιών.

Σε περίπτωση δε επέκτασης των ευνοϊκών αυτών μισθολογικών ρυθμίσεων, οι ανωτέρω Υπουργοί είχαν, περαιτέρω διακριτική ευχέρεια, κατ’ εκτίμηση, επίσης, της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας, να καθορίσουν το ύψος της πρόσθετης μισθολογικής παροχής, η οποία πάντως δεν μπορούσε να υπερβαίνει το ποσό των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ.

Περαιτέρω, προϋπόθεση για τη χορήγηση πρόσθετης μισθολογικής παροχής, κατ’ εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης ήταν, ενόψει των οριζομένων στην παρ. 3 του ίδιου ως άνω άρθρου 14 καθώς και του σκοπού της ρύθμισης, που συνίστατο, κατά τα αναφερόμενα στη σχετική εισηγητική έκθεση, στην ενίσχυση των χαμηλόμισθων υπαλλήλων, να μη λαμβάνει ο υπάλληλος οποιουδήποτε είδους άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή, ίση ή ανώτερη με το ανωτέρω ποσό.

Σε περίπτωση δε υπαλλήλων που ελάμβαναν άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή, μικρότερη από το ποσό αυτό, ήταν επιτρεπτό να χορηγηθεί, με τις ανωτέρω υπουργικές αποφάσεις, μόνον η διαφορά έως το εν λόγω ποσό. Ενόψει των ανωτέρω δεν συνιστά παραβίαση των προαναφερομένων διατάξεων η παράλειψη της Διοίκησης να ασκήσει την προβλεπόμενη από τις διατάξεις αυτές κανονιστική αρμοδιότητα, με την έκδοση υπουργικής απόφασης για την επέκταση της χορήγησης της ένδικης παροχής και, πάντως, δεν ήταν επιτρεπτή η χορήγηση σε υπαλλήλους, οι οποίοι ελάμβαναν οποιουδήποτε είδους άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή, ίση ή ανώτερη με το ποσό των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ (Ολ.ΣτΕ 95/2013).

Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται, επίσης, ότι η παροχή των 176 ευρώ συνιστά "ειδική παροχή", καταβαλλόμενη υπό προϋποθέσεις σε χαμηλόμισθους υπαλλήλους και όχι γενική προσαύξηση των αποδοχών όλων των υπαλλήλων που υπάγονται στο ενιαίο μισθολόγιο της Δημόσιας Διοίκησης και αμείβονται σύμφωνα με αυτό, εξομοιούμενη με μισθό.

Η δε τυχόν κατά παράβαση των εξουσιοδοτικών διατάξεων του άρθρου 14 παρ. 2.3 και 4 του Ν. 3016/2002, συστηματική έστω, έκδοση κοινών υπουργικών αποφάσεων, για τη χορήγηση της ειδικής παροχής των 176 ευρώ σε διάφορες κατηγορίες υπαλλήλων του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, συνιστά μη επιτρεπόμενη από το Σύνταγμα τροποποίηση των εξουσιοδοτικών ως άνω διατάξεων εκ μέρους της Διοίκησης και δεν μπορεί να μεταβάλει τη φύση της ειδικής αυτής παροχής, σε γενική προσαύξηση των αποδοχών όλων των ανωτέρω υπαλλήλων.

Εάν ο νομοθέτης ήθελε την παροχή αυτή ως γενική προσαύξηση των αποδοχών όλων των υπαλλήλων που υπάγονται στο ενιαίο μισθολόγιο της Δημόσιας Διοίκησης, θα το όριζε ρητά και δεν θα παρείχε σ’ αυτή, με εξουσιοδοτικές διατάξεις τυπικού νόμου, τη διακριτική ευχέρεια, υπό τις προεκτεθείσες και μόνο προϋποθέσεις, να εκδώσει κανονιστικές πράξεις για τη χορήγηση της.

Ακολούθως, με το άρθρο 28 παρ. 4 του Ν. 3205/2003 "μισθολογική ρύθμιση λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, μονίμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος και άλλες συναφείς διατάξεις", καταργήθηκε, από 1-1-2004 (άρθρο 56 του νόμου αυτού) εκτός των άλλων, "το άρθρο 14 του Ν. 3016/2002 (ΦΕΚ Α’ 110) και όλες οι κοινές υπουργικές αποφάσεις που εκδόθηκαν κατ’ εξουσιοδότηση του".

Με το άρθρο 24 παρ. 3 του ίδιου νόμου 3205/2003 ορίσθηκε ότι τα θέματα που ρυθμίζονται με το νόμο αυτό δεν αποτελούν αντικείμενο συλλογικών διαπραγματεύσεων και ότι η χορήγηση οποιονδήποτε άλλων παροχών ή αποζημιώσεων εν γένει, πέραν των προβλεπομένων στο νόμο αυτόν, επιτρέπεται μόνο με τροποποίηση των διατάξεων του και με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου του νόμου αυτού ορίσθηκε ότι, " ...

ποσά που καταβάλλονται μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, σύμφωνα με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, που εκδόθηκαν κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 ,ως ειδική παροχή, διατηρούνται ως προσωπική διαφορά μειούμενη από οποιαδήποτε μελλοντική χορήγηση νέου επιδόματος, παροχής ή αποζημιώσεως ή από αύξηση του κινήτρου απόδοσης του άρθρου 12 του ίδιου νόμου.

Οι ανωτέρω κοινές υπουργικές αποφάσεις καταργούνται από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου...Μετά την 31-12-2003 δεν καταβάλλεται σωρευτικά η ως άνω προσωπική διαφορά μαζί με οποιαδήποτε πρόσθετη μισθολογική παροχή που συμψηφιζόταν με αυτή, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002 και τις κατ’ εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσες κοινές υπουργικές αποφάσεις ...".

Από τις αμέσως ανωτέρω διατάξεις προκύπτει, ότι με την κατάργηση του άρθρου 14 του Ν.3016/2002 καθώς και των κατ’ εξουσιοδότηση αυτού εκδοθεισών ΚΥΑ, για να μη χειροτερεύσει η μισθολογική κατάσταση των χαμηλόμισθων υπαλλήλων από 1-1-2004, οι οποίοι ελάμβαναν μέχρι την 31-12-2003 την ειδική παροχή των 176 ευρώ, με βάση κοινές υπουργικές αποφάσεις που είχαν εκδοθεί, διατηρήθηκε η ειδική αυτή παροχή, ως προσωπική διαφορά για τους υπαλλήλους αυτούς, υπό την προϋπόθεση ότι αυτοί δεν ελάμβαναν άλλη πρόσθετη παροχή ίση ή μεγαλύτερη του ποσού των 176 ευρώ, η οποία συμψηφιζόταν με την παροχή αυτή, μειούμενη σε περίπτωση χορήγησης οποιασδήποτε μελλοντικής παροχής ή νέου επιδόματος ή αποζημιώσεως ή αύξησης του κινήτρου απόδοσης.

Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 3 του Ν. 3336/2005, με τον τίτλο "Εισοδηματική πολιτική έτους 2005", που ορίζει ότι, "Οι υπάλληλοι του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟTA, οι οποίοι διορίσθηκαν ή μετατάχθηκαν μετά την 1-1-2004 σε Υπηρεσίες, στους υπαλλήλους των οποίων χορηγούνται τα ποσά που διατηρήθηκαν ως προσωπική διαφορά με τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 24 του ν. 3205/2003, δικαιούνται την καταβολή της προσωπικής διαφοράς, με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις που τη λαμβάνουν και οι υπόλοιποι υπάλληλοι των Υπηρεσιών αυτών.

Η διάταξη αυτή έχει εφαρμογή από 1-1-2005", προκύπτει, ότι απαραίτητη προϋπόθεση για τη χορήγηση, ως προσωπικής διαφοράς, της ειδικής παροχής των 176 ευρώ, σε υπαλλήλους που διορίσθηκαν ή μετατάχθηκαν μετά την 1-1-2004, σε Υπηρεσίες που διατηρήθηκε ως προσωπική διαφορά η παροχή των 176 ευρώ, είναι να τη λαμβάνει το προσωπικό των Υπηρεσιών, στην οποία οι υπάλληλοι διορίσθηκαν ή μετατάχθηκαν, καθώς και η νόμιμη χορήγηση της στους υπαλλήλους των Υπηρεσιών αυτών, διότι αν οι τελευταίοι υπάλληλοι λαμβάνουν την προσωπική ¬διαφορά, χωρίς να συντρέχουν οι νόμιμοι όροι και προϋποθέσεις για την απόληψή της, μεταξύ των οποίων είναι, να μη λαμβάνουν άλλες πρόσθετες παροχές ίσες ή ανώτερες του ποσού των 176 ευρώ, που συμψηφίζονται με την παροχή αυτή, οι διορισθέντες ή μεταταχθέντες στις Υπηρεσίες αυτές δεν τη δικαιούνται από 1-1-2005, με βάση την αρχή της ισότητας, διότι, όπως προαναφέρθηκε, ισότητα στην παρανομία δεν νοείται.

Στην προκείμενη περίπτωση, η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε ότι οι ενάγουσες - αναιρεσίβλητες, υπαγόμενες και αμειβόμενες σύμφωνα με τις διατάξεις του ενιαίου μισθολογίου του προσωπικού του Δημοσίου, δικαιούνται να λάβουν, για τα αναφερόμενα στην απόφαση χρονικό διάστημα (2005 - 2008), μεταξύ άλλων και την επίδικη παροχή του άρθρου 14 του Ν.3016/2002, εφόσον από μισθολογικής άποψης δικαιούνται των αποδοχών που προβλέπονται στο ενιαίο μισθολογικό καθεστώς και η ένδικη παροχή έχει ήδη χορηγηθεί και σε άλλες κατηγορίες μισθωτών, με σχέση δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου, σε πλείστες κατηγορίες υπηρεσιών της Δημόσιας διοίκησης και ΝΠΔΔ, χωρίς ειδικές προϋποθέσεις.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 14 Ν.3016/2002 και 24 παρ.2 Ν.3205/2003 τις οποίες παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου. Και τούτο γιατί, η παροχή των 176€ δεν συνιστά ευθεία και γενική αύξηση των αποδοχών όλων των υπαλλήλων του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, εξομοιούμενη με μισθό, με μόνη προϋπόθεση την υπαγωγή αυτών στο ενιαίο μισθολόγιο του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης, αλλ’ αποτελεί ειδική παροχή, μη εξομοιούμενη με μισθό και παρέχεται εάν η Διοίκηση ασκήσει τη διακριτική της ευχέρεια, μετά συνεκτίμηση της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας, να εκδώσει κανονιστική πράξη για επέκταση της χορήγησης της παροχής αυτής σε υπαλλήλους, οι οποίοι πληρούν τις προϋποθέσεις που τάσσει το άρθρο 14 Ν.3016/2002, μία των οποίων είναι να μην λαμβάνει ο υπάλληλος άλλες πρόσθετες παροχές ίσες ή ανώτερες του ποσού των 176 €.

Διέλαβε δε, στην προσβαλλόμενη απόφαση, ανεπαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο και τούτο διότι, ουδόλως εκτίθενται τα αναγκαία κατά νόμο περιστατικά, που απαιτούνται για την υπαγωγή των αναιρεσιβλήτων στις διατάξεις του άρθρου 14 Ν.3016/2002. Επιπλέον, δεν αιτιολογείται στην απόφαση με ποιο τρόπο οι ενάγουσες κατέστησαν δικαιούχες της πιο πάνω παροχής, καθόσον δεν διαλαμβάνονται παραδοχές ότι δικαιούχοι της παροχής αυτής είναι όλοι οι υπάλληλοι του Δημοσίου και ΝΠΔΔ, μόνιμοι ή με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, που αμείβονται σύμφωνα με τις διατάξεις του ενιαίου μισθολογίου του Δημοσίου (Ν.3205/2003) και τέλος, δεν αιτιολογείται αν οι ενάγουσες λαμβάνουν άλλου είδους πρόσθετες μισθολογικές παροχές, ίσες ή ανώτερες του ποσού των 176€, που συμψηφίζονται με την παροχή αυτή.

Συνεπώς, είναι βάσιμος ο τέταρτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ.

V. Κατόπιν αυτών πρέπει ν’ αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τα πληττόμενα κεφάλαια αυτής, που αναφέρεται στην "ειδική παροχή των 176€ και τη διακοπή τη παραγραφής των αξιώσεων για τα έτη 2006 - 2007 και να παραπεμφθεί, κατά ταύτα, η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών, συγκείμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που την εξέδωσαν κατ’ εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 580 παρ.3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει, καθόσον η υπόθεση χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνιση. Τέλος, πρέπει να συμψηφιστούν τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων λόγω της μερικής νίκης και ήττας αυτών (ΚΠολΔ 176, 183).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την απόφαση 4412/2014 του Εφετείου Αθηνών κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό κεφάλαια.

Παραπέμπει, κατά τούτο, την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκείμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που την εξέδωσαν. Και Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Νοεμβρίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Ιανουαρίου 2016.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ