Supreme Court dismisses appeal on writ of execution due to lack of private document proving debt interest.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Third Instance Court's decision regarding a writ of execution. The appellant argued that a statement of service constituted a private document proving the debt, but the court held it lacked the necessary legal intent of the debtor. Consequently, the court ruled that the procedural prerequisites for issuing a writ of execution were not met without a formal private document or court judgment.
Legislator headnote
AI generatedArticles 623 and 624 of the Code of Civil Procedure; A writ of execution requires a monetary claim proven by a public or private document containing the debtor's legal intent to assume the obligation, which a statement of service does not satisfy.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 694 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 694/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα - Εισηγήτρια, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 10 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Χριστοφορίδη και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ως οιονεί καθολικής διαδόχου της Εταιρείας με την επωνυμία "...", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Μουσά με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/3/2016 ανακοπή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 99/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1056/2020 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12/10/2020 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση από 12-10-2020 (8460/1004/30-10-2020) αίτηση αναίρεσης, με την οποία προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα, 1056/2020 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής, κατ' άρθρο 577 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 623 και 624 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, μεταξύ των ουσιαστικών και διαδικαστικών προϋποθέσεων, με τη συνδρομή των οποίων, μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής, είναι αφενός μεν η ύπαρξη χρηματικής απαίτησης του αιτούντος, αφετέρου δε η απαίτηση αυτή και το ποσό της να αποδεικνύονται άμεσα από δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο ή από συνδυασμό τέτοιων εγγράφων.
Ως ιδιωτικά έγγραφα νοούνται τα κατά τις διατάξεις 432 επ. του Κ.Πολ.Δ., από τα οποία προκύπτουν τα πρόσωπα του οφειλέτη και του δανειστή, δηλαδή, τα έγγραφα, τα οποία πρέπει να περιέχουν δικαιοπρακτική βούληση του οφειλέτη ότι αναλαμβάνει υποχρέωση έναντι του δανειστή και να φέρουν την υπογραφή του ή να περιέχουν την εξώδικη ομολογία αυτού (Α.Π. 1850/2017, Α.Π. 1342/2017, Α.Π. 872/2017, Α.Π. 682/2015, α.π. 1608/2014, Α.Π. 1342/2013, Α.Π. 1347/2011, Α.Π. 665/2006, Α.Π. 448/2006).
Στην έννοια του δημόσιου εγγράφου περιλαμβάνεται και η τελεσίδικη δικαστική απόφαση, που αναγνωρίζει την απαίτηση ή το οφειλόμενο ποσό, η οποία εκδόθηκε σε άλλη δίκη επί αγωγής του αιτούντος την έκδοση διαταγής πληρωμής κατά του καθ' ου πρόκειται να εκδοθεί αυτή. Έτσι, εκείνος, που πέτυχε να εκδοθεί τελεσίδικη δικαστική απόφαση υπέρ αυτού, η οποία αναγνωρίζει τη χρηματική απαίτηση και αποτελεί δεδικασμένο στις μεταξύ αυτού και του αντιδίκου του σχέσεις, κατά τα στις ανωτέρω διατάξεις εκτιθέμενα, ως προς την ύπαρξη της διαγνωσθείσας απαίτησης, μπορεί να αποκτήσει τίτλο εκτελεστό για την αναγνωρισθείσα τελεσιδίκως απαίτησή του, να ζητήσει, δηλαδή, την έκδοση υπέρ αυτού διαταγής πληρωμής, κατά τη διαδικασία των άρθρων 623 επ.
του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 665/2006, Α.Π. 448/2006, Α.Π. 124/2005, Α.Π. 1424/2004). Από τις ίδιες δε διατάξεις των άρθρων 623 επ. του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αντικείμενο της αίτησης δεν είναι η διάγνωση της ουσιαστικής αξίωσης του αιτούντος, αλλά ο εξοπλισμός της με τίτλο εκτελεστό, ανεξάρτητα από την αυθεντική διάγνωση της σχετικής αξίωσης.
Εάν η απαίτηση ή το ποσό αυτής δεν αποδεικνύονται εγγράφως, ο δικαστής οφείλει, κατ' άρθρο 628 του ίδιου Κώδικα, να μην εκδώσει διαταγή πληρωμής, εάν δε, παρά την έλλειψη της διαδικαστικής αυτής προϋπόθεσης, εκδοθεί διαταγή πληρωμής, τότε αυτή ακυρώνεται, ύστερα από ανακοπή του οφειλέτη, κατά τα άρθρα 632 και 633 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1130/2020, Α.Π. 999/2019, Α.Π. 368/2019).
Η ακύρωση της διαταγής πληρωμής για το λόγο αυτό απαγγέλλεται, λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου, ανεξαρτήτως της ύπαρξης και της δυνατότητας απόδειξης της απαίτησης με άλλα μέσα (Ολ.Α.Π. 10/1997, Α.Π. 341/2021, Α.Π. 1094/2020). Περαιτέρω, εάν οι λόγοι της ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής είναι μόνο τυπικοί, όπως η μη απόδειξη της απαίτησης και του ποσού αυτής εγγράφως, αντικείμενο της δίκης και, κατά συνέπεια, της δικαιοδοτικής κρίσης του δικαστηρίου που δικάζει την ανακοπή δεν καθίσταται και το ζήτημα της ύπαρξης ή μη της απαίτησης, για την οποία εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, αφού, με μόνη τη διαπίστωση της βασιμότητας του τυπικού αυτού λόγου της ανακοπής, γίνεται δεκτό το αίτημα αυτής και ακυρώνεται άνευ ετέρου η διαταγή πληρωμής.
Στην περίπτωση αυτή, για την παραδοχή της ανακοπής, δεν αποτελεί προκριματική ζήτημα η ύπαρξη της απαίτησης και, ως εκ τούτου, δεν ερευνάται παρεμπιπτόντως αυτό από το δικαστήριο της ανακοπής (ολ. Α.Π. 10/1997, Α.Π. 124/2005).
Σύμφωνα με τη διάταξη από τον αριθμό 1 α' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., κανόνας ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. Α.Π. 10/2011, Α.Π. 349/2021, Α.Π. 341/2021, Α.Π. 1527/2017). Με τον από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετικό λόγο ελέγχεται κάθε μορφή ανισχύρου των διαδικαστικών πράξεων, ήτοι το ανυπόστατο, το απαράδεκτο ή η ακυρότητα, που πηγάζει από άμεση παραβίαση διατάξεως δικονομικής φύσης (Ολ.Α.Π. 1331/1985). Ο λόγος αυτός ιδρύεται και, αν, εσφαλμένα, απορρίφθηκε η ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής, λόγω μη έγγραφης απόδειξης της απαίτησης (Ολ.Α.Π. 10/1997).
Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "Η καθ' ης η ανακοπή και ήδη εκκαλούσα άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά της εταιρείας με την επωνυμία ..., της οποίας καθολική διάδοχος κατέστη κατά τη εκκρεμοδικία η νυν ανακόπτουσα-εφεσίβλητη...
και κατά των νομίμων εκπροσώπων αυτής, Αναστασίου Δεληγιώργη και Κωνσταντίνου Κατσαρού την από 29.12.2006 και υπ' αριθμ. καταθ. Γ.Α.Κ. 226004/Α.Κ.Δ. 12094/2006 καταψηφιστική αγωγή η οποία επιδόθηκε στην πρώτη εναγομένη την 16.01.2007, στον δεύτερο εναγόμενο την 16.01.2007 και στον τρίτο εναγόμενο την 01.02.2007... Με την αγωγή αυτή η καθ' ης η ανακοπή και ήδη εκκαλούσα ζητούσε α) να καταδικαστεί η πρώτη εναγομένη στην καταβολή του ποσού των 2.500.000 ευρώ ως ποινική ρήτρα, η οποία έχει καταπέσει σύμφωνα με το άρθρο 6 του από 20.12.2005 μνημονίου συνεργασίας που είχε υπογραφεί μεταξύ τους κατά τη διάρκεια διαπραγματεύσεων, λόγω παραβίασης από την εναγομένη της υποχρέωσης εμπιστευτικότητας και αποκλειστικότητας κατά τις διαπραγματεύσεις αυτές και υπαίτιας διακοπής αυτών με την εξαγορά του πλειοψηφικού πακέτου των μετοχών της εν λόγω εταιρείας από την εδώ ανακόπτουσα και ήδη εφεσίβλητη, β) να καταδικαστούν και οι τρεις εναγόμενοι, εις ολόκληρον ο καθένας, στην καταβολή ποσού 227.544,79 ευρώ, ως αποζημίωση για δαπάνες από τις διαπραγματεύσεις, στις οποίες υποβλήθηκε η ενάγουσα και τέλος γ) να καταδικαστούν επίσης όλοι οι εναγόμενοι, εις ολόκληρον, στην καταβολή ποσού 5.000.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από την ενάντια στα χρηστά ήθη και στην καλή πίστη συμπεριφορά τους.
Επισημαίνεται ότι με την αγωγή της αυτή η ενάγουσα δεν ζητούσε την καταβολή τόκων για τα αιτούμενα ποσά. Η ίδια η ενάγουσα και ήδη καθ' ης η ανακοπή-εκκαλούσα με τις από 7-5-2009 προτάσεις της επί της αγωγής αυτής αλλά και με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου της δικηγόρου που καταχωρήθηκε στα πρακτικά του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου κατά τη συζήτηση της αγωγής έτρεψε το αίτημά της από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, για όλα τα ποσά που αναφέρονται στην παραπάνω αγωγή, χωρίς και πάλι να διαλάβει στις προτάσεις της αίτημα να αναγνωριστεί ότι τα ποσά αυτά της οφείλονται εντόκως από την επίδοση της αγωγής στους εναγομένους.
Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε σε πρώτο βαθμό την αγωγή, με την υπ' αριθμ. 6051/2009 απόφασή του, δέχθηκε εν μέρει τούτη (αγωγή) και αναγνώρισε την υποχρέωση της πρώτης εναγομένης να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 200.000 ευρώ ως ποινική ρήτρα που κατέπεσε, καθώς και την υποχρέωση των δεύτερου και τρίτου των εναγομένων, εις ολόκληρον εκάστου, να καταβάλουν στην ενάγουσα το ποσό των 50.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη η τελευταία, ατόκως, ελλείψει σχετικού αιτήματος της ενάγουσας, όπως επί λέξει διαλαμβάνεται στην ανωτέρω απόφαση.
Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκαν αντίθετες εφέσεις... Επί των αντιθέτων αυτών εφέσεων, οι οποίες συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 2543/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε μερικώς την έφεση της ενάγουσας (νυν εκκαλούσας) και απέρριψε τις αντίθετες εφέσεις της πρώτης εναγομένης (νυν εφεσίβλητης) και των λοιπών εναγομένων, εξαφάνισε την εκκαλουμένη ως άνω απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (6051/2009) κατά τα κεφάλαια αυτής που αφορούσαν την καταπεσούσα ποινική ρήτρα και τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, δίκασε ως προς τα κεφάλαια αυτά και αναγνώρισε ότι η πρώτη εναγομένη (ήδη ανακόπτουσα - εφεσίβλητη), η οποία εν τω μεταξύ υπεισήλθε στη θέση της αρχικώς εναγομένης, ως καθολική διάδοχος αυτής...
υποχρεούται να καταβάλει στην ενάγουσα (ήδη καθ' ης η ανακοπή - εκκαλούσα) το ποσό των 400.000 ευρώ ως καταπεσούσα ποινική ρήτρα... και όλοι οι εναγόμενοι, εις ολόκληρον ο καθένας, το ποσό των 50.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, αμφότερα δε τα ποσά αναγνωρίστηκε ότι οφείλονται, χωρίς να διαλαμβάνεται κάποια διάταξη στην απόφαση σχετικά με τους νόμιμους τόκους, αφού δεν είχε υποβληθεί τέτοιο αίτημα εκ μέρους της ενάγουσας.
Κατά της ανωτέρω απόφασης του Εφετείου Αθηνών η ανακόπτουσα άσκησε αίτηση αναιρέσεως, επί της οποίας εξεδόθη η υπ' αριθμ. 1219/2017 απορριπτική απόφαση του Αρείου Πάγου. Επί τη βάσει της ως άνω τελεσίδικης κατά το χρόνο υποβολής της αιτήσεως και ήδη αμετάκλητης αποφάσεως (2453/2014 Εφετείου Αθηνών) η καθ' ης η ανακοπή ζήτησε και πέτυχε την έκδοση της υπ' αριθμ. 13.526/2015 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δυνάμει της οποίας διατάχθηκε η ανακόπτουσα και ήδη εφεσίβλητη να καταβάλει στην εκκαλούσα το ποσό των 90.265,67 ευρώ και ειδικότερα ποσό 50.000 ευρώ για κεφάλαιο και ποσό 40.265,67ευρώ για τόκους από την επίδοση της ως άνω αγωγής (02.02.2007) μέχρι 7.12.2015.
Φωτοτυπικό αντίγραφο από το πρώτο απόγραφο εκτελεστό της παραπάνω διαταγής πληρωμής επιδόθηκε στην εφεσίβλητη την 26.2.2016 με την παρά πόδας αυτού από 24.2.2016 επιταγή προς πληρωμή, με την οποία η εκκαλούσα επέτασσε την εφεσίβλητη να της καταβάλει τα ανωτέρω ποσά... Κατά της διαταγής πληρωμής και της παραπάνω επιταγής προς πληρωμή ασκήθηκε από την εφεσίβλητη η ένδικη ανακοπή επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη υπ' αριθμ. 99/2017 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δέχθηκε εν μέρει την ανακοπή και ακύρωσε μερικώς την διαταγή πληρωμής και την ως άνω επιταγή προς πληρωμή μόνο κατά το ποσό των 40.265,67 ευρώ που αφορούσε τόκους από την επίδοση της ως άνω αγωγής μέχρι την 7.12.2015, επικυρώνοντας αυτήν κατά τα λοιπά, αφού απέρριψε τον πρώτο λόγο ανακοπής.
Η καθ' ης η ανακοπή και ήδη εκκαλούσα βάλλει κατά της εκκαλούμενης απόφασης με το μοναδικό λόγο εφέσεως, μόνο ως προς το μέρος εκείνο της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με το οποίο έγινε δεκτός ο δεύτερος λόγος ανακοπής και ακυρώθηκε μερικώς η διαταγή πληρωμής κατά το ποσό των τόκων από την επίδοση της αγωγής (02.02.2007) μέχρι την 7.12.2015.
Ειδικότερα... η ανακόπτουσα ισχυρίσθηκε ότι το ποσό των 40.265,67 ευρώ από το συνολικώς επιδικασθέν κεφάλαιο της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής (90.265,67) δεν αποδεικνύεται από την ως άνω υπ' αριθμ. 2.453/2014 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου, επί τη βάσει της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής, με την οποία είχε αναγνωριστεί τελεσιδίκως ότι η ανακόπτουσα οφείλει το ως άνω ποσό των 50.000 ευρώ, χωρίς να διαλαμβάνεται κάποια διάταξη σχετικά με τους τόκους επί του ποσού αυτού, αφού δεν είχε υποβληθεί τέτοιο αίτημα ούτε με την αρχικώς καταψηφιστική αγωγή ούτε κατά την τροπή του αιτήματος σε αναγνωριστικό με τις προτάσεις ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου...
Πράγματι, όπως αποδεικνύεται από την αίτηση που υπέβαλε η εκκαλούσα για την έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής και από την τελευταία (προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής) η εκκαλούσα ζήτησε και πέτυχε να εκδοθεί διαταγή πληρωμής, με την οποία διατάχθηκε η ανακόπτουσα όχι μόνο να πληρώσει στην καθ' ης το αναγνωρισθέν με την τελεσίδικη αναγνωριστική απόφαση ποσό των 50.000 ευρώ, αλλά και τους τόκους που αντιστοιχούν από την επομένη της επίδοσης της ως άνω αγωγής (που αποτελεί όχληση)..., μολονότι στην απόφαση που αποτέλεσε το θεμέλιο για την έκδοση της διαταγής πληρωμής δεν συμπεριλαμβάνεται ουδεμία διάταξη για την αναγνώριση της απαίτησης που αφορούσε τόκους επί του επιδικασθέντος κεφαλαίου, ελλείψει αιτήματος.
Επομένως, η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής και αντίστοιχα η συμπροσβαλλόμενη επιταγή προς πληρωμή ως προς το ποσό των 40.265,67 ευρώ τυγχάνουν ακυρωτέες, αφού η οφειλή του ποσού αυτού δεν αποδεικνυόταν από την υπ' αριθμ. 2.453/2014 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών και δεν είχε αποτελέσει αντικείμενο της έκκλητης εκείνης δίκης, στην οποία δεν ερευνήθηκαν οι προϋποθέσεις της υπερημερίας της ανακόπτουσας - οφειλέτριας κατ' άρθρα 345, 340, 342 ΑΚ, ανεξαρτήτως της ύπαρξης και δυνατότητας απόδειξης της απαίτησης για τους τόκους με άλλα αποδεικτικά μέσα.
Η εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι προσκόμισε με την αίτησή της για την έκδοση της διαταγής πληρωμής τα έγγραφα, από τα οποία αποδεικνύεται η απαίτησή της, σύμφωνα με το άρθρο 626 παρ. 3 ΚΠολΔ, πλην όμως ειδικά το κονδύλιο των τόκων ουδόλως αποδεικνυόταν από τα έγγραφα αυτά και κατά συνέπεια, η σχετική απαίτηση και το ποσό της, όσον αφορά το κονδύλιο των τόκων δεν αποδείχθηκαν εγγράφως, ο δε δικαστής όφειλε, κατ' άρθρο 628 ΚΠολΔ, να μην εκδώσει τη διαταγή πληρωμής, η οποία, αφού εκδόθηκε κατά παράβαση των ανωτέρω διατάξεων και παρά την έλλειψη των ανωτέρω διαδικαστικών προϋποθέσεων, τυγχάνει ακυρωτέα κατ' αποδοχή του δεύτερου λόγου ανακοπής, λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου.
Ο ισχυρισμός, εξάλλου, της εκκαλούσας ότι η επίδοση της αγωγής για επιδίκαση χρηματικής απαίτησης έχει χαρακτήρα εκ του νόμου οιονεί δικαιοπραξίας οχλήσεως και έχει αποτελέσματα τοκοφορίας κατ' άρθρο 340 ΑΚ, ως άμεσο αποτέλεσμα της οχλήσεως, που όταν ασκείται με την αγωγή ούτε τη νομική της φύση ούτε την αυτοτέλειά της έναντι της αγωγής αποβάλλει και συνεπώς η απαίτησή της για τους τόκους αποδεικνύεται από τα προσκομιζόμενα έγγραφα (αγωγή, έκθεση επιδόσεως αυτής και αποφάσεις) δεν ανατρέπει την ανωτέρω κρίση του Δικαστηρίου επί του δεύτερου λόγου ανακοπής, αφού, εν προκειμένω, αποδεικνύεται από τα προσκομιζόμενα έγγραφα ότι η απαίτηση για τους τόκους δεν αποτέλεσε αντικείμενο δικαστικής διαγνώσεως από το δικαστήριο που εξέδωσε την τελεσίδικη αναγνωριστική απόφαση επί τη βάσει της οποίας εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, επομένως η σχετική με τους τόκους απαίτηση δεν μπορούσε να διαγνωστεί στα πλαίσια της έκδοσης διαταγής πληρωμής και της εκδίκασης της κατ' αυτής ανακοπής, αφού...
αντικείμενο αυτών δεν είναι η διάγνωση της απαίτησης, αλλά στην πρώτη περίπτωση ο εξοπλισμός της ήδη διαγνωσθείσης με δύναμη δεδικασμένου απαιτήσεως με εκτελεστό τίτλο, στη δε δεύτερη περίπτωση ο έλεγχος της νομιμότητας και του κύρους της διαταγής πληρωμής. Επομένως, εφόσον εν προκειμένω η απαίτηση για τους τόκους δεν αποδεικνυόταν από τα έγγραφα που προσκομίστηκαν με την αίτηση, δεν μπορεί το δικαστήριο της ανακοπής να προβεί σε ουσιαστική διάγνωση της αξίωσης για τους τόκους, αλλά θα πρέπει να κάνει δεκτό το λόγο της ανακοπής και να ακυρώσει τη διαταγή πληρωμής ως προς την απαίτηση που αφορά τους επιδικασθέντες με τη διαταγή πληρωμής τόκους ποσού 324.141,85 ευρώ, λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσία την έφεση της καθ' ης η ανακοπή - εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας και επικύρωσε την εκκληθείσα απόφαση, με την οποία ακυρώθηκε εν μέρει η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, ως προς το επιδικασθέν ποσό των τόκων υπερημερίας, ύψους 40.265,67 ευρώ, εφόσον αυτό δεν αποδεικνυόταν με την 2.453/2014 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών και δεν είχε αποτελέσει αντικείμενο της έκκλητης εκείνης δίκης, στην οποία δεν ερευνήθηκαν οι προϋποθέσεις της υπερημερίας της αναιρεσίβλητης - οφειλέτριας, κατά τα άρθρα 345, 340, 342 του Α.Κ., ανεξαρτήτως της ύπαρξης και δυνατότητας απόδειξης της απαιτήσεως για τους τόκους με άλλα αποδεικτικά μέσα.
Συνεπώς, έτσι που έκρινε το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ορθώς δέχθηκε ότι δεν συνέτρεχαν οι διαδικαστικές προϋποθέσεις για την απόδειξη της απαιτήσεως των τόκων με την ως άνω τελεσίδικη απόφαση και απέρριψε ως αβάσιμο το λόγο έφεσης της καθ' ης η ανακοπή - εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της εκκληθείσας απόφασης, με την οποία είχε γίνει δεκτός ο λόγος ο σχετικός λόγος ανακοπής κατά της 13526/2015 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Η εκ μέρους της αιτούσας την έκδοση της ως άνω διαταγής πληρωμής, ήδη αναιρεσείουσας, προσκομιδή, της έκθεσης επίδοσης της αγωγής της κατά της αναιρεσίβλητης, δεν ασκεί έννομη επιρροή, καθόσον, η έκθεση επιδόσεως δεν αποτελεί ιδιωτικό έγγραφο με αποδεικτική ισχύ, κατ' άρθρο 443 του Κ.ΠολΔ., αφού δεν περιέχει την δικαιοπρακτική βούληση του οφειλέτη (εν προκειμένω της αναιρεσίβλητης) ούτε περιέχει εξώδικη ομολογία τούτου ότι αναλαμβάνει την υποχρέωση έναντι του δανειστή (εν προκειμένω της αναιρεσείουσας) για την καταβολή των τόκων υπερημερίας.
Συνακόλουθα, ο μοναδικός λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του η από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια για μη σύννομη κήρυξη απαραδέκτου της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής και για την, εντεύθεν, ακύρωση αυτής ως προς το επιδικασθέν κεφάλαιο των τόκων υπερημερίας, είναι αβάσιμος.
Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει ν' απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας της αναιρεσείουσας (άρθρο 495 παρ. 3 Β περ. δ' του Κ.Πολ.Δ. και να καταδικαστεί αυτή στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του νόμιμου και βάσιμου αιτήματός της (άρθρ. 106, 176, 183 και 191 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 12-10-2020 (8460/1004/30-10-2020) αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." για αναίρεση της 1056/2020 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που κατέθεσε η αναιρεσείουσα.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Μαρτίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Απριλίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ