Supreme Court dismisses appeal against lower court ruling on payment order validity in commercial dispute.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by a public hospital against a payment order issued by Octapharma Hellas S.A. The court found that the lower court correctly applied the law regarding the validity of the payment order based on submitted invoices and delivery notes. The hospital argued that the delivery of goods and payment were not the subject of the dispute, but the court ruled that the evidence regarding the debt was sufficient to support the order. Consequently, the appeal was rejected, and the hospital was ordered to pay the appellant's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 no. 1 K.Pol.D.; The appellate court's review under this provision is limited to verifying whether the lower court erred in applying substantive legal rules or misinterpreted the facts, and such errors must be evident from the record to justify overturning the decision.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 682 / 2015 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 682/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αντώνιο Ζευγώλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χρυσικού), Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη, Χαράλαμπο Μαχαίρα και Δημήτριο Γεώργα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Απριλίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ - ΛΑΪΚΟ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Γίτσα με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "OCTAPHARMA HELLAS S.A.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της και Χρίστο Φίλιο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/12/2009 ανακοπή και τον από 30/9/2011 πρόσθετο λόγο ανακοπής του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5834/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 777/2014 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείον με την από 2/4/2014 αίτησή του επί της οποίας εκδόθηκε η 1997/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση το αναιρεσείον με την από 24/11/2014 κλήση του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Γεώργας ανέγνωσε την από 26/8/2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης κατά της 777/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου, στοιχειοθετείται όταν ο κανόνας αυτός με βάση τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης, δεν εφαρμόζεται, παρότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή εφαρμόζεται χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, καθώς και όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα, η δε σχετική παραβίαση εκδηλώνεται είτε με εσφαλμένη ερμηνεία είτε με εσφαλμένη εφαρμογή αυτού, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με αυτόν τον λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την αξιολόγηση της νομικής βασιμότητα της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων και τα νομικά σφάλματα κατά την ουσιαστική διερεύνηση της επίδικης διαφοράς. Δηλαδή ελέγχεται αν η αγωγή και κάθε ισχυρισμός που ασκεί έννομη επιρροή στη διαγνωστέα έννομη σχέση ή έννομη συνέπεια (ένσταση, αντένσταση κλπ), απορρίφθηκαν ορθά ως μη νόμιμοι ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, η αγωγή ή η ένσταση κλπ έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27-28/1998).
Εξάλλου κατά το 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το Δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Δικονομικές ακυρότητες που ιδρύουν τον παρόντα λόγο είναι εκείνες που αποτελούν νόμιμες κυρώσεις απαγγελλόμενες για παράβαση διατάξεων που ρυθμίζουν τη διαδικασία και κυρίως τον τύπο διαδικαστικών πράξεων.
Με το λόγο αυτό κρίνεται και η έκδοση διαταγής πληρωμής με βάση έγγραφο που κατά παράβαση του άρθρου 623 Κ.Πολ.Δ. δεν αποδεικνύει άμεσα την απαίτηση και το ποσό της έτσι ώστε να δημιουργείται διαδικαστικό απαράδεκτο που ελέγχεται με τον παρόντα λόγο (Ολ.ΑΠ 10/97, ΑΠ 412/99). Τέλος κατά το άρθρο 559 αριθ. 10 Κ.Πολ.Δ.
αναίρεση επιτρέπεται, αν το Δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη ή δεν διέταξε απόδειξη γι’ αυτά. Ως πράγματα νοούνται οι ουσιώδεις, και γι’ αυτό ασκούντες επίδραση στην έκβαση της δίκης, νόμιμα και παραδεκτά προταθέντες πραγματικοί ισχυρισμοί, θεμελιωτικοί αγωγής - ανταγωγής, ένστασης κλπ, όχι όμως και τα τεκμήρια που αντλεί το Δικαστήριο από τη διαδικαστική συμπεριφορά του διαδίκου (ΑΠ 223/2006).
Περαιτέρω από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 623, 624 § 1, 626, 628 § 1 εδ. α’ , 632 § 1 και 633 § 1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής για χρηματική απαίτηση, εφόσον η απαίτηση αυτή δεν εξαρτάται από αίρεση ή προθεσμία, όρο ή αντιπαροχή και αποδεικνύεται (η απαίτηση και το οφειλόμενο ποσό) με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο ή με συνδυασμό τέτοιων εγγράφων που επισυνάπτονται στην αίτηση.
Εάν η απαίτηση ή το ποσό δεν αποδεικνύονται εγγράφως, ο δικαστής οφείλει, κατ’ άρθρο 628 Κ.Πολ.Δ. να μην εκδώσει διαταγή πληρωμής. Εάν δε παρά την έλλειψη της διαδικαστικής αυτής προϋποθέσεως εκδοθεί διαταγή πληρωμής αυτή ακυρώνεται ύστερα από ανακοπή του οφειλέτη κατά τα άρθρα 632 και 633 Κ.Πολ.Δ. Η ακύρωση της διαταγής πληρωμής στην περίπτωση αυτή απαγγέλλεται λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου ανεξαρτήτως της υπάρξεως της απαίτησης και της δυνατότητας να αποδειχθεί με άλλα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 10/97).
Εξάλλου κατά το άρθρο 443 ΚΠολΔ για να έχει αποδεικτική δύναμη ιδιωτικό έγγραφο, πρέπει να έχει ιδιόχειρη υπογραφή του εκδότη, ως εκδότης δε, κατά την έννοια του άρθρου αυτού, θεωρείται εκείνος ο οποίος αναλαμβάνει υποχρεώσεις από το έγγραφο. Κατά δε το άρθρο 447 του ίδιου κώδικα, το ιδιωτικό έγγραφο αποτελεί απόδειξη υπέρ του εκδότη μόνο αν το προσκόμισε ο αντίδικος ή αν πρόκειται για τα βιβλία που αναφέρονται στο άρθρο 444 Κ.Πολ.Δ.
‘ Ετσι είναι δυνατή η έκδοση διαταγής πληρωμής με βάση τιμολόγια - δελτία αποστολής εμπορευμάτων, μόνο αν τα έγγραφα αυτά φέρουν την υπογραφή του αγοραστή κατά τρόπο που να αποδέχεται την οφειλή του. Στην περίπτωση δε κατά την οποία έχει υπογράψει επί των εγγράφων αυτών (τιμολογίων - δελτίων αποστολής), κάτω από τη δήλωση παραλαβής των εμπορευμάτων, τρίτο πρόσωπο, ως αντιπρόσωπος του υπόχρεου αγοραστή, κατόπιν εντολής και εξουσιοδοτήσεως τούτου, απαιτείται για την έκδοση διαταγής πληρωμής η εντολή και πληρεξουσιότητα αυτή να αποδεικνύεται από δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο.
Η προϋπόθεση αυτή επιβάλλεται και από την αρχή της ασφάλειας των συναλλαγών, διότι διαφορετικά ο φερόμενος ως αντιπροσωπευόμενος αγοραστής δεσμεύεται υπέρμετρα χωρίς να υπάρχει προηγούμενη καθαρή δήλωση της βουλήσεώς του για αντιπροσωπευτική διάθεση (ΑΠ 1480/2007). Από το συνδυασμό δε των διατάξεων των άρθρων 211-212 ΑΚ, προκύπτει ότι δήλωση βουλήσεως από κάποιον (αντιπρόσωπο) στο όνομα άλλου (αντιπροσωπευομένου) μέσα στα όρια της εξουσίας αντιπροσώπευση ενεργεί αμέσως υπέρ και κατά του αντιπροσωπευομένου.
Τα αποτελέσματα αυτά επέρχονται είτε η δήλωση - βουλήσεως γίνει ρητά στο όνομα του αντιπροσωπευομένου, είτε συνάγεται από τις περιστάσεις ότι έγινε στο όνομά του (ΑΠ 1792/2002, ΑΠ 1308/2002). Η εξουσία αντιπροσώπευσης παρέχεται είτε με σχετική δικαιοπραξία, οπότε γίνεται λόγος για εκούσια αντιπροσώπευση είτε με διάταξη νόμου (ΑΠ 134/2004).
Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 61, 65, 67, 68 και 70 ΑΚ συνάγεται ότι για να υποχρεωθεί το νομικό πρόσωπο από δικαιοπραξία πρέπει αυτή να έχει συναφθεί είτε από το όργανο που το διοικεί, το οποίο να ενεργεί μέσα στα όρια της εξουσίας του, κατά τους όρους της συστατικής πράξεως ή του καταστατικού του, είτε από φυσικό πρόσωπο στο οποίο παρέσχε σχετική εξουσία το όργανο που διοικεί το νομικό πρόσωπο.
Δικαιοπραξία που έχει καταρτισθεί επ’ ονόματι νομικού προσώπου από φυσικό πρόσωπο, το οποίο δεν έχει εξουσία εκπροσωπήσεως δεν το δεσμεύει. Από τις ίδιες πιο πάνω διατάξεις, συνδυαζόμενες προς αυτές των άρθρων 118, 216 § 1α, 224 εδ. β’ , 623, 626 και 633 § 1 Κ.Πολ.Δ., συνάγεται ότι επί αιτήσεως του κομιστή πιστωτικών τίτλων προς έκδοση βάσει αυτού διαταγής πληρωμής κατά νομικού προσώπου, το οποίο ανέλαβε την υποχρέωση πληρωμής τους κατά τον υπό του νόμου οριζόμενο τρόπο, δεν απαιτείται να αναγράφονται στο δικόγραφο της αιτήσεως και τα φυσικά πρόσωπα που εκπροσώπευσαν το νομικό πρόσωπο κατά την ανάληψη υποχρεώσεως από τον πιστωτικό τίτλο ή ότι αυτά ενήργησαν εντός των ορίων της εκπροσωπευτικής τους εξουσίας, σύμφωνα με το καταστατικό του νομικού προσώπου.
Αν όμως με ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής αμφισβητηθεί από το τελευταίο η αντιπροσωπευτική εξουσία του φυσικού προσώπου που ανέλαβε για λογαριασμό του υποχρέωση εκ του πιστωτικού τίτλου, για το λόγο ότι μόνη η υπογραφή τούτου επ’ αυτού δεν το δεσμεύει σύμφωνα με τα οριζόμενα στο καταστατικό του, ο κομιστής του τίτλου, καθού η ανακοπή, ο οποίος επέχει θέση ενάγοντος, επικαλούμενος ότι εγκύρως εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, πρέπει να καθορίσει με τις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ότι το φυσικό πρόσωπο το οποίο ανέλαβε για λογαριασμό του νομικού προσώπου υποχρέωση εκ του πιστωτικού τίτλου νομίμως εκπροσώπησε αυτό στη συγκεκριμένη περίπτωση, σύμφωνα με το καταστατικό του και δήλωσε κατά νόμιμο τρόπο τη σχετική βούλησή του (ΑΠ 908/2005, ΑΠ 112/2002, ΑΠ 1215/2000.
Επίσης κατά το άρθρο 873 ΑΚ σύμβαση κατά την οποία γίνεται υποχρεωτική αναγνώριση χρέους κατά τρόπο ώστε να γεννιέται ενοχή ανεξάρτητα από την αιτία του χρέους είναι έγκυρη, αν η υπόσχεση ή η δήλωση για την αναγνώριση γίνει εγγράφως. Ο για την σύναψη της εν λόγω ετεροβαρούς συμβάσεως απαιτούμενος έγγραφος τύπος λόγω της δραστικότητος της εξ αυτής απορρεούσης ενοχής, είναι συστατικός και όχι αποδεικτικώς και επομένως, στον ίδιο πρέπει να υποβάλλεται και η πληρεξουσιότητα που δίδει κάποιος (αντιπροσωπευόμενος) σε τρίτο (αντιπρόσωπο) για να συνάψει την του ανωτέρω περιεχομένου επ’ ονόματί του σύμβαση.
Αν για την πληρεξουσιότητα αυτή δεν τηρηθεί ο προαναφερόμενος τύπος, αυτή ως μονομερής δικαιοπραξία είναι άκυρη και θεωρείται σαν να μην έγινε (άρθρ. 159 και 180 ΑΚ), οπότε η επ’ ονόματι του αντιπροσωπευομένου σύναψη της ως άνω συμβάσεως κανένα νομικό αποτέλεσμα δεν παράγει ως προς αυτόν. Στην περίπτωση αυτή δεν μπορεί να εκδοθεί εγκύρως κατά του φερομένου ως αντιπροσωπευομένου στην κατάρτιση της άνω συμβάσεως διαταγή πληρωμής, αφού, ως προς αυτόν, λόγω μη τηρήσεως του εγγράφου συστατικού τύπου για την παροχή της πληρεξουσιότητας προς σύναψή της, είναι άκυρη (ΑΠ 1305/2009).
Τέλος κατά το Π.Δ. 108/1993 περί συγκρότησης, οργάνωσης και λειτουργίας του Νοσοκομειακού Φαρμακείου, προβλέπεται στο άρθρο 4 ότι αυτό έχει αρμοδιότητες α) την προμήθεια, αποθήκευση, συντήρηση και διάθεση στα διάφορα τμήματα του νοσοκομείου και τους λοιπούς δικαιούχους φαρμάκων και φαρμακευτικών προϊόντων, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, β)τη διαχείριση των υλικών.
Κατά το άρθρο 9 § 2 οι προμήθειες του φαρμακευτικού και φαρμακευτικών προϊόντων γίνονται με γραπτές ή τηλεφωνικές παραγγελίες, σύμφωνα με τη συνταγογραφία και τις ανάγκες του νοσοκομείου και με τις ισχύουσες διατάξεις περί κρατικών προμηθειών, οι δε παραλαβές γίνονται από την τριμελή επιτροπή, η οποία συγκροτείται σύμφωνα με το εδάφιο γ της παραγράφου 2 του άρθρου 10 του παρόντος Προεδρικού διατάγματος, η οποία συντάσσει το πρωτόκολλο παραλαβής και Δελτίο Εισαγωγής, όπως προβλέπεται από τους οικονομικούς και διαχειριστικούς κανόνες των Νοσηλευτικών Ιδρυμάτων.
Κατά το άρθρο 10 που αφορά τη διαχείριση του φαρμακευτικού και λοιπού υλικού, ορίζεται ότι για τη διαχείριση και τη διακίνηση του υλικού του Νοσοκομειακού φαρμακείου τηρούνται ξεχωριστά διαχειριστικά βιβλία, μεταξύ των οποίων και βιβλίο εισαγωγής και εξαγωγής φαρμάκων, η δε τριμελής επιτροπή παραλαβής συγκροτείται από το φαρμακοποιό που ορίσθηκε υπεύθυνος παρακολουθήσεως των διαχειριστικών βιβλίων, ένα βοηθό φαρμακείου και ένα διοικητικό υπάλληλο με τους αναπληρωτές τους.
Κατά δε το άρθρο 13, που ορίζονται οι αρμοδιότητες του Νοσοκομειακού φαρμακείου κατά ειδικότητα, αναφέρεται ότι ο διευθυντής μεταξύ των άλλων ... 1) υπογράφει τα δικαιολογητικά εισαγομένων και επιστρεφομένων υλικών, ενώ ο φαρμακοποιός βοηθά τον Διευθυντή φαρμακοποιό στην εκτέλεση των εργασιών της υπηρεσίας, αναλαμβάνων την υπεύθυνη υπηρεσία που του αναθέτει ο Διευθυντής φαρμακοποιός.
Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν ανελέγκτως δεκτά τα κάτωθι: "Η καθής η ανακοπή, η οποία διατηρεί επιχείρηση εμπορίας φαρμακευτικών προϊόντων, πώλησε στο ανακόπτον ΝΠΔΔ, το οποίο έχει σκοπό την παροχή ιατροφαρμακευτικών και νοσηλευτικών υπηρεσιών στους πολίτες, ποσότητες φαρμακευτικών ειδών για τις οποίες εκδόθηκαν από την καθής η ανακοπή - πωλήτρια τα αντίστοιχα τιμολόγια - δελτία αποστολής στο όνομα του ανακόπτοντος στα οποία αναγράφονται τα πωληθέντα κατ’ είδος και ποσότητα, η τιμή μονάδος, το συνολικό τίμημα, ο χρόνος πληρωμής (επί πιστώσει 60 ημέρες από την ημερομηνία έκδοσης του αντίστοιχου τιμολογίου) και τα στοιχεία του αγοραστή - ανακόπτοντος.
Τα ανωτέρω (φαρμακευτικά είδη κάθε φορά παρελάμβαναν υπάλληλοι του ανακόπτοντος και πλέον συγκεκριμένα υπάλληλοι του φαρμακείου αυτού, ενεργώντας κατ’ εντολή και για λογαριασμό του ανακόπτοντος, δηλαδή ως αντιπρόσωποί του, υπογράφοντας την παραλαβή στο σώμα των δελτίων αποστολής που συνόδευαν τα αντίστοιχα τιμολόγια, γεγονός το οποίο συνομολογείται από τους διαδίκους.
Από όλα τα προαναφερθέντα αποδεικτικά στοιχεία πλέον του γεγονότος ότι το ανακόπτον ουδόλως αμφισβητεί ότι τα ανωτέρω εμπορεύματα κατά είδος και ποσότητα παραδόθηκαν και παρελήφθησαν από αυτό, έτι δε περαιτέρω προβαίνει σταδιακά στην αναγνώριση και εξόφληση μέρους των επίδικων οφειλών του προς την καθής η ανακοπή, προκύπτει ότι όλα τα εμπορεύματα που περιέχονται στα ως άνω τιμολόγια παρελήφθησαν δια των υπαλλήλων - αντιπροσώπων του ανακόπτοντος κατόπιν εντολής και εξουσιοδοτήσεως αυτού κατά τις διατάξεις των άρθρων 211 επ.
του ΑΚ".
Σύμφωνα με τα ανωτέρω δεκτά γενόμενα ανελέγκτως υπό του Δικαστηρίου, σε συνδυασμό με την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και δη τις από 23-6-2009 αιτήσεως προς έκδοση διαταγών πληρωμής, επί των οποίων εξεδόθησαν οι ανακοπτόμενες με αριθμούς 18714 και 18715/2009 διαταγές πληρωμής του Δικαστή του Μον.
Πρωτ. Αθηνών, εκ των οποίων η πρώτη με βάση τα τιμολόγια πωλήσεως και στα αντίστοιχα δελτία αποστολής, η δε δευτέρα με βάση σειρά τιμολογίων και αντιστοίχων δελτίων αποστολής, αλλά επιπροσθέτως σε συνδυασμό με τις από 26-11-2008 επιστολές σε απάντηση των οποίων οι από 4-2-2009 επιβεβαιώσεις του αρμοδίου υπευθύνου του λογιστηρίου του Νοσοκομείου ως προς το ύψος και το ποσό των ανεξόφλητων τιμολογίων, προκύπτει τόσο η απαίτηση όσο και το οφειλόμενο ποσό.
Επίσης όπως δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση όλες οι ποσότητες φαρμακευτικών ειδών παρελήφθησαν υπό των αρμοδίων προς παραλαβή φαρμακοποιών, υπαλλήλων του Νοσοκομείου που είχαν εξουσία παραλαβής εντός της δοθείσας σ’ αυτούς αντιπροσωπευτικής εξουσίας, απορρεούσης από τον εσωτερικό κανονισμό του Νοσοκομείου.
Επομένως δεν υπήρχε διαδικαστικό απαράδεκτο προς έκδοση των διαταγών πληρωμών κατ’ άρθρ. 623, 624 Κ.Πολ.Δ. και ορθώς το Δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό, ο δε σχετικός λόγος αναίρεσης εκ του άρθρ. 559 αριθμ. 14 Κ.Πολ.Δ. είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω, και ως προς τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., κατά τον οποίο το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του παραβίασε τις διατάξεις του Π.Δ. 108/1993, κατά το μέρος που αναφέρονται στην αρμοδιότητα παραλαβής φαρμακευτικού υλικού, πρέπει να λεχθεί ότι, καίτοι δεν υφίστατο ειδικά λόγος ανακοπής για το παραπάνω Π.Δ.
ώστε ο λόγος αυτός το πρώτο προτεινόμενος με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να καθίσταται προεχόντως απορριπτέος ως απαράδεκτος (ΑΠ 1632/2013), σε κάθε περίπτωσης όμως ως αφορών την αντιπροσωπευτική εξουσία των προβλεπόμενων από τις διατάξεις αυτές προσώπων, με τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα από το Εφετείο πραγματικά περιστατικά, ότι δηλ.
οι φαρμακοποιοί που παρέλαβαν και υπέγραψαν τα δελτία αποστολής είχαν εντολή και εξουσιοδότηση του Νοσοκομείου προς διενέργεια της παραλαβής, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, ως προς την παρεχόμενη εξουσιοδότηση στα παραπάνω πρόσωπα, τις διατάξεις των άρθρων 3 και 4 του Π.Δ. 108/1993, σύμφωνα με όσα ειδικότερα αναφέρονται στην αρχή της παρούσης σκέψεως, ο δε αντίθετος σχετικός λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης κατ’ άρθρ. 559 αριθ. 10 Κ.Πολ.Δ. προσβάλλεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση γιατί δέχθηκε πράγματα ως αληθινά χωρίς απόδειξη και δη ότι (δέχθηκε) την παραλαβή υπό υπαλλήλων του φαρμακείου των δελτίων αποστολής που συνόδευαν τα αντίστοιχα τιμολόγια "γεγονός το οποίο συνομολογείται από τους διαδίκους".
Εν προκειμένω από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και των εξετασθέντων μαρτύρων που έλαβαν χώραν κατά την εξέταση στο ακροατήριο της ανακοπής, δεν αμφισβητήθηκε η παραλαβή των φαρμακευτικών ειδών αλλά η εξουσία αντιπροσωπεύσεως και επομένως ορθώς συνήγαγε ομολογία κατ’ εφαρμογή του άρθρ. 261 Κ.Πολ.Δ. το Δικαστήριο, αφού όπως ρητά στις από 31-10-2011 προτάσεις του αναφέρει αντικείμενο της παρούσας δίκης αποτελεί το επιτρεπτό ή μη της έκδοσης διαταγής πληρωμής, ... η δε παράδοση των εμπορευμάτων και η εξόφληση ή μη των τιμολογίων δεν αποτελούν αντικείμενο της παρούσας δίκης".
Ως προς το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου, που αφορά τις δύο επιστολές από 26-11-2008 και την από 4-2-2009 αναγνώριση χρέους με την παρατήρηση "σωστές" από τον υπογράφοντα Μ. Λ. υπεύθυνο του λογιστηρίου, πρέπει να λεχθεί ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι αλυσιτελώς προβάλλεται ως λόγος ακυρότητας της 18715/2009 διαταγής πληρωμής καθόσον στην προκειμένη περίπτωση η έκδοση της ως άνω διαταγής πληρωμής στηρίχθηκε στα προσκομισθέντα τιμολόγια και δελτία αποστολής, οι δε ως άνω επιστολές προερχόμενες από το λογιστήριο του ανακόπτοντος συνιστούν έγγραφα τα οποία αποδεικνύουν την ύπαρξη σχετικής οφειλής, ως έγγραφα μαρτυρίας εκδοθέντα υπό του αρμοδίου υπαλλήλου του λογιστηρίου του Νοσοκομείου (ΑΠ 1590/2005 ΑΠ 790/1999). Είναι επομένως απορριπτέος και ο λόγος αυτός της αναίρεσης που ερείδεται στο άρθρ. 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. ως αβάσιμος.
Ενόψει των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης κατά της 777/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, μη περιληφθεί διάταξη περί επιστροφής παραβόλου ως μη καταβληθέντος κατ’ άρθρ. 28 § 4 Ν. 2579/1998 και τέλος επιβληθεί η δικαστική δαπάνη εις βάρος του αναιρεσείοντος και υπέρ της αναιρεσιβλήτου που παραστάθηκε και για τις προτάσεις που κατέθεσε (άρθρ. 176, 183 Κ.Πολ.Δ.) όπως στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης κατά της υπ’ αριθμ. 777/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και
Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσείουσας τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσιβλήτου που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) Ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Μαΐου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 25 Μαΐου 2015.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ