Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, ruling that procedural errors do not constitute grounds for cassation under Greek law.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's cassation request against a final judgment rendered in voluntary jurisdiction proceedings. The appellant alleged procedural flaws, specifically citing a lack of reasoning regarding the suspension of an appeal and the application of specific time limit provisions. The court held that these alleged errors concerned procedural law rather than substantive law, which does not satisfy the statutory requirements for a cassation appeal under Article 560 of the Code of Civil Procedure.
Legislator headnote
AI generatedArticles 74, 83 of Law 4690/2020; Article 560(6) of the Code of Civil Procedure: Procedural errors and violations of procedural rules do not constitute grounds for cassation, as cassation is limited to substantive law violations.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 689 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 689/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σωκράτη Πλαστήρα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Μυρσίνης Παπαχίου και της αρχαιοτέρας της συνθέσεως Αρεοπαγίτου Ασπασίας Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη), Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη, Ερασμία Λιούλη και Ζωή Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Μαρτίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (Τ.Π.κ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ανδριανή Κατσαρού, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Π. του Π. και 2) Ε. Α. του Π., κατοίκων Ν., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αθανασία Γιαννοπούλου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-4-2013 αίτηση των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ν. και επί της οποίας εκδόθηκε η 465/2013 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την μεταρρύθμιση της οποίας ζήτησαν οι αιτούντες με την από 13-7-2017 αίτησή τους. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 18/2018 οριστική του Ειρηνοδικείου Ν. και 558/2018 μη οριστική και 254/2019 οριστική του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ν.. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 4-9-2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την παρ. 1 του άρθρου 74 του ν. 4690/2020(A` 104) ορίζεται ότι "1. Το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της Χώρας (13.3.2020 - 31.5.2020) δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων.
Μετά τη λήξη της παραπάνω αναστολής οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Ειδικότερα, οι προθεσμίες της παρ. 2 του άρθρου 215, των παρ. 1 και 2 του 237 και του άρθρου 238 του ΚΠολΔ, καθώς και οι προθεσμίες άσκησης ανακοπών, με εξαίρεση τις προθεσμίες του άρθρου 934 ΚΠολΔ, ένδικων μέσων και πρόσθετων λόγων δεν συμπληρώνονται, αν δεν παρέλθουν επιπλέον τριάντα (30) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους", ενώ κατά την παρ.1 του άρθρου 83 του ν. 4790/2021 (Α` 48) ορίζεται ότι "Το χρονικό διάστημα από τις 7.11.2020 έως και την ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της χώρας, δυνάμει της κοινής υπουργικής απόφασης του άρθρου 11 της από 11.3.2020 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (Α` 55), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 2 του ν. 4682/2020 (Α 76), δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων, καθώς και στις προθεσμίες παραγραφής των συναφών αξιώσεων.
Μετά τη λήξη του χρονικού διαστήματος του πρώτου εδαφίου, οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Οι προθεσμίες που ανεστάλησαν κατά τα προηγούμενα εδάφια, δεν συμπληρώνονται, εάν δεν παρέλθουν επιπλέον δέκα (10) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους" και τέλος κατά την ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 25 του ν. 4792/2021 (A` 54) ορίζεται ότι "Κατά την αληθή έννοια του άρθρου 83 του ν. 4790/2021 (Α 48), ως ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των πολιτικών δικαστηρίων της χώρας για τον υπολογισμό των νόμιμων και δικαστικών προθεσμιών, λογίζεται η ημερομηνία άρσης της αναστολής των προθεσμιών, η οποία επήλθε με τη λήξη ισχύος της υπό στοιχεία Δ1α/Γ.Π.οικ.18877/26.3.2021 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών, Ανάπτυξης και Επενδύσεων, Προστασίας του Πολίτη, Εθνικής Άμυνας, Παιδείας και Θρησκευμάτων, Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, Υγείας, Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Πολιτισμού και Αθλητισμού, Δικαιοσύνης, Εσωτερικών, Μετανάστευσης και Ασύλου, Ψηφιακής Διακυβέρνησης, Υποδομών και Μεταφορών, Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό "Έκτακτα μέτρα προστασίας της δημόσιας υγείας από τον κίνδυνο περαιτέρω διασποράς του κορωνοϊού COVID-19 στο σύνολο της Επικράτειας για το διάστημα από τη Δευτέρα 29 Μαρτίου 2021 και ώρα 6:00 έως και τη Δευτέρα, 5 Απριλίου 2021 και ώρα 6:00" (Β` 1194), δηλ.
η 6-4-2021" (ΑΠ 811/2023, ΑΠ 1232/2023, ΑΠ 3.../2023, ΑΠ 987/2022). Στην ερευνώμενη υπόθεση, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, η υπό κρίση, από 4-9-2021 (αριθ. έκθ. κατάθ. 6/6-9-2021), αίτηση αναίρεσης, με την οποία προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 επ. του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 758 του ΚΠολΔ), με αριθ. 254/2019 τελεσίδικη απόφαση του, δικάσαντος ως Εφετείου, Μονομελούς Πρωτοδικείου Ν., έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμία του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 (Α 87), εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση της ως άνω προσβαλλόμενης απόφασης, δεδομένου ότι από την επομένη της δημοσίευσής της (9-4-2019) άρχισε να τρέχει η ως άνω διετής καταχρηστική προθεσμία, η οποία, χωρίς την προσωρινή αναστολή της λειτουργίας των δικαστηρίων της χώρας, θα έληγε 9-4-2021, λόγω, όμως, της ως άνω αναστολής και του εξ αυτής μη υπολογισμού των χρονικών διαστημάτων από 13-3-2020 έως 31-5-2020 (2 μήνες και 18 ημέρες) και από 7-11-2020 έως 6-4-2021 (5 μήνες) και συνολικά χρονικού διαστήματος 7 μηνών και 18 ημερών, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες διατάξεις των άρθρων 74 παρ. 1 εδ.
α' του ν. 4690/2020 και 83 παρ.1 εδ. α' του ν. 4790/2021, δεν είχε συμπληρωθεί αυτή (διετής προθεσμία) κατά την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης ενώπιον του, δικάσαντος ως Εφετείου, Μονομελούς Πρωτοδικείου Ν., στις 6-9-2021. Συνακόλουθα, η ως άνω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1-2 και 144 του ΚΠολΔ).
Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Από τη παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι, η διαδρομή της ένδικης υπόθεσης, που απέληξε στο προκείμενο στάδιο εκδίκασής της, είναι η εξής:
Οι αιτούντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, με την ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ν., από 24-4-2013 (αριθ. έκθ. κατάθ. .../26-4-2013), αίτησή τους κατά του πιστωτή τους ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων" (σε συντόμευση ΤΠΔ), επικαλούμενοι ότι έχουν περιέλθει σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών προς αυτό, καθώς και έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας, ζήτησαν τη διευθέτηση των οφειλών τους από το δικαστήριο, ώστε να επέλθει απαλλαγή τους από κάθε τυχόν υφιστάμενο υπόλοιπο του χρέους τους έναντι του ως άνω πιστωτή, σύμφωνα με το σχέδιο διευθέτησης που είχαν υποβάλει, αφού ληφθεί υπόψη η οικογενειακή περιουσιακή τους κατάσταση, όπως αναλυτικά την περιέγραφαν στην αίτησή τους, καθώς επίσης, να εξαιρεθεί από την εκποίηση η κύρια κατοικία της οικογένειάς τους.
Επί της αίτησης αυτής, εκδόθηκε η με αριθ. 465/2013 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Ν., η οποία δέχτηκε εν μέρει την αίτηση ως βάσιμη κατ' ουσία, ρύθμισε δικαστικά, κατά τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 2 του ν. 3869/2010, το χρέος καθενός από αυτούς προς το αναιρεσείον ΤΠΔ, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο διατακτικό, ενώ εξαίρεσε από τη ρευστοποίηση τη κύρια κατοικία συνιδιοκτησίας τους (κατά ποσοστό 50%), επιβάλλοντας στον καθένα από αυτούς την υποχρέωση να καταβάλει προς το ΤΠΔ το ποσό των 51.000 ευρώ (212,5 ευρώ επί 240 μήνες) και συνολικά το ποσό των 102.000 (85% της εμπορικής της αξίας) ευρώ.
Κατά της απόφασης αυτής το αναιρεσείον ΤΠΔ άσκησε, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ν., την, από 9-12-2013 (αριθ. έκθ. κατάθ. 25/2013), έφεση, με την οποία ζήτησε, λόγω εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής συγκεκριμένων διατάξεων του ν. 3869/2010 και του ΑΚ και κακής εκτίμησης των αποδείξεων, την εξαφάνιση της απόφασης και την απόρριψη της αίτησης των αιτούντων-οφειλετών του.
Επί της έφεσης εκδόθηκε η με αριθ. 552/2018 μη οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ν., η οποία διέταξε την επανάληψη της συζήτησης προκειμένου να προσκομιστούν πρόσθετα έγγραφα και στοιχεία. Στη συνέχεια, οι αιτούντες και ήδη αναιρεσίβλητοι άσκησαν, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ν., την από 13-7-2017 (αριθ.
έκθ. κατάθ. .../2017) αίτηση κατά του καθού και ήδη αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ, με την οποία, επικαλούμενοι, ότι μετά την έκδοση της με αριθ. 465/2013 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Ν., επήλθε σημαντική μείωση των εισοδημάτων τους και αντίστοιχη αύξηση των δαπανών τους λόγω ασθένειας, ζήτησαν τη μεταρρύθμιση της ως άνω απόφασης ως προς το ύψος των μηνιαίων καταβολών τους προς το ΤΠΔ (άρθρ. 8 παρ. 4 σε συνδ.
με 8 παρ. 2 του ν. 3869/2010) και ως προς το ύψος των μηνιαίων καταβολών για τη διάσωση της κύριας κατοικίας τους (άρθρ. 9 παρ. 2 του ν. 3869/2010). Επί της αίτησης αυτής, εκδόθηκε η με αριθ. 18/2018 οριστική απόφαση, με την οποία, το ως άνω δικαστήριο, αφού έκρινε την αίτηση ως νομικά βάσιμη, απέρριψε ως άνευ αντικειμένου το αίτημα για μεταρρύθμισή της ως προς τις επί τετραετία καταβολές λόγω παρέλευσης του ορισθέντος χρόνου, δέχθηκε δε την αίτηση ως ουσιαστικά βάσιμη κατά ένα μέρος και μεταρρύθμισε την ως άνω απόφαση ως προς το ύψος των μηνιαίων καταβολών των αιτούντων για τη διάσωση της κύριας κατοικίας τους, επιβάλλοντας στον καθένα από αυτούς την υποχρέωση να καταβάλει προς το ΤΠΔ το ποσό των 26.064 [32.5...,23 (ΕΝΦΙΑ 2016) Χ ...% της αντικειμενικής αξίας) ευρώ, με μηνιαίες δόσεις 108,6 (26.064:240) ευρώ.
Κατά της απόφασης αυτής, το αναιρεσείον άσκησε, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ν., την από 28-2-2018 (αριθ. έκθ. κατάθ. 9/28-2-2018) έφεση με την οποία, επικαλούμενο ότι το αίτημα περί τροποποίησης της με αριθ. 465/2013 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Ν., όσον αφορά το άρθρο 9 παρ. 2 του ν. 3869/2010 είναι μη νόμιμο, ζήτησε την παραδοχή της και την απόρριψη της αίτησης των αντιδίκων του.
Επί της έφεσης εκδόθηκε η με αριθ. 254/2019 προσβαλλόμενη απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση. Κατά τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 του ν. 3869/2010, σύμφωνα με την αρχική έκδοση αυτής, ορίζεται ότι "[...] 2. Ο οφειλέτης μπορεί να υποβάλει στο δικαστήριο πρόταση εκκαθάρισης ζητώντας να εξαιρεθεί από την εκποίηση βεβαρημένο ή μη με εμπράγματη ασφάλεια ακίνητο, που χρησιμεύει ως κύρια κατοικία του, εφόσον τούτο δεν υπερβαίνει το προβλεπόμενο από τις ισχύουσες διατάξεις όριο αφορολόγητης απόκτησης πρώτης κατοικίας, προσαυξημένο κατά πενήντα τοις εκατό.
Στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο ρυθμίζει την ικανοποίηση απαιτήσεων των πιστωτών μέχρι συνολικό ποσό που ανέρχεται στο ογδόντα πέντε τοις εκατό της εμπορικής αξίας του ακινήτου της κύριας κατοικίας, όπως αυτή αποτιμάται από το δικαστήριο [...]". Με το άρθρο 17 παρ. 1 του ν. ...61/2013, που ισχύει από 14-6-2013 (2η έκδοση του άρθρου 9 παρ. 2) ΦΕΚ Α`, 143/14-6-2013, τροποποιήθηκε η ανωτέρω διάταξη και ορίζεται ότι "2.
Ο οφειλέτης μπορεί να υποβάλει στο δικαστήριο πρόταση εκκαθάρισης ζητώντας να εξαιρεθεί από την εκποίηση βεβαρημένο ή μη με εμπράγματη ασφάλεια ακίνητο, που χρησιμεύει ως κύρια κατοικία του, εφόσον τούτο δεν υπερβαίνει το προβλεπόμενο από τις ισχύουσες διατάξεις όριο αφορολόγητης απόκτησης πρώτης κατοικίας, προσαυξημένο κατά πενήντα τοις εκατό.
Στη περίπτωση αυτή το δικαστήριο ρυθμίζει την ικανοποίηση απαιτήσεων των πιστωτών σε συνολικό ποσό που μπορεί να ανέρχεται μέχρι και στο ογδόντα τοις εκατό (...%) της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου της κύριας κατοικίας". Από τη γραμματική και μόνο διατύπωση της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 9 παρ. 2 του νόμου, όπως ίσχυε κατά τη 2η έκδοση αυτού, συνάγεται ευθέως ότι το ποσό των απαιτήσεων, που μπορεί με τον τρόπο αυτό να ικανοποιηθεί, ως αντάλλαγμα, δύναται να ανέρχεται σε ποσοστό ...% της αντικειμενικής αξίας της κύριας κατοικίας κατ' ανώτατο ύψος και όχι κατά κατώτατο.
Η ρύθμιση μάλιστα αυτή, κατά ρητή πρόβλεψη του νόμου καταλάμβανε και τις εκκρεμείς αιτήσεις, δηλ. αυτές που είχαν κατατεθεί έως 13-6-2013. Ακολούθησε ο νόμος 4336/2015 (3η έκδοση του άρθρου 9 παρ. 2 του ν. 3869/2010), που ισχύει από 14-8-2015 (ΦΕΚ Α`, 94/14-8-2015), ο οποίος διατήρησε τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2, όπως είχε τροποποιηθεί με το ν. ...61/2013 (2η έκδοση).
Στη συνέχεια η διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 του ν. 3869/2010 τροποποιήθηκε εκ νέου με το ν. 4346/2015 (4η έκδοση), που ισχύει από 1-1-2016 (ΦΕΚ Α`, 152/1-1-2016). Η ισχύς της 4ης ως άνω έκδοσης του άρθρου 9 παρ. 2 του ν. 3869/2010 αρχίζει, σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 11 του ν. 4346/2015, από 1-1-2016 και δεν καταλαμβάνει εκκρεμείς υποθέσεις, καθώς και αιτήσεις που έχουν κατατεθεί έως και 31-12-2015.
Περαιτέρω, από τη σαφή έννοια της διάταξης του άρθρου 9 παρ. 2 του ν. 3869/2010 συνάγεται ότι η εξαίρεση της βεβαρημένης κύριας κατοικίας του οφειλέτη από τη ρευστοποίηση εκπορεύεται κατ` αρχήν από την ανάγκη προστασίας του υπερχρεωμένου οφειλέτη, ώστε να αποκατασταθεί γενικά η κοινωνική συνοχή (που αποτελεί πάντοτε σκοπό του τεθειμένου δικαίου), η οποία έχει διαρραγεί, λόγω του μεγάλου αριθμού ιδιωτών οφειλετών στο κοινωνικό πεδίο των συμβατικών εννόμων σχέσεων προς πιστωτικά ιδρύματα, αλλά και ειδικά, ώστε να παρασχεθεί η δυνατότητα σε καθένα υπερχρεωμένο κοινωνό (φυσικό πρόσωπο), να αποτελέσει εκ νέου δυναμικό παράγοντα της οικονομικής - συναλλακτικής κοινωνίας.
Εκπορεύεται, όμως, ειδικότερα και από την ανάγκη προστασίας της κύριας κατοικίας του από τη ρευστοποίηση, που ανάγεται και σε προστασία ως κοινωνικού αγαθού, συνταγματικά προστατευμένου ως τέτοιου, κατ` άρθρο 21 του Συντάγματος, της οικογένειας και της οικογενειακής στέγης. Συμπερασματικά, από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει, ότι με την διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 του ν. 3869/2010 παρέχεται η δυνατότητα στον οφειλέτη να υποβάλει πρόταση στο δικαστήριο για να εξαιρεθεί η κύρια κατοικία του από την εκποίηση (ΑΠ 302/2022, ΑΠ 488/2021, ΑΠ 120/2020).
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 533 παρ. 2 του ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εφαρμόζει το νόμο που ίσχυε όταν δημοσιεύθηκε η πρωτόδικη απόφαση, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, προκειμένου να κρίνει την ορθότητα της εκκληθείσας πρωτόδικης αποφάσεως, εφαρμόζει το νόμο που ίσχυε κατά το χρόνο της δημοσίευσης της πρωτόδικης απόφασης και όχι τον ισχύοντα κατά τη κατ' έφεση δίκη νεώτερο νόμο, εκτός αν με αυτόν ορίζεται διαφορετικά ως προς την αναδρομική έναρξη της ισχύος του.
Με το άρθρο δε 744 του ΚΠολΔ εισάγεται απόκλιση από τη ρύθμιση του άρθρου 106 του ιδίου Κώδικα και έτσι καθιερώνεται για τις υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας το ανακριτικό σύστημα, που παρέχει στο δικαστήριο ελευθερία αυτεπάγγελτης ενέργειας και πρωτοβουλίας συλλογής του αποδεικτικού υλικού και εξακρίβωσης των πραγματικών γεγονότων που ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Η ειδική αυτή ρύθμιση καταλαμβάνει τις γνήσιες και μη γνήσιες υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας, δηλαδή και εκείνες τις ιδιωτικές διαφορές, που ο νόμος παραπέμπει για εκδίκαση στην ειδική αυτή διαδικασία, λόγω της απλότητας και συντομίας από την οποία κυριαρχείται. Το ανακριτικό αυτό σύστημα ισχύει και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ενώ η εξουσία του δικαστηρίου για λήψη κάθε πρόσφορου μέσου για την ανεύρεση της αλήθειας δεν οριοθετείται από το νόμο και άρα είναι απεριόριστη.
Εξαιτίας του ανακριτικού αυτού συστήματος δεν εφαρμόζεται στη κατ` έφεση δίκη το άρθρο 533 παρ. 2 του ΚΠολΔ και συνεπώς το Εφετείο εφαρμόζει το νόμο που ισχύει κατά την έκδοση της δικής του απόφασης (ΑΠ 542/2022, ΑΠ 633/2018, ΑΠ 64/2017, ΑΠ 236/2015). Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 4 του ν. 3869/2010 και 758 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι οι εκδοθείσες κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας οριστικές αποφάσεις για τη ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά, μπορούν με αίτηση διαδίκου μετά τη δημοσίευσή τους να ανακληθούν ή να μεταρρυθμιστούν από το δικαστήριο που τις εξέδωσε, αν προκύψουν νέα πραγματικά περιστατικά ή μεταβολές της περιουσιακής κατάστασης και των εισοδημάτων του οφειλέτη, εξαιτίας των οποίων μεταβλήθηκαν μεταγενέστερα οι συνθήκες κάτω από τις οποίες εκδόθηκε η απόφαση.
Αυτό διότι στις δίκες της εκούσιας δικαιοδοσίας δεν γίνεται δεσμευτική διάγνωση εννόμων σχέσεων, όπως ισχύει στις διαγνωστικές δίκες της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας, αλλά διατάσσονται τα κατάλληλα ρυθμιστικά μέτρα σε σχέση με τη νομική κατάσταση και λειτουργία φυσικού προσώπου.
Συνεπώς, ο σκοπός της ρύθμισης αυτής είναι η προσαρμογή των ρυθμιστικών μέτρων στις εκάστοτε μεταβαλλόμενες πραγματικές καταστάσεις προς πραγμάτωση του σκοπού της, προς επέλευση δηλαδή του ρυθμιστικού αποτελέσματος. Αίτηση περί μεταρρύθμισης της απόφασης δικαιούται να υποβάλει ο οφειλέτης, αλλά και οποιοσδήποτε από τους μετέχοντες στη ρύθμιση πιστωτής.
Η απόφαση αυτή ισχύει ως προς όλους τους πιστωτές και μπορεί να έχει αναδρομική ισχύ με αφετηρία τον χρόνο υποβολής της αίτησης (άρθρο 8 παρ. 4 εδ. β' του νόμου). Αυτό εφαρμόζεται στη περίπτωση που ο οφειλέτης δεν μπορεί να συμμορφωθεί στο διατακτικό της πρώτης οριστικής απόφασης, ώστε να μη βρεθεί αντιμέτωπος με την έκπτωσή του κατά το άρθρο 11 του ν. 3869/2010.
Περαιτέρω, ο όρος "μεταβολή των συνθηκών" είναι ευρύτερος, γιατί η μεταβολή μπορεί να προκύπτει όχι μόνο από την επιγένεση νέων περιστατικών, αλλά και από άλλες αφορμές ή αιτίες, όπως από την εξέλιξη ενός θεσμού, την εμφάνιση νέων αναγκών κλπ., σε αυτή δε τη μεταβολή των συνθηκών μπορεί να εντάσσεται και η μεταβολή του νομοθετικού καθεστώτος υπό την ισχύ του οποίου εκδόθηκε η απόφαση ή και η μεταστροφή της νομολογίας σε σχέση με νομικό ζήτημα που τέθηκε υπόψη του (ΑΠ 157/2021, ΑΠ 1398/2019).
Η δυνατότητα τροποποίησης που στηρίζεται στη παρ. 4 του άρθρου 8 του ν. 3869/2010, αναφέρεται αποκλειστικά στη ρύθμιση της δικαστικής απόφασης που αφορά τα ποσά των μηνιαίων καταβολών στο πλαίσιο της παρ. 2 του άρθρου 8 του νόμου και όχι άλλα ζητήματα. Αντίστοιχη πρόβλεψη έλειπε πριν το ν. 4549/2018 στο άρθρο 9 παρ. 2 του νόμου, προκειμένου περί δικαστικής απόφασης που εξαιρεί από την εκποίηση τη πρώτη κατοικία ρυθμίζοντας την ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών σε ποσοστό μέχρι και το 85% της εμπορικής αξίας της κύριας κατοικίας, όπως η εν λόγω διάταξη ίσχυε πριν τη τροποποίησή της με το ν. ...61/2013 και το ν. 4346/2015, είτε της αντικειμενικής, υπό το δίκαιο του ν. ...61/2013 είτε της εμπορικής υπό το δίκαιο του ν. 4346/2015.
Εξάλλου, για την εξαίρεση από την εκποίηση της κύριας κατοικίας του οφειλέτη, ο νόμος δεν παρέθετε κριτήρια για το καθορισμό του ύψους των μηνιαίων καταβολών, αφού ο οφειλέτης στη περίπτωση αυτή είναι αναγκασμένος να καταβάλλει τις δόσεις αυτές (προκειμένου να αποφύγει την εκποίηση) έστω και αν έχει ελάχιστα εισοδήματα μόλις επαρκούντα για τη διαβίωσή του (είναι κατ`αυτό το τρόπο αδιάφορη η διακύμανση των εισοδημάτων του οφειλέτη).
Ενόψει αυτής της διαφοράς δίνονταν (πριν το ν. 4549/2018,) αρνητική απάντηση στο ερώτημα της ανάλογης εφαρμογής της διάταξης του άρθρ. 8 παρ. 4 στη περίπτωση του άρθρ. 9 παρ. 2 του νόμου, όσον αφορά στο οριζόμενο ποσό για την προστασία της κύριας κατοικίας. Εξάλλου, τόσο η εμπορική όσο και η αντικειμενική αξία, στη διαδρομή του χρόνου υπόκεινται σε διακυμάνσεις.
Επίσης, στη περίπτωση του άρθρου 8 παρ. 4 το χρονικό διάστημα είναι μετά τις τροποποιήσεις που επέφερε ο ν. ...61/2013, 3 έως 5 έτη, ενώ στη περίπτωση του άρθρου 9 παρ. 2 το διάστημα μπορεί να ανέλθει σε 20 έτη και υπό προϋποθέσεις σε 35 έτη, με αποτέλεσμα συνεχείς ανατροπές της γενομένης ρύθμισης, καθώς οι δυνατότητες τροποποίησης θα ήταν κατά πολύ ευρύτερες, αποτέλεσμα που, όμως, δεν είναι ανεκτό χάριν της επιβαλλόμενης σταθερότητας και ασφάλειας δικαίου που πρέπει να διακρίνει τη γενομένη ρύθμιση.
Μεταβολή της ρύθμισης του άρθρου 9 παρ. 2 του ν. 3869/2010 (και μείωση των δόσεων συνεπεία αυτής) είχε κριθεί νομολογιακά ότι δεν μπορούσε να συντελεσθεί λόγω της μείωσης είτε της εμπορικής, υπό το προγενέστερο δίκαιο, είτε της αντικειμενικής, υπό το δίκαιο του ν. ...61/2013, αξίας της πρώτης κατοικίας, είτε της εμπορικής υπό το δίκαιο του ν. 4346/2015, ούτε με βάση το άρθρο 758 του ΚΠολΔ (οπότε με τον τρόπο αυτό, θα μπορούσε να καλυφθεί η έλλειψη νομοθετικής πρόβλεψης στην ίδια τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 του νόμου).
Αυτό διότι κάθε φορά που θα υπήρχε μεταβολή της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου ή θα λάμβανε χώρα νομοθετική μεταβολή ως προς τις προϋποθέσεις προστασίας της κύριας κατοικίας θα μπορούσε ο διάδικος που πίστευε ότι θα αποκόμιζε όφελος από τη μεταβολή να ζητήσει τη τροποποίηση της απόφασης. Ωστόσο, κάτι τέτοιο θα μπορούσε να γίνει όχι μόνο άπαξ, αλλά πολλές φορές όχι μόνο από τη πλευρά του οφειλέτη, αλλά και από τη πλευρά των πιστωτών.
Κατ` αυτό το τρόπο, όμως, ανατρέπεται η βεβαιότητα και η ασφάλεια δικαίου, αφού, αν επιτρεπόταν τέτοια τροποποίηση, θα έπρεπε να αλλάζουν οι μηνιαίες δόσεις και ο χρόνος καταβολής τους, το οποίο είναι αμφίβολο αν καλύπτεται από το γράμμα και το σκοπό της ΚΠολΔ 758. Το ίδιο ισχύει και στη περίπτωση που ο προσδιορισμός των μηνιαίων καταβολών έγινε υπό το προγενέστερο δίκαιο με βάση την εμπορική αξία της πρώτης κατοικίας και μετά το ν. ...61/2013 επιδιώκεται νέος προσδιορισμός κατά τροποποίηση του προηγούμενου με βάση την αντικειμενική αξία της πρώτης κατοικίας.
Ωστόσο, ήδη πριν από την ισχύ του ν. 4549/2018, είχε κριθεί ότι τα παραπάνω δεν ισχύουν όσον αφορά τη τροποποίηση της ρύθμισης του άρθρου 9 παρ. 2 του ν. 3869/2010 ως προς τη διάρκεια αυτής, καθώς ενδεχόμενη χρονική επιμήκυνση αυτής, προκειμένου να προσαρμοσθούν οι καταβολές στις νέες δυνατότητες του οφειλέτη αφενός ουδόλως βλάπτει τους πιστωτές, οι οποίοι σε κάθε περίπτωση εισπράττουν τις απαιτήσεις τους εντόκως και αφετέρου ουδεμία ανασφάλεια δικαίου προκαλεί, καθώς δεν ανατρέπεται ο πυρήνας και η βάση της ρύθμισης (ΑΠ 1398/2019).
Ήδη με τη παράγραφο 6 του άρθρου 9 του ν. 3869/2010, η οποία προστέθηκε με τη παρ. 6 του άρθρου 62 του ν. 4549/2018, ΦΕΚ Α`,105/14-6-2018, η οποία σύμφωνα με τη παρ. 11 του άρθρου 68 του αυτού νόμου, εφαρμόζεται και σε υποθέσεις, επί των οποίων δημοσιεύθηκε απόφαση πριν την έναρξη ισχύος του, προβλέπεται μεταρρύθμιση και της ρύθμισης του άρθρου 9, αφού " οι παράγραφοι 3 έως 6 του άρθρου 8 εφαρμόζονται και στο σχέδιο διευθέτησης οφειλών του παρόντος άρθρου.
Η μεταρρύθμιση της απόφασης γίνεται εντός των ορίων της παραγράφου 2 του άρθρου 9, όπως αυτή εφαρμόστηκε από τη μεταρρυθμιζόμενη απόφαση". Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του νόμου, αρχικώς επιβεβαιώνεται η μέχρι τώρα διαμορφωθείσα στη νομολογία άποψη, ότι δηλαδή, μέχρι την εισαγωγή της ως άνω διάταξης, μεταρρύθμιση μπορούσε να επέλθει μόνο ως προς τη ρύθμιση του άρθρου 8.
Πέραν όμως αυτού, επιβεβαιώνεται η πρόθεση του νομοθέτη, πλέον να παρέχει τη δυνατότητα σε όλους τους διαδίκους να ζητήσουν μεταρρύθμιση του σχεδίου διευθέτησης οφειλών του άρθρου 9, εφόσον όμως αυτή υπαγορεύεται από μεταγενέστερα γεγονότα. Η έλλειψή δυνατότητας μεταρρύθμισης του σχεδίου διευθέτησης οφειλών του άρθρου 9 καθιστούσε αυτό δύσκαμπτο είτε γιατί οι οφειλέτες ευρισκόμενοι αντιμέτωποι με κάποια δυσμενή μεταβολή της οικονομικής τους κατάστασης κινδύνευαν να απολέσουν τη προστασία της κύριας κατοικίας τους, είτε γιατί παρά τη βελτίωση της ικανότητας αποπληρωμής των οφειλετών, οι πιστωτές δεν ήταν σε θέση να επιδιώξουν μεταρρύθμιση με αποτέλεσμα να υφίστανται ζημία.
Ωστόσο, με τη παρ. 6 εδ. β του άρθρου 9 του ν. 3869/2010, εισάγεται ένας σημαντικός περιορισμός. Ειδικότερα, όπως αναφέρει η αιτιολογική σκέψη του νόμου 4549/2018 "για να διατηρηθεί ο μεταρρυθμιστικός χαρακτήρας του αιτήματος και να μην δοθεί η δυνατότητα καταστρατήγησης των μεταβατικών διατάξεων των νόμων, που κατά καιρούς τροποποίησαν τη παρ. 2 του άρθρου 9 του ν. 3869/2010, προβλέπεται ρητώς ότι το σχέδιο διευθέτησης οφειλών, και μετά τη μεταρρύθμισή του, θα παραμένει εντός των ορίων που θέτει η παρ. 2 του άρθρου 9 του ν. 3869/2010, όπως αυτό εφαρμόστηκε από τη μεταρρυθμιζόμενη απόφαση".
Αν επομένως π.χ. η μεταρρυθμιζόμενη απόφαση εφάρμοσε τον ν. 3869/2010, όπως ίσχυε με τον ν. ...61/2013 και όρισε καταβολές μόνο στον εμπραγμάτως εξασφαλισμένο και στο ...% της αντικειμενικής αξίας της εξαιρούμενης από τη ρευστοποίηση κύριας κατοικίας του αιτούντος, τότε και η μεταρρυθμιστική απόφαση δεν θα αφίσταται αυτών και θα ορίζει το ίδιο.
Θα μπορεί, δηλαδή, ενδεχομένως να αυξήσει το χρόνο καταβολών και πέραν του νομίμου ορίου, ώστε η δόση να ανταποκρίνεται στα εισοδήματα του υπερχρεωμένου, ορίζοντας ακόμη και μηδενικές καταβολές για κάποιο χρονικό διάστημα. Σε κάθε περίπτωση όμως η μεταρρυθμιστική απόφαση δεσμεύεται από τη ρύθμιση που όρισε η μεταρρυθμιζόμενη ως προς το υποχρεωτικό αντάλλαγμα της διάσωσης της κατοικίας.
Επομένως, το ύψος των μηνιαίων καταβολών για την εξαίρεση από την εκποίηση της κύριας κατοικίας δύναται να μεταβάλλεται στη μεταρρυθμιστική δίκη της ως άνω νέας παρ. 6 του άρθρου 9 του ν. 3869/2010, ανεξαρτήτως εάν κατά την εφαρμογή της παρ. 2 του άρθρου 9 του ν. 3869/2010 ορίστηκαν από το δικαστήριο μηνιαίες καταβολές που δεν εξαρτήθηκαν από τα εισοδήματα του αιτούντος οφειλέτη.
Από την απολύτως δε σαφή γραμματική, και μόνο, διατύπωση της διάταξης του 9 παρ. 2 του ν. 3869/2010, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το ν. ...61/2013, η οποία αναφέρεται "σε συνολικό ποσό, που μπορεί να ανέρχεται μέχρι και στο ογδόντα τοις εκατό (...%) της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου της κύριας κατοικίας και όχι "σε συνολικό ποσό που ανέρχεται στο ογδόντα τοις εκατό (...%) της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου της κύριας κατοικίας", συνάγεται ευθέως, όπως αναφέρθηκε και στην αρχή της παρούσας νομικής σκέψης, ότι το ποσό των απαιτήσεων που μπορεί με το τρόπο αυτό να ικανοποιηθεί, ως αντάλλαγμα, δύναται να ανέρχεται σε ποσοστό ...% της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου της κύριας κατοικίας, κατ' ανώτατο ύψος και όχι κατά κατώτατο.
Επομένως, το ποσό των απαιτήσεων που μπορεί με το τρόπο αυτό να ικανοποιηθεί, ως αντάλλαγμα, δύναται να ανέρχεται και σε ποσοστό κατώτερο του ...% της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου της κύριας κατοικίας (ΑΠ 302/2022, ΑΠ 486/2021, ΑΠ 490/2021, ΑΠ 834/2021, ΑΠ 120/2020). Ο νόμος, βέβαια, δεν παραθέτει ειδικά κριτήρια για το καθορισμό του ύψους των μηνιαίων καταβολών για το χρέος αυτό, που επιβάλλεται στον οφειλέτη ως πρόσθετο, ώστε να επωφεληθεί από την εξαίρεση της εκποίησης της κύριας κατοικίας, πλην όμως, τα κριτήρια αυτά συνάγονται με συστηματική ερμηνεία από την ανάλογη ρύθμιση του άρθρου 8 παρ. 5 του ν. 3869/2010 και είναι ιδίως, η χρόνια ανεργία χωρίς υπαιτιότητα του οφειλέτη, σοβαρά προβλήματα υγείας, η ηλικία του οφειλέτη, ανεπαρκές εισόδημα για την κάλυψη στοιχειωδών βιοτικών αναγκών του οφειλέτη ή άλλοι λόγοι ίδιας τουλάχιστον βαρύτητας (ΑΠ 302/2022).
Η τροποποίηση της ρύθμισης του άρθρου 9 παρ. 2 του ν. 3869/2010, όπως προαναφέρθηκε, μπορεί να αφορά τη διάρκεια αυτής, καθώς ενδεχόμενη χρονική επιμήκυνση αυτής, προκειμένου να προσαρμοσθούν οι καταβολές στις νέες δυνατότητες του οφειλέτη αφενός ουδόλως βλάπτει τους πιστωτές, οι οποίοι σε κάθε περίπτωση εισπράττουν τις απαιτήσεις τους εντόκως και αφετέρου ουδεμία ανασφάλεια δικαίου προκαλεί, καθώς δεν ανατρέπεται ο πυρήνας και η βάση της ρύθμισης.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 εδ. α` του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 31/2009, ΑΠ 1544/2023).
Στη περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσία, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή τη παραβίαση.
Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 549/2022, ΑΠ 257/2020, ΑΠ 508/2020, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018).
Στην ερευνώμενη υπόθεση, ως προς το ως άνω ζήτημα, που αποτέλεσε το μοναδικό λόγο της από 28-2-2018 έφεσης του εκκαλούντος ΤΠΔ κατά της 18/2018 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Ν., με την οποία μεταρρυθμίστηκε η με αριθ. 465/2013 οριστική απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, ως προς το ύψος των μηνιαίων καταβολών των εφεσίβλητων-αιτούντων για τη διάσωση της κύριας κατοικίας τους (άρθρ. 9 παρ. 2 του ν. 3869/2010, 758 του ΚΠολΔ) και ενδιαφέρει εν προκειμένω, κατ' εκτίμηση του νοηματικού περιεχομένου του πρώτου και δεύτερου αναιρετικού λόγου, με τους οποίους το αναιρεσείον αποδίδει στη προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθ. 1α' και 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, το Μονομελές Πρωτοδικείο Ν., που δίκασε ως Εφετείο, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, δέχτηκε ότι: '' ....
Με τον μοναδικό λόγο της υπό κρίση έφεσής του το εκκαλούν ισχυρίζεται ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έσφαλε με την εκκαλούμενη απόφασή του, επειδή το αίτημα των εφεσιβλήτων για μεταρρύθμιση της απόφασης όσον αφορά τις μηνιαίες καταβολές για τη διάσωση της κύριας κατοικίας τους ήταν απορριπτέο ως μη νόμιμο, διότι η μεταβολή του νομικού καθεστώτος δεν μπορεί να δικαιολογήσει τη μεταρρύθμιση απόφασης κατ' άρθρο 758 ΚΠολΔ.
Ο λόγος αυτός της έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, επειδή στη προκείμενη περίπτωση ερείδεται επί εσφαλμένης βάσης. Και τούτο, διότι οι εφεσίβλητοι με τη με αριθμό .../2017 αίτησή τους επικαλέστηκαν ρητά ως μεταβολή των συνθηκών που δικαιολογεί τη μεταρρύθμιση της απόφασης τη σημαντική μείωση των εισοδημάτων τους και την αύξηση των δαπανών τους για λόγους υγείας και όχι τη τροποποίηση οποιουδήποτε νόμου.
Το δε πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε την αίτηση νόμιμη και κατ' ουσία βάσιμη, αποφαινόμενο θετικά επί του ισχυρισμού των εφεσιβλήτων περί σημαντικής μείωσης του εισοδήματός τους μετά την έκδοση της υπό μεταρρύθμιση απόφασης και όχι περί ανάγκης μεταρρύθμισής της λόγω νομοθετικής μεταβολής.
Ακολούθως, όρισε το νέο ύψος των μηνιαίων καταβολών τους για τη διάσωση της κύριας κατοικίας τους λαμβάνοντας υπόψη του το άρθρο 9 παρ. 2 ν. 3869/2010 όπως είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 17 ν. ...61/2013, σύμφωνα με το οποίο ορίστηκε ως βάση αναφοράς η αντικειμενική αξία του ακινήτου, και το οποίο τύγχανε εφαρμογής στην υπό κρίση περίπτωση, αφού η με αριθμό κατάθεσης .../26.04.2013 αίτηση των εφεσιβλήτων, επί της οποίας εκδόθηκε η υπό μεταρρύθμιση απόφαση, ήταν εκκρεμής κατά την 14-6-2013, ημέρα έναρξης της ισχύος της παραπάνω τροποποίησης, δοθέντος ότι συζητήθηκε κατά τη δικάσιμο της 24-9-1013 (...).
Κατόπιν τούτου και ελλείψει άλλου λόγου έφεσης, πρέπει η υπό κρίση έφεση να απορριφθεί ως νομικά αβάσιμη, αφού ο μοναδικός της λόγος είναι απαράδεκτος....''. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το ως Εφετείο δικάσαν δικαστήριο, απέρριψε την από 28-2-2018 έφεση του εκκαλούντος-αναιρεσείοντος ΤΠΔ κατά της πρωτόδικης 18/2018 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Ν., που είχε κρίνει ομοίως.
Κρίνοντας έτσι το, ως Εφετείο δικάσαν, δικαστήριο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι συντρέχουν στο πρόσωπο των αναιρεσίβλητων, αιτούντων τη μεταρρύθμιση της με αριθ. 465/2013 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Ν., ως προς το ύψος των μηνιαίων καταβολών που τους είχαν επιβληθεί για τη διάσωση της κύριας κατοικίας τους, οι νόμιμες προϋποθέσεις για τη μεταρρύθμιση της ως άνω απόφασης, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 9 παρ. 6 του ν. 3869/2010, όπως ίσχυε μετά τη προσθήκη της παραγράφου αυτής με το άρθρο 62 παρ. 6 του ν. 4549/2018 (ΦΕΚ Α', 105/14-6-2018), η οποία ήταν εφαρμοστέα κατά το χρόνο έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης του ως Εφετείου δικάσαντος δικαστηρίου (8-4-2019), σύμφωνα με την παρ. 11 του άρθρου 68 του ίδιου νόμου (ν. 4549/2018) κατά την οποία εφαρμόζεται και σε υποθέσεις, επί των οποίων δημοσιεύθηκε απόφαση πριν την έναρξη ισχύος του, την οποία όφειλε να εφαρμόσει κατά το ανακριτικό σύστημα στη παρούσα ειδική διαδικασία και απέρριψε ως απαράδεκτο το (μοναδικό) λόγο έφεσης του αναιρεσείοντος ΤΠΔ, το οποίο, με την από 28-2-2018 έφεσή του επικαλέστηκε "τη μη νομιμότητα του αιτήματος των αναιρεσίβλητων-αιτούντων περί τροποποίησης της υπό μεταρρύθμιση απόφασης όσον αφορά το άρθρο 9 παρ. 2 του ν. 3869/2010, διότι η τροποποίηση του νομοθετικού πλαισίου δεν δύναται να δικαιολογήσει τη μεταρρύθμιση της απόφασης και τούτο λαμβάνεται υπ' όψιν και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο".
Ειδικότερα, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στη νομική σκέψη της παρούσας και τις ανέλεγκτες αναιρετικά παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, συνάγεται ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις και κρίνεται δικαιολογημένη η μεταρρύθμιση της ως άνω 465/2013 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Ν., δεδομένου ότι η νέα παρ. 6 του ν. 3869/2010, που προστέθηκε με τη παρ. 6 του άρθρου 62 του ν. 4549/2018, δυνάμει δε της παρ. 11 του άρθρου 68 του ν. 4549/2018 εφαρμόζεται και σε υποθέσεις επί των οποίων δημοσιεύθηκε απόφαση πριν την έναρξη ισχύος του, αρκεί η μεταρρύθμιση της απόφασης να γίνεται εντός των ορίων της παραγράφου 2 του άρθρου 9, όπως αυτή εφαρμόστηκε από τη μεταρρυθμιζόμενη απόφαση.
Η απόφαση αυτή (μεταρρυθμιζόμενη), εφαρμόζοντας το ν. 3869/2010 όπως ίσχυε μετά την τροποποίησή του από το ν. ...61/2013, καθόρισε το ακριβές ποσό που θα πρέπει οι αιτούντες να καταβάλλουν στο καθού-αναιρεσείον ως αντίτιμο για τη διάσωση της κατοικίας τους, ορίζοντάς το σε ποσό που αντιστοιχεί μέχρι το ...% της αντικειμενικής αξίας της, αφού κατά το δίκαιο που ίσχυε κατά τη κατάθεση της αίτησής τους για ένταξη στις ευεργετικές διατάξεις του ν. 3869/2010, μετά τις τροποποιήσεις που επέφερε ο νόμος ...61/2013 στο άρθρο 9 παρ. 2, ο οφειλέτης υποχρεούτο πλέον να καταβάλει ποσό μέχρι του ...% της αντικειμενικής αξίας της κύριας κατοικίας κατ' ανώτατο όριο και όχι κατώτατο [η ρύθμιση αυτή, κατά ρητή πρόβλεψη του νόμου (άρθρ. 19) καταλάμβανε και τις εκκρεμείς αιτήσεις, δηλ.
αυτές που είχαν κατατεθεί έως 13-6-2013, όπως η αίτηση επί της οποίας εκδόθηκε η μεταρρυθμιζόμενη απόφαση]. Έτσι, με τη προσβαλλόμενη απόφαση ορθώς απορρίφθηκε η ως άνω έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 18/2018 μεταρρυθμιστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Ν., με την οποία καθορίστηκαν μικρότερες δόσεις για τη διάσωση της κύριας κατοικίας των αναιρεσίβλητων, προσαρμοζόμενες στην οικονομική δυνατότητά τους, για τον ίδιο χρόνο της ρύθμισης (20ετία), κατά το αίτημα της από 13-7-2017 αίτησής τους (μεταβολή της οικονομικής τους κατάστασης).
Οι νομικές δε διατάξεις που στηρίζουν το αίτημα της αίτησης, αρκεί, έστω και αν δεν μνημονεύονται στη προσβαλλόμενη απόφαση, να υφίστανται και να δικαιολογούν, βάσει των ουσιαστικών παραδοχών της, το διατακτικό της, οπότε ο Άρειος Πάγος μπορεί να τις συμπληρώσει, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 578 του ΚΠολΔ (ΑΠ 455/2017, ΑΠ 176/2011, ΑΠ 328/2008, ΑΠ 1208/2008).
Σε ακολουθία των παραπάνω, οι πρώτος και δεύτερος αναιρετικοί λόγοι, με τους οποίους αποδίδεται στη προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τους αριθ. 1 και 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ (ορθώς μόνο από τον αριθ. 1 α', καθόσον ο λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 6 του άρθρου 560 κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού για να στοιχειοθετηθεί λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 6 του ως άνω άρθρου, προϋποτίθεται ότι το δικαστήριο της ουσίας εισήλθε στην ουσία και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα και κατά συνέπεια δεν ιδρύεται όταν η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα των αιτιολογιών αναφέρονται στη σκέψη της προσβαλλόμενης απόφασης με την οποία η αγωγή ή η ένσταση ή ο λόγος έφεσης κρίθηκε απορριπτέος ως μη νόμιμος, απαράδεκτος ή αόριστος (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 88/2023, ΑΠ 270/2023, ΑΠ 1105/2023, ΑΠ 1446/2019 ΑΠ 1...0/2017), κρίνονται απορριπτέοι κατά τα προαναφερόμενα.
Κατά το άρθρο 249 του ΚΠολΔ "αν η διάγνωση της διαφοράς εξαρτάται ολικά ή εν μέρει από την ύπαρξη ή ανυπαρξία μιας έννομης σχέσης ή τη διάρρηξη μιας δικαιοπραξίας που συνιστά αντικείμενο άλλης δίκης εκκρεμούς σε πολιτικό ή διοικητικό δικαστήριο ή από ζήτημα που πρόκειται να κριθεί ή κρίνεται από διοικητική αρχή, το δικαστήριο μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου να διατάξει την αναβολή της συζήτησης εωσότου περατωθεί τελεσίδικα ή αμετάκλητα η άλλη δίκη ή εωσότου εκδοθεί από τη διοικητική αρχή απόφαση που δεν θα μπορεί να προσβληθεί...".
Επομένως, κατά το άρθρο 249 του ΚΠολΔ, παρέχεται η δυνατότητα και δεν θεσμοθετείται υποχρέωση αναβολής συζήτησης της υπόθεσης με απόφαση πάντοτε του δικαστηρίου, αυτεπαγγέλτως ή μετά από αίτηση του διαδίκου, εφόσον για προκριματικό ζήτημα της δίκης υφίσταται εκκρεμής δίκη σε άλλο πολιτικό δικαστήριο.
Η αναβολή, η οποία μπορεί να διαταχθεί και στη κατ' έφεση δίκη, απόκειται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου, το οποίο δεν έχει υποχρέωση να αιτιολογήσει την προς τούτο απόφασή του, η οποία είναι ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 1063/2023, ΑΠ 855/2022, ΑΠ 766/2021). Εξάλλου, αναίρεση κατά τελεσίδικης απόφασης επιτρέπεται, κατά, μεν, τον αριθ. 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, κατά, δε, τον αριθ. 6, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, δηλ.
αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη σαφή διατύπωση των πιο πάνω διατάξεων προκύπτει ότι οι προβλεπόμενοι με αυτές αναιρετικοί λόγοι δημιουργούνται μόνο αν πρόκειται για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου και όχι δικονομικού δικαίου.
Δικονομικού δικαίου είναι οι κανόνες που καθορίζουν τη διαδικασία, τον τρόπο, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας, όπως είναι και η διάταξη του άρθρου 249 του ΚΠολΔ (ΑΠ 855/2022, ΑΠ 709/2018) και, συνεπώς, η παραβίασή τους δεν ιδρύει τους αναιρετικούς λόγους από τους αριθ. 1 και 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1063/2023, ΑΠ 855/2022, ΑΠ 766/2021ΑΠ 1601/2018, ΑΠ 894/2018).
Κατ` ακολουθία αυτών, ο τρίτος αναιρετικός λόγος από τον αριθ. 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, με τον οποίο το αναιρεσείον προσάπτει στη προσβαλλόμενη απόφαση την, από τον αριθ. 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, πλημμέλεια, ότι αν και επικαλέστηκε, με την από 28-2-2018 έφεσή του, ότι κατά της με αριθ. 465/2013 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Ν.
άσκησε την από 9-12-2013 (αριθ. έκθ. κατάθ. 25/2013) έφεση η οποία συζητήθηκε στις 1-11-2017 στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ν. (δικάζοντος ως Εφετείο) και επί της οποίας δεν εκδόθηκε απόφαση, το δικαστήριο αυτό δεν απάντησε αιτιολογημένα για αναβολή της υπόθεσης, κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος. Αυτό διότι, η κρίση του εκδώσαντος την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου, να αναβάλει ή όχι τη συζήτηση της έφεσης προκειμένου να περατωθεί άλλη πολιτική ή ποινική δίκη, ανήκει στην ελεύθερη και ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, η δε ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών ως προς την απόρριψή του δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης από τη παραπάνω διάταξη, ούτε από τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 5β' του ΚΠολΔ, αφού η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για την απόρριψη του εν λόγω αιτήματος εναπόκειτο στην αναιρετικά ανέλεγκτη διακριτική εξουσία του και επιπλέον διότι, η φερόμενη ως παραβιασθείσα διάταξη του άρθρου 249 του ΚΠολΔ, είναι δικονομικού και όχι ουσιαστικού δικαίου και η παραβίασή της δεν θεμελιώνει αναιρετικό λόγο από τον αριθ. 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ.
Μετά από αυτά, η αίτηση αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί, χωρίς να περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 746 του ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ. 3 εδάφ. β` του ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ.6 εδάφ.
β` του πιο πάνω ν. 3869/2010, κατά το οποίο "..... Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 1061/2023, ΑΠ 1513/2022).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει, την, από 4-9-2021 (αριθ. έκθ. κατάθ. 6/6-9-2021), αίτηση για αναίρεση της με αριθ. 254/2019 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ν., που δίκασε ως Εφετείο, κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Απριλίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Μαΐου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ