Supreme Court dismisses appeal on appealability and evidence review grounds under Greek Civil Procedure Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a final judgment from the Third Instance Court of Northern Aegean. The appellant argued the lower court failed to consider specific documentary evidence and witness testimonies regarding a set-off claim. The court ruled that the appealed decision explicitly referenced these evidentiary means in its reasoning, thereby refuting the claim of non-consideration, and further rejected the argument that the court's evaluation of evidence was unreviewable.
Legislator headnote
AI generatedArticles 513(1), 559(11)(c), 561(1) of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if the contested decision is not final; a claim that a court failed to consider specific evidence is unfounded if the decision explicitly references such evidence, and challenges to the court's evaluation of evidence are inadmissible as they violate the principle of unreviewable fact-finding.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 709 / 2018 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 709/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη - Εισηγητή, Αλτάνα Κοκκοβού, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Αγγελική Τζαβάρα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια στο ακροατήριό του, στις 8 Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Π. Τ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Συνοδινό και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "...." και τον διακριτικό τίτλο "..." που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Γ. Ρ. του Δ., 3) Ι. Ρ. του Δ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αργυρώ Μπαλτά και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/7/2012 αγωγή της πρώτης ήδη αναιρεσιβλήτου και τις από 30/7/2012 και 30/1/2013 αγωγές του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Μυτιλήνης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 37/2014 εν μέρει οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 15/2016 του Τριμελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15/6/2016 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 513 παρ. 1 του Κ.ΠολΔ έφεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που εκδίδονται στον πρώτο βαθμό α) εκείνων που παραπέμπουν την υπόθεση στο αρμόδιο δικαστήριο λόγω αναρμοδιότητας, β) των οριστικών αποφάσεων που περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή για την ανταγωγή. Αν η απόφαση είναι κατά ένα μέρος οριστική, δεν επιτρέπεται έφεση ούτε κατά των οριστικών διατάξεων, πριν εκδοθεί οριστική απόφαση στη δίκη. Από το συνδυασμό της διατάξεως αυτής προς τις διατάξεις των άρθρων 308, 309, 321 και 539 του ίδιου Κώδικα συνάγεται ότι, οριστική απόφαση, είτε του πρωτοβαθμίου, είτε του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, είναι εκείνη που περατώνει τη δίκη με την παραδοχή ή την απόρριψη της αγωγής και απεκδύει το δικαστή της περαιτέρω εξουσίας του σχετικά με το αγωγικό αίτημα. Το αποτέλεσμα αυτό διατυπώνεται με σχετική διάταξη στο διατακτικό, το οποίο αποτελεί την ουσία της αποφάσεως και περιέχει τη θέληση και διαταγή του δικαστηρίου, ή και στο σκεπτικό, αλλά ρητώς και σαφώς.
Σε περίπτωση κατά την οποία από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο συνεκδικάσθηκαν περισσότερες αγωγές, που είχαν σωρευθεί στο ίδιο ή άλλο δικόγραφο προς εξοικονόμηση δαπανών και χρόνου και στη μια από αυτές εκδόθηκε οριστική απόφαση, ενώ ως προς την άλλη ή άλλες αγωγές εκδόθηκε μη οριστική απόφαση, υπόκειται αυτοτελώς σε έφεση και πριν να εκδοθεί οριστική απόφαση ως προς τις άλλες αγωγές που συνεκδικάσθηκαν, διότι τέτοια απόφαση αποτελεί στην ουσία άλλη, κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης του άρθρου 513 ΚΠολΔ, δίκη σε σχέση μ’ αυτήν που εκκρεμεί και δεν περατώθηκε ακόμη ως προς τις υπόλοιπες συνεκδικασθείσες αγωγές (ΑΠ 99/2008, ΑΠ 1365/2002, ΑΠ 1320/1992).
Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξη, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.
ΑΠ 25/2003, 12/2000 ΚΑΙ 3/1997), όχι δε και εκείνοι που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής και αποτελούν άρνηση αυτής, ούτε και εκείνοι που δεν έχουν αυτοτέλεια και αποτελούν επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ. ΑΠ 469/1984). Πράγματα, επίσης, κατά την έννοια της αμέσως πιο πάνω διάταξη, αποτελούν και οι λόγοι έφεσης που περιέχουν παράπονα κατά της προσβαλλόμενης απόφασης (Ολ ΑΠ 11/1996, ΑΠ 1580/2009).
Ο παραπάνω λόγος της αναιρέσεως δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο, που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και του απέρριψε για οποιοδήποτε, τυπικό ή ουσιαστικό λόγο, έστω και αν η απόρριψή του δεν είναι ρητή αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της αποφάσεως (εκ του πράγματος), Ολ. ΑΠ 11/1996, ΑΠ 434/2010, δια των περί του αντιθέτου παραδοχών αυτής (ΑΠ 1994/2014).
Με τον πρώτο, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα, η, κατ’ ορθή εκτίμηση των προς θεμελίωση των εκτιθεμένων, από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ αιτίαση με την επίκληση ότι, παρά το νόμο, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη τον, περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 249 ΚΠολΔ, σχετικό λόγο της εφέσεως του με τον οποίο αυτός (αναιρεσείων) παραπονείτο κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως (37/2014 Π.
Πρ. Μυτιλήνης) - αναφορικά με την κρίση αυτής, ως προς τη διαταχθείσα αναβολή εκδικάσεως των (από 30.7.2012 και 30.1.2013) αγωγών το ιδίου κατά των αναιρεσιβλήτων μέχρι εκδόσεως τελεσίδικου αποφάσεως επί της (από 16.7.2012) μετ’ αυτών συνεκδικασθείσης αντιθέτου αγωγής του τελευταίου (αναιρεσιβλήτου) παρόλο που (κατά την ως άνω αιτίαση) δεν συνέτρεχε ο από την παραπάνω πρωτόδικη απόφαση γενομένος δεκτός δικαιολογητικός, της διαταχθείσης αναβολής λόγος.
Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος ουσιαστικά αφού από την παραδεκτή επισκόπηση της προβαλλόμενης αποφάσεως και ιδίως από την παραδοχή αυτής κατά την οποία "Στην προκειμένη περίπτωση ο ενάγων και ήδη εκκαλών (αναιρεσείων) Π. Τ., άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης τις ακόλουθες αγωγές:
α) την από 30.7.2012 και με αριθμό κατάθεσης .../2.8.2012 αγωγή και β) την από 30.1.2013 και με αριθμό κατάθεσης ...4.2.2013 αγωγή σε βάρος των εναγομένων και ήδη εφεσιβλήτων, με τις οποίες ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σε κάθε μια από αυτές. Επί των αγωγών αυτών, οι οποίες συνεκδικάστηκαν, όπως κατωτέρω αναφέρεται, με την ασκηθείσα από την πρώτη των εφεσιβλήτων ομόρρυθμη εταιρία "...
Ο.Ε." αντίθετη αγωγή, εκδόθηκε η εκκαλούμενη 37/2014 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης, η οποία ως προς αμφότερες τις αγωγές του εν προκειμένω εκκαλούντος ανέβαλε τη συζήτησή τους κατ’ άρθρο 249 ΚΠολΔ (ενόψει της προβολής εκ μέρους του ενστάσεως συμψηφισμού για το σύνολο του αιτούμενου ποσού με εκάστη από τις αγωγές του), μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης επί της συνεκδικαζόμενης με αριθμό ...2012 αγωγής της αντιδίκου του - πρώτης εφεσίβλητης, την οποία και έκανε εν μέρει δεκτή.
Επομένως, με την εκδοθείσα εν προκειμένω 37/2014 εν μέρει οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης, δεν έγινε οριστική διάγνωση της διαφοράς επί των αγωγών που άσκησε ο ενάγων και ήδη εκκαλών, αλλά εξακολουθούν αμφότερες οι αγωγές αυτές να είναι εκκρεμείς στο πρωτόδικο Δικαστήριο, όπως και ο ίδιος ο εκκαλών άλλωστε αναφέρει στο δικόγραφο της εφέσεως του.
Και τούτο διότι ως προς αμφότερες τις αγωγές του, τη συζήτηση των οποίων ανέβαλε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, δεν απεκδύθηκε τούτο κάθε περαιτέρω εξουσίας του, αλλά, αντίθετα, επεφύλαξε σε αυτό το δικαίωμα επανεξετάσεως των αγωγών αυτών, μετά την τελεσιδικία της συνεκδικαζόμενης αντίθετης αγωγής, οπότε και θα εκφέρει την τελειωτική του κρίση, με την οποία θα τερματίζει τη δίκη και θα τέμνει τελειωτικά τη διαφορά αναφορικά με τις δύο αυτές αγωγές.
Επομένως, η εκκαλούμενη απόφαση είναι μη οριστική, κατά το μέρος που αφορά τις ένδικες αγωγές του Π. Τ. και δεν υπόκειται σε έφεση, ως προς αυτές. Μετά ταύτα, πρέπει η ένδικη έφεση κατά το μέρος που στρέφεται κατά της ως άνω εν μέρει οριστικής απόφασης και αφορά τις .../2.8.2012 και ...4.2.2013 αγωγές, να απορριφθεί ως απαράδεκτη ελλείψει της ως άνω προϋποθέσεως του παραδεκτού της, δηλαδή του εκκλητού της εκκαλούμενης απόφασης".
Προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έλαβε υπόψη και την προβληθείσα δια του ως άνω λόγου της εφέσεως αιτίαση την οποία, όμως, απέρριψε εκ του πράγματος δια της αντιθέτου προς αυτήν (αιτίαση) παραδοχής, συνεπαγομένης την, λόγω της μη εσφαλμένης, ως προς τη διαταχθείσα αναβολή, πρωτοδίκου κρίσεως, ορθή απόρριψη της ασκηθείσης εφέσεως ως προς την οποία η προσβαλλόμενη απόφαση ορθώς, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, κήρυξε το απαράδεκτο κατά το μέρος που αυτή αφορούσε στις δύο αγωγές του αναιρεσείοντος, των οποίων διατάχθηκε (πρωτοδίκως) η αναβολή της συζητήσεως τους, απορριπτομένης συνακολούθως ως αβασίμου και της από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ αιτιάσεως.
Οι περαιτέρω δια του ίδιου ως άνω λόγου (κατά τα λοιπά δύο σκέλη του) προβαλλόμενες από το αρθρ. 559 αρ.1 ΚΠολΔ αιτιάσεις με την επίκληση της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής αφενός της διατάξεως του άρθρου 249 ΚΠολΔ και αφετέρου αυτής του άρθρου 6 ΕΣΔΑ κρίνονται απορριπτέες η μεν πρώτη ενόψει του ότι, και ανεξάρτητα από το ανέλεγκτο αναιρετικά της σχετικής κρίσεως του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 1530/2009), η εν λόγω αιτίαση, αναφερόμενη σε παράβαση διατάξεως του δικονομικού δικαίου (ΑΠ 1390/2002, ΑΠ 1258/1986), δεν μπορεί να θεμελιώσει τον επικαλούμενο από το αρθρ. 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναιρετικό λόγο, ο οποίος προϋποθέτει παράβαση διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου, η δε δεύτερη καθόσον η δυνατότητα ελέγχου της ορθής εφαρμογής της διατάξεως του αρθρ. 249 ΚΠολΔ με τα προβλεπόμενα από τον ΚΠολΔ ένδικα μέσα (έφεση), καθιστά αδύνατη τη θεμελίωση της παραπάνω από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, προβαλλομένης αιτιάσεως (Ολ.ΑΠ 2/2008).
Περαιτέρω, με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα η, από την ίδια ως άνω διάταξη (559 αρ. 8 ΚΠολΔ), αιτίαση με την επίκληση ότι, παρά το νόμο, η προβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη πράγματα προταθέντα και έχοντα ουσιώδη επίδραση της δίκης και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη "τον διαλαμβανόμενο στο κεφάλαιο 4.3. της πρώτης (από 30.7.2012), αγωγής μου ισχυρισμό συμψηφισμού προς την αγωγική απαίτηση της ανταπαιτήσεως της υποχρεώσεως καταβολής ενός bonus ύψους 5.000€ συν ΦΠΑ μηνιαίως καθόλη τη διάρκεια της σύμβασης διανομής αρχής γενομένης από 1.11.2011 ως ανταμοιβή για την μέχρι τότε υπερεπιτυχή εκτέλεση των υποχρεώσεων μου από τη σύμβαση". Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος καθόσον ο, κατά την προβαλλόμενη αιτίαση, φερόμενος ως μη ληφθείς υπόψη ισχυρισμός, διαλαμβάνετο, κατά τον αναιρεσείοντα, "στο υπ’ αριθμ. 4.3. κεφάλαιο της πρώτης (από 30.7.2012) αγωγής", η συζήτηση της οποίας όμως αναβλήθηκε με την πρωτόδικη απόφαση και ως προς την οποία η ασκηθείσα έφεση απορρίφθηκε ως απαράδεκτη και επομένως υφίστατο αδυναμία του Εφετείου να λάβει υπόψη και να ερευνήσει τον ισχυρισμό αυτό ενόψει μάλιστα του ότι ο αναιρεσείων δεν επικαλείται (με παράθεση των σχετικών περικοπών), ότι ο εν λόγω ισχυρισμός διαλαμβάνετο και στις προτάσεις που κατέθεσε αυτός (όχι προς υποστήριξη της ως άνω αγωγής του αλλά) προς αντίκρουση της αγωγής του αναιρεσιβλήτου.
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 9 παρ. 1 του π.δ./τος 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων", που εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, και έχουν αναλογική εφαρμογή και στην περίπτωση αποκλειστικής διανομής, εφόσον συντρέχουν οι αναγκαίες προϋποθέσεις προς τούτο (Ολ.
ΑΠ 16/2013), ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται, μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, αποζημίωση, εάν κατά τη διάρκεια αυτής έφερε νέους πελάτες ή προήγαγε σημαντικά τις υποθέσεις με τους υπάρχοντες πελάτες και ο εντολέας διατηρεί ουσιαστικά οφέλη που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς, εφόσον, με βάση όλες τις περιστάσεις και ιδιαίτερα τις προμήθειες, που χάνει ο εμπορικός αντιπρόσωπος από τις υποθέσεις με τους ίδιους πελάτες, σε συνδυασμό και με την τυχόν ρήτρα μη ανταγωνισμού, παρίσταται ως δίκαιη η καταβολή της αποζημίωσης, η οποία κατά ποσό δεν μπορεί να υπερβαίνει ποσό ισοδύναμο με τον μέσο ετήσιο όρο των αμοιβών που εισέπραξε ο εμπορικός αντιπρόσωπος κατά τα πέντε τελευταία έτη, αν δε η σύμβαση διήρκεσε λιγότερο από πέντε έτη, η αποζημίωση υπολογίζεται με βάση τον μέσο όρο της εν λόγω περιόδου.
Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι η αποζημίωση πελατείας είναι μια ιδιόρρυθμη αξίωση αμοιβής, που κινείται μεταξύ δύο ισοδύναμων πόλων, εκείνου της αμοιβής και εκείνου της επιείκειας, οι οποίοι δικαιολογούν τον χαρακτηρισμό της ως ένα είδος εύλογης ή δίκαιης αποζημίωσης, που προσομοιάζει με την αποζημίωση για διαφυγόν κέρδος με στοιχεία παράλληλα και από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.
Η αξίωση αυτή γεννιέται όταν συντρέξουν σωρευτικά όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις, τις οποίες πρέπει να επικαλεσθεί με τη σχετική αγωγή του και να αποδείξει ο εμπορικός αντιπρόσωπος, δηλαδή απαιτείται: α) η εισφορά νέων πελατών ή η σημαντική προαγωγή των υποθέσεων με τους υπάρχοντες πελάτες από τον εμπορικό αντιπρόσωπο κατά τη διάρκεια της σύμβασης, β) η διατήρηση και μετά την λύση της σύμβασης ουσιαστικών ωφελειών για τον αντιπροσωπευόμενο, που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς και γ) η καταβολή της αποζημίωσης να είναι δίκαιη με βάση όλες τις περιστάσεις κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης.
Ως εισφορά νέων πελατών νοείται η προσέλκυση από τη δραστηριότητα του εμπορικού αντιπροσώπου νέων πελατών, δηλαδή πελατών, που δεν υπήρχαν προηγουμένως, ως σημαντική δε προαγωγή των υποθέσεων με υπάρχοντες πελάτες νοείται η ασυνήθιστη αύξηση του κύκλου των εμπορικών συναλλαγών μ’ αυτούς.
Διατήρηση δε των ουσιαστικών ωφελειών του αντιπροσωπευόμενου από υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς (νέους ή παλαιούς), υπάρχει, όχι μόνο όταν επιβιώνουν τυχόν διαρκείς συμβάσεις που είχε καταρτίσει με τρίτους ο διανομέας, αλλά και όταν, έστω και κατά τρόπο έμμεσο, όπως συμβαίνει στην περίπτωση ορισμού νέου αντιπροσώπου για την ίδια περιοχή, υπάρχει εν δυνάμει πελατεία με την προοπτική κέρδους για τον αντιπροσωπευόμενο, με την εκμετάλλευση του γνωστού στον αντιπροσωπευόμενο πελατολογίου του προηγούμενου διανομέα, δεν έχει δε σημασία το γεγονός ότι τα συμβατικά προϊόντα είναι επώνυμα και ως εκ τούτου γνωστά στο καταναλωτικό κοινό, λόγω και διαφημιστικών ενεργειών του αντιπροσωπευόμενου, στο πλαίσιο της επιχειρηματικής του δραστηριότητας για την προώθηση των πωλήσεων των προϊόντων αυτών, αφού οι ενέργειες αυτές του αντιπροσωπευόμενου, όταν μάλιστα γίνονται χωρίς αναφορά στην επιχείρηση του αντιπροσώπου, δεν αποσκοπούν στη με τη μεσολάβηση συγκεκριμένου αντιπροσώπου διάθεση αυτών, αλλά γενικώς στην αύξηση της ζήτησης των προϊόντων αυτών.
Ούτε επίσης έχει έννομη σημασία η κατ’ επιλογή του αντιπροσωπευόμενου μη συνέχιση της εμπορικής συνεργασίας με τους πελάτες (νέους ή παλαιούς) που είχε προσελκύσει ο αντιπρόσωπος - διανομέας, όπως συμβαίνει στην περίπτωση που ο αντιπροσωπευόμενος, δεν όρισε για την ίδια περιοχή αποκλειστικό αντιπρόσωπο ή διανομέα, αφού στην περίπτωση αυτή η υπάρχουσα κατά τη λύση της σύμβασης δυνατότητα του αντιπροσωπευόμενου να συνεχίσει τη συνεργασία του με τους πελάτες του αντιπροσώπου ακυρώνεται με τη βούληση τους αντιπροσωπευόμενου (ΑΠ 1766/2009).
Περαιτέρω, από τη διάταξη του αρθρ. 559 αρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ’ αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως (Ολ.
ΑΠ 10/2011, ΑΠ 191/2013, ΑΠ 486, 568/13). Προς εξεύρεση της παραβιάσεως ελέγχεται ο δικανικός συλλογισμός που διατυπώνεται, έστω και ατελώς, και συγκροτείται από τη μείζονα πρόταση (νομική διάταξη), την ελάσσονα πρόταση (πραγματικές παραδοχές) και το συμπέρασμα. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι, τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι, τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του:
καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. (ΑΠ 1062/2014, ΑΠ 609/2013). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι, ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 179, 495/2013, ΑΠ 2119/2014, ΑΠ 632/15).
Με τους δεύτερο και τέταρτο λόγους της αναιρέσεως προβάλλονται από τον αναιρεσείοντα οι, από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, αιτιάσεις με την επίκληση ότι, η προσβαλλόμενη απόφαση, κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων των άρθρων 9§1α Π.Δ./τος 219/1991, 297, 298 και 440 ΑΚ απέρριψε, ως ουσιαστικά αβάσιμη, την, προς απόκρουση της ενδίκου κατ’ αυτού αγωγής του αναιρεσιβλήτου προταθείσα από τον ίδιο ένσταση συμψηφισμού προς την αγωγική απαίτηση των λεπτομερώς περιγραφόμενων σ’ αυτούς (λόγους) ανταπαιτήσεων του, που αναφέρονται αφενός στην σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 9§1α Π.Δ. 219/91 οφειλόμενη σ’ αυτόν αποζημίωση πελατείας ποσού 515.247,14 ευρώ και αφετέρου στην αποθετική ζημία (διαφύγοντα κέρδη) την οποία φέρεται ότι υπέστη αυτός από την άνω υπαιτιότητα της εντολέως πρώτης αναιρεσιβλήτου, αδικοπρακτική καταγγελία της μεταξύ αυτών υφιστάμενης συμβάσεως αποκλειστικής διανομής, δεχθείσα με ανεπαρκείς αιτιολογίες της ελάσσονος προτάσεως του νομικού της συλλογισμού, που αναφέρεται στο πραγματικό των εφαρμοσθέντων ως άνω κανονικού δικαίου, τη μη συνδρομή των απ’ αυτές προβλεπομένων προϋποθέσεων για την κατάφαση του αιτουμένου συμψηφισμού παρόλο που τα, ως αποδειχθέντα, γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά απέκλειαν την κρίση αυτή επιβάλλοντα την παραδοχή της προβληθείσης ενστάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή (αρθρ. 561§2 ΚΠολΔ), επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι, αυτή, μετ’ εκτίμηση των εκατέρωθεν προσκομισθεισών αποδείξεων, δέχθηκε, αναφορικά με τα κρίσιμα για την έκβαση της δίκης ως άνω ζητήματα, τ’ ακόλουθα: ".....Εξάλλου, από τα αυτά ως άνω αναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος πράγματι, ενεργώντας στα πλαίσια της συμβάσεως αποκλειστικής διανομής που συνήψε με την ενάγουσα και προς εξυπηρέτηση των σκοπών αυτής (συμβάσεως), προήγαγε σημαντικά τις πωλήσεις των προϊόντων της και έφερε νέους πελάτες στον συμφωνηθέντα τόπο ήτοι στη Γερμανία, πλην της πόλης του Μονάχου, συνεργαζόμενος εκτός των άλλων και με τις εταιρείες ...
και άλλους. Στους πελάτες αυτούς συστηματικά προμήθευε προϊόντα της ενάγουσας, τα οποία όμως, όπως ήδη εκτέθηκε, έφεραν τον δικό του λογότυπο "..." και αντίγραφο της συσκευασίας των οποίων προσκομίζει και επικαλείται η ενάγουσα. Καθ’ όλη τη διάρκεια της συνεργασίας τους, ο εναγόμενος τηρούσε τη συμφωνηθείσα ρήτρα μη ανταγωνισμού της παραγωγού.
Αληθές επίσης είναι ότι αυξήθηκε ο κύκλος εργασιών της ενάγουσας, στην περιοχή ευθύνης του εναγομένου, μετά από προσπάθειες και κατάλληλους επαγγελματικούς χειρισμούς του ιδίου, δοθέντος ότι ο συνολικός τζίρος της, ανήλθε στο ποσό των 3.690.442,7 ευρώ, το οποίο έχει ήδη εισπράξει η ενάγουσα από τις πωλήσεις των προϊόντων της στον εναγόμενο, πληρουμένης έτσι της πρώτης εκ των τριών προϋποθέσεων του άρθρου 9 παρ. 1 του π.δ/τος 219/1991 ως ισχύει, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη υπό στοιχείο "11" ανωτέρω, για την είσπραξη αποζημίωσης πελατείας εκ μέρους του αποκλειστικού αντιπροσώπου, αναλογικά εφαρμοζομένων των διατάξεων αυτών και για τον αποκλειστικό διανομέα.
Όμως η αξίωση αυτή (αποζημίωση πελατείας), όπως στην ίδια σκέψη εκτίθεται, γεννιέται όταν συντρέξουν σωρευτικά και οι τρεις προϋποθέσεις, η δεύτερη από τις οποίες κατά την κρίση του Δικαστηρίου δεν συντρέχει εν προκειμένω. Ειδικότερα, δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα διατήρησε μετά τη λύση, εκ μέρους του εναγομένου, της συμβάσεως καταγγελία την 13.8.2012, τις ουσιαστικές ωφέλειες της αποκτηθείσας μέχρι τότε πελατείας.
Πλέον ειδικότερα, πρωτίστως αποδεικνύεται από το προσκομιζόμενο από τον ίδιο τον εναγόμενο, επίσημα μεταφρασμένο στην ελληνική γλώσσα, από το γερμανικό έγγραφο, ότι την 4.10.2012 δυνάμει συμβάσεως που κατήρτισε με την εταιρεία ... (ΕΠΕ) - χωρίς να προκύπτει πότε ακριβώς συστήθηκε η εν λόγω εταιρεία και ποια τα ονόματα των μετόχων της - μεταβίβασε σε αυτήν, τα καταχωρημένα σήματα "..." και διεθνώς καταχωρημένο σήμα "..." αντί του ποσού των 20.000,00 ευρώ πλέον 19% ΦΠΑ.
Μάλιστα, με τον υπ’ αριθμ. 4ο όρο της συμβάσεως αυτής, έθεσε στη διάθεση του αγοραστή έγγραφα χρήσης (όπως υπεύθυνες δηλώσεις, υλικό συσκευασίας, φυλλάδια, αριθμούς του κύκλου εργασιών, τιμολόγια). Ενώ, πριν από τη σύμβαση αυτή, την 30.7.2012, δηλαδή πριν ακόμη προβεί στην καταγγελία της σύμβασης με την ενάγουσα (13.8.2012), εκχώρησε στην ίδια ως άνω αναφερόμενη εταιρεία, αντί του ποσού των 1.000 ευρώ πλέον 19% ΦΠΑ, τους διαδικτυακούς τομείς: 1) ..., θεωρούμενης ως κατόχου της αγοράστριας εταιρείας των προαναφερόμενων διαδικτυακών τομέων αμέσως μετά την καταχώρησή τους στην αρμόδια υπηρεσία.
Πράγματι δε η αγοράστρια εταιρεία, διενεργούσε πλέον πωλήσεις προς τρίτους με το ως άνω σήμα ...", όπως τούτο αποδεικνύεται από συσκευασία προϊόντος τυριού με το σήμα αυτό, φέρουσα ημερομηνία λήξης 20.3.2013, χρησιμοποιώντας την πελατεία του, το σήμα του και γενικώς την υποδομή που ο εναγόμενος είχε διαμορφώσει προς επιδίωξη των επαγγελματικών του σκοπών.
Εξάλλου, υπό τη διαμορφωθείσα κατάσταση, ενόψει του ότι οι πελάτες του εναγομένου, οι οποίοι πριν από αρκετό διάστημα είχαν αρχίσει να εκφράζουν έντονη την δυσαρέσκειά τους, για τα προϊόντα της ενάγουσας που παραλάμβαναν, με αποτέλεσμα να μην είναι ευχαριστημένοι από τα προϊόντα, καθίσταται πλέον βέβαιο ότι δεν επρόκειτο να συνεργαστούν με την ενάγουσα, τα προϊόντα της οποίας ήδη, όπως σημειώθηκε, αντικατέστησαν, προμηθευόμενοι αυτά πλέον από τη νέα εταιρεία, στην οποία μεταβίβασε το σήμα του ο εναγόμενος.
Επομένως, υπό τα ανωτέρω δεδομένα, δεν διατηρήθηκαν, μετά την καταγγελία της συμβάσεως, για την ενάγουσα, ωφέλειες και δη ουσιαστικές από την προγενέστερη επιχειρηματική δραστηριότητα του εναγομένου, από την δημιουργηθείσα υπ’ αυτού πελατεία, την οποία στη συνέχεια να καρπώθηκε η ίδια (ενάγουσα) αξιοποιώντας την για λογαριασμό της.
Τέλος, δεν προέκυψε οποιασδήποτε άλλης φύσεως ουσιώδης ωφέλεια από την αιτία αυτή, ούτε ακόμη ότι είχε τη δυνατότητα η ενάγουσα να ωφελεί και σκοπίμως το απέφυγε. Επομένως, αφού δεν αποδεικνύεται η συνδρομή μιας από τις τρεις συντρέχουσες σωρευτικά προϋποθέσεις για την επιδίκαση της αποζημιώσεως πελατείας, αβάσιμα ισχυρίζεται ο εναγόμενος ότι διατηρεί ανταπαίτηση σε βάρος της ενάγουσας και κατ’ ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η προβληθείσα ένσταση συμψηφισμού (άρθρ. 440 ΑΚ σε συνδ.
με άρθρ. 9 του π.δ. 219/1991) με βάση την προτεινόμενη αυτή ανταπαίτηση του εναγομένου, προς το υπόλοιπο της απαιτήσεως της ενάγουσας.
Περαιτέρω ο εναγόμενος διατείνεται ότι υπέστη ζημία, αντίστοιχου ποσού με τις παραγγελίες που ακύρωσαν οι κατωτέρω αναφερόμενοι πελάτες του, οι οποίοι λόγω των ελαττωμάτων που παρουσίαζαν τα προϊόντα της ενάγουσας, δεν επιθυμούσαν πλέον ν’ αγοράζουν αυτά. Αναφορικά με την εταιρεία ... ο εναγόμενος προσκομίζει δύο "συμβόλαια", υπογραφέντα την 10.1.2012 αμφότερα από αυτόν και τον εκπρόσωπο της ως άνω εταιρείας, με το ένα εκ των οποίων συμφώνησε πώληση σε αυτήν για χρονικό διάστημα από 1.3.2012 έως 30.8.2014 τυριού φέτα σε τενεκέδες των 15 κιλών και συνολικά 450 παλέτες, από τις οποίες η μηνιαία παράδοση θα ανερχόταν σε 19 τουλάχιστον παλέτες, αντί του συνολικού τιμήματος των 1.485.337,50 ευρώ, ενώ με το άλλο συμφωνήθηκε πώληση κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.2012 έως 30.8.2012 έως 30.8.2014 τυριού φέτα σε συσκευασία 200 γραμ.
μεμβράνη αεροστεγή και συνολικά 150 παλέτες, από τις οποίες μηνιαίως θα παραδίδονταν 5 τουλάχιστον παλέτες, αντί του συνολικού τιμήματος των 612.202,50 ευρώ, από την πώληση των οποίων, όπως ισχυρίζεται, θα κέρδιζε το ποσό των 86.149,35 ευρώ, κατά το οποίο ζημιώθηκε λόγω ματαιώσεως των συμβάσεων αυτών. Ωστόσο, εκτός από τα δύο αυτά συμβόλαια, ο εναγόμενος δεν προσκομίζει οποιοδήποτε άλλο αποδεικτικό στοιχείο από το οποίο, να αποδεικνύεται ότι οι εν λόγω συμβάσεις τέθηκαν τουλάχιστον σε λειτουργία, μέχρι τον χρόνο της εκ μέρους του καταγγελίας της επίδικης εδώ σύμβασης αποκλειστικής διανομής, που έγινε την 13.8.2012, και στη συνέχεια λόγω διαπιστωθέντων ελαττωμάτων δεν λειτούργησαν.
Καθόσον με βάση τα ως άνω συμβόλαια οι παραδόσεις των εμπορευμάτων για μεν το πρώτο θα άρχιζαν από την 1.3.2012, για δε το δεύτερο την 1.1.2012, χρόνος επαρκής για τη λειτουργία αμφοτέρων των συμβάσεων, ενόψει μάλιστα του ότι ο ίδιος προέβαινε σε παραγγελίες μέχρι και τον Απρίλιο του 2012 και η ενάγουσα απέστειλε σε αυτόν εμπορεύματα με τα επίδικα τιμολόγια, το τίμημα των οποίων αξιώνει με την ένδικη αγωγή της.
Από τα ανωτέρω το Δικαστήριο δεν πείσθηκε ότι λειτούργησαν οι συμβάσεις αυτές από την αρχή και συνεπώς η καταγγελία που ακολούθησε ουδεμία συνέπεια επέφερε στην πρόοδό τους. Επομένως, είναι απορριπτέο το κονδύλιο των 86.149,35 ευρώ, που αξιώνει ο εναγόμενος. Περαιτέρω, ο εναγόμενος διατείνεται ότι ζημιώθηκε κατά το ποσό των 15.907,50 ευρώ, μετά την ακύρωση της παραγγελίας εκ μέρους της αγοράστριας εταιρίας W.
I. E. G.H., την οποία είχαν συμφωνήσει μέσω του αντιπροσώπου H. K., για αγορά ποσότητας 8.450 κιλών φέτας σε συσκευασίες των 15 κιλών κάθε μήνα για διάστημα 6 μηνών (από Μάιο έως και Οκτώβριο του 2011) και η οποία ακυρώθηκε λόγω ελαττωμάτων κατά την παράδοση της πρώτης ποσότητας. Επιπλέον δε, όπως περαιτέρω ισχυρίζεται, επιβαρύνθηκε και με προμήθεια που απώλεσε ο παραπάνω αντιπρόσωπος λόγω της ακύρωσης της σύμβασης, ποσού 5.120 ευρώ, την, οποία κατά τους ισχυρισμούς του κατέβαλε ο ίδιος.
Όμως ο εναγόμενος ουδόλως απέδειξε τους ισχυρισμούς του αυτούς και το ύψος της ζημίας του. Ειδικότερα, τα προσκομιζόμενα δελτία παραγγελίας επιβεβαίωση παραγγελίας, όπως τιτλοφορούνται πέρα από αυτό που αναφέρουν ήτοι τις παραγγελίες, δεν αποδεικνύουν ότι εκτελέστηκαν οι παραγγελίες αυτές και ότι εν τέλει επιστράφηκαν όλα τα εμπορεύματα.
Να σημειωθεί ότι ο εναγόμενος εξέδωσε πλήθος παραστατικών χρεωστικών προς την ενάγουσα για ελαττωματικά που παρέλαβε από τους πελάτες του, στην προκειμένη όμως περίπτωση δεν προσκομίζει κάποιο σχετικό αποδεικτικό στοιχείο προς απόδειξη του ισχυρισμού του. Τα όσα δε επιχειρεί να εκθέσει στο όψιμα αποσταλέν με ημερομηνία 10.7.2012 έγγραφό του ο συνεργάτης του εναγομένου H.
K., (ενώ η κατάρτιση της εν λόγω συμβάσεως φέρεται να έγινε τον Απρίλιο του 2011), δεν πείθουν το Δικαστήριο για τη βασιμότητα των ισχυρισμών του εναγομένου. Αντίστοιχα απορριπτέο ως ουσιαστικά αβάσιμο τυγχάνει και το κονδύλιο των 5.120 ευρώ, καθόσον πρωτίστως δεν αποδείχθηκε σχετική συμφωνία, με την οποία να αναλαμβάνει την ευθύνη σε περίπτωση ακυρώσεως της συμβάσεως να καταβάλει ο ίδιος ο εναγόμενος την αμοιβή που επρόκειτο να λάβει ο εμπορικός αντιπρόσωπος, ενώ σε κάθε περίπτωση δεν προσκόμισε οποιοδήποτε παραστατικό, από το οποίο να αποδεικνύεται ότι εν τέλει επιβαρύνθηκε με το ποσό αυτό.
Για όλους τους ανωτέρω λόγους είναι απορριπτέα αμφότερα τα κονδύλια αυτά.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι κατά τη διάρκεια της έκθεσης τροφίμων "...", που διεξάχθη την 8.10.2011 στην Κολωνία της Γερμανίας, συναντήθηκαν ο νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας Γ. Ρ. και ο εναγόμενος (αναιρεσείων) κατά τη συνάντηση αυτή, εκτός των άλλων, όπως προβολή των προϊόντων τους, συζήτησαν και θέματα περί διευρύνσεως της συνεργασίας τους.
Ενόψει της ικανοποίησης των μερών από την μέχρι τότε λειτουργία της συμβάσεως, τα διάδικα μέρη προσανατολίζονται προς την ιδέα ίδρυσης και λειτουργίας μεταξύ τους εταιρίας στην Γερμανία, ως θυγατρικής της εταιρίας της ενάγουσας, που θα έφερε την επωνυμία "..." και η οποία θα αναλάμβανε περαιτέρω τις πωλήσεις της ενάγουσας στην Ευρώπη και όλες τις προωθητικές ενέργειες, με την καταβολή επί πλέον στον εναγόμενο, ως επί πλέον μηνιαίας αμοιβής, ανερχομένης στο ποσό των 5.000 ευρώ, με προοπτική υπ’ αυτές τις συνθήκες να διατηρηθεί η συνεργασία τους μέχρι το 2020.
Τα ανωτέρω όμως, όπως αποδείχθηκε, δεν τελεσφόρησαν αλλά παρέμειναν στο στάδιο των διαπραγματεύσεων και μελλοντικών, σχεδίων, οι προσκομιζόμενες δε εκ μέρους του εναγομένου, εκτυπώσεις των ενημερωτικών φυλλαδίων και αντίγραφα των ιστοσελίδων με την επωνυμία- της ενάγουσας και την επιπλέον αναφορά στην ..., μέχρι την εκ μέρους αυτού (εναγομένου) καταγγελία της συμβάσεως, ουδόλως αποδεικνύουν τη βασιμότητα των ισχυρισμών του.
Εξάλλου, αντίθετο συμπέρασμα δεν δύναται να εξαχθεί από τα όσα ενόρκως βεβαιώνει στην προαναφερόμενη, προσκομιζόμενη από τον εναγόμενο, ένορκη βεβαίωση ο Κ. Π., ο οποίος κατά το μεγαλύτερο μέρος της συνεργασίας των μερών υπήρξε δικηγόρος του εναγομένου, έχοντας μάλιστα λάβει μέρος στις διαπραγματεύσεις για τον μεταξύ των διαδίκων εξώδικο συμβιβασμό.
Στην ένορκη αυτή βεβαίωση, μεταξύ άλλων, αναφέρει ο ανωτέρω χαρακτηριστικά ότι βρέθηκε και ο ίδιος στην έκθεση και ο εκπρόσωπος της ενάγουσας του είπε ότι είχε αναθέσει αποκλειστικά στον εναγόμενο την προώθηση των προϊόντων της ενάγουσας και σε άλλες χώρες όπως Αυστρία, Γαλλία, Ελβετία, Βέλγιο και Τσεχία και για τον λόγο αυτό συμφώνησαν, προκειμένου να γίνει απόσβεση των αναγκαίων επενδύσεων, την παράταση της διάρκειας της σύμβασης μέχρι το 2020 καθώς και ότι ο εναγόμενος θα ελάμβανε ως μηνιαία αμοιβή το ποσό των 5.000 ευρώ, ωστόσο όλα τα ανωτέρω δεν επιβεβαιώθηκαν σε όλα τους τα σημεία κατά το επακολουθήσαν διάστημα ιδίως δε, αν ήθελε θεωρηθεί ότι η αμοιβή αυτή συμφωνήθηκε ενόψει της διεύρυνσης της αγοράς και σε άλλες χώρες τις Ευρώπης, ο εναγόμενος δεν προσκομίζει, παρά τη σπουδή που επέδειξε ως προς την προσκόμιση του αποδεικτικού του υλικού, οποιοδήποτε τιμολόγιο πώλησης σε πελάτη άλλης χώρας, πλην της Γερμανίας.
Εδώ να σημειωθεί ότι οι όποιες πωλήσεις φέρονται ότι έγιναν προς την εταιρία ..., η οποία κατά την κατάθεση του μάρτυρά του εδρεύει στη Γαλλία, αυτές ξεκίνησαν πολύ πριν από τις διαπραγματεύσεις και όχι μετά, ώστε να συνδεθούν με την πρόθεση δημιουργίας μεταξύ των διαδίκων της "...". Κατά συνέπεια οι όποιες συζητήσεις έγιναν κατά τη διάρκεια της εκθέσεως που αναφέρεται ανωτέρω, έμειναν στο διαπραγματευτικό στάδιο και δεν αποδεδείχθηκε ότι υλοποιήθηκαν, όσα δε περί του αντιθέτου ισχυρίζεται ο εναγόμενος για την άδικη αυτή συμφωνία, είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμα, όπως αβάσιμη τυγχάνει η προβληθείσα ένσταση συμψηφισμού ανταπαιτήσεώς του, ποσού 250.000 ευρώ, που προέβαλε αυτός, έναντι του υπολοίπου (μετά την κατά τα ανωτέρω γενομένη δεκτή ένσταση συμψηφισμού) της απαιτήσεως της ενάγουσας".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση δεν υπέπεσε στις αποδιδόμενες με τους παραπάνω αναιρετικούς λόγους (559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ) πλημμέλειες καθόσον, μετ’ ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων του άρθρου 9§1 π.δ. 219/1991 και 440 ΑΚ απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την προς απόκρουση της ενδίκου αγωγής των αναιρεσιβλήτων προταθείσα από τον αναιρεσείοντα ένσταση συμψηφισμού των προαναφερθεισών ανταπαιτήσεων του δεχθείσα, με πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία της ελάσσονος προτάσεως του νομικού της συλλογισμού που αναφέρεται στο πραγματικό των εφαρμοσθέντων ως άνω κανόνων δικαίου την ουσιαστική αβασιμότητα των προς συμψηφισμό προταθεισών ανταπαιτήσεων και ειδικότερα:
Α) Της προβλεπομένης από τη διάταξη του άρθρου 9 §1 π.δ. 219/1991 αποζημιώσεως πελατείας λόγω της μη συνδρομής της μιας εκ των τριών σωρευτικά απαιτουμένων για τη θεμελίωσή της προϋποθέσεων και συγκεκριμένα αυτής της διατηρήσεως, και μετά τη λύση της ενδίκου συμβάσεως, ουσιαστικών ωφελειών για την αντιπροσωπευομένη - εντολέα αναιρεσίβλητη από τις υποθέσεις με τους νέους και παλαιούς πελάτες τους οποίους αντίστοιχα εισέφερε ή των οποίων προήγαγε σημαντικά τις υποθέσεις (παλαιούς πελάτες) ο αναιρεσείων διανομέας με την υποστηρίζουσα την παραδοχή αυτή αιτιολογία ότι η εκμετάλλευση του πελατολογίου του αναιρεσείοντος εγένετο από την εταιρεία ..., προς την οποία ο αναιρεσείων μεταβίβασε τα αναφερόμενα υπό στοιχ. ...
σήματα με τα οποία αυτή "μαζί με την πελατεία, και γενικώς την υποδομή που ο εναγόμενος είχε διαμορφώσει διενεργούσε πωλήσεις σε τρίτους και επομένως δεν διατηρήθηκαν για την ενάγουσα ωφέλειες και δη ουσιαστικές από την προγενέστερη επιχειρηματική δραστηριότητα του εναγομένου από τη δημιουργηθείσα πελατεία την οποία στη συνέχεια (να) καρπώθηκε η ενάγουσα αξιοποιώντας την για λογαριασμό της", και με την περαιτέρω παραδοχή (η οποία αποκλείει την, από υπαιτιότητα της αναιρεσιβλήτου - αντιπροσωπευομένης, απώλεια ακόμη και της δυνατότητος αποκομίσεως (καρπώσεως) οποιασδήποτε άλλης ωφέλειας) ότι "δεν προέκυψε οποιασδήποτε άλλης φύσεως ουσιώδης ωφέλεια από την αιτία αυτή, ούτε ακόμη ότι είχε τη δυνατότητα η ενάγουσα (αντιπροσωπευόμενη) να ωφελείται και σκοπίμως το απέφυγε" Β/της εκ 250.000 ευρώ ανταπαιτήσεως που αφορούσε στην από τον αναιρεσείοντα επικαλουμένη συμφωνία καταβολής μηνιαίας εκ 5000 ευρώ αμοιβής ενόψει της επεκτάσεως της συνεργασίας τους δια της συστάσεως νέας εταιρείας με έδρα τη Γερμανία, λόγω του ότι: "τα ανωτέρω, δηλαδή οι γενόμενες, περί συστάσεως νέας εταιρείας, συζητήσεις έμειναν στο διαπραγματευτικό στάδιο και δεν αποδείχθηκε ότι υλοποιήθηκαν όσα δε περί του αντιθέτου ισχυρίζεται ο εναγόμενος (αναιρεσείων) για την ειδική αυτή συμφωνία είναι απορριπτέα ως αβάσιμα ουσιαστικά" και τέλος Γ) των λοιπών από 86- 149, 35, 15907,5 και 5120 ευρώ ανταπαιτήσεων, που αναφέρθηκαν στο αιτιολογικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, λόγω της μη αποδείξεως από τον αναιρεσείοντα των θεμελιωτικών, της επικαλουμένης ως προσγενομένης σ’ αυτόν ζημίας και του ύψους αυτής, στοιχείων ενόψει αφενός του ότι "δεν αποδείχθηκε ότι λειτούργησαν οι επικαλούμενες συμβάσεις με την εταιρεία ...
ευθύς εξ’ αρχής και συνεπώς η καταγγελία ουδεμία συνεπεία επέφερε στην πρόοδο τους (ως προς αυτή των 86.149,35€), και αφετέρου ότι "ο εναγόμενος ουδόλως απέδειξε τους ισχυρισμούς του και το ύψος της ζημίας που φέρεται ότι υπέστη μετά την επικαλούμενη ακύρωση της παραγγελίας εκ μέρους της αγοράστριας εταιρείας ... (ποσού 15907,5) και την επιβάρυνση με την καταβολή της προμηθείας των αντιπροσώπων H.
K. (ποσού 5120€)".
Υπό τις πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις παραδοχές αυτές της προσβαλλόμενης αποφάσεως οι οποίες δικαιολογούν το αποδεικτικό πόρισμα, υπό την ουσία της ορθής υπαγωγής που ανελέγκτως γενομένων δεκτών ως αποδεχθέντων πραγματικών περιστατικών στο πραγματικό των εφαρμοσθέντων ως άνω κανόνων δικαίου που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό του έλεγχο δεν ευρίσκουν έρεισμα εφαρμογής η προβαλλόμενη από το αρθρ. 559§1 και 19 ΚΠολΔ επί αιτιάσεις οι οποίες, για το λόγο αυτό, κρίνονται απορριπτέες ως αβάσιμες. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι περαιτέρω δια του ιδίου ως άνω, από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, λόγου προβαλλόμενες αιτιάσεις με την επίκληση της εσφαλμένης εκτιμήσεως των αποδείξεων καθόσον "η προσβαλλομένη απόφαση στηρίχθηκε μόνο στα προσκομισθέντα δελτία παραγγελίας καθώς και στην επιστολή του K. δίχως να λάβει υπόψη πληθώρα άλλων αποδεικτικών μέσων που προσκομίσα και από τα οποία προκύπτει ακριβώς το αντίθετο αποτέλεσμα", κρίνονται απορριπτέες ως απαράδεκτες καθόσον αυτές (αιτιάσεις), αναφερόμενες στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και τη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος, ως προς τα σαφήνεια του οποίου δεν προβάλλεται σχετική αιτίαση δεν μπορεί, κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, να θεμελιώσουν τον προβαλλόμενο αναιρετικό λόγο (559 αρ. 19 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Καμιά ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ’ είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη (μάρτυρες, έγγραφα, πραγ/νη, ένορκες βεβαιώσεις κ.λ.π.). Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει, κατά τρόπο αμφίβολο, (Ολ. Α.Π. 2/2008) ή, κατ’ άλλη έκφραση, αδιστάκτως βέβαιο (Ολ. Α.Π. 13-14-15/2005), ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο από το αρθρ. 559, περ. 11γ’ αναιρετικός λόγος (ΑΠ 577/2015, ΑΠ 87, 483, 495, 1461/13).
Με τους τρίτο και τέταρτο λόγους της αναίρεσης προβάλλεται περαιτέρω από τον αναιρεσείοντα η, από το άρθρο 559 αρ. 11 γ’ ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι, παρά το νόμο, η προσβαλλομένη απόφαση δεν έλαβε υπόψη, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού της πορίσματος, τα προς απόδειξη της βασιμότητος της προταθείσας από τον ίδιο στάσεως συμψηφισμού νομίμως προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα "την μαρτυρική κατάθεση του ενόρκως στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου εξετασθέντος μάρτυρος (του)....τις ένορκες βεβαιώσεις ... του Κ. Π., Χ. Κ. και Σ. Τ. και τα νομίμως προσκομισθέντα χρεωστικά παραστατικά που αφορούν τον W. I.".
Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος αφού, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως και ιδίως από τις παραδοχές αυτής "από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου... από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα τα οποία, με νόμιμη επίκληση, προσκομίζουν οι διάδικοι καθώς και από τις ένορκες βεβαιώσεις 5, 6, 7/26.9.13 που προσκομίζει ο εναγόμενος (αναιρεσείων).....", προκύπτει ότι η τελευταία (απόφαση) έλαβε υπόψη και τα παραπάνω αποδεικτικό, μέσα από την οποία σε συνδυασμό και με όλο το περιεχόμενο αυτής (προσβαλλομένης αποφάσεως), δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία περί του ότι (και) τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα έχουν ληφθεί υπόψη για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματος. Πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι, η δια του ερευνομένου λόγου προβαλλόμενη περαιτέρω αιτίαση ότι από το παραπάνω αποδεικτικό μέσο συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση κρίνεται απαράδεκτη καθόσον, με την επίκληση της, πλήττεται η ανέλεγκτη, κατά το αριθ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ, αναιρετικά αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 609/13, ΑΠ 495/13, ΑΠ 1127/13).
Κατ’ ακολουθίαν όλων των ως άνω αναφερθέντων και ενόψει της μη προβολής άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει ν’ απορριφθεί, στο σύνολό της, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (αρ. 495§4 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την (από 15.6.2016 και με αριθμ. καταθ. …2016) αίτηση αναιρέσεως της 15/2016 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Μαρτίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Απριλίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ