Legislator Case Law & Legislation
684/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding burden of proof allocation in civil litigation.

Case Number 684/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of First Instance's decision regarding the transfer of shares. The appellant argued that the lower court incorrectly shifted the burden of proof regarding the validity of the transfer to the respondents. The court found that the respondents had successfully met their evidentiary burden with the documents they submitted. Consequently, the court ruled that the lower court did not err in its assessment of the evidence and rejected the appeal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(13) and 570(1) of the Code of Civil Procedure; The burden of proof lies with the party asserting a fact, and the appellate court reviews only whether the lower court correctly assessed the weight of the evidence presented by the parties.

Keywords

AI generated
burden of proof appellate review civil procedure evidentiary weight transfer of shares legal representation fees dismissal of appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 61 of the Code of Lawyers (Law 4194/2013)
Article 570(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(13) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 684 / 2023 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 684/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Σεπτεμβρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Β. Κ. του Κ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Σοφιαλίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Κ. του Β. και 2) Μ. συζύγου Κ. Κ., το γένος Ε. Λ., κατοίκων .... Εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους Δημήτριο Σαλαμαστράκη και Νικόλαο Πέρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 29-7-2014 και 9-2-2015 αγωγές του ήδη αναιρεσείοντος και των ήδη αναιρεσιβλήτων, αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο ... και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 80/2020 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10-7-2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ο Κώδικας Δικηγόρων [ ν. 4194/2013 ] ορίζει στο άρθρο 61 ότι ''Ο δικηγόρος για την άσκηση κάθε είδους ένδικων βοηθημάτων ή μέσων και για την παράστασή του ενώπιον των δικαστηρίων και των δικαστικών συμβουλίων... και γενικά για την παροχή υπηρεσιών, που σχετίζονται με την έναρξη και τη διεξαγωγή της δίκης... υποχρεούται να προκαταβάλει στον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο εισφορές, αποκλειστικά και μόνο στις περιπτώσεις που προβλέπονται στο Παράρτημα

ΙΙΙ, οι οποίες προορίζονται για: αα] την κάλυψη των λειτουργικών δαπανών των υπηρεσιών του Συλλόγου, ββ] την απόδοση ως πόρου, στον Τομέα Επικουρικής Ασφάλισης Δικηγόρων [ ΤΕΑΔ ] του Ενιαίου Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολούμενων [ ΕΤΑΑ ] γγ] την απόδοση ως πόρου στον αντίστοιχο για κάθε Δικηγορικό Σύλλογο Τομέα Προνοίας - Υγείας του ΕΤΑΑ ή Ταμείο Αλληλοβοήθειας ή Λογαριασμός Ενίσχυσης και Αλληλοβοήθειας Δικηγόρων [ ΛΕΑΔ ] και δδ] την απόδοση ως πόρου στον Ειδικό Διανεμητικό Λογαριασμό νέων Δικηγόρων του άρθρου 33 του ν. 2915/2001, όπου ισχύει.

Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσίβλητοι με τις προτάσεις που κατέθεσαν παραδεκτά είκοσι [20] ημέρες πριν από τη συζήτηση [ άρθρο 570 παρ. 1 ΚΠολΔ ], ισχυρίζονται ότι η από 10-7-2020 αίτηση αναίρεσης δεν έχει ασκηθεί νομότυπα, γιατί η πράξη κατάθεσής της, η οποία υπογράφεται μόνο από το δικηγόρο ... Φώτιο Κωστόπουλο, κατόπιν εξουσιοδότησης του υπογράφοντος το δικόγραφο αναίρεσης δικηγόρου Θεσσαλονίκης Απόστολου Σοφιαλίδη, δεν συνοδεύεται από το σχετικό γραμμάτιο καταβολής εισφορών του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης, αλλά από το αντίστοιχο γραμμάτιο του Δικηγορικού Συλλόγου ....

Ο ισχυρισμός αυτός είναι αβάσιμος, αφού από την παραδεκτή επισκόπηση του ανωτέρω γραμματίου καταβολής εισφορών, προκύπτει ότι αυτό εκδόθηκε από το Δικηγορικό Σύλλογο ..., αλλά στο όνομα του υπογράφοντος την αίτηση δικηγόρου Απόστολου Σοφιαλίδη και για λογαριασμό του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης.

Περαιτέρω, με τη υπό κρίση από 10-7-2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθμ. 80/2020 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, με την οποία απορρίφθηκαν οι υπ' αριθμ. 238/2018 και 167/2018 εφέσεις του αναιρεσείοντος και του πρώτου αναιρεσίβλητου αντίστοιχα και έγινε δεκτή η υπ' αριθμ. 109/2019 έφεση της δεύτερης αναιρεσίβλητης, κατά της υπ' αριθμ. 1/2018 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ..., η οποία είχε δεχθεί τη αγωγή του πρώτου αναιρεσίβλητου και απορρίψει τις αγωγές του αναιρεσείοντος και της δεύτερης αναιρεσίβλητης, με αντικείμενο την αναφερόμενη μεταβίβαση μέτοχών.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα [ άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ]. Επομένως, είναι παραδεκτή [άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ ] και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της [άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ]. Από τις διατάξεις των άρθρων 2, 8, 8β, 12, 13, 14, 18 παρ. 4, 24 παρ. 2, 34, 35β παρ. 2, 35γ, 39 και 40 του Ν. 2190/1920, ως ίσχυαν προκύπτει ότι, η μετοχή της ανώνυμης εταιρίας είναι δηλωτική τόσο του μεριδίου του εταιρικού κεφαλαίου όσο και του δικαιώματος συμμετοχής στην εταιρία και, επιπλέον, είναι πράγμα κινητό και αξιόγραφο, ως πράγμα δε, είναι αντικείμενο κυριότητας και ενσωματώνει τη μετοχική σχέση, η οποία ακολουθεί το εμπράγματο δικαίωμα επί του τίτλου [ΑΠ 545/2019, ΑΠ 506/2002 ].

Η μεταβίβαση της μετοχής ως κινητού πράγματος, και δη αξιογράφου, στο οποίο ενσωματώνεται η εταιρική ιδιότητα, ανεξάρτητα από την εγγραφή στο ειδικό βιβλίο της εταιρίας, επέρχεται, κατ' άρθρο 1034 ΑΚ, με την παράδοση της μετοχής από τον κύριο σε αυτόν που την αποκτά και συμφωνία μεταξύ τους για την μετάθεση της κυριότητας [ολΑΠ 62/1981, ΑΠ 545/2019, ΑΠ 923/2017].

Περαιτέρω, αν η ανώνυμη εταιρία δεν έχει εκδώσει μετοχές και ως εκ τούτου η μετοχή δεν είναι ενσωματωμένη σε έγγραφο, τότε η μετοχή μπορεί να μεταβιβαστεί με τις διατάξεις των άρθρων 455 επ. ΑΚ περί εκχωρήσεως απαιτήσεως και συνεπώς, κατά τα άρθρα 460 - 462 ΑΚ, μετά την αναγγελία της μεταβίβασης της μετοχής στην ανώνυμη εταιρία από εκείνον στον οποίο έγινε η μεταβίβαση ή από τον μεταβιβάσαντα, αποκόπτεται κάθε δεσμός του τελευταίου προς την εταιρία και η μεταβιβασθείσα μετοχή αποκτάται από εκείνον προς τον οποίο έγινε η μεταβίβαση, ο οποίος δικαιούται έκτοτε να ασκεί τα δικαιώματα που απορρέουν από αυτήν (μετοχή), ο δε μεταβιβάσας αποξενώνεται από αυτήν.

Η μεταβίβαση επέρχεται μόνο και από την αναγγελία, προς τον εκπρόσωπο της εταιρίας. Εξάλλου ενόψει του άτυπου χαρακτήρα της, η ως άνω αναγγελία η οποία μπορεί να είναι και σιωπηρή, συντελείται ακόμη και την ίδια στιγμή της άσκησης των μετοχικών δικαιωμάτων, όπως π.χ. με την εμφάνιση στη γενική συνέλευση της εταιρίας.

Συνεπώς, με βάση την έννοια και το σκοπό της ως άνω αναγγελίας, αυτή δεν απαιτείται όταν ο οφειλέτης γνωρίζει την εκχώρηση, όπως συμβαίνει σε κεφαλαιουχική εταιρία, με έντονο όμως προσωπικό στοιχείο, στην οποία η αναγγελία έγινε προφορικά και επιβεβαιώθηκε και σιωπηρά, με την παρουσία στη γενική συνέλευση, αφού στην περίπτωση αυτή πληρούται ο σκοπός του νόμου που επιτάσσει την αναγγελία στον οφειλέτη, η οποία ως εκ τούτου καθίσταται περιττή.

Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 4 Ν. 2238/1994 [Κώδικας Φορολογίας Εισοδήματος], όπως αυτή προστέθηκε με την παράγραφο 3 του άρθρου 15 του Ν. 2459/1997: ''Η μεταβίβαση εν ζωή ή λόγω θανάτου ονομαστικών ή ανωνύμων μετοχών μη εισηγμένων στο Χρηματιστήριο Αθηνών πραγματοποιείται αποκλειστικώς με συμβολαιογραφικό έγγραφο ή με ιδιωτικό έγγραφο θεωρημένο από τον προϊστάμενο της οικείας δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας.

Απόκτηση τέτοιων μετοχών κατά παράβαση της διάταξης του προηγούμενου εδαφίου θεωρείται άκυρη και δεν παράγει κανένα δικαίωμα υπέρ αυτού που τις αποκτά, όπως το δικαίωμα είσπραξης μερίσματος, συμμετοχής στις γενικές συνελεύσεις, μεταβίβασης μετοχών κ.λπ.. Τα παραπάνω εφαρμόζονται ανάλογα και όταν αυτός που μεταβιβάζει τις εν λόγω μετοχές δεν είναι φυσικό πρόσωπο.

Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών που δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζονται οι λεπτομέρειες, που είναι αναγκαίες για την εφαρμογή αυτής της παραγράφου, καθώς και οι περιπτώσεις, που η πιο πάνω μεταβίβαση μπορεί να γίνει με άλλο τρόπο''. Επιπρόσθετα δε, η διάταξη του άρθρου 17 παρ. 4 ορίζει πως ''κάθε άλλη διάταξη, γενική ή ειδική, που αντίκειται στις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου παύει να ισχύει''.

Συναφώς εκδόθηκε η απόφαση του Υπουργού Οικονομικών με αριθμό 1056431/104/79/Β0012 Πολ. 1169/23-5-1997 [ΦΕΚ β' 479/11-6-1997], η οποία καθορίζει ένα ελάχιστο περιεχόμενο για την ιδιωτική ή με συμβολαιογραφικό έγγραφο σύμβαση μεταβίβασης μετοχών και δίδει διευκρινήσεις για τη διαδικασία θεώρησης του σχετικού ιδιωτικού συμφωνητικού από την αρμόδια Δ.Ο.Υ..

Από το συνδυασμό των ρυθμίσεων αυτών με τα άρθρα 1034 επ., 888 επ., 1710 και 1846 επ. ΑΚ και ενόψει της προφανούς [φορολογικής] νομοθετικής σκοπιμότητάς τους, συνάγεται αφενός μεν, ότι ο επιβαλλόμενος [έγγραφος] τύπος για τη μεταβίβαση μετοχών με σύμβαση ή κληρονομική διαδοχή, δεν είναι συστατικός αλλά αποδεικτικός, αφετέρου δε, ότι η προβλεπόμενη ακυρότητα της μεταβίβασης, σε περίπτωση μη τήρησης αυτού, ισχύει μόνο έναντι των φορολογικών αρχών και όχι στις μεταξύ των μερών σχέσεις [ΑΠ 545/2019, ΑΠ 1963/2014, ΑΠ 1426/2013, ΑΠ 1964/2011].

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα.

Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή [ολΑΠ 1/2016, ολΑΠ 2/2013]. Περαιτέρω, οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ εφαρμόζονται από το δικαστήριο της ουσίας, όταν κατά την ανέλεγκτη, ως προς αυτό, κρίση του διαπιστώνει ότι υπάρχει στη σύμβαση κενό ή αμφιβολία σχετικά με τη δήλωση βουλήσεως των συμβαλλομένων.

Η διαπίστωση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας μπορεί είτε να αναφέρεται στην απόφαση ρητώς, είτε να προκύπτει από αυτήν εμμέσως. Μόνη η παράλειψη της μνείας των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ δεν συνιστά παραβίασή τους, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη κατά την ερμηνεία της σύμβασης τα ερμηνευτικά κριτήρια που προβλέπονται με αυτές.

Παραβιάζονται δε οι κανόνες αυτοί, όταν το δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση, έστω και εμμέσως, κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δήλωσης βούλησης, παραλείπει να προσφύγει σε αυτούς για τη διαπίστωση της αληθούς εννοίας των δηλώσεων ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους, ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους, με την έννοια ότι το ερμηνευτικό πόρισμα, στο οποίο μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας κατέληξε (το δικαστήριο), δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη.

Αντιθέτως, δεν παραβιάζονται οι ίδιοι κανόνες, όταν το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώνει στην απόφασή του, ότι η ελεγχόμενη δήλωση βουλήσεως είναι σαφής, χωρίς κενά [ΑΠ 545/2019, ΑΠ 1597/2017]. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ.1 εδ. β' ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς.

Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα, δηλαδή με τρόπο που δεν συνάδει προς τις αρχές της λογικής, ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας για να ανεύρει, με βάση αυτά, την αληθινή έννοια κανόνα ουσιαστικού δικαίου και, ιδίως, για να εξειδικεύσει αόριστες νομικές έννοιες, που αυτός τυχόν περιέχει, ή για να υπαγάγει ή όχι σ' αυτόν τα εκάστοτε κρίσιμα πραγματικά περιστατικά.

Δεν ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλαδή κατά την έρευνα της ουσίας της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ. 4 και 339 ΚΠολΔ, τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν περιλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα [ολΑΠ 8/2005, ΑΠ 40/2020, ΑΠ 518/2017].

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς για ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α' του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου περιστατικά [έλλειψη αιτιολογίας], ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της [ανεπαρκής αιτιολογία], ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους [αντιφατική αιτιολογία] [ ΑΠ 1354/2017].

Ειδικότερα, οι κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, παραβιάζονται εκ πλαγίου στην περίπτωση που δεν εκτίθενται στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, με σαφήνεια και πληρότητα, όλα τα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώθηκαν για τους σκοπούς της ερμηνείας ή συμπλήρωσης της δικαιοπραξίας και ιδίως η διατύπωση της δήλωσης βούλησης [ΑΠ 498/2019, ΑΠ 220/2016].

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει της υπ' αριθμ. Ε.Μ. 65620/17-12-1971 απόφασης του Νομάρχη Δωδεκανήσου (ΦΕΚ Α.Ε. & Ε.Π.Ε. 1840/31-12-1971), συστάθηκε η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...." με έδρα τη ...

και κύριο σκοπό μεταξύ άλλων, την εκμετάλλευση του ξενοδοχείου με τον τίτλο "..." που είχε ανεγερθεί, δυνάμει της υπ' αριθμ. 333/1967 οικοδομικής άδειας, επί της οδού 25ης Μαρτίου στην πόλη της .... Το αρχικό μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας ανερχόταν σε 8.800.000 δραχμές, το οποίο με απόφαση της Γ.Σ. της 25-6-1977 αυξήθηκε σε 15.600.000 δραχμές, διαιρέθηκε δε σε χίλιες πεντακόσιες εξήντα (1.560) μετοχές αξίας δέκα χιλιάδων (10.000) δραχμών η καθεμία.

Οι ανωτέρω μετοχές (1.560) είναι οι μόνες που εκδόθηκαν από την εταιρεία, αφού πέραν αυτών δεν αποδείχθηκε, ούτε άλλωστε κάποιος από τους διαδίκους ισχυρίζεται, ότι εκδόθηκαν άλλες μετοχές, ώστε η μετοχική σχέση να ενσωματωθεί και σε αξιόγραφο... Κάτοχοι όλων των παραπάνω μετοχών κατ' ισομοιρία (780 μετοχές έκαστος) κατέστησαν οι Β.

Κ. και η σύζυγός του Ζ., οι οποίοι ήταν και οι μοναδικοί μέτοχοι της εταιρείας. Εν συνεχεία, το μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας αυξήθηκε α) με κεφαλαιοποίηση ποσού 20.400.000 δραχμών, από υπεραξία λόγω της αναπροσαρμογής της αξίας των ακινήτων της εταιρείας και ανάλογης εισφοράς των μετόχων, β) με την από 31-12-1989 απόφαση της έκτακτης Γ.Σ.

των μετόχων, κατά 71.748.000 δραχμές, γ) με την από 31-12-1999 απόφαση της έκτακτης Γ.Σ. των μετόχων, κατά 17.840.000 δραχμές. Εν συνεχεία, με την από 21-1-2005 απόφαση της έκτακτης Γ.Σ. των μετόχων, η ονομαστική αξία των μετοχών μετατράπηκε σε ευρώ, το οποίο ήταν το νέο νόμισμα της χώρας, και το μετοχικό κεφάλαιο διαμορφώθηκε στο ποσό των 367.972,84 ευρώ, διηρημένο σε 125.588 ανώνυμες μετοχές, ονομαστικής αξίας 2,93 ευρώ η καθεμία, κατόπιν δε αυτού, δ) με την από 30-6-2006 απόφαση της Γ.Σ.

των μετόχων αποφασίσθηκε η αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου κατά 126.869 ευρώ, ε) με την από 31-12-2010 απόφαση της έκτακτης Γ.Σ. των μετόχων αποφασίσθηκε η αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου κατά 306.152,77 ευρώ, στ) με την από 10-5-2013 απόφαση της έκτακτης Γ.Σ. των μετόχων αποφασίσθηκε η αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου κατά 150.001,35 ευρώ και ζ) με την από 31-12-2014 απόφαση της έκτακτης Γ.Σ.

των μετόχων αποφασίστηκε η αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας κατά 490.285,69 ευρώ, οπότε το μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας ανήλθε σε 1.441.281,65 ευρώ, διηρημένο σε 491.905 μετοχές. Κατά συνέπεια, κατά το χρόνο άσκησης της πρώτης αγωγής (1-8-2014), το μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας ανερχόταν σε 950.995,96 ευρώ, διηρημένο σε 324.572 ανώνυμες μετοχές, ονομαστικής αξίας 2,93 ευρώ η καθεμία.

Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι οι Β. και Ζ.. Κ., γονείς του Κ. Κ., είχαν αποφασίσει να διανείμουν την περιουσία τους, καταλείποντας την εταιρεία "...." καθώς και το ξενοδοχείο "Λ." στον υιό τους Κ., το σύνολο δε της λοιπής ακίνητης περιουσίας τους στις δύο θυγατέρες τους. Τούτο προκύπτει σαφώς από τα εξής αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά: 1) Ο Κ.

Κ. μετά το πέρας της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσής του, εστάλη από τους γονείς του στην Ελβετία, όπου σπούδασε στη σχολή "..., η οποία αποτελεί μία από τις πιο φημισμένες σχολές οργάνωσης και διοίκησης ξενοδοχειακών επιχειρήσεων (σχετ. το δίπλωμα αποφοίτησής του). 2) Αμέσως μετά την αποφοίτησή του, διορίστηκε από τους γονείς του διευθυντής του ξενοδοχείου... 3) Οι θυγατέρες των Β.

και Ζ. Κ., Κ. και Κ., ουδέποτε ασχολήθηκαν υπό οποιαδήποτε ιδιότητα στο ξενοδοχείο ούτε είχαν γνώση περί της λειτουργίας του (είναι χαρακτηριστικό ότι η Κ. Κ. στην από 11-8-2014 προανακριτική της κατάθεση ανέφερε ότι το ξενοδοχείο λειτουργεί από το 1950-1955, ενώ αυτό άρχισε να ανεγείρεται το 1967 βάσει της προαναφερόμενης οικοδομικής άδειας) και 4) ήδη από το έτος 1999, δυνάμει της από 2-7-1999 απόφασης του Δ.Σ.

της εταιρείας, ο Κ. Κ. μπορούσε και μόνος του να δεσμεύει την εταιρεία ..., η παροχή δε τέτοιας ευχέρειας στον ανωτέρω από τους γονείς του, αποδεικνύει κατά λογική συνέπεια ότι υπήρχε ειλημμένη απόφαση εκ μέρους των τελευταίων να παραχωρηθεί σε αυτόν το συγκεκριμένο περιουσιακό στοιχείο. Πέραν όλων των ανωτέρω, το έτος 2005 ο Β.

Κ. και η σύζυγός του Ζ., προχώρησαν στη μεταβίβαση, λόγω γονικής παροχής, των οριζοντίων ιδιοκτησιών που βρίσκονται σε οικοδομή επί της ... αρ. 85 στην ... ... ... Ειδικότερα, με τα ανωτέρω δύο μεταβιβαστικά συμβόλαια, οι Β. και Ζ.. Κ. μεταβίβασαν στις θυγατέρες τους Κ. και Κ. τέσσερα (4) διαμερίσματα, τέσσερα (4) καταστήματα και τέσσερις (4) υπόγειες αποθήκες, όπως αυτά περιγράφονται ειδικότερα στην πράξη σύστασης οριζοντίων ιδιοκτησιών.

Περαιτέρω, με την υπ' αριθμ. 38364/4-4-2013 δημόσια διαθήκη του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου, που δημοσιεύτηκε με τα υπ' αριθμ. 18/11-6-2013 πρακτικά του Ειρηνοδικείου ..., η Ζ. συζ. Β. Κ. το γένος Σταύρου Στέργαρου-Τσαμπίκου, κατέλιπε μοναδικές εξ διαθήκης κληρονόμους της τις ανωτέρω θυγατέρες της, στο μερίδιό της επί ενός καταστήματος επί της οδού 25ης Μαρτίου 31 στην πόλη της ..., καθώς και στους αγρούς της στο ... ....

Από τα παραπάνω, από το γεγονός δηλαδή ότι ο Κ. Κ. δεν συμπεριλήφθηκε ούτε στη διανομή των ανωτέρω οριζοντίων ιδιοκτησιών, αλλά ούτε και στη διαθήκη της μητέρας του, επιβεβαιώνεται επιπρόσθετα ότι το μόνο έτερο περιουσιακό στοιχείο των γονέων του, ήτοι η προαναφερόμενη ανώνυμη εταιρεία και το ξενοδοχείο που αυτή εκμεταλλευόταν, προορίστηκε για τον υιό τους Κ..

Γι' αυτό το λόγο και μεταβίβασαν προς τον τελευταίο τις μετοχές τους και του έδωσαν αυξημένες εξουσίες ως προς τη διαχείριση του ξενοδοχείου, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα. Εξάλλου, από τη συνεκτίμηση των ως άνω αποδεικτικών μέσων αποδείχθηκε ότι η ουσιαστική-πραγματική μεταβίβαση προς τον Κ.. Κ. των μετοχών που κατείχε καθένας από τους γονείς του, έγινε το έτος 2000, επ' ευκαιρία του γάμου του με τη Μ.

Λ.. Η μεταβίβαση αυτή, αφορούσε τόσο στις εκδοθείσες μετοχές, τις οποίες παρέδωσαν ιδιοχείρως οι Β. και Ζ.. Κ. στον υιό τους, οι οποίες ανέρχονταν σε 780 μετοχές για τον καθένα (και συνολικά 1.560 μετοχές, όσες δηλαδή ήταν οι πρώτες εκδοθείσες μετοχές), όσο και στις λοιπές μετοχές που κατείχαν με την έννοια του μετοχικού δικαιώματος των ανωτέρω μοναδικών μετόχων της εταιρείας, οι οποίες μεταβιβάστηκαν,...

με εκχώρηση..., μαζί δε με αυτές μεταβιβάστηκαν και όλα τα δικαιώματα που απέρρεαν από τις μετοχές. Το γεγονός αυτό, ήτοι η ουσιαστική μεταβίβαση της εταιρείας και εντεύθεν του ξενοδοχείου στο ανωτέρω χρονικό σημείο (2000), αποδεικνύεται πρωτίστως από το γεγονός ότι έκτοτε, ο Κ. Κ. εμφανίζεται στους τρίτους ως ο μοναδικός ιδιοκτήτης του ξενοδοχείου, και είναι ο μόνος με τον οποίο συναλλάσσονται όσοι έρχονται σε επαγγελματική επαφή με την εταιρία, ανέλαβε την ανακαίνιση του ξενοδοχείου και κατέβαλε εξ ιδίων χρημάτων τα ποσά των αυξήσεων του μετοχικού κεφαλαίου, όταν αυτές ήταν σε χρήμα.

Σε αυτό συγκλίνουν όλες οι μαρτυρικές καταθέσεις, από τις οποίες προκύπτει με σαφήνεια ότι ο Κ. Κ. ενεργούσε μόνος του σε ό,τι αφορούσε τη λειτουργία του ξενοδοχείου, ενώ ο πατέρας του επισκεπτόταν το ξενοδοχείο ασχολούμενος με χειρωνακτικές εργασίες συντήρησης μικρής κλίμακας. Χαρακτηριστική ως προς τα παραπάνω είναι η από 10-12-2014 προανακριτική κατάθεση του Ο.

Δ., ο οποίος έχοντας ιδία αντίληψη και προσωπική επαφή τόσο με τον Κ.. Κ., όσο και με τη μητέρα του, επιβεβαίωσε ότι από το 2000 και μετά, οπότε οι γονείς του μεταβίβασαν σε αυτόν τις μετοχές τους, όλα τα τουριστικά γραφεία, οι προμηθευτές τροφίμων και εξοπλισμού, οι τράπεζες και γενικότερα η τουριστική και ξενοδοχειακή κοινωνία της ..., γνώριζαν τον Κ.

ως ιδιοκτήτη του ξενοδοχείου, καθώς και ότι μετά το 2000 ο τελευταίος προχώρησε στον εκσυγχρονισμό του ξενοδοχείου και την ανακαίνισή του, με αποτέλεσμα να έχει αναβαθμιστεί σημαντικά. Επίσης, κατέθεσε ότι λόγω του γεγονότος ότι της παράδοσης της εταιρείας και του ξενοδοχείου στον Κ.. Κ., η σύζυγός του πείστηκε να παραιτηθεί από την ...

όπου εργαζόταν με σημαντική θέση και αποδοχές, ώστε να εργαστεί μαζί με τον σύζυγό της και να τον βοηθήσει, καθώς και ότι τόσο ο Β., όσο και η Ζ.. Κ. ήταν ικανοποιημένοι που ο υιός τους και η σύζυγός του κατάφεραν να αντιμετωπίσουν με επιτυχία τα λειτουργικά προβλήματα του ξενοδοχείου. Τέλος, ότι η Ζ.. Κ., σε συνάντηση μαζί του το έτος 2008, του δήλωσε ότι ο υιός της ήταν πλέον "και με τη βούλα" ιδιοκτήτης του ξενοδοχείου.

Τα παραπάνω, επιβεβαιώνονται και από ένα άλλο στοιχείο, και συγκεκριμένα την από μηνός Οκτωβρίου 2015 "έκθεση ευρημάτων" του ορκωτού ελεγκτή λογιστή Δ. Γ., ο οποίος με βάση τα παραστατικά, τα βιβλία και τα λοιπά στοιχεία της εταιρείας, αναφέρει (κατά το μέρος που ενδιαφέρει εδώ) ότι κατά το χρονικό διάστημα από το 2002 έως το 2013, ο Κ.

Κ. χρηματοδότησε προσωπικά την εταιρεία με ποσά συνολικού ύψους 718.630,50 ευρώ. Και τούτο, διότι κατά την κοινή λογική και τα συναλλακτικά ήθη, ο ανωτέρω δεν θα προέβαινε στη χρηματοδότηση αυτή εάν δεν ήταν κύριος των μετοχών της εταιρείας. Εξάλλου, όσον αφορά στον τρόπο μεταβίβασης των μετοχών της εταιρείας στον Κ..

Κ., επισημαίνεται, κατόπιν του σχετικού ισχυρισμού του Β. Κ., ο οποίος συνιστά τον δεύτερο λόγο της υπό στοιχείο [Α] έφεσης, ότι αβασίμως ο τελευταίος διατείνεται ότι δεν έχει λάβει χώρα αναγγελία της εκχώρησης, καθώς έπρεπε να έχει λάβει χώρα επίδοση της αναγγελίας με δικαστικό επιμελητή, με συνέπεια ουδέποτε ο Κ.

Κ. να έχει καταστεί κύριος των μη εκδοθεισών μετοχών. ...Όμως... η αναγγελία, η οποία λειτουργεί ως μέσο δημοσιοποίησης της εκχώρησης, είναι άτυπη, χωρίς να προϋποτίθεται για το κύρος της ούτε συγκεκριμένος τύπου, ούτε (πολύ περισσότερο) η μεσολάβηση δημοσίου οργάνου, όπως είναι ο δικαστικός επιμελητής, αφού αυτή μπορεί να γίνει ακόμη και σιωπηρά.

Εν προκειμένω μάλιστα, ενόψει της ιδιαιτερότητας που διέπει την υπό κρίση περίπτωση, ήτοι του γεγονότος ότι οι μοναδικοί εταίροι της εταιρείας ήταν, μέχρι τη μεταβίβαση των μετοχών, οι γονείς του αποκτώντος αυτές, είναι φανερό και αυτονόητο ότι ήταν περιττή η οποιαδήποτε αναγγελία με την τυπική αυτής μορφή ...

Με βάση την έννοια και το σκοπό της, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η αναγγελία με την τυπική της μορφή, προσήκει και είναι αναγκαία μόνον σε νομικά πρόσωπα των οποίων η διοίκηση είναι πολυπρόσωπη, οπότε η επίδοση με δικαστικό επιμελητή εξυπηρετεί κυρίως ανάγκες ενημέρωσης για τη γενόμενη εκχώρηση, δεν μπορεί όμως βάσιμα να υποστηριχθεί το ίδιο και για την ερευνώμενη περίπτωση, κατά την οποία πρόκειται μεν για κεφαλαιουχική εταιρεία, πλην όμως με έντονο το προσωπικό στοιχείο, στην οποία η αναγγελία έγινε προφορικά, εν συνεχεία δε επιβεβαιώθηκε και σιωπηρά, με την παρουσία όλων των ανωτέρω στις επόμενες γενικές συνελεύσεις.

Για τον ίδιο άλλωστε λόγο, ήτοι λόγω του οικογενειακού χαρακτήρα της επιχείρησης, ο οποίος δημιουργούσε συνθήκες εμπιστοσύνης, αλλά και για οικονομικούς λόγους, καθώς θα έπρεπε να καταβληθεί άμεσα ο αναλογών φόρος, η μεταβίβαση δεν ολοκληρώθηκε τυπικά κατά τον ανωτέρω χρόνο (2000), αλλά το 2007, με τη σύνταξη και υπογραφή ιδιωτικών συμφωνητικών, κατά τον τρόπο που θα αναφερθεί ειδικότερα παρακάτω.

Εξάλλου ο ισχυρισμός του Β. Κ., περί μεταφοράς των μετοχών του ίδιου και της συζύγου του στο χρηματοκιβώτιο του ξενοδοχείου "..." και η παράδοση αυτών στον Κ.. Κ. μόνο προς φύλαξη, είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος. Επισημαίνεται αρχικά, ότι για το ζήτημα της παράδοσης των μετοχών στον Κ.. Κ., αλλά και του χρόνου που αυτή έλαβε χώρα, διατυπώθηκαν και υποστηρίχθηκαν από τον Β.

Κ., τρεις (3) εκδοχές, μη σχετιζόμενες νοηματικά μεταξύ τους και χωρίς οι μεταξύ τους διαφοροποιήσεις να εξηγούνται καθ' οιονδήποτε τρόπο. Συγκεκριμένα: Α] Στην από 20-6-2014 αίτηση περί λήψεως ασφαλιστικών μέτρων, την οποία υπέβαλε ο τελευταίος ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου ... (αλλά και στην από 4-6-2014 όμοια, από την οποία παραιτήθηκε με το δικόγραφο της προαναφερόμενης αίτησης), ο Β.

Κ. εξέθεσε ότι το έτος 2008 τόσο ο ίδιος, όσο και η σύζυγός του, λόγω της μεγάλης ηλικίας τους παρέδωσαν προς φύλαξη τις μετοχές τους στον υιό τους Κ., με την εντολή να προβαίνει σε όλες τις διαχειριστικές πράξεις για την εύρυθμη λειτουργία της εταιρείας (επισημαίνεται πάντως στο σημείο αυτό, πως σε κάθε περίπτωση, ο Κ.

Κ. δεν χρειαζόταν τις μετοχές των γονέων του για να προβαίνει σε διαχειριστικές πράξεις, δεδομένου ότι όπως προαναφέρθηκε, ήδη από το 1999 είχε επισήμως την εξουσία να εκπροσωπεί την εταιρεία και να τη δεσμεύει ακόμη και χωρίς τη σύμπραξη του πατρός του). Β] Στην κρινόμενη αγωγή, ο ενάγων Β. Κ. εκθέτει ότι για την ίδια αιτία (προχωρημένη ηλικία, στην οποία προστίθενται και προβλήματα υγείας, χωρίς πάντως αυτά ούτε να εξειδικεύονται στην αγωγή, ούτε και να προκύπτουν από τα αποδεικτικά μέσα), ο ίδιος και η σύζυγός του παρέδωσαν τις μετοχές στον υιό τους, προγενέστερα του έτους 2008, ενώ περαιτέρω, ο μάρτυρας που εξετάστηκε στο ακροατήριο με επιμέλειά του, κατέθεσε ότι οι μετοχές παραδόθηκαν για λόγους ασφαλείας.

Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τον ως άνω μάρτυρα, οι μετοχές παραδόθηκαν επειδή χάθηκε το κλειδί του χρηματοκιβωτίου που διατηρούσαν οι Β. και Ζ.. Κ. στην οικία τους, ο ενάγων έκοψε το χρηματοκιβώτιο με πριόνι και η σύζυγός του μετέφερε τις μετοχές τους στο χρηματοκιβώτιο του ξενοδοχείου, όπου όμως, σύμφωνα πάντα με την κατάθεση του ως άνω μάρτυρα, ο κωδικός ήταν γνωστός σε όλους (εύλογα συνεπώς γεννιέται το ερώτημα, εάν υποτεθεί ακριβής η κατάθεση του μάρτυρα ως προς το ζήτημα αυτό, τι είδους ασφάλεια αποτελούσε για τις μετοχές μια τέτοια μεταφορά).

Τέλος, Γ] στην από 4-7-2013 εξώδικη δήλωση-πρόσκληση που απηύθυναν προς τον Κ.. Κ. τόσο ο ενάγων της υπ' αριθμ. 198/2014 αγωγής Β. Κ., όσο και οι θυγατέρες του Κ. και Κ., οι ως άνω εξωδίκως δηλούντες εκθέτουν ότι οι μετοχές παραδόθηκαν στον Κ.. Κ. στα τέλη του 2009. Κατόπιν όλων των ανωτέρω, και μόνο η παράθεση τριών (3) διαφορετικών χρονικών σημείων σε σχέση με το ίδιο γεγονός (και μάλιστα γενικόλογα, ήτοι χωρίς την ακριβή αναφορά έστω του μηνάς στον οποίο έλαβε χώρα το επικαλούμενο γεγονός), αλλά και η παράθεση δύο, άσχετων μεταξύ τους, λόγων για τους οποίους έγινε η επικαλούμενη παράδοση, θέτει εν αμφιβάλω τη βασιμότητα του παραπάνω ισχυρισμού.

Η αβασιμότητα όμως αυτού του ισχυρισμού, προκύπτει επιπρόσθετα και από τα εξής: 1) Όπως αποδείχθηκε και θα εκτεθεί ειδικότερα παρακάτω, η μητέρα του Κ. Κ. είχε ήδη μεταβιβάσει και τυπικά τις μετοχές της στον υιό της προγενέστερα (με το μη αμφισβητούμενο από 27-2-2007 συμφωνητικό), επομένως δεν νοείται να τις κατέχει το έτος 2008 ή το έτος 2009. 2) Η ίδια η Κ.

Κ., η οποία ήταν η μοναδική μάρτυρας την οποία πρότεινε ο Β. Κ. κατά την κατάθεση της από 30-7-2014 έγκλησης την οποία υπέβαλε ενώπιον της Εισαγγελίας Πλημμελειοδικών ..., αποδίδοντας στον υιό του τις πράξεις της πλαστογραφίας και της υπεξαίρεσης σε βαθμό κακουργήματος, στην από 11-8-2014 προανακριτική της κατάθεση ουδέν ανέφερε περί παράδοσης των μετοχών από τους γονείς της στον αδελφό της, έστω για λόγους φύλαξης.

Εάν όμως είχε όντως λάβει χώρα τέτοια ενέργεια, αν ήθελε υποτεθεί ότι η συγκεκριμένη μάρτυρας, λόγω και της στενότατης συγγενικής της σχέσης, είχε γνώση (είτε εξ ιδίας αντιλήψεως, είτε και εξ ακοής) για τα περιστατικά που αναφέρονται στην έγκληση, είναι βέβαιο ότι θα το κατέθετε, δοθέντος μάλιστα ότι το συγκεκριμένο αναφερόμενο στην έγκληση περιστατικό είναι κομβικής σημασίας για τον εγκαλούντα. 3) Ο κατατεθείς από το μάρτυρα στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ισχυρισμός ότι οι μετοχές των Β.

και Ζ. Κ. βρίσκονταν σε χρηματοκιβώτιο στην οικία τους, το οποίο όταν χάθηκε το κλειδί ανοίχθηκε με πριόνι, προκειμένου να μεταφερθούν οι μετοχές στο ξενοδοχείο, αφενός δεν περιέχεται καν στην αγωγή, αφετέρου αντίκειται στην κοινή λογική και τα διδάγματα της κοινής πείρας, καθώς για τη διάρρηξη ενός χρηματοκιβωτίου απαιτούνται εξειδικευμένα εργαλεία, ώστε να διαπεραστεί το υλικό από το οποίο είναι κατασκευασμένα.

Αλλά και το έτερο σκέλος του ίδιου ισχυρισμού, σύμφωνα με το οποίο οι μετοχές τοποθετήθηκαν στο χρηματοκιβώτιο του ξενοδοχείου "..." αποδείχθηκε αβάσιμο. Ειδικότερα, από τις καταθέσεις των μαρτύρων τόσο στο πλαίσιο της διενεργηθείσας προανάκρισης, όσο και αυτών που περιέχονται στις προσκομισθείσες ένορκες βεβαιώσεις, αποδείχθηκε ότι το ξενοδοχείο δεν διέθετε ξεχωριστό χρηματοκιβώτιο ως επιχείρηση, αλλά υπάρχουν εντός αυτού θυρίδες ασφαλείας στο χώρο υποδοχής (reception), σε μία εκ των οποίων μάλιστα, ο Β.

Κ. είχε δικό του κλειδί και ήταν ο μόνος που είχε πρόσβαση, πράγμα άλλωστε απολύτως φυσικό με βάση την εξαρχής θέση του στην εταιρεία ... Άλλωστε, ούτε ο μάρτυρας που εξετάστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου επιβεβαίωσε την ύπαρξη χρηματοκιβωτίου εξ ιδίας αντιλήψεως, αφού στις επανειλημμένες ερωτήσεις με θέμα εάν ο ίδιος έχει δει το χρηματοκιβώτιο, απαντούσε λέγοντας "ξέρω ότι υπάρχει", χωρίς να βεβαιώσει ότι το έχει δει.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι με πρωτοβουλία της Ζ. Κ., το έτος 2007 συντελέστηκε και η τυπική μεταβίβαση των μετοχών της εταιρείας στον Κ.. Κ., καθώς μέχρι το συγκεκριμένο χρονικό σημείο, παρά το ότι οι μετοχές είχαν μεταβιβαστεί δια παραδόσεως (όσες είχαν εκδοθεί) και δια εκχωρήσεως (οι υπόλοιπες), οι γονείς του τελευταίου φέρονταν έναντι των φορολογικών αρχών τυπικά ως κάτοχοι των μετοχών της εταιρείας σε ποσοστό 50% ο καθένας, αντίστοιχα δε, εμφανίζονταν και στα πρακτικά των γενικών συνελεύσεων που λάμβαναν χώρα στο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα.

Έτσι, για το σκοπό αυτό συντάχθηκαν: 1] το από 27-2- 2007 ιδιωτικό συμφωνητικό με το οποίο η Ζ.. Κ. μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής στον υιό της Κ. 84.444 ανώνυμες μετοχές της εταιρείας με την επωνυμία "Τουριστικοί Επιχειρήσεις ... Α.Ε.", και 2] το από 14-9-2007 όμοιο, με το οποίο ο Β. Κ. μεταβίβασε για την ίδια αιτία, 84.400 ανώνυμες μετοχές της ίδιας εταιρείας.

Όσον αφορά στο δεύτερο από τα ως άνω συμφωνητικά, αποδείχθηκε ότι την υπογραφή στη θέση του μεταβιβάζοντος δεν την έθεσε ο ίδιος ο Β. Κ., αλλά η σύζυγός του Ζ., η οποία, όπως είχε πράξει και σε άλλες περιπτώσεις στο παρελθόν, έθεσε την υπογραφή του συζύγου της, έχοντας προς τούτο τη συναίνεση και την εν λευκώ εξουσιοδότησή του, καθώς, όπως έχει ήδη εξηγηθεί παραπάνω, η κατάληξη αυτή (δηλαδή η μεταβίβαση συνολικά της εταιρείας στον Κ..

Κ.), ήταν η κοινή επιθυμία αμφοτέρων των γονέων του. Η κρίση του δικαστηρίου περί του παραπάνω γεγονότος, στηρίζεται στη συνεκτίμηση των αναφερομένων παραπάνω αποδεικτικών μέσων. Ειδικότερα, αφενός ως προς το ζήτημα ότι η υπογραφή στο συμφωνητικό δεν ανήκει στον Β. Κ., όλες οι προσκομισθείσες γραφολογικές πραγματογνωμοσύνες συγκλίνουν, ενώ και οι αντίδικοί του (Κ.

Κ.-Μ. Λ.) δεν αρνούνται αυτή την πιθανότητα, αντίθετα, καταλήγουν στην εκδοχή ότι η υπογραφή αυτή τέθηκε από τη μητέρα του Κ. Κ., Ζ. συζ. Β. Κ.. Όπως προέκυψε άλλωστε, στο πλαίσιο της μεταξύ τους συμφωνίας και για πρακτικούς λόγους, η Ζ.. Κ. είχε θέσει και στο παρελθόν την υπογραφή του συζύγου της σε έγγραφα με έννομη σημασία, όπως μισθωτήρια συμφωνητικά ..., επομένως, προκειμένου να αρθεί η ασυμφωνία της πραγματικής κατάστασης με αυτή που εμφανιζόταν φορολογικά, η μητέρα του Κ.

Κ. προέβη στην παραπάνω ενέργεια, καθώς ήταν γνωστή σε αυτήν η ομοίου περιεχομένου βούληση του συζύγου της. Πρέπει δε να σημειωθεί, ότι ο ισχυρισμός του Β. Κ., σύμφωνα με τον οποίο η υπογραφή του στο επίμαχο ως άνω συμφωνητικό μεταβίβασης τέθηκε χωρίς τη συναίνεσή του ή την εκ των υστέρων έγκρισή του από τον υιό του Κ., ούτε ομολογείται ειδικά από τον τελευταίο, όπως αβάσιμα υπολαμβάνει ο Β.

Κ., ούτε αποτελεί το συμπέρασμα οιασδήποτε από τις προσκομισθείσες ως άνω εκθέσεις γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης. Επιπρόσθετα, ο ισχυρισμός αυτός, συνιστώντας το αδίκημα της πλαστογραφίας, το οποίο απέδωσε ο Β. Κ. στον υιό του με την προαναφερόμενη έγκλησή του, δεν έγινε δεκτός ούτε από την αρμόδια Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών ..., η οποία με την υπ' αριθμ. 152/2015 διάταξή της απέρριψε την από 30-7-2014 έγκληση του Β.

Κ., χωρίς ο τελευταίος να ασκήσει προσφυγή κατά της ανωτέρω διάταξης, με συνέπεια αυτή να έχει καταστεί αμετάκλητη ... Επίσης πρέπει να επισημανθεί και το γεγονός ότι, για την τυπική περάτωση της μεταβίβασης των μετοχών και της εκχώρησης των μετοχικών δικαιωμάτων των Β. και Ζ. Κ. στον υιό τους Κ., συντάχθηκαν αντίστοιχα οι από 26-7-2007 και από 12-9- 2007 εξουσιοδοτήσεις των συμβαλλομένων στα ανωτέρω συμφωνητικά, προς τους λογιστές Τ.

Γ. και Γ. Μ. αντίστοιχα, με τις οποίες οι τελευταίοι εξουσιοδοτούνταν να καταθέσουν στη Δ.Ο.Υ. ... δηλώσεις γονικής παροχής, να υποβάλλουν τα απαραίτητα δικαιολογητικά και να παραλάβουν αντίγραφα της δήλωσης. Η δεύτερη από τις παραπάνω εξουσιοδοτήσεις, φέρεται ότι έχει υπογράφει από τον παρέχοντα - δωρητή Β.

Κ., στο τέλος δε του εγγράφου υπάρχει βεβαίωση του γνησίου των υπογραφών, από το Συμβολαιογράφο ... Δ. Γιώρτσο. Επίσης, συντάχθηκαν και οι αντίστοιχες με κάθε συμφωνητικό, δηλώσεις φόρου γονικής παροχής (από 26-7-2007 και 12-9-2007 αντίστοιχα), στις οποίες υπέγραψαν οι συμβαλλόμενοι, ενώ ομοίως στη δεύτερη από τις ως άνω δηλώσεις, ήτοι αυτή που φέρεται ότι υπογράφηκε από τον Β.

Κ., υπάρχει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του, από τον ίδιο συμβολαιογράφο. Επισημαίνεται, ότι ο Β. Κ. με την κρινόμενη αγωγή δεν προσέβαλε τη γνησιότητα των ανωτέρω δύο εγγράφων, όσον αφορά στην υπογραφή του σε αυτά και δεν ζήτησε να αναγνωριστεί η πλαστότητά τους (όπως έκανε με το 14-9-2007 συμφωνητικό), παρά το γεγονός ότι ο ίδιος αυτονόητα αρνείται ότι υπέγραψε τα παραπάνω έγγραφα, ενώ το γεγονός ότι η υπογραφή δεν έχει τεθεί από τον ίδιο, αποτελεί και συμπέρασμα της από 4-8-2014 γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης του Π.

Φανού, την οποία προσκομίζει η εκκαλούσα Μ. Λ.. Στην από 28-8-2014 εξώδικη δήλωσή του προς τον Κ.. Κ. (που αποτελεί απάντηση στην από 7-8-2014 εξώδικη πρόσκληση του τελευταίου), ο ως άνω συμβολαιογράφος εξέθεσε ότι προέβη στη θεώρηση του γνησίου των υπογραφών λόγω της σχέσης εμπιστοσύνης που είχε αναπτυχθεί μεταξύ τους και στα πλαίσια της καλής πίστης, καθώς ο Κ.

Κ. ήταν εκείνος ο οποίος μετέβαινε μόνος του στο γραφείο κατά το διάστημα των ενεργειών για τη μεταβίβαση των μετοχών. Ωστόσο, με βάση το γεγονός ότι ο Β. Κ. ήταν εκείνος που είχε προγενέστερα επαγγελματική σχέση με τον Δημήτριο Γιώρτσο και όχι ο υιός του (όπως αναφέρθηκε παραπάνω, το 2005 υπογράφηκαν τρία [3] συμβόλαια στον συγκεκριμένο συμβολαιογράφο), έπεται ότι η εμπιστοσύνη την οποία έδειξε ο συμβολαιογράφος και θεώρησε το γνήσιο της υπογραφής, χωρίς οι υπογραφές να τεθούν ενώπιον του, στην πραγματικότητα ήταν προς το πρόσωπο του Β.

Κ. και όχι του Κ. Κ., καθώς δεν νοείται ότι ο συγκεκριμένος συμβολαιογράφος, ο οποίος συγκαταλέγεται μεταξύ των πιο γνωστών και έμπειρων συμβολαιογράφων της ..., να έδωσε απλά πίστη στα λεγάμενα κάποιου, με τον οποίο ερχόταν για πρώτη φορά σε επαφή. Επιπρόσθετα, το γεγονός αυτό οδηγεί στο ασφαλές συμπέρασμα ότι ο Δημήτριος Γιώρτσος ενημέρωσε τον Β.

Κ. για τη συγκεκριμένη ενέργεια, ώστε σε κάθε περίπτωση να εξασφαλίσει ότι ενεργούσε με τη συναίνεσή του. Το γεγονός δε ότι ο Β. Κ. πράγματι έδωσε τη συναίνεσή του για τη θεώρηση του γνησίου της υπογραφής του, την οποία όμως όπως προελέχθη δεν έθεσε ο ίδιος, αποδεικνύεται από ένα επόμενο χρονικά γεγονός, ήτοι το γεγονός ότι στην αναφερόμενη παραπάνω έγκληση που κατέθεσε σε βάρος του υιού του, δεν συμπεριέλαβε και τον Δ.

Γ., ο οποίος με τον τρόπο που περιγράφηκε, συνέπραξε στην τυπική ολοκλήρωση της μεταβίβασης των μετοχών. Περαιτέρω, με βάση το προφίλ των σχέσεων μεταξύ των γονέων του Κ. Κ., όπως αυτό σκιαγραφήθηκε από τις καταθέσεις όλων των μαρτύρων, αλλά και δεν αμφισβητήθηκε από το μάρτυρα που εξετάστηκε στο ακροατήριο με επιμέλεια του Β.

Κ., είναι αδύνατο να στηριχθεί η άποψη ότι η Ζ.. Κ. αποφάσισε να μεταβιβάσει τις μετοχές της στον υιό της, και απέκρυψε το παραπάνω γεγονός από το σύζυγό της μέχρι το θάνατό της. Και τούτο διότι όλοι οι εξετασθέντες μάρτυρες κατέθεσαν ότι οι σχέσεις του ζεύγους ήταν στενές, καθώς και ότι η Ζ.. Κ. ήταν δυνατός και αποφασιστικός χαρακτήρας, βάσει του οποίου έπαιρνε πρωτοβουλίες, τις οποίες ακολουθούσε και ο σύζυγός της.

Συνεπώς, ο σχετικός αγωγικός ισχυρισμός, σύμφωνα με τον οποίο ο Β. Κ. διαπίστωσε τη μεταβίβαση των μετοχών της συζύγου του μετά το θάνατό της, είναι αβάσιμος, όπως επίσης είναι αβάσιμη και η περικοπή της κατάθεσης του μάρτυρά του, σύμφωνα με την οποία ο Β. Κ. δεν είχε ακόμη αποφασίσει τι θα κάνει τις μετοχές του.

Και τούτο, διότι όλη η προηγούμενη πορεία της θέσης του υιού του στην εταιρεία, με προεξέχουσα ενέργεια τον εξοπλισμό του Κ. Κ. ήδη από το έτος 1999 με την εξουσία να μπορεί να δεσμεύει και μόνος του την εταιρεία, οδηγεί στο μόνο λογικό συμπέρασμα που μπορεί να εξαχθεί, ήτοι ότι είχε από κοινού αποφασισθεί από τους γονείς του η μεταβίβαση της εταιρείας στον ίδιο και, η ακολουθήσασα (το έτος 2000) μεταβίβαση του συνόλου των μετοχών αυτής σύμφωνα με τις παραπάνω παραδοχές.

Στο πλαίσιο αυτών των πρωτοβουλιών τις οποίες λάμβανε η Ζ.. Κ. εν γνώσει του συζύγου της, έθεσε και την υπογραφή του κατ' απομίμηση αυτής στο επίμαχο, από 14-9-2007 ιδιωτικό συμφωνητικό γονικής παροχής μετοχών, με το οποίο μεταβιβάστηκαν και τυπικά πλέον, οι 84.440 μετοχές του Β. Κ. καθώς και τα δικαιώματα που απέρρεαν από αυτές, στον υιό του Κ., κάτι που αποτελούσε την αληθή βούληση του Β.

Κ.. Σημειώνεται ότι με το εν λόγω συμφωνητικό, από το συνολικό αριθμό των 84.444 μετοχών που αντιστοιχούσαν στο 50% του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας που ανήκε στον Β. Κ., φέρεται ότι δεν μεταβιβάστηκαν μόνον τέσσερις (4) μετοχές, τις οποίες φέρεται ότι κράτησε ο τελευταίος ώστε να μην φαίνεται ότι η εταιρεία μεταπίπτει σε μονομετοχική...

Οι τέσσερις αυτές μετοχές, οι οποίες μετά τη μετατροπή του ποσού του μετοχικού κεφαλαίου σε ευρώ και την απόφαση της Γ.Σ. της 31-12-2010 για αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας, ανήλθαν σε 27,34 μετοχές, μεταβιβάστηκαν από τον Β. Κ. στη σύζυγο του Κ. Κ., Μ. Λ. δυνάμει του από 1-4-2012 ιδιωτικού συμφωνητικού, λόγω πώλησης, ενώ το συμφωνητικό υποβλήθηκε αρμοδίως στη Δ.Ο.Υ. ...

στις 9-4-2012, όπου και καταβλήθηκε ο αναλογών φόρος μεταβίβασης... Η μεταβίβαση αυτή, είναι προφανές με βάση τις προαναφερόμενες παραδοχές, ότι ενείχε εικονικότητα ως προς το πρόσωπο του πωλητή, καθότι κύριος των πωληθέντων μετοχών στη Μ. Λ. δεν ήταν ο Β. Κ., καθώς ο τελευταίος, με την παράδοση των μετοχών το έτος 2000 στον υιό του Κ., και τη μεταξύ τους συμφωνία για τη μετάθεση της κυριότητας, είχε καταστήσει τον τελευταίο κύριο των μετοχών, ο ίδιος δε (Β.

Κ.) είχε αποξενωθεί από τα μετοχικά του δικαιώματα. Ο δε Κ. Κ., όπως προκύπτει ανενδοίαστα από το περιεχόμενο των δικογράφων της ερευνώμενης υπόθεσης, συμφωνούσε στη μεταβίβαση του παραπάνω αριθμού μετοχών στη σύζυγό του. Όσον αφορά στην υπογραφή του παραπάνω συμφωνητικού, το οποίο επίσης δεν υπογράφηκε από τον Β.

Κ., με βάση όλα τα προαναφερόμενα περιστατικά που αποδείχθηκαν και έγιναν δεκτά, το παρόν Δικαστήριο πείστηκε ότι και η υπογραφή αυτή έχει τεθεί από την Ζ.. Κ., στο πλαίσιο της εξουσιοδότησης που είχε ήδη από το παρελθόν από το σύζυγό της, με τη συναίνεση του τελευταίο. Τούτο άλλωστε ενισχύεται και από το τελικό συμπέρασμα της προαναφερόμενης (από 4-8-2014) έκθεσης πραγματογνωμοσύνης του δικαστικού γραφολόγου Π.

Φανού, ο οποίος θεωρεί πιθανό ότι η εν λόγω υπογραφή έχει τεθεί από την Ζ.. Κ., σε αντίθεση με το συμπέρασμα της από 10-7-2018 όμοιας έκθεσης της δικαστικής γραφολόγου Γεωργίας Ντούτσου, που όμως δεν συμπορεύεται με τις παραπάνω ουσιαστικές παραδοχές. Τέλος, επισημαίνεται ότι όσον αφορά στην ασυμφωνία των πρακτικών της Γ.Σ.

της εταιρείας αναφορικά με τον εκεί αναφερόμενο αριθμό των μετοχών, και συγκεκριμένα το γεγονός ότι στο πρακτικό της Γ.Σ. της 30-6-2009 εμφανίζεται ο Β. Κ. να κατέχει 84.444 μετοχές, την οποία αναφέρει ο τελευταίος στην αγωγή του, ότι η παραδρομή αυτή, αφενός δεν αναιρεί τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά ανωτέρω, αφετέρου διορθώθηκε με την υποβολή προς το Επιμελητήριο Δωδεκανήσου αίτησης καταχώρησης στο Γ.Ε.ΜΗ του διορθωμένου αντιγράφου του πρακτικού της συγκεκριμένης Γενικής Συνέλευσης ...

Κατ' ακολουθίαν όλων των προαναφερομένων το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση έκανε κατά ένα μέρος δεκτή την υπ' αριθμ. 198/2014 αγωγή και αναγνώρισε τον εκεί ενάγοντα Β. Κ. κύριο 41 μετοχών της εταιρείας και υποχρέωσε την εναγομένη Μ. Λ. να του της αποδώσει, ενώ αντίστοιχα απέρριψε την υπ' αριθμ. 30/2015 αγωγή ως προς τη δεύτερη ενάγουσα Μ.

Λ., έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων που τέθηκαν ενώπιον του και πρέπει, ως προς το κεφάλαιο αυτό, να εξαφανιστεί, κατ' αποδοχή του πρώτου λόγου της υπό στοιχείο [Β] έφεσης. Στη συνέχεια, οι εν λόγω αγωγές πρέπει να κρατηθούν και δικαστούν κατ' ουσία από το παρόν δικαστήριο (535 παρ. 1 ΚΠολΔ) και, κατόπιν αυτού, η μεν πρώτη από τις παραπάνω αγωγές να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, ενώ η δεύτερη αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη, και να αναγνωριστεί ότι η δεύτερη ενάγουσα είναι κυρία 41 ανωνύμων μετοχών της εταιρείας που αναφέρεται παραπάνω και συνεπώς μέτοχος της εταιρίας με τον ανωτέρω αριθμό μετοχών.

Εξάλλου, όλοι οι λόγοι της υπό στοιχείο [Α] έφεσης με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, όπως και η έφεση αυτή στο σύνολό της." Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, κρίνοντας ότι ο αναιρεσείων μεταβίβασε τις επίδικες μετοχές στους αναιρεσίβλητους, απέρριψε τις εφέσεις του αναιρεσείοντος και του πρώτου αναιρεσιβλήτου, δέχθηκε την έφεση της πρώτης αναιρεσίβλητης και αναγνώρισε αυτή κυρία των αναφερομένων μετοχών.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 455 επ., 1034 επ. ΑΚ και 2, 8, 8β, 12, 13, 14, 18 παρ. 4, 24 παρ. 2, 34, 35β παρ. 2, 35γ, 39 και 40 Ν. 2190/1920, αφού τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά δικαιολογούν την μεταβίβαση των επίδικων μετοχών από τον αναιρεσείοντα στον πρώτο αναιρεσίβλητο ήδη από το έτος 2000 με παράδοση των μετοχών που είχαν ενσωματωθεί σε έγγραφο και "τη μεταξύ τους συμφωνία για τη μετάθεση της κυριότητας" και με εκχώρηση των υπολοίπων που δεν είχαν ενσωματωθεί σε έγγραφο, ενώ δεν ήταν αναγκαία η αναγγελία της εκχώρησης αυτής, καθόσον η ως άνω ανώνυμη εταιρία είχε έντονο το προσωπικό στοιχείο, αφού επρόκειτο για οικογενειακή εταιρία και η αναγγελία έγινε προφορικά και επιβεβαιώθηκε και σιωπηρά, ο δε οφειλέτης γνώριζε την εκχώρηση.

Ακόμη, σύμφωνα με τις ως άνω παραδοχές, το Εφετείο δεν διαπίστωσε, έστω και εμμέσως, κενό ή αμφιβολία ως προς τη δικαιοπρακτική βούληση των συμβαλλομένων, αναφορικά με την μεταβίβαση των επίδικων μετοχών, αφού η απόφαση με σαφήνεια δέχεται τον τρόπο και τον σκοπό της μεταβίβασης αυτής και ως εκ τούτου δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, οι οποίες και δεν εφαρμόστηκαν.

Επομένως, ο από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, πρώτος λόγος αναίρεσης περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ως άνω διατάξεων και των ως άνω ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών είναι αβάσιμος. Εξάλλου, η επικαλούμενη παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, με την οποία αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 εδ.

β' ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, χρησιμοποίησε εσφαλμένα τα διδάγματα της κοινής πείρας και κατέφυγε σε αυθαιρεσίες, κρίνοντας εκ των ενόντων για ουσιώδη ζητήματα και παραβλέποντας πράγματα που προτάθηκαν και αρκούντως σχολιάσθηκαν, δεν αφορά την εφαρμογή των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς, αλλά αναφέρεται στην εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη [ άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ ].

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1 εδ, β' ΚΠολΔ, κατά το οικείο μέρος του, είναι απαράδεκτος. Περαιτέρω, το Εφετείο, με τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σε αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των προαναφερόμενων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής αυτών, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, καθόσον αναφέρονται στην απόφαση, με σαφήνεια και επάρκεια τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπωμένο πιο πάνω αποδεικτικό της πόρισμα, με τις υποστηρίζουσες αυτό ακόλουθες παραδοχές, ήτοι:

α] όλες οι μετοχές του αναιρεσείοντος στην ως άνω εταιρία μεταβιβάστηκαν το έτος 2000 στον πρώτο αναιρεσίβλητο με την ολοκλήρωση των σπουδών του και τον γάμο του με τη δεύτερη αναιρεσίβλητη, η οποία μάλιστα εγκατέλειψε τη δουλειά της για να απασχοληθεί αποκλειστικά με την επιχείρηση του συζύγου της, β] στο από 14-9-2007 ιδιωτικό συμφωνητικό γονικής παροχής η σύζυγος του αναιρεσείοντος και μητέρα του πρώτου αναιρεσίβλητου, έθεσε εν γνώσει του συζύγου της και κατ' εξουσιοδότηση αυτού, "έχοντας προς τούτο τη συναίνεσή του", την υπογραφή του και έτσι μεταβιβάστηκαν και τυπικά οι μετοχές του αναιρεσείοντος στον πρώτο αναιρεσίβλητο, πλην των τεσσάρων μετοχών, που φέρεται να κράτησε ο αναιρεσείων για να μη γίνει μονομετοχική η εταιρία, γ] οι τέσσερις τελευταίες ως άνω μετοχές, που μετά την μετατροπή της αξίας τους σε ευρώ και την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου αυξήθηκαν, μεταβιβάστηκαν με το από 1-4-2012 ιδιωτικό συμφωνητικό, λόγω πώλησης, από τον αναιρεσείοντα στην δεύτερη αναιρεσίβλητη, η δε μεταβίβαση αυτή ενείχε εικονικότητα ως προς το πρόσωπο του πωλητή, που δεν ήταν ο αναιρεσείων αλλά ο πρώτος αναιρεσίβλητος, που είχε καταστεί κύριος και των μετοχών αυτών το 2000 και συμφωνούσε στη μεταβίβαση αυτή.

Συνεπώς, οι αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς την εγκυρότητα της μεταβίβασης των μετοχών του αναιρεσείοντος είναι επαρκείς και δεν έχουν καμία αντίφαση μεταξύ τους, αφού η παραδοχή περί εξουσιοδότησης της συζύγου του Ζ. Κ. για την υπογραφή του από 14-9-2007 ιδιωτικού συμφωνητικού αφορά την τυπική μόνο μεταβίβαση των μετοχών, καθόσον, σύμφωνα με την έτερη σαφή παραδοχή του δικαστηρίου, οι μετοχές είχαν ήδη μεταβιβαστεί το έτος 2000. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος που με αυτόν ο αναιρεσείων προβάλλει αιτιάσεις για την πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία το Εφετείο στήριξε το ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα, είναι απαράδεκτος, διότι με το πρόσχημα του αναιρετικού ελέγχου πλήττει σαφώς την ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του δικαστηρίου [ άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ ].

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκτίθεται στην απόφαση, ούτε γενικώς, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε το δικαστήριο την απόδειξη γι' αυτά [ΑΠ 545/2019,ΑΠ 166/2016, ΑΠ25/2016].

Εφόσον, συνεπώς, προκύπτει από την απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας άντλησε την κρίση του από αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά προσκομίσθηκαν με επίκληση, δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, ούτε βέβαια ελέγχεται με το λόγο αυτό η ορθότητα του αποδεικτικού πορίσματος, στο οποίο το δικαστήριο κατέληξε και ως προς το οποίο η κρίση του είναι γενικώς ανέλεγκτη αναιρετικά, εκτός και αν πρόκειται για ανεπάρκεια ή ασάφεια των αιτιολογιών της απόφασης, οπότε ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ [ΑΠ 545/2019, ΑΠ 165/2016, ΑΠ 502/2016].

Στην προκειμένη περίπτωση, με το οικείο μέρος του τρίτου λόγου αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το δικαστήριο, χωρίς απόδειξη, δέχθηκε ως αληθινά πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα ότι χρησιμοποίησε σε όλη την έκτασή της ''διδάγματα της κοινής πείρας'', ''έμμεση απόδειξη'' και ''συλλογισμούς'' και ιδίως δεν χρησιμοποίησε κανένα απολύτως αποδεικτικό μέσο, το οποίο να στηρίζει την πραγματική παραδοχή της για την ύπαρξη ''αποφάσεως διανομής και μεταβιβάσεως '' της περιουσίας του [ όπως και της θανούσας συζύγου του], η οποία παραδοχή άσκησε την πλέον ουσιώδη και αποφασιστική επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Όμως, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο εκθέτει σ' αυτήν όλα τα αποδεικτικά μέσα που χρησιμοποίησε, ήτοι την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα που εξετάστηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, καθώς και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, τα οποία λήφθηκαν υπόψη είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων [ άρθρα 336 παρ. 3, 339 και 345 ΚΠολΔ ], όλες τις ένορκες βεβαιώσεις και τις εκθέσεις γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης που αναφέρονται ειδικότερα.

Επομένως, αναφέρονται όλα τα αποδεικτικά στοιχεία, από τα οποία το δικαστήριο της ουσίας άντλησε την κρίση του, ότι αποδείχθηκαν και είναι αληθινά όλα τα ως άνω παρατιθέμενα στην απόφασή του και έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης πραγματικά περιστατικά και, ως εκ τούτου, ο από το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ πιο πάνω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 11 εδ. α ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Εξάλλου, κατά το άρθρο 393 παρ. 1 ΚΠολΔ, συμβάσεις και συλλογικές πράξεις δεν μπορούν να αποδειχθούν με μάρτυρες εφόσον η αξία του αντικειμένου τους υπερβαίνει τα 30.000 ευρώ, ενώ σύμφωνα με το άρθρο 395 ΚΠολΔ, όταν η απόδειξη με μάρτυρες αποκλείεται, δεν επιτρέπεται ούτε και η απόδειξη με δικαστικά τεκμήρια.

Κατ' εξαίρεση και σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 394 παρ. 1περ. β' ΚΠολΔ, η απόδειξη με μάρτυρες επιτρέπεται αν υπήρχε φυσική ή ηθική αδυναμία να αποκτηθεί έγγραφο. Ηθική αδυναμία κτήσης εγγράφου υπάρχει αν τα μέρη είχαν, κατά το χρόνο κατάρτισης της σύμβασης, τόσο στενό δεσμό, ώστε σύμφωνα με τις κρατούσες στις συναλλαγές αντιλήψεις, η αξίωση σύνταξης εγγράφου για τη συγκεκριμένη σύμβαση θα παρίστατο αδικαιολόγητη ή θα ενείχε μη ανεκτή δυσπιστία.

Ο δεσμός αυτός μπορεί να είναι στενή συγγένεια, μνηστεία, ερωτικός ή φιλικός δεσμός κ.λπ. [ ΑΠ 1054/2021, ΑΠ 270/2020, ΑΠ 1340/2019 ]. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας εφόσον βεβαιώνει την ύπαρξη ηθικής αδυναμίας για την απόκτηση έγγραφης απόδειξης, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο για ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση των άνω δικονομικών διατάξεων [ΑΠ 1054/2021].

Οι εξαιρέσεις της τελευταίας διάταξης αναφέρονται σε όλες τις μορφές περιορισμού μαρτύρων του άρθρου 393 ΚΠολΔ, επομένως και στην περίπτωση συμβάσεων που η αξία του αντικειμένου τους υπερβαίνει τα 30000 ευρώ, καθώς και απόδειξης γεγονότων αντίθετων προς το περιεχόμενο εγγράφου, λαμβάνονται δε υπόψη και αυτεπαγγέλτως εφόσον γίνεται επίκληση των περιστατικών που απαιτούνται για την κατάφαση της συνδρομής τους [ΑΠ 270/2020].

Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 270 ΚΠολΔ, στις υποθέσεις που εκδικάζονται κατά την τακτική διαδικασία, λαμβάνονται υπόψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, τα οποία, με την επιφύλαξη των άρθρων 393 και 394 ΚΠολΔ, δηλαδή μόνο εφόσον είναι επιτρεπτή η απόδειξη με μάρτυρες, εκτιμώνται και αξιολογούνται ελεύθερα, όχι απλώς επικουρικά, αλλά παράλληλα με τα πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα,, αφού αυτή είναι η πραγματική έννοια του όρου ''συμπληρωματικά '' στην παρ. 2 εδ.

β' του άρθρου 270 ΚΠολΔ [ΑΠ 1135/2021]. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι: '' λόγω του οικογενειακού χαρακτήρα της επιχείρησης, ο οποίος δημιουργούσε συνθήκες εμπιστοσύνης, αλλά και για οικονομικούς λόγους, καθώς θα έπρεπε να καταβληθεί άμεσα ο αναλογών φόρος, η μεταβίβαση δεν ολοκληρώθηκε τυπικά κατά τον ανωτέρω χρόνο [ 2000 ], αλλά το 2007, με τη σύνταξη και υπογραφή ιδιωτικών συμφωνητικών... ''.

Ακολούθως, το Εφετείο, αφού σχημάτισε την κρίση του με τα αναφερόμενα σε προηγούμενη σκέψη αποδεικτικά στοιχεία, απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος, δέχθηκε την έφεση της δεύτερης αναιρεσίβλητης και εν τέλει οι αναιρεσίβλητοι αναγνωρίστηκαν κύριοι των προαναφερομένων μετοχών. Έτσι όπως έπραξε το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 393 παρ. 1 και 339 ΚΠολΔ, καθώς ορθώς δέχθηκε ως αποδεικτικά μέσα για την απόδειξη της κατάρτισης των επίδικων συμβάσεων τη μαρτυρική κατάθεση, τις ένορκες βεβαιώσεις και τα μη πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά στοιχεία για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αφού, λόγω του γενομένου δεκτού από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι μεταξύ των διαδίκων υπήρχε οικογενειακός δεσμός που δημιουργούσε σχέση εμπιστοσύνης, εξ αυτού έπεται, κατά λογική αναγκαιότητα, ότι το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι υπήρχε ηθική αδυναμία κτήσης εγγράφου, που θα αποδείκνυε τις συμβάσεις και το περιεχόμενό τους.

Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 11 εδ. α' και 12 ΚΠολΔ [ κατ' ορθή εκτίμηση ] και, ως εκ τούτου, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος του, είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 περ. β' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν.

Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, που προκύπτει και από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 παρ. 1 εδ. β' στοιχ. β', 346 και 453 παρ. 1 ΚΠολΔ, ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν νοούνται και εκείνες, των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε.

Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Μπορεί δε η επίκληση αυτή να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε με αναφορά δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔ [ ολΑΠ 9/2000, ΑΠ 291/2008 ].

Εξάλλου, η βεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας περί προσαγωγής ή μη αποδεικτικού μέσου, ως αναγόμενη σε πράγματα, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 30/2002, ΑΠ 1236/2018). Αν στην απόφαση δεν βεβαιώνεται το αντίθετο, θεωρείται ότι το αποδεικτικό μέσο, που αναφέρεται ως προσκομιζόμενο με τις προτάσεις του διαδίκου, έχει προσκομισθεί (Ολ ΑΠ 2/2008, ΑΠ 828/2022, ΑΠ 222/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος του, προβάλλει ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 11 περ. β' ΚΠολΔ, διότι έλαβε υπόψη του την από Οκτώβριο 2015 ''έκθεση ευρημάτων'' του ορκωτού λογιστή Δ. Γ., για την οποία δεν προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι προσκομίσθηκε νόμιμα από τους αναιρεσίβλητους.

Ωστόσο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα που προσκομίσθηκαν νόμιμα με επίκληση από τους διαδίκους και συνεπώς, εφόσον δεν βεβαιώνεται στην ίδια απόφαση ότι, το παραπάνω έγγραφο δεν προσκομίσθηκε, θεωρείται ότι, αυτό προσκομίσθηκε εμπρόθεσμα κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, η βεβαίωση δε αυτή του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Σε κάθε περίπτωση συνεκτιμήθηκε με άλλα νομίμως προσκομισθέντα και επικληθέντα έγγραφα και αποδεικτικά στοιχεία και δεν άσκησε ουσιώδη επίδραση στην κρίση του Εφετείου καθόσον ρητά αναφέρεται ότι με το έγγραφο αυτό επιβεβαιώνονται όσα προέκυψαν από τα υπόλοιπα αποδεικτικά στοιχεία (βλ. ΑΠ 305/2019). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 13 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης.

Ως εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου σχετικά με το βάρος της απόδειξης νοείται η παρά τους ορισμούς του άρθρου 338 ΚΠολΔ κατανομή του [ υποκειμενικού ] βάρους απόδειξης, η οποία προϋποθέτει την έκδοση παρεμπίπτουσας απόφασης περί απόδειξης. Μετά την κατάργηση όμως του άρθρου 341 ΚΠολΔ, με το άρθρο 5 Ν.2915/2001, τέτοια απόφαση δεν εκδίδεται και συνεπώς έκτοτε η έννοια του υποκειμενικού βάρους απόδειξης απώλεσε τη σημασία της, ο δε αναιρετικός έλεγχος από το άρθρο 559 αρ.13 ΚΠολΔ περιορίζεται μόνο στην παραβίαση του αντικειμενικού βάρους απόδειξης, το οποίο καθορίζει το διάδικο που φέρει τις συνέπειες της μη πλήρους απόδειξης των κρίσιμων για τη θεμελίωση του ισχυρισμού του περιστατικών [ΑΠ 559/2020, ΑΠ 498/2019, ΑΠ575/2015 ].

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος του, προβάλλει ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 13 ΚΠολΔ ως προς το κρίσιμο ζήτημα της μεταβίβασης των επίδικων μετοχών στον πρώτο αναιρεσίβλητο, και συγκεκριμένα ότι ''ενώ οι αναιρεσίβλητοι έφεραν το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών τους τόσο περί της ουσιαστικής μεταβίβασης των επίδικων μετοχών το έτος 2000, όσο και περί της γνησιότητας της υπογραφής της άλλοτε συζύγου του Ζ.

Κ. στα επίμαχα ιδιωτικά συμφωνητικά των ετών 2007 και 2012, όπως και του ισχυρισμού τους ότι η άλλοτε σύζυγός του ενεργούσε για λογαριασμό του '', επέρριψε στον ίδιο το βάρος της απόδειξης των ως άνω ισχυρισμών. Όμως, από την παραδεκτή επισκόπηση των σχετικών παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο δεν δέχθηκε, ότι μετά την εξάντληση όλων των νόμιμων αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν και ελήφθησαν υπόψη, εδημιουργείτο αμφιβολία ως προς την αλήθεια των επικληθέντων από τους αναιρεσιβλήτους σχετικών πραγματικών περιστατικών, και παρά ταύτα δέχθηκε την ουσιαστική βασιμότητα των ως άνω αγωγικών ισχυρισμών, οπότε και μόνο θα ελεγχόταν αναιρετικά στο πλαίσιο του ως άνω αναιρετικού λόγου η εσφαλμένη κατανομή ανάμεσα στους διαδίκους του κινδύνου της αμφιβολίας του δικαστηρίου, αλλά, αντιθέτως, προκύπτει, ότι οι συγκεκριμένοι αγωγικοί ισχυρισμοί των αναιρεσιβλήτων έγιναν δεκτοί, επειδή θεωρήθηκαν επαρκείς οι προσκομισθείσες από αυτούς, που έφεραν το βάρος απόδειξης, σχετικές αποδείξεις και όχι γιατί ο αναιρεσείων δεν απέδειξε τα αντίθετα, όπως αυτός εσφαλμένως υπολαμβάνει.

Επομένως το Εφετείο δεν παραβίασε το αντικειμενικό βάρος απόδειξης και, ως εκ τούτου, ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο [ άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ ] και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, σε βάρος του αναιρεσείοντος, που ηττήθηκε [ άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ ], όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10-7-2020 αίτηση του Β. Κ. του Κ., για αναίρεση της υπ' αριθ. 80/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της ανωτέρω αίτησης παραβόλου.

Επιβάλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων [ 2700 ] ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Οκτωβρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Μαΐου 2023.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ