Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds due to defendant's absence and orders partial acceptance of appeal.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal regarding procedural admissibility because the defendant failed to appear despite being properly summoned. The plaintiff argued for the appeal's validity, while the defendant's absence prevented a full hearing on the merits. Consequently, the court ruled that the appeal was procedurally inadmissible regarding the defendant's presence but partially accepted it to resolve the underlying dispute.
Legislator headnote
AI generatedArticles 108, 110(2), 498(1), 568(1), 2, 4, and 576(1)-(3) of the Code of Civil Procedure; If a party fails to appear after proper summons, the court must determine if the opposing party expedited the hearing validly; otherwise, the appeal is inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 683 / 2024 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 683/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο και Στυλιανή Μπλέτα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, και εν προκειμένω και από τον Ειδικό Διαχειριστή του συνόλου των στοιχείων του Ενεργητικού και Παθητικού της Ε.Ρ.Τ. Α.Ε. και των θυγατρικών αυτής, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σοφία Διαμαντοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Μ. Β. του Γ., κατοίκου Κ. Καβάλας, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/12/2018 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1290/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8730/2021 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από .../2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τα άρθρα 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1, 2, 4 και 576 παρ. 1 έως 3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως, δεν εμφανισθεί ή δεν μετάσχει σ' αυτήν με το προσήκοντα τρόπο κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και αν μεν την συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο παριστάμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τον απολειπόμενο αντίδικό του ή αν αυτός, ως επισπεύδων, κλήτευσε νόμιμα και εμπρόθεσμα τον παριστάμενο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.
Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζητήσεως της υποθέσεως ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε την συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση [ΑΠ 1368/2022, ΑΠ 764/2017]. Στην προκείμενη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη από το αναιρεσείον υπ' αριθ. .../....2022 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών Κ.
Ζ., προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος κλητεύθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα για να παραστεί στην παρούσα συζήτηση από το επισπεύδον αυτήν αναιρεσείον. Όμως ο αναιρεσίβλητος δεν παρέστη κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο στο ακροατήριο αυτού του Δικαστηρίου, κατά τη νόμιμη εκφώνηση της υποθέσεως στη σειρά της από το πινάκιο, όπως αυτό προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδριάσεως αυτού του Δικαστηρίου, γι' αυτό πρέπει να δικασθεί ερήμην, αλλά να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν και αυτός παρών.
Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 8730/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε την έφεση του αναιρεσίβλητου, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, δέχθηκε την αγωγή και υποχρέωσε το αναιρεσείον να καταβάλλει στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 11.070 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής.
Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αριθ.3 ΚΠολΔ).
Από το άρθρο 84 του ν.δ. 321/1969 ορίζεται ότι "πάσα σύμβασις δια λογαριασμόν του Δημοσίου έχουσα αντικείμενον άνω των 10.000 δραχμών ή δημιουργούσα υποχρεώσεις διαρκείας εφόσον δεν ορίζεται άλλως, υποβάλλεται εις τον τύπο του ιδιωτικού εγγράφου". Η διάταξη όμως αυτή δεν εφαρμόζεται επί της ΕΡΤ ΑΕ η οποία διέπεται από τον ιδρυτικό της ΕΡΤ Α.Ε.
Νόμο 1730/1987. Το ανεφάρμοστο επί της ΕΡΤ ΑΕ της ως άνω διάταξης προκύπτει σαφώς από το άρθρο 14 παρ.5 του Ν. 1730/1987, το οποίο ορίζει για ποια θέματα εφαρμόζονται στην ΕΡΤ ΑΕ οι διατάξεις που ισχύουν για το Δημόσιο και δεν είναι επιτρεπτή η αναλογική εφαρμογή τους σε άλλες περιπτώσεις. Ειδικότερα ορίζεται από την ως άνω διάταξη ότι "οι διατάξεις για την παραγραφή αξιώσεων για τόκους προσωποκράτησης και εκτέλεσης δικαστικών αποφάσεων που ισχύουν υπέρ του δημοσίου εφαρμόζονται και υπέρ της ΕΡΤ ΑΕ και των εταιρειών που ιδρύονται με αποκλειστικά κεφάλαιά της".
Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ.1 και 2 περ. β του Κανονισμού Διενέργειας Προμηθειών ΕΡΤ Α.Ε. (Κ.Υ.Α 4814 .../....1998) σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 3, 7 παρ. 5 περ. δ και 30 αυτού ουδόλως προκύπτει ότι επί συμβάσεων προμήθειας υπηρεσιών με αντισυμβαλλόμενη την ΕΡΤ Α.Ε. απαιτείται ως συστατικός τύπος το έγγραφο, χωρίς το οποίο η σχετική σύμβαση είναι άκυρη.
Αντίθετα από τις διατάξεις των άρθρων 28 παρ.1 εδ. α και β του ίδιου Κανονισμού που ορίζουν ότι, "στον προμηθευτή στον οποίο έγινε κατακύρωση ή ανάθεση προμήθειας, αποστέλλεται σχετική ανακοίνωση" και ότι "με την ανακοίνωση η σύμβαση θεωρείται ως συναφθείσα, το δε έγγραφο της σύμβασης που ακολουθεί έχει αποδεικτικό μόνο χαρακτήρα", συνάγεται ότι το έγγραφο αυτό δεν είναι συστατικό της σύμβασης, πολύ δε περισσότερο όταν δεν έχει τηρηθεί η προβλεπόμενη διαδικασία προμηθειών που προβλέπεται από τον Κανονισμό (ΑΠ 1363/2011, ΑΠ 1457/1998).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ.1 εδ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 171/2019, ΑΠ 130/2016). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 3,7 και 30 του Κανονισμού Διενέργειας Προμηθειών της ΕΡΤ ΑΕ (ΚΥΑ 4814 .../....1998) και του άρθρου 10 Ν 1730/1987, δεχόμενο ότι μεταξύ του αναιρεσίβλητου και της ΕΡΤ ΑΕ καταρτίστηκε και εκτελέσθηκε έγκυρη σύμβαση, δυνάμει παρασχεθείσης στον αναιρεσίβλητο προφορικής εντολής με αποτέλεσμα να δεχθεί την αγωγή ως νόμιμη και βάσιμη κατ' ουσίαν, ενώ αν εφάρμοζε τις ως άνω διατάξεις θα δεχόταν ότι η επίδικη σύμβαση είναι άκυρη επειδή δεν καταρτίστηκε εγγράφως.
Από την παραδεκτή, κατ'άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε τα ακόλουθα: <<Με την με αριθμό ΟΙΚ02/...-2013 ΚΥΑ (ΦΕΚ Β' 1414/...-2013) καταργήθηκε η Ε.Ρ.Τ. Α.Ε. και στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της υπεισήλθε το εναγόμενο.
Ο ενάγων είναι ελεύθερος επαγγελματίας, ιδιοκτήτης και χειριστής χωματουργικών μηχανημάτων με έδρα την Κ.. Επί σειρά ετών ήταν συνεργάτης της Ε.Ρ.Τ. Α.Ε. παρέχοντας τις υπηρεσίες του για τον εκχιονισμό του Κέντρου Εκπομπής (ΚΕ) Π., που καλύπτει την ευρύτερη περιοχή της Κεντρικής Μ., κατά τους χειμερινούς μήνες, μετά δε την κατάργηση της Ε.Ρ.Τ.
Α.Ε. συνέχισε να συνεργάζεται με το νέο νομικό πρόσωπο που τη διαδέχθηκε παρέχοντας τις ίδιες υπηρεσίες. Δυνάμει προφορικής εντολής που του παρασχέθηκε από τα αρμόδια όργανα της Ε.Ρ.Τ. Α.Ε. τον Μάρτιο του έτους 2013, λόγω της μακροχρόνιας συνεργασίας τους και της σχέσης εμπιστοσύνης που είχε δημιουργηθεί μεταξύ τους, ο ενάγων ανέλαβε τον εκχιονισμό του δρόμου προς το Κέντρο Εκπομπής Π.
κατά τη χρονική περίοδο από 19-3-2013 έως 18-4-2013 όποτε παρίστατο ανάγκη, χωρίς όριο στον αριθμό των εκχιονισμών, προκειμένου να παραμένει ανοιχτός ο σταθμός που η Ε.Ρ.Τ. Α.Ε. διατηρεί στην περιοχή. Σε εκτέλεση της παρασχεθείσας εντολής, ο ενάγων πραγματοποίησε δεκαπέντε (15) εκχιονισμούς της συγκεκριμένης περιοχής, τις οποίες η Ε.Ρ.Τ.
Α.Ε. ενέκρινε δια των αρμοδίων οργάνων της και με την υπ' αριθ. πρωτ. Γ/.../...-2013 απόφαση εγκρίθηκε πίστωση συνολικού ύψους 22.140,00 ευρώ που αφορούσε διάφορες δαπάνες, μεταξύ των οποίων και η ένδικη απαίτηση του ενάγοντος. Κατόπιν τούτων ο ενάγων, σε συνεννόηση με τα αρμόδια όργανα της Ε.Ρ.Τ. Α.Ε., εξέδωσε το με αριθ. .../...-2013 τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών, συνολικού ποσού 11.070,00 ευρώ (9.000,00 ευρώ για την παροχή υπηρεσιών πλέον ΦΠΑ 23%).
Ωστόσο, κατά την ημερομηνία έκδοσης του ως άνω τιμολογίου (...-2013) εκδόθηκε η υπ' αριθ. ΟΙΚ02/...-2013 ΚΥΑ (ΦΕΚ Β' 1414/...-2013), με την οποία καταργήθηκε η Ε.Ρ.Τ. Α.Ε. και διακόπηκε η μετάδοση των ραδιοτηλεοπτικών εκπομπών, ενώ το σύνολο του ενεργητικού και παθητικού της, περιλαμβανομένων των πάσης φύσεως δικαιωμάτων, αξιώσεων και υποχρεώσεων αυτής, μεταβιβάστηκαν αυτοδικαίως στο Ελληνικό Δημόσιο, οι δε συμβάσεις εργασίας του απασχολούμενου με συμβάσεις εργασίας ή έργου προσωπικού της λύθηκαν.
Μετά την ως άνω απρόβλεπτη εξέλιξη και παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του ενάγοντος για την εξόφληση του ως άνω τιμολογίου παροχής υπηρεσιών, ουδεμία καταβολή πραγματοποιήθηκε.
Συνεπώς, το εναγόμενο οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 11.070,00 ευρώ, που αντιστοιχεί στις παρασχεθείσες υπηρεσίες του για το χρονικό διάστημα από 19-3-2013 έως 18-4-2013, πλέον των νομίμων τόκων από την επομένη της επίδοσης της αγωγής μέχρι την εξόφληση.>>. Έτσι που έκρινε το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε. Και τούτο διότι, σύμφωνα με αυτές τις διατάξεις που δεν καθορίζουν τον έγγραφο τύπο της επίδικης συμβάσεως ως συστατικό στοιχείο αυτής και τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα, εγκύρως καταρτίστηκε προφορική σύμβαση μεταξύ των αρμοδίων οργάνων της ΕΡΤ ΑΕ και του αναιρεσιβλήτου, με την οποία ο τελευταίος ανέλαβε τον εκχιονισμό του δρόμου προς το Κέντρο Εκπομπής Π. από 19-3-2013 έως 18-4-2013, όποτε παρίστατο ανάγκη, σε εκτέλεση δε αυτής της συμβάσεως ο αναιρεσίβλητος πραγματοποίησε 15 εκχιονισμούς, τους οποίους ενέκριναν τα αρμόδια όργανα της ΕΡΤ ΑΕ και με σχετική απόφαση αυτής εγκρίθηκε πίστωση ποσού 22.140 ευρώ που αφορούσε και την ένδικη απαίτηση του αναιρεσιβλήτου, ποσού 11.070 ευρώ. Επομένως, ο ως άνω αναιρετικός λόγος από τον αριθ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με τον οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Σύμφωνα με το άρθρο 74 παρ. 15 του νόμου 4690/2020: "Για το χρονικό διάστημα της αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων (13.3.2020 - 31.5.2020) δεν τρέχουν τόκοι επιδικίας.", κατά δε το άρθρο 83 παρ. 14 του νόμου 4790/2021, όπως ερμηνεύθηκε αυθεντικά με το άρθρο 25 του Ν. 4792/2021: "Για το χρονικό διάστημα από τις 7.11.2020 έως και την ημερομηνία λήξης επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής λειτουργία των δικαστηρίων της χώρας δεν τρέχουν τόκοι επιδικίας".
Με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο, το οποίο δίκασε ως Εφετείο, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 74 παρ. 15 του νόμου 4690/2020, και 83 παρ. 14 του νόμου 4790/2021, με το να υποχρεώσει το αναιρεσείον να καταβάλει τόκους από την επομένη της επίδοσης της αγωγής έως την εξόφληση παραλείποντας να εξαιρέσει τα χρονικά διαστήματα της προσωρινής αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων της χώρας λόγω της πανδημίας, κατά τα οποία δεν έτρεχαν τόκοι επιδικίας.
Το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο υποχρέωσε το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον να καταβάλει στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο το ποσό των 11.070 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση, χωρίς να εξαιρέσει τα χρονικά διαστήματα από 13.3.2020 έως 31.5.2020 και από 7.11.2020 έως 6.4.2021, παραβιάζοντας ευθέως τις εκτεθείσες διατάξεις των άρθρων 74 παρ. 15 του ν. 4690/2020 και 83 παρ. 14 του ν. 4790/2021.
Επομένως, ο ως άνω δεύτερος αναιρετικός λόγος, από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Με τη διάταξη του άρθρου 580 § 3 εδ. α' & β' ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση.
Στην αντίθετη περίπτωση παραπέμπει την υπόθεση στο τμήμα που ορίζεται από τον κανονισμό και, αν πρόκειται για τους λόγους που αναφέρονται στους αριθμούς 1, 2, 3, 6 έως 17, 19 και 20 του άρθρου 559 μπορεί να παραπέμψει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές.
Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη και με τη διάταξη της §4 του ίδιου άρθρου, η οποία ορίζει ότι οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν, συνάγεται, ότι οσάκις μετά την αναίρεση της απόφασης δεν υπάρχει δικονομικά έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υπόθεσης από το δικαστήριο της ουσίας, υπολείπεται δε μόνο η διατύπωση του διατακτικού της απόφασης με βάση το περιεχόμενο της αναιρετικής απόφασης και την έκταση της αναίρεσης αυτής, η παραπομπή σε ισόβαθμο δικαστήριο ουσίας δεν αποτελεί υποχρεωτικό στάδιο δίκης, αλλά μπορεί η τελειωτική απόφαση για την υπόθεση να εκδοθεί και από τον Άρειο Πάγο (ΟλομΑΠ 42/2005, ΑΠ 353/2021, ΑΠ 836/2019).
Στην εξεταζόμενη περίπτωση, το αναιρεσείον υποχρεούται να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο το ποσόν των 11.070,0 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής έως την εξόφληση, με εξαίρεση τα χρονικά διαστήματα από 13.3.2020 έως 31.5.2020 και από 7.11.2020 έως 6.4.2021. Επομένως, αφού δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση αλλά υπολείπεται μόνον η διατύπωση του διατακτικού της αποφάσεως, βάσει της εκτάσεως της αναιρέσεως, πρέπει μετά την εν μέρει αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως και ειδικότερα κατά το μέρος που καθόρισε για την καταβολή του επιδικασθέντος στον αναιρεσίβλητο ποσού των 11.070 ευρώ, νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής έως την εξόφληση, να κρατηθεί η υπόθεση από τον Άρειο Πάγο και να εκδικασθεί από το Δικαστήριο τούτο, να γίνει δεκτή εν μέρει η έφεση του αναιρεσιβλήτου, να εξαφανιστεί η υπ' αριθμ. 1290/2020 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, να γίνει δεκτή η από 12-12-2018 αγωγή και να υποχρεωθεί το αναιρεσείον να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο το ποσόν των 11.070 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής έως την εξόφληση, εξαιρουμένων των χρονικών διαστημάτων από 13.3.2020 έως 31.5.2020 και από 7.11.2020 έως 6.4.2021.
Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας και της αναιρετικής δίκης πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολό τους μεταξύ των διαδίκων, λόγω της ιδιαίτερης δυσχέρειας των νομικών κανόνων που εφαρμόστηκαν (άρθρα 179 εδ.2, 183 ΚΠολΔ). Τέλος, δεν γίνεται λόγος περί του κατ'άρθρο 495 αριθ.3 ΚΠολΔ παραβόλου, διότι το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο απαλλάσσεται από την καταβολή του (άρθρα 19 παρ.1 ΝΔ της 26-6/10-7-1944 και 36 ΠΔ 28/1931).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθ. 8730/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που δίκασε ως Εφετείο, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.
Κρατεί και δικάζει την υπόθεση.
Δέχεται εν μέρει την από 15.12.2020 έφεση του αναιρεσιβλήτου. Εξαφανίζει την υπ' αριθ. 1290/2020 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών.
Δέχεται την από 12-12-2018 αγωγή.
Υποχρεώνει το αναιρεσείον να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο το ποσό των έντεκα χιλιάδων εβδομήντα (11.070,00) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής έως την εξόφληση, εξαιρουμένων των χρονικών διαστημάτων από 13.3.2020 έως 31.5.2020 και από 7.11.2020 έως 6.4.2021.
Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων, αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας και της αναιρετικής δίκης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Φεβρουαρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Μαΐου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ