Supreme Court allows appeal against lower court's liability ruling due to contradictory factual findings and insufficient reasoning.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the First Instance Court's liability ruling, remanding the case for retrial. The appellant argued that the lower court's reasoning was contradictory and failed to properly establish the causal link between the defendant's actions and the plaintiff's injuries. The court found these arguments valid because the lower court admitted contradictory facts regarding the plaintiff's movements and injuries without sufficient justification, thereby violating procedural requirements for a reasoned decision.
Legislator headnote
AI generatedArticles 914, 297, 298 of the Civil Code; Article 559(19) of the Code of Civil Procedure: An appeal is admissible when the decision lacks a legal basis, particularly when the reasoning contains contradictions or fails to establish the necessary causal link between the defendant's conduct and the damage suffered.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 675 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 675/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ε. Τ. του Β., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Π. Κ. με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Πετρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-5-2016 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 352/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4008/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29-7-2020 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρα 577 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των προβαλλόμενων λόγων της (άρθρα 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.).
Κατά το άρθρο 914 Α.Κ., όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, σύμφωνα με όσα ορίζονται στα άρθρα 297 και 298 Α.Κ. Από τη διάταξη του ως άνω άρθρου 914 Α.Κ. προκύπτει, ειδικότερα, ότι για να υπάρχει αδικοπραξία και συνεπώς υποχρέωση αποζημιώσεως του παθόντος, απαιτείται να συντρέχουν, αθροιστικά, παράνομη συμπεριφορά του δράστη, συνιστάμενη σε πράξη ή παράλειψή του, που, με την εξαίρεση των περιπτώσεων αντικειμενικής ευθύνης, πρέπει να είναι υπαίτια, δηλαδή να οφείλεται σε δόλο ή αμέλειά του, καθώς και αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της ζημιογόνου συμπεριφοράς και της ζημίας που επήλθε, περιουσιακής ή μη.
Η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου, μεταξύ ορισμένης πράξεως ή παραλείψεως και ορισμένου επιζήμιου αποτελέσματος, που κρίνεται κατά τις διατάξεις των άρθρων 297 και 298 Α.Κ., εξαρτάται από το αν η πράξη ή παράλειψη, αφενός μεν αποτέλεσε έναν από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος, που, αν αυτός έλειπε, δεν θα επερχόταν, αφετέρου δε αν, μόνη της και αντικειμενικά λαμβανόμενη, ήταν ικανή, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και με τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει το αποτέλεσμα αυτό (ΑΠ 874/2020, 560/2014).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α' του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σ' αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις, αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Συνακόλουθα, η εκ πλαγίου παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσίαν, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απορρίψεως της αγωγής, της ενστάσεως ή της αντενστάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τους πρώτο (κατά το πρώτο σκέλος του), τρίτο (κατά το δεύτερο, κατά τη νοηματική του εκτίμηση, σκέλος αυτού) και πέμπτο (υπό τον αριθμό 4 και τον τίτλο "αντίφαση τελικής κρίσεως με το όλο προηγούμενο κείμενο της απόφασης" λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα επικαλείται την, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ., πλημμέλεια των ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, παρότι από το σύνολο της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν καθίσταται σαφές ποιες είναι οι παραδοχές της, σε σχέση με τον επικαλούμενο τραυματισμό της ενάγουσας, ήδη αναιρεσείουσας, κατά το ένδικο ατύχημα και τις φερόμενες ως προκληθείσες σ' αυτή σωματικές βλάβες, την ύπαρξη των οποίων αμφισβητεί, εν τέλει επιδικάζει υπέρ αυτής χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, λαμβάνοντας υπόψη, μεταξύ άλλων, και σωματικές κακώσεις που προκλήθηκαν σ' αυτήν κατά το ατύχημα, τις οποίες όμως δεν είχε προηγουμένως προσδιορίσει.
Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί των πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα, κρίσιμα για την έρευνα των ανωτέρω λόγων αναιρέσεως, πραγματικά περιστατικά: "...........Την επομένη ημέρα, στις 20-9-2014, περί ώρα 12.00, η εφεσίβλητη μετέβη, μάλλον μόνη της καθόσον δεν προέκυψε διαφορετικά, στο Νοσοκομείο ΚΑΤ Αττικής.
Εκεί διαπιστώθηκε κάκωση αυχενικής μοίρας σπονδυλικής στήλης, προερχόμενη από έμμεση πλήξη δίκην μαστιγίου, κάκωση αριστερού ώμου, κάκωση αριστερού θώρακος - κοιλιακής χώρας, κάκωση δεξιού ποδός και κάκωση αριστερής άκρας χειρός [............]. Σημειωτέον δε ότι από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν προέκυψε η σωματική κατάσταση της εφεσίβλητης αμέσως μετά το ατύχημα (19-9-2014), έως και τον χρόνο μετάβασής της στο ΚΑΤ (20-9-2014) και ειδικότερα αν αυτή παρέμεινε σταθερή ή επιβαρύνθηκε κατά τις ώρες που μεσολάβησαν.
Ομοίως δεν προέκυψε ο λόγος που την ώθησε να μεταβεί την επομένη του ατυχήματος στο ΚΑΤ, ήτοι (το παρόν Δικαστήριο διερωτάται) αν όψιμα της εμφανίστηκαν άλγη ή άλλου είδους έντονες ή μη ενοχλήσεις, ήτοι στοιχεία ικανά να πιθανολογήσουν πρόκληση σωματικής κάκωσης άμεσα απότοκης του ένδικου ατυχήματος ή αν αυτή μετέβη εκεί για κυριαρχικά άλλη αιτία και παρεμπιπτόντως διαπιστώθηκαν και τα αμέσως παραπάνω...[...........].
Από την υπ' αριθμό ... ιατρική βεβαίωση του Νοσοκομείου "Η ΠΑΜΜΑΚΑΡΙΣΤΟΣ" προκύπτει ότι η εφεσίβλητη προσήλθε εκεί στις 2-10-2014 παραπονούμενη για ζάλη, ιλίγγους και κεφαλαλγίες, όπου (μάλλον εξετασθείσα) διαπιστώθηκε εγκεφαλική διάσειση και κακώσεις αυχένα. Δεν προέκυψε όμως ο λόγος που η εφεσίβλητη μετέβη σε διαφορετικό του ΚΑΤ θεραπευτήριο, όπως επίσης αν στη συνέχεια γνωστοποίησε στο ΚΑΤ την αμέσως ως άνω διαγνωσθείσα διάσειση και κακώσεις αυχένα που εδώ το πρώτον διαγνώστηκαν [.........].
Προαναφέρθηκε άλλωστε ότι, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, διαφορετικοί (πλην όμως μη αποδειχθέντες), ήτοι πέραν του επιδίκου ατυχήματος και από την εφεσίβλητη επικαλούμενων, ήταν οι πραγματικοί λόγοι που την ώθησαν να επισκεφθεί τα ως άνω θεραπευτικά ιδρύματα [.........]. Στις 5-11-2014 διαγνώστηκε από το ΚΑΤ (στην εφεσίβλητη) διάστρεμμα της άρθρωσης αριστερού ώμου και της συνεστήθη φυσικοθεραπεία με κινησιοθεραπεία, υπέρηχο και διαδυναμικά (βλ.
παραπεμπτικό). Σαφώς λοιπόν το αμέσως ως άνω διάστρεμμα δεν συνδέεται με το επίδικο ατύχημα, αλλά επισυνέβη μεταγενέστερα όταν και διαγνώστηκε, διαφορετικά εκτιμάται ότι θα είχε διαγνωστεί ήδη από τις 20-9-2014 [...........]. Ομοίως στις 14-1-2015 από το ΚΑΤ της συστήθηκε φυσικοθεραπεία λόγω διάγνωσης εξαρθρήματος της άρθρωσης του αριστερού ώμου.
Η εξάρθρωση αυτή ομοίως δεν συνδέεται με το επίδικο ατύχημα καθόσον ήδη και αυτή θα είχε διαγνωσθεί από τις 20-9-2014 [..........] Τέλος, ενόψει των συνθηκών που έλαβε χώρα η επίδικη σύγκρουση, της αποκλειστικής υπαιτιότητας της οδηγού του ζημιογόνου οχήματος, της καταστροφής του οχήματος της εφεσίβλητης, σε συνδυασμό με τις κακώσεις που προκλήθηκαν στο σώμα της, αλλά και της μεταβάσεως της στο ΚΑΤ στις 20-9-2014 με την υποψία έστω προκληθείσης αφανούς σωματικής βλάβης, κρίνεται ότι αυτή δοκίμασε θλίψη και στεναχώρια για την αποκατάσταση των οποίων πρέπει να της επιδικαστεί ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 1.200 ευρώ......".
Κρίνοντας, όμως, έτσι, το ως άνω Δικαστήριο, διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ του ένδικου τροχαίου ατυχήματος και του επελθόντος αποτελέσματος της σωματικής βλάβης της αναιρεσείουσας, καθώς και ως προς το είδος και την έκταση της σωματικής της βλάβης και των συνεπειών αυτής, επί των οποίων η αναιρεσείουσα θεμελιώνει το αγωγικό αίτημά της για αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, με επακόλουθο να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των προαναφερομένων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, τις οποίες παραβίασε εκ πλαγίου, στερώντας την απόφασή του νομίμου βάσεως.
Ειδικότερα, ενώ δέχεται με την προσβαλλομένη απόφαση ότι την επομένη του ατυχήματος (ήτοι στις 20-9-2014), η ενάγουσα μετέβη στο Νοσοκομείο ΚΑΤ Αττικής, όπου διαπιστώθηκε, μεταξύ άλλων, "κάκωση αυχενικής μοίρας σπονδυλικής στήλης, προερχόμενη από έμμεση πλήξη δίκην μαστιγίου και κάκωση αριστερού ώμου", ακολούθως εκφράζει έντονη αμφιβολία ως προς το εάν οι διαγνωσθείσες αυτές σωματικές βλάβες οφείλονται στον τραυματισμό της κατά το ένδικο ατύχημα ή προϋπήρχαν αυτού.
Στη συνέχεια, παρά την ως άνω παραδοχή της, ως προς τις διαγνωσθείσες στο ΚΑΤ, στις 20-9-2014, σωματικές κακώσεις, με ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες δέχεται α) ότι η βλάβη στον αυχένα της ενάγουσας δεν είχε διαπιστωθεί στο νοσοκομείο ΚΑΤ, στις 20-9-2014, αλλά για πρώτη φορά στις 2-10-2014, κατά την επίσκεψή της στο νοσοκομείο "ΠΑΜΜΑΚΑΡΙΣΤΟΣ" και β) ότι το "διάστρεμμα της άρθρωσης αριστερού ώμου" και το "εξάρθρημα της άρθρωσης αριστερού ώμου", που διαπιστώθηκαν στο νοσοκομείο ΚΑΤ, στις 5-11-2014 και 14-1-2015 αντιστοίχως, δεν συνδέονται αιτιωδώς με το ένδικο ατύχημα, αλλά επισυνέβησαν μεταγενέστερα, αφού "δεν είχαν διαγνωσθεί ήδη από τις 20-9-2014", χωρίς να διευκρινίζει γιατί οι ως άνω βλάβες δεν έχουν σχέση με τις αρχικώς διαγνωσθείσες, της κάκωσης αυχενικής μοίρας σπονδυλικής στήλης και της κάκωσης αριστερού ώμου.
Με τις ανωτέρω όμως παραδοχές του το Εφετείο διέλαβε ασαφή και δη ενδοιαστική αιτιολογία, ως προς το αν η κάκωση αυχενικής μοίρας σπονδυλικής στήλης και η κάκωση αριστερού ώμου, που διαπιστώθηκαν την επόμενη του ατυχήματος στο Νοσοκομείο ΚΑΤ Αττικής, ανάγονται στον τραυματισμό της κατά το ατύχημα αυτό, ή οφείλονται σε πρόβλημα υγείας της που προϋπήρχε του ατυχήματος ή εμφανίστηκε μεταγενέστερα, από αιτία άσχετη προς αυτό.
Με τις αναφορές αυτές, που ενέχουν πιθανή και υποθετική κρίση για ενδεχόμενο προϋπάρχον πρόβλημα, ή και για πρόβλημα που ανέκυψε μετά το ατύχημα και δεν συνδέεται με αυτό, δεν είναι σαφές και αναμφίβολο το αποδεικτικό του πόρισμα ως προς το ζήτημα τούτο, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και επιδρά στη διαμόρφωση του διατακτικού της αποφάσεώς του.
Επίσης, το Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, επιδικάζει υπέρ της ενάγουσας χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, για τον καθορισμό της οποίας αναφέρει ότι λαμβάνει υπόψη, μεταξύ άλλων "και τις σωματικές κακώσεις που προκλήθηκαν σ' αυτήν κατά το ατύχημα", τις οποίες όμως ουδόλως μνημονεύει και προσδιορίζει, όπως είναι αναγκαίο για την επάρκεια της αιτιολογίας, ενώ εν συνεχεία αναφέρει ότι η ενάγουσα δικαιούται χρηματικής ικανοποίησης εξ αιτίας της θλίψης και της στεναχώριας που δοκίμασε λόγω της μεταβάσεώς της στο ΚΑΤ "με την υποψία έστω προκληθείσης αφανούς σωματικής βλάβης", παραδοχές οι οποίες αντιφάσκουν μεταξύ τους, αποδυναμώνοντας έτσι το ανωτέρω αποδεικτικό του πόρισμα.
Επομένως, οι προαναφερθέντες λόγοι αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί, ενώ παρέλκει η έρευνα 1) του πρώτου λόγου αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. (παραβίαση των διδαγμάτων κοινής πείρας), 2) του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, από τον αριθμό 8 του 559 Κ.Πολ.Δ. (παρά τον νόμο λήψη υπόψη πραγμάτων που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης), 3) του τρίτου λόγου αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. (παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφων) και 4) του τετάρτου λόγου αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. (ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την παραδοχή της προσβαλλόμενης ότι οι πολλαπλές μετακινήσεις της ενάγουσας με ταξί δημιουργούν υπόνοια περί υπαίτιας επιβάρυνσης της σκελετικής της δομής), οι οποίοι (αναιρετικοί λόγοι) αναφέρονται στην ίδια αιτιολογία της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως (ήτοι των παραδοχών αυτής σε σχέση με τον επικαλούμενο τραυματισμό της ενάγουσας κατά το ένδικο ατύχημα και τις φερόμενες ως προκληθείσες σ' αυτή σωματικές βλάβες) και καλύπτονται πλήρως από την αναιρετική εμβέλεια των γενομένων δεκτών ως άνω λόγων.
Συνακόλουθα, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, διότι είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στην καταθέσασα τούτο αναιρεσείουσα, ενόψει της νίκης της (άρθρο 495 παρ. 3 εδ.
ε' Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1.1.2016) και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη, ως ηττώμενη διάδικος, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 4008/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο πιο πάνω δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την εν λόγω απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην καταθέσασα τούτο αναιρεσείουσα. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Μαρτίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Απριλίου 2022.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ