Legislator Case Law & Legislation
874/2020 AI generated

Supreme Court allows appeal against insurance company for lack of causal link between accident and death.

Case Number 874/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against a final insurance liability judgment. The family argued that the insurance company failed to prove the causal link between the traffic accident and the subsequent death of a close relative. The court found the lower court's reasoning insufficient regarding this specific causal connection, despite acknowledging the victim's pre-existing stress conditions. Consequently, the case was remitted to the original court for further examination of the liability issue.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(19) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must remit a case to the lower court when the appellate court finds that the lower court's decision lacks a legal basis regarding the causal link between the tortious act and the resulting damage.

Keywords

AI generated
causal link insurance liability traffic accident death compensation appeal remittal legal basis psychological distress

Cited Legislation

AI generated
Article 577(1) and (3) of the Code of Civil Procedure
Article 561(2) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3)(e) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 681A of the Code of Civil and Commercial Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 874 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 874/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Φεβρουαρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Μ. του Κ., 2) Π. Γ. του Β., 3) Σ. Γ. του Β., 4) Ό. Γ. του Β., 5) Κ. Μ. του Δ., κατοίκων ... και 6) Ό. Μ. του Σ., κατοίκου ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Ντοκατζή.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "..." και ήδη "... ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" (πρώην "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ"), που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Δόξα, που δήλωσε στο ακροατήριο, καθώς και στις κατατεθείσες από 21-2-2020 προτάσεις του, την ως άνω μεταβολή της αναιρεσίβλητης εταιρείας.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-9-2014 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3219/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1154/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 30-5-2018 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Τζανακάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 30-5-2018 (αρ. κατ. 843/2018) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 1154/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρο 681Α ΚΠολΔ) έχει ασκηθεί νόμιμα και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).

Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ), αναφορικά με το διαδικαστικό ιστορικό της υπόθεσης, προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες, οικογένεια του Β. Γ., συζύγου, όσο ζούσε της 1ης αναιρεσείουσας, πατέρα της 2ης έως 4ης και γαμβρού των 5ου και 6ης των αναιρεσειόντων (γονέων της 1ης αναιρεσείουσας) άσκησαν σε βάρος της αρχικής αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας, με την επωνυμία ..., στη θέση της οποίας έχει υπεισέλθει ως καθολική διάδοχος αυτής η ήδη παρισταμένη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, με την επωνυμία ...

ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΕ, την από 19-9-2014 (αρ. κατ. 5058/2014) αγωγή, στην οποία ισχυρίστηκαν ότι, στις 25-12-2010, στην επαρχιακή οδό ... συγκρούστηκε το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο ανωτέρω στενός συγγενής τους, συνιδιοκτησίας αυτού και της 1ης αναιρεσείουσας, με το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο Κ.

Γ. (μη διάδικος σήμερα), την αστική ευθύνη του οποίου έναντι των τρίτων ζημιούμενων κάλυπτε η αρχική αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, στη θέση της οποίας υπεισήλθε η παρισταμένη ασφαλιστική εταιρεία, ότι η σύγκρουση προκλήθηκε από αποκλειστική υπαιτιότητα του ασφαλισμένου ως άνω οδηγού, ο οποίος παραβίασε πινακίδα υποχρεωτικής διακοπής της πορείας STOP, με συνέπεια να προκληθούν υλικές ζημίες στο όχημα, που οδηγούσε ο στενός συγγενής των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων (το κεφάλαιο της υπαιτιότητας δεν πλήττεται στην παρούσα δίκη), ότι ο τελευταίος, επειδή αισθάνθηκε πόνους στη θωρακική χώρα και αίσθημα δυσφορίας μεταφέρθηκε στο Νοσοκομείο Καρδίτσας και του χορηγήθηκε ισχυρό παυσίπονο, ότι οι πόνοι συνεχίστηκαν έως την 5-1-2011, οπότε αυτός απεβίωσε από μετεμφραγματική ρήξη του μυοκαρδίου, που προκλήθηκε από έντονη αγχώδη κατάσταση (σοκ) - STRESS, το οποίο υπέστη κατά το τροχαίο ατύχημα.

Με το ιστορικό αυτό οι ενάγοντες συγγενείς ζητούσαν να υποχρεωθεί η εναγομένη υπόχρεη ασφαλιστική εταιρεία να καταβάλει στην 1η ενάγουσα και ήδη 1η αναιρεσείουσα, αποζημίωση για την ολική καταστροφή του οχήματος, καθώς και για τα έξοδα κηδείας και σε όλους τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, κατά τα αναφερόμενα αναλυτικά στο αγωγικό δικόγραφο ποσά.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμόν 3219/2015 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία έκρινε ότι το τροχαίο ατύχημα συνδέεται αιτιωδώς με τον επισυμβάντα θάνατο του στενού συγγενούς των αναιρεσειόντων, διότι, κατά τις παραδοχές του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου η αγχώδης κατάσταση - STRESS, που υπέστη το θύμα προκάλεσε λίγες ημέρες μετά το έμφραγμα, εξαιτίας του οποίου αυτός απεβίωσε.

Κατόπιν τούτου, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη, ενώ απέρριψε κατ' ουσίαν την ένσταση συντρέχοντος πταίσματος του θύματος, την οποία είχε προβάλει η εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, σύμφωνα με την οποία αυτή ισχυριζόταν ότι το θύμα, αν και ανήκε σε άτομα υψηλού κινδύνου με προδιάθεση, είχε παραλείψει να ζητήσει ιατρική συνδρομή επί ένδεκα ημέρες και έτσι συνετέλεσε εξ οικείου πταίσματος στο θάνατό του.

Πιο συγκεκριμένα, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, για να απορρίψει την ως άνω ένσταση δέχτηκε, ότι το θύμα είχε επισκεφθεί δύο φορές το Νοσοκομείο Καρδίτσας μετά τη σύγκρουση και είχε τηρήσει την φαρμακευτική αγωγή, που του είχε χορηγηθεί από το Νοσοκομείο Καρδίτσας. Κατά της απόφασης αυτής η εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία άσκησε την από 8-3-2016 (αρ.

κατ. 661/2016) έφεση, με τους λόγους της οποίας επανέφερε τους πρωτόδικους ισχυρισμούς της.

Εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση (εκτός από το κεφάλαιο αποζημίωσης για την ολική καταστροφή του αυτοκινήτου) και, αφού δίκασε την αγωγή, απέρριψε αυτήν ως ουσιαστικά αβάσιμη ως προς τα υπόλοιπα κονδύλια (χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης και αποζημίωσης για τα έξοδα κηδείας) κρίνοντας ότι ο θάνατος δεν συνδέεται αιτιωδώς με τη σύγκρουση, αλλά προκλήθηκε από τη προδιάθεση του θύματος.

Κατά το άρθρο 914 Α.Κ. όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, σύμφωνα με όσα ορίζονται στα άρθρα 297 και 298 Α.Κ. Από τη διάταξη του άρθρου 914 Α.Κ. προκύπτει, ειδικότερα, ότι για να υπάρχει αδικοπραξία και συνεπώς υποχρέωση αποζημίωσης του παθόντα απαιτείται να συντρέχουν αθροιστικά παράνομη συμπεριφορά του δράστη, συνιστάμενη σε πράξη ή παράλειψή του, που, με την εξαίρεση των περιπτώσεων αντικειμενικής ευθύνης, πρέπει να είναι υπαίτια, δηλαδή να οφείλεται σε δόλο ή αμέλειά του και αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της ζημιογόνου συμπεριφοράς, πράξης ή παράλειψης, και της ζημίας που επήλθε, περιουσιακής ή μη.

Η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ ορισμένης πράξης ή παράλειψης και ορισμένου επιζήμιου αποτελέσματος, που κρίνεται κατά τις διατάξεις των άρθρων 297 και 298 Α.Κ., εξαρτάται από το αν η πράξη ή παράλειψη, αφενός μεν αποτέλεσε έναν από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος, που, αν αυτός έλειπε, αυτό δεν θα επερχόταν, αφετέρου δε μόνη της και αντικειμενικά λαμβανόμενη, αν ήταν ικανή, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και με τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει το αποτέλεσμα αυτό.

Το ζήτημα αν η πράξη ή παράλειψη ήταν ικανή, αντικειμενικά εξεταζόμενη, να επιφέρει τη ζημία ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο και μάλιστα από την άποψη της παραβιάσεως ή μη των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, που διαπιστώθηκαν στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Αντίθετα, το ζήτημα αν η πράξη ή παράλειψη υπήρξε στη συγκεκριμένη περίπτωση ένας από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος αποτελεί κρίση περί τα πράγματα και. συνεπώς, διαφεύγει τον αναιρετικό έλεγχο περί όλων των ανωτέρω (ΑΠ 526/2011). Εξάλλου, η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου δεν αποκλείεται από το γεγονός ότι στο αποτέλεσμα συνετέλεσαν και ιδιαίτερες περιστάσεις του βλαβέντος ή ειδική προδιάθεση του ίδιου του παθόντος ή όταν μετά την επέλευση του επιβλαβούς αποτελέσματος επέρχεται άλλο γεγονός, το οποίο επιτείνει το αποτέλεσμα, που έχει επέλθει, στην επίταση όμως αυτή συντείνει η κατάσταση στην οποία βρίσκεται ήδη το βλαπτόμενο πρόσωπο εξαιτίας του προηγούμενου γεγονότος (ΑΠ 128/2017).

Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 932 του ΑΚ "σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το Δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.

Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης...". Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών.

Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του Δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης (ΑΠ 806/2019, ΑΠ 600/2018).

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 περ. β` ΚΠολΔ προκύπτει ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, δηλαδή των γενικών και αφηρημένων αρχών για την εξέλιξη των πραγμάτων, που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με τη βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχολήσεως, δημιουργεί λόγο αναιρέσεως μόνον όταν αυτά αφορούν στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή σε αυτούς των πραγματικών γεγονότων και όχι στη διαπίστωση των γεγονότων αυτών.

Ειδικότερα, αυτό συμβαίνει όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας για να ανεύρει με βάση αυτά την έννοια κανόνος δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες ή για να υπαγάγει ή όχι τα πραγματικά γεγονότα της διαφοράς στον κανόνα αυτό (ΑΠ 425/2019, ΑΠ 273/2018, ΑΠ 969/2011).

Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1046/2017, ΑΠ 174/2015, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 1351/2011).

Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 301/2018, ΑΠ 53/2018, ΑΠ 198/2015).

Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 19 του ως άνω άρθρου για ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρ. 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο της ουσίας ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, καθόσον ο κανόνας αυτός προσδιορίζει το ζήτημα που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες και σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια και αντιφατικότητα αυτών και όλες οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλ.

τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ότι προέκυψαν από τις αποδείξεις ως θεμελιωτικά της κρίσης του για το βάσιμο ή αβάσιμο της αγωγής ή άλλης αυτοτελούς αίτησης ή ανταίτησης. Διαφορετικά ο σχετικός αναιρετικός λόγος είναι αόριστος και απορριπτέος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωσή του με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα ή την προσβαλλομένη απόφαση (Ολ.ΑΠ 20/2005, ΑΠ 200/2018, ΑΠ 1572/2018, ΑΠ 1650/2018, ΑΠ 1046/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον 1ο λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες - οικογένεια του θύματος Β. Γ., αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 1 περ. β' ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι ελλείπει ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πρόκλησης του τροχαίου ατυχήματος, στις 25-12-2010, από υπαιτιότητα του ασφαλισμένου οδηγού της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας και του θανάτου, στις 5-1-2011, του στενού συγγενούς τους από μετεμφραγματική ρήξη του μυοκαρδίου, συνεπεία οξέως εμφράγματος, που συνέβη μερικές ημέρες πριν από το θάνατο και μετά το ατύχημα, παραβίασε ευθέως τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία των ουσιαστικών κανόνων δικαίου των άρθρων 914, 930 και 932 ΑΚ, σύμφωνα με τα οποία η αγχώδης κατάσταση - STRESS, στην οποία περιήλθε ο οικείος τους εξαιτίας του τροχαίου ατυχήματος και δημιουργήθηκε σε έδαφος προδιάθεσης αυτού, υπήρξε το εκλυτικό αίτιο του οξέος εμφράγματος του μυοκαρδίου, που μετ' ολίγες ημέρες προκάλεσε τη ρήξη του τοιχώματος της κοιλίας της καρδιάς του και επέφερε το θάνατό του εντός έντεκα ημερών από το ατύχημα και συνακόλουθα, ότι η ανωτέρω αγχώδης κατάσταση συνδέεται ως σχέση αιτίου - αιτιατού με την υπαίτια συμπεριφορά του ασφαλισμένου από την αναιρεσίβλητη οδηγού.

Επίσης, με τον συναφή 2ο λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ για την εκ πλαγίου παραβίαση των ουσιαστικών κανόνων δικαίου των άρθρων 914 και 330 του ΑΚ, με ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την ύπαρξη ή όχι αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της υπαίτιας πρόκλησης του τροχαίου ατυχήματος από τον ασφαλισμένο οδηγό της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας και του θανάτου του οικείου τους, έντεκα μόλις ημέρες μετά το ατύχημα από μετεμφραγματική ρήξη του μυοκαρδίου, ζήτημα κρίσιμο για την έκβαση της δίκης και έτσι, το Εφετείο στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, διότι δεν είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, εάν τα περιστατικά που δέχθηκε, ότι αποδείχθηκαν πληρούσαν ή όχι το πραγματικό των ανωτέρω ουσιαστικών διατάξεων, τις οποίες το Εφετείο εσφαλμένα δεν εφάρμοσε, αν και, κατά την άποψη των αναιρεσειόντων, τα αποδειχθέντα περιστατικά αρκούσαν για να εφαρμοστούν οι ανωτέρω ουσιαστικές διατάξεις.

Από την προσβαλλόμενη απόφαση, που επισκοπείται επιτρεπτά για τις ανάγκες των ερευνώμενων 1ου και 2ου αναιρετικών λόγων, προκύπτει ότι το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά, περί των πραγμάτων κρίση του, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα δίκη μέρος, τα ακόλουθα, κατ' ακριβή λεκτική αντιγραφή της απόφασής του: "Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο Β.

Γ., αμέσως μετά το ένδικο τροχαίο ατύχημα, μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Καρδίτσας, λόγω πόνων στη θωρακική χώρα καθώς και της δυσφορίας που αισθανόταν. Από τις εξετάσεις που διενεργήθηκαν, ήτοι ακτινογραφία θώρακα, ακτινογραφία αυχενικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης, γενική αίματος, καθώς και για σάκχαρο, ουρία, κρεατινίνη, κάλιο και νάτριο, διαπιστώθηκε ότι ο θώρακας ήταν ανώδυνος, οι σφυγμοί του ανέρχονταν σε 122 ανά λεπτό, η τιμή του σακχάρου σε 416 mg/dl και των λευκών αιμοσφαιρίων σε 9,6 κατά την πρώτη μέτρηση, 17,4 κατά τη δεύτερη μέτρηση και 15,1 κατά την τρίτη μέτρηση.

Επίσης, από το ηλεκτροκαρδιογράφημα που διενεργήθηκε, διαπιστώθηκε ήπιο άλγος στο πρόσθιο θωρακικό τοίχωμα, χωρίς ωστόσο να διαπιστωθεί κάτι το οξύ καρδιολογικώς. Μετά τη διενέργεια των παραπάνω εξετάσεων αποχώρησε από το πιο πάνω Νοσοκομείο και του χορηγήθηκε φαρμακευτική συνταγή για το φάρμακο Lonarid-N με οδηγίες για λήψη τριών δισκίων, ημερησίως, εφόσον επέμενε ο πιο πάνω πόνος.

Παρά τη λήψη του χορηγηθέντος φαρμάκου ο θωρακικός πόνος του Β. Γ. δεν υποχωρούσε και τελικά την 5-11-2011, ήτοι έντεκα (11) ημέρες μετά το ένδικο τροχαίο ατύχημα, διακομίσθηκε με ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ στο Γενικό Νοσοκομείο Καρδίτσας άσφυγμος, απνοϊκός, ενώ οι κόρες του βρίσκονταν σε μυδρίαση με αρχόμενες αποστάσεις, όπου και διαπιστώθηκε ο θάνατός του την 16:20 της ίδιας ημέρας (5-1-2011).

Σύμφωνα με το υπ' αριθ. πρωτ. …2011 πιστοποιητικό θανάτου και την υπ' αριθ. πρωτ. …2011 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας - νεκροτομής από τον ιατροδικαστή Χ. Κ. ο θάνατός του επήλθε από μετεμφραγματική ρήξη του μυοκαρδίου. Επιπλέον, στο πλαίσιο της διενεργηθείσας προανακριτικής εξέτασης για τη διαπίστωση τυχόν ευθυνών για το θάνατο του Β.

Γ. των ιατρών του πιο πάνω Νοσοκομείου, μετά την από 18-1-2011 αναφορά της πρώτης των εναγόντων ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Καρδίτσας, μετά από εντολή της Πταισματοδίκη Λάρισας διορίστηκαν ως πραγματογνώμονες οι καρδιολόγοι ιατροί Δ. Ο. και Ζ. - Α. Α., επιμελητές στις Καρδιολογικές Κλινικές του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου Λάρισας, προκειμένου να γνωμοδοτήσουν, μεταξύ άλλων, και σχετικά με την αιτία θανάτου του Β.

Γ.. Σύμφωνα με την από 13-5-2013 σαφή και ορισμένη έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πρώτου πιο πάνω ιατρού, ο Β. Γ., 46 ετών, έπασχε από αρρύθμιστο σακχαρώδη διαβήτη (αναφερόμενη τιμή σακχάρου στο τμήμα επειγόντων περιστατικών 416 mg/dl, τιμή που δεν δικαιολογείται μεταγευματικά μετά πάροδο δύο ωρών) και κατατάσσεται στους ασθενείς υψηλού κινδύνου.

Με βάση τις επιστημονικές μεθόδους Euroscore και Framingham ο ανωτέρω είχε 3% και 16% αντίστοιχα πιθανότητα εμφάvισης σoβαpoύ καρδιαγγειακού επεισοδίου στην επόμενη δεκαετία. Επίσης, ο παραπάνω είχε σκληρούς παράγοντες κινδύνου για στεφανιαία νόσο, κάπνισμα και σακχαρώδη διαβήτη, ενώ παρουσίαζε εκτεταμένη αθηροσκλήρυνση των στεφανιαίων αρτηριών και αποφρακτικές βλάβες άνω του 75%.

Ο θάνατός του οφείλεται σε μετεμφραγματική ρήξη του προσθίου τοιχώματος της αριστερής κοιλίας. Κατά την ιατροδικαστική έκθεση η επισκόπηση της καρδιάς του θανόντος κατέδειξε "ωχρά περιοχή με στοιχεία αιμορραγικής διηθήσεως περιφερικώς", εύρημα που συνηγορεί υπέρ εμφράγματος τεσσάρων έως επτά ημερών (προ του θανάτου).

Επίσης, σύμφωνα με την από 29-4-2013 σαφή και ορισμένη έκθεση πραγματογνωμοσύνης του δεύτερου πιο πάνω ιατρού, η ρήξη του ελευθέρου τοιχώματος της αριστερής κοιλίας αποτελεί μηχανική επιπλοκή του οξέος εμφράγματος του μυοκαρδίου. Ο ανωτέρω είχε σκληρούς παράγοντες κινδύνου για στεφανιαία νόσο (σακχαρώδη διαβήτη), ενώ παρουσίαζε εκτεταμένη αθηροσκλήρυνση των στεφανιαίων αρτηριών και αποφρακτικές βλάβες άνω του 75%.

Κατά την ιατροδικαστική έκθεση η επισκόπηση της καρδιάς του θανόντος κατέδειξε ωχρά περιοχή με αιμορραγική διήθηση, αδρό μακροσκοπικό εύρημα που συνηγορεί υπέρ εμφράγματος δύο ή τριών έως επτά ημερών (προ του θανάτου). Ακόμη, πρέπει να τονιστεί και το ότι ο θανών δεν γνώριζε την ως άνω επιβαρυμένη κατάσταση της υγείας του και δεν λάμβανε σχετική φαρμακευτική αγωγή.

Επομένως, με βάση τα παραπάνω το έμφραγμα στο θανόντα επήλθε στο χρονικό διάστημα μεταξύ 31-12-2010 έως και 3-1-2011. Βέβαια, μετά το ένδικο τροχαίο ατύχημα, ο θανών υπέστη σοκ (stress) και περιήλθε σε αγχώδη κατάσταση, λόγω των εκτεταμένων βλαβών στο μόλις δύο ετών ως άνω αυτοκίνητό του και της διακινδύνευσης της επιβαίνουσας σε αυτό ανήλικης τότε θυγατέρας του.

Οι καταστάσεις αυτές επέδρασαν επιβαρυντικά στην κατάσταση της υγείας του και υπήρξαν ένας από τους παράγοντες που επέφεραν το έμφραγμά του, τουλάχιστον πέντε ημέρες μετά το ατύχημα, και οδήγησαν στο θάνατό του, πλην όμως όχι με την έννοια του αναγκαίου όρου του εν λόγω αποτελέσματος. Με τα δεδομένα αυτά το ως άνω τροχαίο ατύχημα και ως εκ τούτου και η υπαίτια συμπεριφορά του οδηγού του υπ' αριθ. ...

ΙΧΕ αυτοκινήτου δεν απετέλεσε πρόσφορο όρο-αίτιο επέλευσης του αποτελέσματος του εμφράγματος και κατά συνέπεια και του θανάτου του Β. Γ., ούτε επηρέασε κατά καθοριστικό τρόπο την εξέλιξη της αιτιώδους διαδρομής (τροχαίο ατύχημα -έμφραγμα και θάνατος). Η έλλειψη δε δυνατότητας προβλέψεως και ως εκ τούτου πρόσφορης αιτιότητας, ήτοι αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ τροχαίου ατυχήματος και εμφράγματος-επελθόντος θανάτου καθίσταται σαφής από τα εξής στοιχεία:

α) ο θανών κατά το ένδικο τροχαίο ατύχημα δεν υπέστη ουδεμία σωματική βλάβη, ούτε έστω κάποια ελαφριά και β) το έμφραγμα κατά τα ως άνω επήλθε πέντε τουλάχιστον ημέρες μετά το ατύχημα, γεγονός που υποδηλώνει ότι οπωσδήποτε η διαταραχή και αγχώδης κατάσταση αυτού είχαν βελτιωθεί. Τα παραπάνω αποδεικνύονται από την προσήκουσα εκτίμηση του συνόλου των ως άνω αποδεικτικών μέσων και δεν αναιρούνται από τις ένορκες καταθέσεις, την από 7-1-2015 ιατροδικαστική γνωμάτευση και την από 25-5-2015 ιατροδικαστική αντίκρουση του ιατροδικαστή Μ.

Τ., ο οποίος ασχολήθηκε με τη συγκεκριμένη υπόθεση μετά από παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου των εναγόντων για πρώτη φορά το έτος 2013, ήτοι τρία έτη μετά τον κατά τα ως άνω θάνατο του Β. Γ. και τα αναφερόμενα από τον τελευταίο (ιατροδικαστή) κρίνονται ασαφή και με αντιφάσεις. Ακόμη, πρέπει να σημειωθεί ότι με την υπ' αριθ. 414/2015 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καρδίτσας, που ήδη έχει καταστεί αμετάκλητη, ο Κ.

Γ. κηρύχθηκε αθώος της κατηγορίας της ανθρωποκτονίας από αμέλεια λόγω ελλείψεως του αναγκαίου συνδέσμου μεταξύ της πράξης τούτου, ήτοι της παραβίασης της ρυθμιστικής της κυκλοφορίας πινακίδας ΣΤΟΠ και του θανάτου του Β. Γ.. Κατά συνέπεια στην προκειμένη περίπτωση, ανεξάρτητα από τη συνδρομή των στοιχείων της ύπαρξης της ζημίας και της υπαιτιότητας, για τη θεμελίωση της επικαλούμενης με την αγωγή ενοχής προς αποζημίωση από το θάνατο του τελευταίου ελλείπει η απαιτούμενη προϋπόθεση της αιτιώδους συνάφειας του νόμιμου λόγου ευθύνης και της ζημίας.

Επομένως, η υπό κρίση αγωγή των εναγόντων, η οποία ασκήθηκε τον Οκτώβριο του 2014 (τέσσερα περίπου έτη μετά το ένδικο ατύχημα), είναι απορριπτέα ως αβάσιμη κατ' ουσίαν ως προς τα κεφάλαια αυτής, που συνδέονται με το θάνατο του Β. Γ. και ειδικότερα κατά το κεφάλαιο αυτής που αναφέρεται στα έξοδα κηδείας του θανόντος για την πρώτη των εναγόντων και το κεφάλαιο αυτής που αναφέρεται στη χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης για καθένα από τους ενάγοντες...".

Με τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα, ότι η πρόκληση του τροχαίου ατυχήματος στις 25-12-2010, από αποκλειστική υπαιτιότητα του ασφαλισμένου οδηγού του ζημιογόνου οχήματος, την αστική ευθύνη του οποίου κάλυπτε η αρχική αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, καθολική διάδοχος της οποίας είναι η παρισταμένη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, δεν υπήρξε το εκλυτικό αίτιο του οξέως εμφράγματος του μυοκαρδίου, που επέφερε το θάνατο του στενού συγγενούς των αναιρεσειόντων, έντεκα ημέρες μετά το ατύχημα, διέλαβε ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την ύπαρξη ή όχι αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης και υπαίτιας οδηγικής συμπεριφοράς του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου και του θανάτου του στενού συγγενούς των αναιρεσειόντων, ζήτημα, που ασκούσε ουσιώδη επίδραση στο αποτέλεσμα της δίκης και ειδικότερα στην παραδοχή ή απόρριψη της αγωγικής αξίωσης των αναιρεσειόντων περί επιδίκασης σ' αυτούς χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης και αποζημίωσης για τα έξοδα κηδείας (στην 1η αναιρεσείουσα), με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, εάν τα πραγματικά περιστατικά, που το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως αναιρετικά ότι αποδείχθηκαν, αρκούσαν ή όχι για να πληρωθεί το πραγματικό των ουσιαστικών κανόνων δικαίου των άρθρων 914, 330 σε συνδ.

με άρθρ. 297-298 ΑΚ, τους οποίους έτσι παραβίασε εκ πλαγίου, με την επισήμανση, ότι αν και οι τελευταίες δύο διατάξεις δεν μνημονεύονται αριθμητικά στο αναιρετήριο, εντούτοις το πραγματικό τους προκύπτει από το όλο περιεχόμενο της αίτησης αναίρεσης και συνεπώς, κατά τούτο ο 2ος αναιρετικός λόγος κρίνεται αρκούντως ορισμένος και παραδεκτός.

Πιο συγκεκριμένα, η προσβαλλομένη απόφαση αν και δέχθηκε, ότι α) μετά το τροχαίο ατύχημα ο οικείος των αναιρεσειόντων διακομίσθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Καρδίτσας εξαιτίας πόνων στη θωρακική χώρα και αισθήματος δυσφορίας, όπου διαπιστώθηκε ήπιο άλγος στο θωρακικό τοίχωμα, σφυγμοί 122 ανά λεπτό και τιμές λευκών αιμοσφαιρίων 9,6 (κατά την πρώτη μέτρηση), 17,4 (κατά τη δεύτερη μέτρηση) και 15,1 (κατά την τρίτη μέτρηση) και ότι συστήθηκε η χορήγηση του φαρμάκου LONARID-N (τρία δισκία ημερησίως, εάν επέμενε ο πόνος), καθώς επίσης β) ότι μετά το ατύχημα το θύμα υπέστη σοκ - STRESS και περιήλθε σε αγχώδη κατάσταση, η οποία επέδρασε επιβαρυντικά στην υγεία του και υπήρξε ένας από τους παράγοντες, που προκάλεσαν το έμφραγμα πέντε ημέρες μετά το ατύχημα, εντούτοις εντελώς αντιφατικά το Εφετείο δέχτηκε, ότι ο οικείος των αναιρεσειόντων ουδεμία σωματική βλάβη της υγείας είχε υποστεί κατά το ατύχημα, έστω και ελαφρά, παρά το γεγονός ότι η αύξηση των λευκών αιμοσφαιρίων υποδηλώνει φλεγμονή, σύμφωνα με την ιατρική επιστήμη, αναιρώντας έτσι τις προηγούμενες με στοιχείο α' και β' παραδοχές του.

Εκτός τούτου η προσβαλλόμενη απόφαση αν και δέχτηκε, α) ότι ο πόνος δεν υποχωρούσε, παρά τη φαρμακευτική αγωγή, που έλαβε ο οικείος των αναιρεσειόντων, σύμφωνα με τις οδηγίες του Νοσοκομείου Καρδίτσας και μάλιστα αυξημένη (τρία δισκία ημερησίως), από τις 25-12-2010 (ατύχημα) έως στις 5-1-2011 (δηλαδή έντεκα ημέρες μετά, οπότε απεβίωσε), εντούτοις με αντιφατική και εν μέρει ασαφή αιτιολογία δέχτηκε, ότι το έμφραγμα που επήλθε κατά το διάστημα μεταξύ 31-12-2010 (πέντε ημέρες μετά το ατύχημα) έως 3-1-2011 (ημερομηνία θανάτου), δεν οφείλεται στην αγχώδη κατάσταση, στην οποία είχε περιέλθει ο συγγενής των αναιρεσειόντων, διότι αυτή είχε δήθεν βελτιωθεί, χωρίς όμως να αιτιολογήσει την επίσκεψη του θύματος την επομένη ημέρα του ατυχήματος, δηλαδή στις 26-12-2010 στο Νοσοκομείο και μάλιστα την πρωινή ώρα 02:30' όπως δέχτηκε και η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία ως διαδικαστικό έγγραφο της δίκης επισκοπείται επιτρεπτά (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ), που σημαίνει ότι το θύμα είχε έντονη ενόχληση και β) αν και η προσβαλλόμενη απόφαση δέχτηκε, ότι ο οικείος των αναιρεσειόντων κατατάσσεται στα άτομα υψηλού κινδύνου για εμφάνιση σοβαρού καρδιαγγειακού επεισοδίου, κατά την επόμενη 10ετία, σε ποσοστό 3% ή 16% αντίστοιχα, σύμφωνα με τις επιστημονικές μεθόδους EUROSCORE και FRAMINGHAM, που αναφέρει, εντούτοις δεν αιτιολογεί το εκλυτικό αίτιο που προκάλεσε το έμφραγμα πέντε ημέρες μετά το ατύχημα, σύμφωνα με τις παραδοχές του, αν και συγχρόνως δέχτηκε ότι η αγχώδης κατάσταση - STRESS υπήρξε παράγων του εμφράγματος.

Με τις ανωτέρω αντιφατικές και εν μέρει ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες το Εφετείο στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση ως προς το κρίσιμο ζήτημα του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ του ατυχήματος και του επελθόντος θανάτου του στενού συγγενούς των αναιρεσειόντων, η ύπαρξη του οποίου (αιτιώδους συνδέσμου) δεν αποκλείεται από το γεγονός, ότι στην επέλευση του θανάτου συνετέλεσε η ειδική προδιάθεση του παθόντος, η οποία όμως, στην προκειμένη περίπτωση επιτάθηκε εξαιτίας της αγχώδους κατάστασης, που προκάλεσε στο θύμα το τροχαίο ατύχημα ως αναγκαίος όρος του αποτελέσματος του θανάτου του.

Επομένως, ο 2ος αναιρετικός λόγος εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, για έλλειψη νόμιμης βάσης με την εκ πλαγίου παραβίαση των προαναφερόμενων ουσιαστικών κανόνων δικαίου, πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το αναιρούμενο μέρος της υπόθεσης ως προς την ύπαρξη ή όχι αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πρόκλησης του τροχαίου ατυχήματος και του μεταγενέστερου επισυμβάντος θανάτου του στενού συγγενούς των αναιρεσειόντων, σε σχέση με την αγωγική τους αξίωση περί επιδίκασης σ' αυτούς χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, καθώς και σε σχέση με την αγωγική αξίωση της 1ης αναιρεσείουσας - χήρας του θύματος για την επιδίκαση σ' αυτήν αποζημίωσης για τα έξοδα κηδείας.

Περαιτέρω, με δεδομένο ότι η αναιρετική εμβέλεια του κατά τα ανωτέρω γενόμενου δεκτού 2ου αναιρετικού λόγου, οδηγεί στην παραδοχή της αναίρεσης ως προς το αναιρούμενο ως άνω μέρος της υπόθεσης, καθίσταται πλέον αλυσιτελής, άλλως παρέλκει η εξέταση του 1ου αναιρετικού λόγου εκ του άρθρου 559 αρ. 1 περ. β' ΚΠολΔ, που επίσης πλήττει το ίδιο κεφάλαιο της προσβαλλόμενης απόφασης.

Συμπερασματικά, κατόπιν όλων αυτών πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο ως άνω μέρος αυτής, στο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλο Δικαστή (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες για την άσκηση της αναίρεσης (άρθρ. 495 παρ. 3 εδ.

ε' ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, που κατέθεσαν προτάσεις ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά το νόμιμο αίτημα αυτών (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 1154/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (ειδική διαδικασία του άρθρου 681Α ΚΠολΔ) κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό της παρούσας μέρος της απόφασης.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση κατά το αναιρούμενο ως άνω μέρος αυτής στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση συγκροτούμενο από άλλον Δικαστή.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου, που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες στο Δημόσιο Ταμείο για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, που ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Ιουνίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Ιουλίου 2020.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ