Legislator Case Law & Legislation
672/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeals against appellate court decision regarding witness testimony admissibility and weight.

Case Number 672/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed two appeals filed against a final appellate court decision in a corporate liquidation dispute. The appellants argued that the lower court improperly assigned increased evidentiary weight to a non-eye-witness's testimony, violating statutory rules on proof. The court rejected this claim, ruling that the testimony was merely one of several equal means of proof subject to free evaluation, and the lower court's assessment fell within its exclusive appellate jurisdiction.

Legislator headnote

AI generated

Articles 340, 352, 438, 445 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that when a lower court evaluates witness testimony as one of several equal means of proof under the principle of free evaluation, its assessment of credibility and weight is final and not subject to appellate review.

Keywords

AI generated
free evaluation of evidence witness testimony weight appellate jurisdiction limits statutory proof rules corporate liquidation dispute

Cited Legislation

AI generated
Article 246 of the Code of Civil Procedure
Article 573 of the Code of Civil Procedure
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 340 of the Code of Civil Procedure
Articles 352, 438, 445 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 106, 179, 183, 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 672 / 2025 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 672/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου - Εισηγήτρια και Μιχαήλ Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Δεκεμβρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ:

Α. Των αναιρεσειόντων: 1) υπό εκκαθάριση ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία Ν. Ν. Π. Ε. Κ. Σ. Ε., όπως μετονομάσθηκε η ετερόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία Ν. Σ. Ε. Κ. Σ. Ε..Ε.. Π., που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) υπό εκκαθάριση ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία Ν. Ε. Π. Κ. Σ. Ε..Ε.., που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) Α. Μ. του Γ., κατοίκου Α. και 4) Σ. Ε. του Χ., κατοίκου Αθηνών. Εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Παρασκευή Κουπλίδου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσιβλήτου: Ά. Ζ. του Κ., κατοίκου Μοσχάτου Αττικής. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παντελεήμονα Καμά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και

Β. Του αναιρεσείοντος: Θ. Μ. του Κ., κατοίκου Γλυφάδας Αττικής. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανάργυρο Δήμιζα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσιβλήτου: Ά. Ζ. του Κ., κατοίκου Μοσχάτου Αττικής. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παντελεήμονα Καμά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-7-2014 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 484/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 1689/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με τις από 28-6-2021 και 01-11-2021 αιτήσεις τους.

Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την διάταξη του άρθρου 246 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ' άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι το Δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων ενώπιόν του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και κατά την κρίση του διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων. Στην προκειμένη περίπτωση, με τις από 28.6.2021 και από 1.11.2021 αιτήσεις αναίρεσης, κατά της ιδίας αναιρεσίβλητης, προσβάλλεται η με αριθμό 1689/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Αμφότερες οι αιτήσεις αναίρεσης ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552,553,556,558,564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ) και συνεπώς είναι παραδεκτές (αρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ). Πρέπει επομένως, να ερευνηθούν αυτές ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (αρθ. 577 αρ. 3 ΚΠολΔ).

Από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, που ορίζει ότι όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της υποχρέωσης προς αποζημίωση, είναι: 1) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), 2) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, 3) υπαιτιότητα 4) ζημία και 5) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος, μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς (νόμιμου λόγου ευθύνης) και αποτελέσματος (ζημίας).

Το παράνομο της συμπεριφοράς συνδέεται με αντίθεση προς διάταξη που απαγορεύει τη συγκεκριμένη πράξη, είναι δε αδιάφορο σε ποιο τμήμα του δικαίου βρίσκεται η διάταξη που απαγορεύει την ένδικη συμπεριφορά. Από την ίδια διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 147-149 ΑΚ και 386 ΠΚ προκύπτει ότι, γενεσιουργό λόγο υποχρέωσης σε αποζημίωση αποτελεί και η απατηλή συμπεριφορά σε βάρος του ζημιωθέντος, η οποία υπάρχει όταν κάποιος από δόλο, προκαλεί, ενισχύει ή διατηρεί με κάθε μέσο ή τέχνασμα σε άλλον, τη σφαλερή αντίληψη πραγματικών γεγονότων, ένεκα της οποίας αυτός προβαίνει σε δήλωση βούλησης ή επιχείρηση πράξης, από την οποία υφίσταται ζημία, εφόσον το χρησιμοποιηθέν απατηλό μέσο υπήρξε αποφασιστικό για τη γενομένη δήλωση βούλησης ή την επιχειρηθείσα πράξη.

Είναι, έτσι, αδιάφορο, αν οι παραπλανητικές ενέργειες ήταν η μοναδική αιτία της πλάνης, ενώ δεν αποκλείει τον μεταξύ τους αιτιώδη σύνδεσμο το γεγονός ότι σ` αυτή συνέβαλε και η αμέλεια ή η ελαφρότητα του εξαπατηθέντος, με την έννοια ότι η πλάνη δεν θα δημιουργείτο σε ένα προσεκτικότερο άτομο (ΑΠ 832/2022, ΑΠ 932/2014, ΑΠ 16/2005).

Δεν αποκλείεται η τυχόν χρησιμοποιηθείσα για την απάτη ψευδής παράσταση να αναφέρεται και σε μελλοντικό γεγονός ή να συνδέεται με απόκρυψη ή την αποσιώπηση κρίσιμων γεγονότων, αναγόμενων στο παρόν, την ύπαρξη των οποίων αγνοούσε ο ζημιωθείς και γνώριζε αυτός που τον εξαπάτησε ( ΑΠ 832/2022, ΑΠ 1046/2019, ΑΠ 932/2014, ΑΠ 895/2011).

Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του άρθρου 386 ΠΚ, ερμηνευομένης ενόψει και του άρθρου 27 του Ποινικού Κώδικα, δόλος συντρέχει όχι μόνον όταν ο δράστης επιδιώκει την πρόκληση της ζημίας αυτής, αλλά και όταν την γνωρίζει ως ενδεχόμενη και αποδέχεται τη δυνατότητα πρόκλησης της ίδιας ζημίας είτε ως αναγκαία είτε ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράνομης συμπεριφοράς του.

Κατά την έννοια του άρθρου 147 ΑΚ, απάτη αποτελεί κάθε συμπεριφορά από πρόθεση που τείνει να παράγει, ενισχύσει ή διατηρήσει πεπλανημένη αντίληψη ή εντύπωση με σκοπό να οδηγηθεί κάποιος σε δήλωση βούλησης, συνίσταται δε η απατηλή συμπεριφορά είτε σε παράσταση ανύπαρκτων γεγονότων ως υπαρκτών, κατά παράβαση του καθήκοντος αλήθειας, είτε στην απόκρυψη ή αποσιώπηση ή ατελή ανακοίνωση υπαρκτών γεγονότων, των οποίων η αποκάλυψη σ` αυτόν που τα αγνοούσε επιβαλλόταν από το καθήκον διαφώτισής του με βάση την καλή πίστη ή την υπάρχουσα ιδιαίτερη σχέση μεταξύ αυτού και εκείνου προς τον οποίο απηύθυνε τη δήλωσή του ( ΑΠ 832/2022, ΑΠ 1269/2017,ΑΠ 282/2010).

Σε κάθε περίπτωση δεν ενδιαφέρει το είδος της πλάνης που δημιουργήθηκε από την απάτη, δηλαδή αν αυτή είναι ή δεν είναι συγγνωστή, ουσιώδης ή επουσιώδης, καθώς και αν αναφέρεται αποκλειστικά στα παραγωγικά αίτια της βούλησης, αρκεί η πλάνη να υφίσταται κατά το χρόνο που δηλώνεται η βούληση ( ΑΠ 832/2022, ΑΠ 1269/2017, ΑΠ 745/2017, ΑΠ 373/2008).

Εξ άλλου, από τη διάταξη του άρθρου 298 εδ. β` του ΑΚ προκύπτει, ότι η απαραίτητη για τη θεμελίωση της αξίωσης αποζημίωσης αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της προκληθείσας ζημίας υπάρχει όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρ. 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης (άρθ. 298 ΑΚ) ήταν επαρκής, ήτοι ικανή (πρόσφορη), να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα και επέφερε αυτό στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Εφόσον οι πιο πάνω έννοιες της υπαιτιότητας και της αιτιώδους συνάφειας είναι αόριστες νομικές έννοιες, η από το δικαστήριο της ουσίας κρίση περί της συνδρομής ή μη αυτών, με την έννοια που προαναφέρθηκε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ο οποίος στο ζήτημα της αιτιώδους συνάφειας κρίνει το εάν τα κυριαρχικώς διαπιστωθέντα από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικά περιστατικά, επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι ορισμένο γεγονός μπορεί αντικειμενικά, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, να θεωρηθεί ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος που επήλθε (ΑΠ 604/2015, ΑΠ 641/2011, ΑΠ 1015/2010).

Αντιθέτως, η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι, στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1046/2019, ΑΠ 1617/2017, ΑΠ 706/2016).

Εξ άλλου, κατά το άρθρο 922 ΑΚ "Ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλον σε μια υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του". Πρόστηση είναι η τοποθέτηση, διορισμός, χρησιμοποίηση από ένα πρόσωπο (τον προστήσαντα) ενός άλλου προσώπου (του προστηθέντος) σε θέση ή απασχόληση (διαρκή ή μεμονωμένη εργασία), που αποβλέπει στη διεκπεραίωση υποθέσεως ή υποθέσεων και γενικότερα στην εξυπηρέτηση των επαγγελματικών, οικονομικών ή άλλων συμφερόντων του πρώτου (προστήσαντος) (ΑΠ 1533/2017).

Η εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως προϋποθέτει: α) σχέση προστήσεως, η οποία υπάρχει όταν ο προστήσας διατηρεί το δικαίωμα να δίδει οδηγίες και εντολές στον προστηθέντα σε σχέση με τον τρόπο εκπληρώσεως της υπηρεσίας του, β) ενέργεια του προστηθέντος παράνομη και υπαίτια, πληρούσα τις προϋποθέσεις του άρθρου 914 ΑΚ και γ) η ενέργεια αυτή του προστηθέντος να έγινε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί ή επ` ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας του ή ακόμη και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του αυτής.

Ζημιωθείς τρίτος κατά την έννοια της προαναφερθείσης διατάξεως μπορεί να είναι οποιοσδήποτε, ακόμη και άλλος προστηθείς του προστήσαντος τον ζημιώσαντα (ΑΠ 542/2015).

Σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως (ΟλΑΠ 10/2011).

Προς εξεύρεση της παραβίασης ελέγχεται ο δικανικός συλλογισμός που διατυπώνεται, έστω και ατελώς, και συγκροτείται από τη μείζονα πρόταση (νομική διάταξη), την ελάσσονα πρόταση (πραγματικές παραδοχές) και το συμπέρασμα. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (ΑΠ 192/2019, ΑΠ 727/2017).

Ο παραπάνω λόγος ιδρύεται και αν παραβιάσθηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ειδικότερα, οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που υφίσταται κενό στη σύμβαση και γενικά στη δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βούλησης.

Παραβιάζονται δε οι διατάξεις των άρθρων αυτών στην περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων, είτε παραλείπει να προσφύγει σ' αυτές για να διαπιστώσει την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων, ή δεν παραθέτει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των διατάξεων αυτών, είτε προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους.

Η κρίση του δικαστηρίου για την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στη δήλωση βουλήσεως των συμβαλλομένων, ως κρίση αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, δεν υπόκειται, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 233/2020, ΑΠ 97/2019). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Έλλειψη ή ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα της αιτιολογίας, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής υπάρχει όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε.

Εκ πλαγίου παραβίαση, κατά την άνω έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, μπορεί να συντελεστεί και επί των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Ειδικότερα, τέτοια παραβίαση υπάρχει και όταν το δικαστήριο, έχοντας προβεί στην εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, δεν παραθέτει σαφώς τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή όταν παραθέτει συναφώς ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες (ΑΠ 766/2019, ΑΠ 705/2019, ΑΠ 518/2018, ΑΠ 1225/2015).

Στην προκείμενη περίπτωση, από τη παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, αναφορικά με τη δικαστική πορεία της υπόθεσης προέκυψαν τα εξής: Με την από 29.7.2014 αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η ήδη αναιρεσίβλητη επικαλούμενη αντισυμβατική, αντισυναλλακτική και αδικοπρακτική συμπεριφορά των τρίτης, τετάρτου, πέμπτου και έκτου εναγομένων, ως προστηθέντων υπαλλήλων των δύο πρώτων εναγομένων εταιρειών (ινστιτούτων αισθητικής προσώπου-σώματος) και εντεύθεν ζημία της και ηθική της βλάβη, ζήτησε να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των εναγομένων να της καταβάλουν εις ολόκληρον έκαστος αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με τη με αριθμό 484/2018 οριστική απόφασή του απέρριψε την αγωγή ως προς τον πέμπτο εναγόμενο (ήδη αναιρεσείοντα της από 1.11.2021 αίτησης αναίρεσης) και έκανε αυτή δεκτή ως εν μέρει βάσιμη και από ουσιαστική άποψη ως προς τους λοιπούς. Μετά την άσκηση των από 29.1.2018 και από 15.7.2018 αντιθέτων εφέσεων των εναγομένων και της ενάγουσας, αντιστοίχως, εκδόθηκε η με αριθμό 1689/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (αναιρεσιβαλλομένη) με την οποία απορρίφθηκε η έφεση των εναγομένων (ήδη αναιρεσειόντων της από 28.6.2021 αίτησης αναίρεσης) και έγινε δεκτή η έφεση της ενάγουσας (ήδη αναιρεσίβλητης αμφοτέρων των αιτήσεων αναίρεσης), εξαφανίστηκε η εκκαλουμένη απόφαση, δικάσθηκε η αγωγή και αναγνωρίστηκε η εις ολόκληρον υποχρέωση των πρώτης και δεύτερης των εναγομένων να καταβάλουν στην ενάγουσα, το ποσό των 13.450 ευρώ, των τρίτης, τετάρτου και πέμπτου των εναγομένων, το ποσό των 10.540 ευρώ και του έκτου εναγομένου, το ποσό των 1.000 ευρώ, απάντων των ποσών, νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής.

Ειδικότερα, η προσβαλλομένη απόφαση διέλαβε τα εξής, κατά το ενδιαφέρον τον προκείμενο αναιρετικό έλεγχο, μέρος της: "Οι δύο πρώτες εναγόμενες συνιστούν επιχείρηση με αντικείμενο δραστηριότητας την παροχή προγραμμάτων αισθητικής σώματος, προσώπου και αδυνατίσματος, συλλειτουργούν στον ίδιο χώρο και είναι γνωστές στο κοινό με τον διακριτικό τίτλο "…".

Στις 10.9.2009 η ενάγουσα κατόπιν προτροπής πλανόδιας πωλήτριας, επισκέφθηκε την επιχείρηση των δύο πρώτων εναγομένων, όπου συνομίλησε με την τρίτη εξ αυτών, η οποία την ενημέρωσε για τις παρεχόμενες υπηρεσίες του ινστιτούτου και την έπεισε να συμμετάσχει σε προγράμματα θεραπείας προσώπου και σώματος. Η ανωτέρω υπάλληλος διαβεβαίωσε την ενάγουσα ότι δικαιούται να ασκήσει το δικαίωμα υπαναχώρησης από τη σύμβαση οποιαδήποτε στιγμή το επιθυμούσε εντός μηνός από την κατάρτισή της, λαμβάνοντας το σύνολο του ποσού που θα είχε καταβάλει και θα αφορούσε ανεκτέλεστο μέρος των υπηρεσιών.

Κατόπιν αυτού η ενάγουσα κατήρτισε κατά το χρονικό διάστημα από 10.9.2009 έως 29.9.2009 συμβάσεις περιποίησης προσώπου και σώματος αντί συμφωνηθείσας αμοιβής 30.643,92 ευρώ, την οποία υποχρεώθηκε από τις εναγόμενες να προκαταβάλει μέσω πιστωτικών καρτών. Στο σημείο αυτό, πρέπει να επισημανθεί ότι κατά την κατάρτιση των ως άνω συμβάσεων, η ενάγουσα γνώριζε ότι συμβάλλεται με μία εταιρεία, καθότι, όπως προεκτέθηκε, οι δύο πρώτες εναγόμενες λειτουργούν στον ίδιο χώρο, υπό τον αυτό διακριτικό τίτλο, ο δε πελάτης συμβάλλεται σε αυτές ταυτόχρονα (ΑΠ 454/2006, ΑΠ 413/2017).

Ακολούθως, και ενώ είχε ξεκινήσει τις δικές της θεραπείες, η ενάγουσα αποφάσισε στις 15.10.2009 να αγοράσει ένα επιπλέον πακέτο υπηρεσιών, προκειμένου να το προσφέρει ως γαμήλιο δώρο στην ανηψιά της .... Ειδικότερα η ενάγουσα προέβη στην αγορά των εξής προγραμμάτων: .... ήτοι συνολικά αποδέχθηκε προγράμματα ποσού 9.540 ευρώ, το οποίο και προκατέβαλε κατ' απαίτηση των εναγομένων.

Επειδή όμως η ανωτέρω ανηψιά της ενάγουσας αρνήθηκε να κάνει χρήση των ως άνω προγραμμάτων, η τελευταία στις 28.10.2009 κατήγγειλε με υπεύθυνη δήλωσή της τις επίδικες συμβάσεις και ζήτησε να της επιστραφεί το ποσό που κατέβαλε. Η τρίτη εναγόμενη παρέπεμψε αυτήν στον τέταρτο εναγόμενο, ως αρμόδιο για την παραλαβή των δηλώσεων υπαναχώρησης, ο οποίος ενεργώντας βάσει οργανωμένου εξ αρχής σχεδίου με τους πρώτη, δεύτερη, τρίτη και πέμπτο των εναγομένων και με σκοπό να την παρεμποδίσει να ασκήσει το δικαίωμά της περί υπαναχώρησης, εντός μηνός, όπως την είχαν διαβεβαιώσει ότι δύναται να πράξει, εξαφάνισε τη δήλωσή της και ισχυρίστηκε εν γνώσει όλων τους ψευδώς, ότι την απώλεσε.

Κατά το χρονικό διάστημα που ακολούθησε η ενάγουσα επιχείρησε ξανά να υπαναχωρήσει υποβάλλοντας πάλι καθ' υπόδειξη της τρίτης εναγομένης νέα υπεύθυνη δήλωση στον τέταρτο εναγόμενο, ωστόσο και αυτή η δήλωσή της εξαφανίστηκε δολίως από τον τελευταίο. Αποδείχθηκε περαιτέρω, ότι στις 12.11.2009 ο έκτος εναγόμενος, ως ιατρός, συνεργαζόμενος με το ινστιτούτο αισθητικής, κατά τη διενέργεια θεραπευτικής αγωγής επί του σώματος της ενάγουσας, η οποία συμπεριελάμβανε τη διενέργεια ενέσεων στο υποδόριο, από έλλειψη της προσοχής που όφειλε και ηδύνατο να καταβάλει προκάλεσε ρήξη επιδερμικής κύστης στο τοίχωμα της δεξιάς κοιλίας της ενάγουσας, με συνέπεια να προκληθούν επιμολυνθείσες λιπονεκρώσεις, που εξελίχθηκαν σε απόστημα.

Για την αντιμετώπιση του αποστήματος η ενάγουσα υπεβλήθη στις 23.11.2009 στην "..." σε επέμβαση χειρουργικού καθαρισμού-παροχέτευσης του αποστήματος και της χορηγήθηκε αναρρωτική άδεια τριών ημερών. Η υπαιτιότητα του έκτου εναγομένου στην πρόκληση της ανωτέρω σωματικής βλάβης της ενάγουσας προκύπτει ευθέως από την από 24.11.2009 έκθεση ιστολογικής εξέτασης που διενεργήθηκε κατόπιν παραγγελίας του θεράποντος ιατρού της ...

από το παθολογοανατομικό κυτταρολογικό εργαστήριο της ανωτέρω κλινικής από τον παθολογοανατόμο ..., σύμφωνα με την οποία αναγνωρίστηκαν ευρήματα συμβατά με ραγείσα και διαπυηθείσα επιδερμική κύστη, εκ της προκληθείσας δε, με τη χρήση των βελόνων από τον έκτο εναγόμενο, οπής, εισήλθαν υψηλές συγκεντρώσεις παθογόνων με αποτέλεσμα την επέκταση της φλεγμονής και την πρόκληση περιοχικών λιπονεκρώσεων, απορριπτομένου ως αναπόδεικτου του ισχυρισμού του έκτου εναγομένου ότι αιτία του επίμαχου αποστήματος αποτέλεσε η πλημμελής υγιεινή της ενάγουσας.

Εξαιτίας της ως άνω σωματικής βλάβης και του απαιτουμένου προς ανάρρωσή της χρόνου η ενάγουσα αδυνατούσε να ακολουθήσει τις θεραπείες του ινστιτούτου και ως εκ τούτου κρίνεται ότι κατά το χρονικό διάστημα από 12.11.2009 έως 26.11.2009 τουλάχιστον σταμάτησε αυτή να επισκέπτεται τις εγκαταστάσεις των δύο πρώτων εναγομένων.

Μετά και από αυτή την εξέλιξη, η ενάγουσα, που εξακολουθούσε να επιθυμεί την απεμπλοκή της από τα προγράμματα αισθητικής που αφορούσαν την ανηψιά της, αναγκάστηκε πλέον να απευθυνθεί την 16.12.2009 στον πέμπτο εναγόμενο που τύγχανε διευθυντής του επιδίκου ινστιτούτου και κατέθεσε νέα δήλωση υπαναχώρησης, πλην όμως, αυτός από κοινού με τις δύο πρώτες εναγόμενες, ενεργώντας αντισυμβατικά και παράνομα, της παρέστησαν ψευδώς ότι έχει εκτελέσει το σύνολο σχεδόν όλων των προγραμμάτων και δη, όχι μόνον αυτών που είχε αγοράσει για την ίδια, αλλά και για την ανηψιά της.

Προς απόδειξη δε του ισχυρισμού τους, της επέδειξαν δελτία εγκρίσεως παροχής υπηρεσιών, στα οποία είχαν αναγράψει ότι η ενάγουσα ελάμβανε υπηρεσίες μέχρι τις 15.12.2009 και τα οποία η τρίτη εναγομένη, έχοντας κοινό δόλο με τους λοιπούς πρώτη, δεύτερη και πέμπτο των εναγομένων, και με σκοπό να ζημιώσει παράνομα την περιουσία της ενάγουσας, αποκομίζοντας η πρώτη και η δεύτερη των εναγομένων παράνομο περιουσιακό όφελος προσκόμιζε μαζικά στην τελευταία προς υπογραφή, σε κάθε επίσκεψη της στο ινστιτούτο, χωρίς να της δίνει το χρονικό περιθώριο να τα αναγνώσει.

Ειδικότερα, η προστηθείσα εκ των δύο πρώτων εναγομένων τρίτη εναγομένη, είχε δημιουργήσει τέτοια σχέση εμπιστοσύνης με την ενάγουσα, ώστε η τελευταία να αρκείται στις παραπλανητικές διαβεβαιώσεις της ότι επρόκειτο περί τυπικής διαδικασίας υπογραφής επί των παραστατικών της εφορίας, ενώ στα επίμαχα δελτία οι δύο πρώτες εναγόμενες, ενεργώντας αντισυμβατικά και παρανόμως κατέγραφαν ως παρασχεθέντα, προγράμματα που η ενάγουσα δεν είχε πραγματοποιήσει...Ως εκ τούτου τα δελτία εγκρίσεως παροχής υπηρεσιών που συντάχθηκαν από τους υπαλλήλους των δύο πρώτων εναγομένων δεν ανταποκρίνονται στη πραγματικότητα, προφανής δε σκοπός της σύνταξής του ήταν η μη εκπλήρωση της υποχρέωσης της εναγόμενης επιχείρησης προς επιστροφή των χρημάτων της ενάγουσας για τα μη πραγματοποιηθέντα από αυτήν προγράμματα, κατά παράβαση της μεταξύ τους καταρτισθείσας σύμβασης....Οι τρίτη και τέταρτος των εναγομένων ενήργησαν εν γνώσει του πέμπτου εναγομένου, ο οποίος ως εκ της θέσεώς του ως προϊσταμένου στην πρώτη εναγομένη, γνώριζε και έδιδε εντολές στους ανωτέρω υφισταμένους του, προκειμένου η μεν πρώτη να παραπλανήσει την ενάγουσα και να υφαρπάξει τις υπογραφές της στα επίδικα δελτία έγκρισης παροχής υπηρεσιών, ο δε δεύτερος να υπεξαγάγει τις δηλώσεις της περί υπαναχωρήσεως, καθόσον από κανένα αξιόπιστο αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι οι ανωτέρω εναγόμενοι ενήργησαν με δικη τους πρωτοβουλία και εν αγνοία του προϊσταμένου τους, πολλώ δε μάλλον, που ούτε ο πέμπτος εναγόμενος ισχυρίζεται τούτο....

Άπαντες δε αυτοί ενήργησαν εν γνώσει της εναγομένης επιχείρησης και επ'ωφελεία αυτής, σύμφωνα με τις εντολές και τις οδηγίες της, αυξάνοντας άλλωστε την κερδοφορία της και η οποία, σε κάθε περίπτωση, ευθύνεται για τις πράξεις αυτές... Ετσι με τον τρόπο που ενήργησε η εναγομένη εταιρεία διά των προστηθέντων υπαλλήλων της παραβίασε τις συναλλακτικές της υποχρεώσεις ως το περιεχόμενό τους προσδιορίζεται σύμφωνα με τους κανόνες των άρθρων 281 και 288 του ΑΚ.

Επί πλέον, οι πρώτη, δεύτερη, τρίτη, τέταρτος και πέμπτος εναγόμενοι υπέχουν αδικοπρακτική ευθύνη κατά την έννοια του άρθρου 914 του ΑΚ ... έναντι της ενάγουσας και για το λόγο ότι διά της προπεριγραφείσας απατηλής συμπεριφοράς τους , αλλά και διά της υπεξαγωγής των υπευθύνων δηλώσεών της, την παρεμπόδισαν με δόλο να υπαναχωρήσει νομίμως από την καταρτισθείσα για λογαριασμό της ανηψιάς της σύμβαση και υφάρπαξαν την υπογραφή της σε ανακριβή δελτία εγκρίσεως παροχής υπηρεσιών, παριστάνοντας εν γνώσει τους ψευδώς, ότι αυτή είχε υλοποιήσει το σύνολο σχεδόν των αγορασθέντων προγραμμάτων, προκαλώντας στην ενάγουσα ζημία επί της περιουσίας της, όπως αναλυτικά εκτέθηκε ανωτέρω, η αδικοπραξία δε των ανωτέρω υπαλλήλων δεν ήταν άσχετη ή ξένη με την εκτέλεση της υπηρεσίας που τους είχε ανατεθεί από την εναγομένη επιχείρησης, αλλά τελούσε σε εσωτερική αιτιώδη σχέση με αυτήν, υπό την έννοια ότι η αδικοπραξία τους δεν ήταν δυνατόν να υπάρξει χωρίς πρόστηση.

Κατά συνέπεια, συνάγεται ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις αποζημίωσης της ενάγουσας, για την οποία ευθύνονται οι πρώτη, δεύτερη, τρίτη, τέταρτος και πέμπτος των εναγομένων, εφόσον η ενάγουσα υπέστη ζημία από την πλημμελή εκπλήρωση των καθηκόντων και την απατηλή συμπεριφορά τους, η οποία και οδήγησε αιτιωδώς στην ζημία της.

Η ζημία δε αυτή συνίσταται... Τέλος αποδείχθηκε, ότι η ενάγουσα από την ως άνω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των πρώτης, δεύτερης, τρίτης και πέμπτου των εναγομένων, βίωσε στενοχώρια και θλίψη, ήτοι υπέστη ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται το ποσό των ....Εξ άλλου η ενάγουσα υπέστη ηθική βλάβη και από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά και του έκτου εναγομένου, συνιστάμενη στην εξ αμελείας του πρόκληση σε αυτήν σωματικής βλάβης κατά τα άνω.

Το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη... κρίνει ότι πρέπει να αναγνωρισθεί ότι οφείλεται στην ενάγουσα ως χρηματική της ικανοποίηση το ποσό των ..". Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 281,288, 298,330,914,922,932 του ΑΚ, καθόσον από τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, στοιχειοθετείται ενδοσυμβατική ευθύνη, από την παραβίαση των συμφωνηθέντων και την πλημμελή εκπλήρωση των συμβατικώς απορρεόντων καθηκόντων των αναιρεσειόντων, καθώς και αδικοπρακτική συμπεριφορά των τελευταίων, και συγκεκριμένα παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των νομίμων εκπροσώπων και των προστηθέντων υπαλλήλων των υπόψη ινστιτούτων αισθητικής, με βάση τη θεώρηση του δόλου ως προς την ιστορούμενη απατηλή συμπεριφορά εις βάρος της αναιρεσίβλητης που οδήγησε στη παραπλάνησή της και την κατάρτιση των εν λόγω συμβάσεων περιποίησης και θεραπειών προσώπου και σώματος, και την υπεξαγωγή εγγράφων, αλλά και της ιατρικής αμέλειας ως προς την αποδειχθείσα βλάβη της υγείας της αναιρεσίβλητης, η οποία (αδικοπρακτική συμπεριφορά), κατά την ανέλεγκτη κρίση του παραπάνω Εφετείου, ως δικαστηρίου ουσίας, τελούσε σε αιτιώδη συνάφεια προς την προκληθείσα στην αναιρεσίβλητη περιουσιακή της βλάβη, και βλάβη της υγείας της, ώστε να θεμελιώνονται εντεύθεν οι ένδικες αξιώσεις της τελευταίας προς αποζημίωση και χρηματική της ικανοποίηση λόγω ηθικής της βλάβης εις βάρος των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων και των δύο αναιρέσεων.

Συνεπώς, ο κοινός κατά περιεχόμενο, σε αμφότερες της αιτήσεις αναίρεσης λόγος από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφαση από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ'αυτή επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε εκ πλαγίου.

Ειδικότερα, την κρίση αυτή του δικαστηρίου στηρίζουν επαρκώς οι παρακάτω παραδοχές της προσβαλλομένης: (α) Ότι η τρίτη των εναγομένων, προστηθείσα υπάλληλος της πρώτης και δεύτερης αυτών που συνιστούσαν ενιαία επιχείρηση, σε κοινό δόλο ευρισκόμενη μετά των λοιπών εναγομένων, διαβεβαίωσε ψευδώς την ενάγουσα, ότι συμμετέχοντας σε προγράμματα θεραπείας προσώπου και σώματος, θα εδικαιούτο να ασκήσει το δικαίωμα υπαναχώρησης από τη σύμβαση, οποιαδήποτε στιγμή το επιθυμούσε, εντός μηνός από την κατάρτιση αυτής, οπότε και θα της επιστρεφόταν ολόκληρο το χρηματικό ποσό που θα είχε καταβάλει μέχρι εκείνη τη στιγμή και το οποίο θα αφορούσε ανεκτέλεστο μέρος των υπηρεσιών, (β) Ότι η ενάγουσα πεισθείσα στις παραπάνω ψευδείς διαβεβαιώσεις της προστηθείσας υπαλλήλου, κατήρτισε συμβάσεις περιποίησης προσώπου και σώματος, αξίας 30.643,92 ευρώ, ποσό το οποίο προκατέβαλε μέσω πιστωτικών καρτών καθώς και στην αγορά αυτού του είδους προγραμμάτων, συνολικής αξίας 9.540 ευρώ, το οποίο επίσης προκατέβαλε , προκειμένου το τελευταίο, να παρείχε ως δώρο γάμου στην ανηψιά της, (γ) Ότι στις 28.10.2009 η ενάγουσα λόγω άρνησης της ανηψιάς της να κάνει χρήση των ανωτέρω προγραμμάτων, κατήγγειλε με υπεύθυνη δήλωσή της την συμφωνία αγοράς αυτών, και ζήτησε την επιστροφή του προκαταβληθέντος από αυτή τιμήματος, πλην ο τέταρτος εναγόμενος (μη διάδικος στις αναιρετικές δίκες),τελών σε κοινότητα δόλου μετά των λοιπών εναγομένων και ενεργώντας βάσει αρχήθεν κοινού οργανωμένου σχεδίου, εξαφάνισε τη δήλωση υπαναχώρησης, ισχυριζόμενος ψευδώς ότι την απώλεσε προκειμένου να στερήσει την ενάγουσα από το συμβατικό δικαίωμα επιστροφής των προκαταβληθέντων χρημάτων (δ) Ότι τη δήλωσή της επανέλαβε γραπτώς η ενάγουσα, πλην και αυτή της η δήλωση εξαφανίστηκε δολίως από τον τέταρτο των εναγομένων, (ε) ότι στις 12.11.2009 κατά τη διάρκεια θεραπευτικής αγωγής της ενάγουσας, εκτελούμενης από τον έκτο των εναγομένων, ιατρό, εξ αιτίας αμέλειας του τελευταίου και δη έλλειψης της προσοχής που αυτός όφειλε και ηδύνατο να καταβάλει, επήλθε στην ενάγουσα σωματική βλάβη και δη, ρήξη επιδερμικής κύστης στο τοίχωμα της δεξιάς κοιλίας της, που χρειάστηκε να αντιμετωπισθεί χειρουργικώς, (στ) Ότι στις 16.12.2009 ο πέμπτος των εναγομένων, διευθυντής του ινστιτούτου, στον οποίο η ενάγουσα απευθύνθηκε προκειμένου να καταθέσει ενώπιόν του νέα αίτηση-δήλωση υπαναχώρησης, της παρέστησε ψευδώς, σε κοινό δόλο ευρισκόμενος με τους νομίμους εκπροσώπους των εναγομένων εταιρειών,και τους λοιπούς εναγομένους, ότι δήθεν είχε εκτελεστεί το σύνολο σχεδόν των προγραμμάτων που αυτή είχε αγοράσει, και μάλιστα, όχι μόνον της ιδίας αλλά και της ανηψιάς της, προς τούτο δε, της επέδειξε δελτία εγκρίσεως παροχής υπηρεσιών, στα οποία αναγραφόταν ότι αυτή ελάμβανε αισθητικές υπηρεσίες μέχρι τις 15.12.2009, τις οποίες όμως η αναιρεσίβλητη δεν είχε πραγματοποιήσει, και συνεπώς αυτά ήσαν κατά περιεχόμενο ψευδή, και τα οποία η τρίτη των εναγομένων , έχοντας κοινό δόλο με τους λοιπούς πρώτη, δεύτερη και πέμπτο των εναγομένων (ο οποίος έδινε τις σχετικές εντολές στους υπαλλήλους) και κοινό σκοπό να ζημιώσουν την περιουσία της ενάγουσας, υπέρ των εταιρειών, προσκόμιζε μαζικά στην αναιρεσίβλητη προς υπογραφή, σε κάθε επίσκεψή της στο ινστιτούτο, χωρίς να της δίνει χρονικό περιθώριο να τα αναγνώσει, διαβεβαιώνοντάς την ψευδώς, ότι επρόκειτο για παραστατικά της εφορίας και (ζ) Ότι η αδικοπραξία των εναγομένων δεν υπήρξε άσχετη ή ξένη με την εκτέλεση της ανατεθείσας σε αυτούς υπηρεσίας από την εναγόμενη επιχείρηση, αλλά τελούσε σε εσωτερική αιτιώδη σχέση με αυτήν, υπό την έννοια ότι η αδικοπραξία τους δεν ήταν δυνατό να υπάρξει χωρίς την πρόστηση, (η) Ότι η ενάγουσα από τη πλημμελή εκπλήρωση των καθηκόντων των εναγομένων και την απατηλή συμπεριφορά τους, και την σωματική της βλάβη, ζημιώθηκε και δοκίμασε στενοχώρια και θλίψη.

Σημειώνεται, ότι τα λοιπά εκ μέρους των αναιρεσειόντων προβαλλόμενα αποτελούν απαράδεκτες αιτιάσεις, εφόσον αναφέρονται σε θέματα ουσίας και εκτίμηση των αποδείξεων, ζητήματα που ευρίσκονται πέραν του αναιρετικού ελέγχου (αρθ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, o κοινός κατά περιεχόμενο σε αμφότερες τις αιτήσεις αναίρεσης, λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ.11 περ. γ' ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να εκτιμήσει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, για την απόδειξη του οποίου ο διάδικος επικαλείται το φερόμενο ως αγνοηθέν αποδεικτικό μέσο, ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 2/2008).

Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλά αρκεί η γενική διαβεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, που υποβλήθηκαν νομίμως στην κρίση του, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 765/2014).

Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο έγγραφο, στοιχειοθετείται ο από το άρθρο 559 αρ.11 περ. γ' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης. Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη έγγραφο, αλλά του προσέδωσε αποδεικτική βαρύτητα διαφορετική από εκείνη που ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ, στον αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1047/2018, ΑΠ 569/2017, ΑΠ 967/2015).

Με τον ταυτοσήμου περιεχομένου λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αμφοτέρων των κρινομένων αιτήσεων αναίρεσης, μέμφονται το Εφετείο για την πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περ. γ'του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αιτιώμενοι ότι το τελευταίο δεν έλαβε υπόψη του, παρότι είχε γίνει επίκληση και προσκομιδή τους των κάτωθι εγγράφων: (1) των δελτίων παραγγελίας που αφορούσαν τόσο την ίδια την ενάγουσα, όσο και την ανηψιά της ..., η γνησιότητα της υπογραφής, επί των οποίων, που έθεσε η ενάγουσα ουδέποτε αμφισβητήθηκε, (2) των δελτίων εγκρίσεων υπογεγραμμένων από την ενάγουσα, (3) την καρτέλα πελάτη από την οποία προέκυπτε το ανεκτέλεστο υπόλοιπο των υπηρεσιών περιποίησης προς την ενάγουσα, (4) την από 16.12.2009 υπεύθυνη δήλωση της ενάγουσας με την οποία ζητεί μερική ακύρωση της σύμβασης και αναφέρει ότι είναι ευχαριστημένη από όλες τις άλλες παρασχεθείσες υπηρεσίες, (5) τη με αριθμό 1411/3.3.2010 αίτηση της ενάγουσας ενώπιον της Επιτροπής Φιλικού Διακανονισμού, στην οποία ουδόλως γίνεται μνεία για την δήλωση υπαναχώρησης στις 28.10.2009, (6) το από 17.6.2010 /4 πρακτικό της παραπάνω Επιτροπής, (7) αντίγραφο της με αριθμό 20490588-5 επιταγής της τράπεζας Eurobank εκδόσεως της πρώτης των εναγομένων, (9) αντίγραφο της με αριθμό ...

επιταγής της τράπεζας Eurobank εκδόσεως της δεύτερης των εναγομένων, (10) το από 27.7.2010 πινάκιο επιστροφής πιστώσεων μέσω κάρτας της Eurobank και (11) τη με αριθμό ... αθωωτική απόφαση του Α'Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών για άπαντες τους εναγομένους (πλην του απόντος τετάρτου των εναγομένων).

Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης (αρθ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει το αβάσιμο του ανωτέρω κοινού στις ένδικες αιτήσεις, λόγου, καθόσον το Εφετείο ρητώς στην ελάσσονα πρόταση της προσβαλλομένης, αναφέρεται, στο ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα προσκομιζόμενα με επίκληση από τους διαδίκους έγγραφα "..χωρίς να παραλείπεται κανένα για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς ...", ενώ ρητή αναφορά γίνεται στη προσβαλλομένη των φερομένων ως αγνοηθέντων δελτίων εγκρίσεως παροχής υπηρεσιών, ηλεκτρονικής καρτέλας πελάτη, και της με αριθμό ...

αμετάκλητης απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ώστε να μη γεννάται αμφιβολία ότι λήφθηκαν υπόψη για το σχηματισμό της κρίσης του. Επίσης, από τη παραπάνω γενική αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση, σε συνδυασμό με όσα διαλαμβάνονται στο σκεπτικό αυτής, σαφώς προκύπτει, ότι αναμφίβολα το Εφετείο συνεκτίμησε μαζί με τις λοιπές αποδείξεις και αξιολόγησε τα παραπάνω έγγραφα, ενώ οι λοιπές αιτιάσεις που προβάλλονται σχετικά με τη μη προσήκουσα αξιολόγηση του περιεχομένου τους, σε σχέση με τα αντίθετα που δέχθηκε το Εφετείο ως δικαστήριο της ουσίας για τα ίδια ζητήματα, δεν ιδρύουν τον προβαλλόμενο αναιρετικό λόγο είναι απαράδεκτες.

Το γεγονός, εξάλλου, ότι το Εφετείο κατέληξε σε παραδοχές, τις οποίες η αναιρεσείουσα θεωρεί εσφαλμένες και αντίθετες με όσα κατ' αυτήν προκύπτουν από τα επικαλούμενα έγγραφα, ανάγεται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη ουσιαστική εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού και δεν οδηγεί σε κρίση ότι, δεν λήφθηκαν υπόψη, τα αποδεικτικά τούτα μέσα από τα οποία προκύπτουν διαφορετικά πραγματικά περιστατικά από εκείνα που δέχθηκε ως αληθή το δικαστήριο της ουσίας και θεμελιώνουν την ουσιαστική βασιμότητα του πορίσματος του.

Ο λόγος αυτός συνεπώς είναι αβάσιμος. Από τη διάταξη του αριθμού 12 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, συνάγεται ότι ιδρύεται στην τελευταία αυτή περίπτωση λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο αυξημένη δύναμη, που δεν την είχε κατά νόμο ή αρνήθηκε να αναγνωρίσει τέτοια δύναμη σε αποδεικτικό μέσο που δεσμευτικά ορίζει ο νόμος (ΑΠ 573/2018, ΑΠ 412/2011).Τέτοια παραβίαση υπάρχει όταν το δικαστήριο, βάσει του ισχύοντος συστήματος της ελεύθερης εκτίμησης των αποδεικτικών μέσων (αρθ. 340 ΚΠολΔ) εκτιμά ελεύθερα αποδεικτικά μέσα, στα οποία όμως, ο νόμος προσδίδει αυξημένη και δεσμευτική γι` αυτό αποδεικτική δύναμη, όπως είναι η δικαστική ομολογία και τα έγγραφα για αποδεικτέα γεγονότα που παράγουν πλήρη απόδειξη (δημόσια έγγραφα) και δεν στηρίζουν απλώς δικαστικά τεκμήρια (άρθρα 352, 438 επ.

και 445 ΚΠολΔ), καθώς και όταν αποδίδει αυξημένη αποδεικτική δύναμη, βαρύτητα δηλαδή και αξιοπιστία, στα λοιπά αποδεικτικά μέσα του άρθρου 339 ΚΠολΔ (μάρτυρες, δικαστικά τεκμήρια κλπ.), τα οποία κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ, είναι ισοδύναμα μεταξύ τους και εκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο (ΑΠ 404/2024, ΑΠ 1722/2022, ΑΠ 2/2022, ΑΠ 348/2021, ΑΠ 601/2020, ΑΠ 573/2018, ΑΠ 893/2012).Στη προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες αμφοτέρων των αιτήσεων με ταυτοσήμου περιεχομένου λόγο αναίρεσης, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αρ. 12 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, υπό την επίκληση ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου για την αποδεικτική δύναμη των αποδεικτικών μέσων και συγκεκριμένα απέδωσε μεγαλύτερη αξία και δύναμη στη κατάθεση της μάρτυρος της ενάγουσας, η οποία όμως δεν ήταν αυτόπτης και η κατάθεσή της ήταν επανάληψη των αγωγικών ισχυρισμών.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος καθόσον το παραπάνω αποδεικτικό μέσο δεν έχει αυξημένη αποδεικτική δύναμη, αλλά εκτιμήθηκε μεταξύ των άλλων ισοδυνάμων αποδεικτικών μέσων, ελεύθερα από το δικαστήριο, η δε αξιοπιστία της ως άνω μάρτυρος και η εκτίμηση των όσων κατέθεσε ανήκαν στην κυριαρχική και αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του ως άνω Δικαστηρίου, το οποίο δεν ήταν υποχρεωμένο να αιτιολογήσει ειδικά την κρίση γι' αυτή την εκτίμηση.

Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, οι υπό κρίση αιτήσεις αναίρεσης, πρέπει να απορριφθούν, να διαταχθεί η εισαγωγή των παραβόλων που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες αμφοτέρων των αιτήσεων στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας τους (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και τέλος, να καταδικαστούν αυτοί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, για κάθε αίτηση, κατά παραδοχή του νόμιμου και βάσιμου αιτήματος της τελευταίας (άρθρ. 106, 179, 183, 191 παρ.2 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει τις από 28.6.2021 και από 1.11.2021 αιτήσεις αναίρεσης κατά της με αριθμό 1689/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Απορρίπτει αυτές.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο των παραβόλων που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες για το παραδεκτό εκάστης των αιτήσεων.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες εκάστης αίτησης αναίρεσης στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ, για κάθε αίτηση.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Φεβρουαρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Απριλίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ