Legislator Case Law & Legislation
893/2012 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissible grounds regarding evidence rules and lack of legal interest.

Case Number 893/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by the appellants against the Second Instance Court's decision. The appellants argued that the lower court improperly ignored sworn statements and violated specific evidence rules, while the respondents contended the evidence was invalid due to procedural defects. The court rejected these claims because the sworn statements were deemed inadmissible as they were not taken after summoning the opposing parties, and other grounds lacked legal interest or were too vague.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 para. 12 of the Code of Civil Procedure; Art. 559 para. 11 of the Code of Civil Procedure; Art. 559 para. 1 of the Code of Civil Procedure: An appeal ground alleging violation of statutory evidence rules is inadmissible if it concerns evidence freely evaluated by the court rather than those with fixed legal force, and an appeal ground alleging failure to consider evidence is inadmissible if the evidence was not legally validly obtained or if the appeal lacks legal interest.

Keywords

AI generated
admissibility of appeal grounds sworn statements validity summoning requirements legal interest requirement evidence rules violation Code of Civil Procedure inadmissible appeal

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 para. 12 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 para. 11 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 176 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 893 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 893/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 27 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Μ. Κ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Γεωργίου Τρανταλίδη και κατέθεσε προτάσεις, 2) Μ. Μ., κατοίκου ..., 3) Γ. Σ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Τρανταλίδη και κατέθεσαν προτάσεις, 4) Ι. Σ., ο οποίος δεν εμφανίστηκε.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. Χ., κατοίκου ..., 2) Α. Π., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευάγγελο Τσουρούλη και κατέθεσαν προτάσεις.

Στο σημείο αυτό, ο συνήγορος των ως άνω αναιρεσειόντων, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε ότι ο υπό στοιχείο 4 αναιρεσείων Ι. Σ. απεβίωσε στις 25/5/2004 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό 35/2004 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου Δήμου Καρύστου, και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικές εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού α) Α. Σ. του Α., β) Ε. Σ. του Ι., γ) Ο. Μ. του Ι., κάτοικοι ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/1/200 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5270/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2/2008 του Εφετείου Πειραιά. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 28/5/2008 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γρηγόριος Κουτσόπουλος ανέγνωσε την από 25/4/2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του τετάρτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών λόγων αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ο από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως για παράβαση των ορισμών του νόμου για τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων ιδρύεται προκειμένου περί αποδεικτικών μέσων τα οποία έχουν ορισμένη από το νόμο αποδεικτική δύναμη και όχι ως προς τα ελευθέρως κατά τον κανόνα του άρθρου 340 Κ.Πολ.Δ. εκτιμώμενα από το δικαστήριο αποδεικτικά μέσα.

Επομένως η από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. αιτίαση των πρώτου, δευτέρου, τρίτου και έκτου λόγων αναιρέσεως, κατά την οποία το Εφετείο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, και δη: των εγγράφων και των ενόρκων βεβαιώσεων που αναφέρονται στους λόγους αυτούς, προεχόντως είναι απαράδεκτη, αφού κανένα από τα αποδεικτικά αυτά μέσα δεν έχει ορισμένη από το νόμο αποδεικτική δύναμη, αλλά όλα εκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο.

Ωσαύτως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχτηκε χωρίς απόδειξη πράγματα τα οποία έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον το δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του συμπέρασμα έλαβε υπόψη: "τις 3571, 3577 και 3627/2003 ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων, οι οποίες λήφθηκαν κατόπιν νόμιμης και εμπρόθεσμης κλήτευσης των αντιδίκων τους, και όλα χωρίς εξαίρεση τα έγγραφα, τα οποία οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται".

Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11γ' του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τα πιο πάνω αποδεικτικά μέσα, ενώ μόνο το γεγονός ότι δεν έγινε ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάποιου αποδεικτικού μέσου δεν στοιχειοθετεί τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, εφόσον από το περιεχόμενο της αποφάσεως συνάγεται ότι έχει ληφθεί τούτο υπόψη από το δικαστήριο.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ως προς το ότι οι αναιρεσίβλητοι δεν ήταν εφοπλιστές του πλοίου στο οποίο εργάζονταν οι συγγενείς των αναιρεσειόντων έλαβε υπόψη "και όλα, χωρίς εξαίρεση, τα έγγραφα, τα οποία οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται ...".

Από τη διατύπωση αυτή, καθώς και από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως καθίσταται βέβαιο ότι το Εφετείο μαζί με όλα τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε: 1) την 477/204 πρόταση προς το Συμβούλιο Εφετών Πειραιά του Αριστείδη Φραγκιαδάκη Αντεισαγγελέως Εφετών, 2) το από 7-3-1995 έγγραφο των μεσιτών ασφαλειών που είχαν ασφαλίσει το ως άνω πλοίο "Ρ...", 3) την 44224/2002 απόφαση του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, 4) την 835/1995 ένορκη βεβαίωση του Π.

Π.. Επομένως, οι πέμπτος, έκτος και όγδοος λόγοι αναιρέσεως αληθώς από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με τις περί του αντιθέτου αιτιάσεις τους είναι αβάσιμοι και ως εκ τούτου απορριπτέοι. Κατά το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 671 Κ.Πολ.Δ. "ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου λαμβάνονται υπόψη μόνο αν έγιναν ύστερα από προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου πριν από είκοσι τέσσερις τουλάχιστον ώρες".

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι απαραίτητη προϋπόθεση για τη λήψη υπόψη των ενόρκων βεβαιώσεων από το δικαστήριο στη διαδικασία εργατικών διαφορών αποτελεί η λήψη τους μετά από προηγούμενη, πριν από 24 ώρες κλήτευση του αντιδίκου του διαδίκου που τις επικαλείται και προσκομίζει, εκτός αν ο αντίδικός του παραστάθηκε κατά τη λήψη της ένορκης βεβαίωσης.

Η μη τήρηση της αναγκαίας αυτής προϋποθέσεως έχει ως συνέπεια ότι η ένορκη βεβαίωση δεν είναι απλώς άκυρη, αλλ' ανυπόστατη ως αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 1391/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα, προκύπτει ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, με την ένδικη από 3-1-2000 αγωγή τους, επικαλούμενοι ότι ο αδελφός της πρώτης Γ. Π., πλοίαρχος και ο αδελφός των λοιπών Α. Ζ., μηχανικός-ηλεκτρολόγος, ήταν ναυτολογημένοι στο υπό σημαία Μάλτας πλοίο "Π...", το οποίο βυθίστηκε, στις 4-1-1995, υπό τις περιγραφόμενες στο δικόγραφο αυτής συνθήκες και περιστάσεις, ζήτησαν να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, ως ασκούντες προσωπικά τον εφοπλισμό του εν λόγω πλοίου και ευθυνόμενοι για την εξ αμελείας παράβαση των αναφερομένων σ'αυτήν νόμων και κανονισμών, στην οποία οφείλεται και η απώλεια αύτανδρου αυτού του σκάφους, να τους καταβάλουν ως χρηματική ικανοποίηση της ψυχικής τους οδύνης, από την απώλεια των ανωτέρω οικείων τους 20.000.000 δραχμές σε καθένα εξ αυτών, με το νόμιμο τόκο από την ημέρα του ατυχήματος.

Προς απόδειξη των θεμελιωτικών της αγωγής τους πραγματικών περιστατικών οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι επικαλέστηκαν με τις από 17-10-2007 έγγραφες προτάσεις τους και προσκόμισαν την 1202/7-3-2000 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρά τους Ν. Κ., που είχε δοθεί νόμιμα ενώπιον του Ειρηνοδίκη Πειραιά, μετά από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση των αναιρεσιβλήτων.

Το Εφετείο, όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν έλαβε υπόψη για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος την προαναφερόμενη ένορκη βεβαίωση προς απόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών των εναγόντων και ειδικά προς απόδειξη του αγωγικού ισχυρισμού τους ότι οι αναιρεσίβλητοι ήταν οι εφοπλιστές του πλοίου από το ναυάγιο του οποίου επήλθε ο θάνατος των συγγενών των αναιρεσειόντων.

Με τον τέταρτο λόγο του αναιρετηρίου, αληθώς από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ (και όχι από τον αριθμό 8 του ίδιου άρθρου), οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη την ως άνω 1202/7-3-2000 ένορκη βεβαίωση προς απόδειξη του προαναφερομένου ισχυρισμού τους.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον οι αναιρεσείοντες δεν επικαλούνται, αλλ' ούτε αποδεικνύουν την τήρηση της ως άνω προϋποθέσεως για την εγκυρότητα λήψης αυτής και δη: ότι η εν λόγω ένορκη βεβαίωση έγινε ύστερα από προηγούμενη κλήτευση των αντιδίκων τους πριν από 24 τουλάχιστον ώρες, ενώ εξάλλου από την εν λόγω ένορκη βεβαίωση προκύπτει ότι ο αντίδικοι των αναιρεσειόντων δεν παραστάθηκαν κατά τη λήψη της.

Συνεπώς το Εφετείο ορθά δεν έλαβε υπόψη του, την ως άνω ένορκη βεβαίωση, αφού επρόκειτο για ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο, κατά τα ανωτέρω. Περαιτέρω, με τον δεύτερο και τρίτο λόγο αναιρέσεως, πρώτο μέρος, αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν αποφάνθηκε ότι οι: 12059/10-1-2003 και 12512/13-6-2003 ένορκες βεβαιώσεις των: 1) Μ.

Γ. και 2) Ι. Τ., δεν ήταν νόμιμες αφού δεν "ανεφέρθη", επί της ενστάσεως εξαιρέσεώς τους κατ' άρθρα 400 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ. και του ισχυρισμού τους ότι ήταν ψευδείς. Οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως, υπό την επίκληση του αρθμ. 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., είναι απαράδεκτοι, λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος, καθόσον από τη διαβεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι οι προαναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις δεν ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, προς διαμόρφωση της ως άνω κρίσεως του δηλαδή της απόρριψης της ένδικης αγωγής.

Ωσαύτως, ο έβδομος λόγος του αναιρετηρίου, αληθώς από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι παραβίασε διάταξη ουσιαστικού δικαίου της Διεθνούς Σύμβασης SOLAS, είναι απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, αφού δεν αναφέρεται η παραβιασθείσα ουσιαστικά διάταξη, το περιεχόμενο αυτής και σε τι παραβιάσθηκε από το δικαστήριο της ουσίας.

Κατ' ακολουθίαν αυτών, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28-5-2008 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2/2008 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία προσδιορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Απριλίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 29 Μαΐου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ